Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2005

αλίαρτος και ηδύοσμος λόγου χάριν


'Υστερα απ' αυτό παρέμειναν και οι δυό σιωπηλοί;
Σιωπηλοί, καθένας παρατηρώντας τον άλλον στους διπλούς καθρέφτες των αντίστοιχων σάρκινων δικώντουςκαιόχιδικώντους φιλικώνπροσώπων.


Τζαίημς Τζόϋς, ΟΔΥΣΣΕΑΣ, (κεφ. XVII [ΙΘΑΚΗ], μτφρ. Σωκράτη Καψάσκη, έκδ. ΚΕΔΡΟΣ 1990, σ.726).




Διασχίζω κι εγώ, σιωπηλός, τούτη την πόλη που ζητά να γιορτάσει κι όμως δεν είναι γιορτινή. Δεν μπορεί να είναι γιορτινή. Δεν ξέρει να είναι. Δεν έχει κάν το στίγμα ενός λόγου γιορτινού. Λόγου των πραγμάτων γιορταστικού. Δεν ξέρει να τό έχει πιά. Αλιά μου!

Κυνηγός αστέρων εις έτι εγώ και νύχτα σέληνος πλέον των ήμισυ και δεκατεσσάρων ωρών. Του χινοπώρου λήγοντος εν τω βάθει της νυκτός. Του χειμώνος επερχομένου εν τω πανηγύρει του ηλιοστασίου, που εγγίζει όπου νά 'ναι κι αυτό. Στέκομαι σα τον ήλιο ανάμεσα στις δύο εποχές και κοιτώ. Οι μανταρινιές όταν έχουν γεράσει φύλλωμα μόνο αλλάζουν. Σαπισμένα ρίχνουν τα μανταρίνια κάτω, ώριμα σκάνε... Αρθρώνω έναν λόγο κρυφό.



*


Πιστός στα προλεχθέντα. Δεν είναι ότι θυμήθηκα τυχαία τον Μοσκώφ. Είναι ότι ποτέ δεν τον άφησα. Ποτέ δεν τον ξέχασα σ' όλη τούτη την περιπέτεια. Είναι ότι την παράγραφο αυτή, την είχα πάντοτε για ερωτικόν οδηγό:


ταξίδι της ύλης ανάμεσα στο εντός μας γίγνεσθαι και στο γίγνεσθαι εκτός μας – νόστος ή αναζήτηση του 'Αλλου από το Εγώ μας...


Εμμένω σε έναν λόγο εσωτερικόν. 'Οπως και όλα αυτά που γράφω εδώ. Είναι λόγος –ταξείδι, που λέγεται, ταξείδι της ύλης ανάμεσα στο εντός μας γίγνεσθαι και στο γίγνεσθαι εκτός μας. Λέξεις που, ταξιδεύοντας, ποτέ δεν προφέρθηκαν δυνατά. Τούτο κι αν πρέπει να τονιστεί. Λόγος, που ποτέ αφτί δεν τον συνέλαβε.

Γράφω εγώ -όπως κι εσύ- ό,τι εσύ διαβάζεις εδώ, όχι όμως φωναχτά, αλλά, συλλαβίζεις μπροστά στην οθόνη από μέσα σου. Και συλλαμβάνεις, αν συλλαμβάνεις, ό,τι συλλαμβάνεις. Παρασυρόμαστε το λοιπόν, απ' εδώ, σε μιά μοναχική, εσωτερική, τελικά: κρυφή (σε κάποια γωνιά) εργασία. Νόστον ή αναζήτηση του 'Αλλου από το Εγώ μας... Εκεί μόνον, κρυφίως, βρίσκει κανείς το ζητούμενο νόημα όλων τούτων των λέξεων που απλώνω/απλώνεις εδώ. Εδώ, μέσα, στου διαδικτύου την βασιλεύουσα σιγή. Και αναζήτηση. Την κάπως αλμυρή. Και νόστον. Γέννησην γυρεύοντας.


*


Γυρνώ στις εφημερίδες που ακόμη μάς (εμάς τους της μπλογκαρίας υιούς) ξεπερνούν. Βρίσκω στις εφημερίδες ένα κείμενο του πρόωρα χαμένου μα ώριμου παιδιού, του Χρ. Βακαλόπουλου. Γράφει για την πόλη μας και τις ταινίες του Βέγγου (ναί! του Βέγγου!):


διασχίζοντας την πόλη, ο κωμικός αγγίζει την αλήθεια της, μια αλήθεια που μεταβάλλεται πολύ γρήγορα και τον αναγκάζει να τρέχει...


Σχόλιο με ηρακλείτεια φόρα γινομένο. Σχόλιο τόσο καθαρό, τόσο αληθινό. Με ηρακλείτεια φόρα δοσμένο. (Το αναδημοσιεύει το ένθετο 7ημέρες της Καθημερινής (Κυριακή, 11-12-05), κλείνοντας ομόλογο αφιέρωμα για την πόλη μας, κι είναι παρμένο από τον συγκεντρωτικό τόμο με τα κείμενά του (1976-1980) για τον κιν/φο).


*


Να μιλήσω, λοιπόν, θέλω γυρνώντας κι εγώ. Εδώ κι εκεί. Τρέχω εξαναγκασμένος, για να μην χάσω την μεταβαλλόμενή της αλήθεια. Και τί να πώ... Με μιάς όλα έρχονται κοντά εκεί όπου γεννιέται ο λόγος, τό 'να δίπλα στ' άλλο, και ιδού... συνωθούνται, σπαρταρούν, ζητούν να χτυπηθούν μαζί με τη γλώσσα, κάτω – πάνω, πάνω - κάτω. Να παίξουν στον ουρανίσκο, τα δυσκολότερα στο λαρύγγι να σταθούν ή από τη μύτη να διέλθουν, να βγούν, για ν' ακουστούν...

Να ανακατευτούν στη ρύμη του λόγου που τρέχει, που αναβλύζει και κάνει να βγεί, πετώντας πλέον, να στάξει βροχή να σέ βρεί. Να αφεθεί αυδή αυτή, έρχεται να σού πεί. Κι όμως δεν λέει τίποτα, γιατί απλώς, μόνον είναι. Ταξείδι, που λέγαμε, της ύλης ανάμεσα στο εντός μας γίγνεσθαι και στο γίγνεσθαι εκτός μας – νόστος ή αναζήτηση του 'Αλλου από το Εγώ μας. Δεν λέει τίποτα, αλλά είναι. Είναι λόγος ερωτικός, τροφή για τις αισθήσεις που τον διψούν σα την άνυδρη γη.

Στο μεσοδιάστημα που ταξιδεύει ο λόγος από εμένα μέχρι που έρχεται εσένα να βρεί, αν κάτι εξαντλεί, αν κάτι μηδενίζει είναι η κάθε του διάσταση. Δεν υπάρχει πλέον απόσταση...

Στην αρχή τον λυπόμουνα τον 'Εκτορα, τώρα πια, όχι.


*


Νύχτα μετά την βροχή στον νεαρό ελαιώνα που θάλλει ελαφρύς προβάλλει η σελάνα με την γενειάδα της τη γιορτινή πίσω από τα σύννεφα και την υγρασία να στάζει στους βλαστούς που απόμειναν να φέρουν του χρόνου καρπόν... Αν τυχόν σταθείς ν' αφουγκραστείς όλον τούτο τον λόγο, αφέσου να παρασυρθείς από την κομιζομένη πλήμμυρα, την ου πλήμμυρα, ύδατος αλιάρτου και ηδυόσμου, του λαλούντος τους λόγους των όντων... Πώς ανάβεις με την αφή του όλου σώματος.


'Υστερα απ' αυτό παρέμειναν και οι δυό σιωπηλοί;
Σιωπηλοί, καθένας παρατηρώντας τον άλλον στους διπλούς καθρέφτες των αντίστοιχων σάρκινων δικώντουςκαιόχιδικώντους φιλικώνπροσώπων.



(του παιδιού που εις έτι μού στέλνει ραβασάκια λίγο πριν από τις γιορτές).



Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2005

για έναν ερωτικό Λόγο


Ο Λόγος, ταξίδι της ύλης ανάμεσα στο εντός μας γίγνεσθαι και στο γίγνεσθαι εκτός μας – νόστος ή αναζήτηση του 'Αλλου από το Εγώ μας, μπορεί να υπερβεί την τραγικότητά του, την οργανική απόσταση ανάμεσα στη δυνατότητα της όλης Πράξης και στον εαυτό του, μόνο ως Λόγος ερωτικός – μόνο ως Λόγος που συγκροτείται από τις διαδικασίες του νού όσο και από τις αισθήσεις, Λόγος που φορτωμένος έτσι το σώμα μας δε διαχωρίζει την ποίηση από τη νόηση, την επιστημονική διατύπωση από την αισθητική διατύπωση.


Ο Λόγος μπορεί να υπερβεί την τραγικότητά του, μόνο αν βοηθηθεί σε κάθε στιγμή από αυτό το ταξίδι από τη διαρκή παρουσία της σαρκός –από την παρουσία του σώματός μας ως νεύσης προς το σώμα του κόσμου– μόνο αν λειτουργεί «ως προς τον εαυτό του» αλλά και «ως προς τον 'Αλλο». Μόνο αν λειτουργεί ως διαδικασία του Προσώπου, επικαθοριζόμενη από μια ερωτική αίσθηση της ζωής.


Ο ερωτικός αυτός Λόγος είναι έτσι η οδός που οδηγεί στο καθημερινό πανηγύρι των συμπαντικών πραγμάτων: εκεί όπου όλα μπορούν να συμβούν –και συμβαίνουν μέσα από την παράδοση του Εγώ στον 'Αλλο– εκεί όπου «η αγάπη κόβει τον καιρό στα δύο», τον ανατρέπει μέσα από τον 'Ερωτα του 'Αλλου, εκεί όπου ο 'Αλλος ζυμώνεται μες στην καθημερινή μας σάρκα και γίνεται κρασί που ο άνθρωπος καλείται να γευτεί ανατρέποντας τις δυσπλασίες της ιστορίας...


(Κωστής Μοσκώφ, Η πράξη και η σιωπή, έκδ. Καστανιώτης 1983, σσ. 43-4)

Το τρίτον (και τελευταίο εδώ) του Κωστή. Και δημιουργεί πονοκέφαλο. Χαίρομαι που αυτά τα τρία ποστάκια, ουσιαστικά, μένουν ασχολίαστα. Αναδύονται, άλλωστε, μέσα από την σιωπή (και του διαδικτύου - τούτο κι αν συνηγορεί επ' αυτής). Εγγίζουν περισσότερο στην σιωπή. Η οποία, τελικά, είναι η γλώσσα του μέλλοντος. Βασιλεύουσα στις αισθήσεις... ενός λόγου που ούτε λέγει, ούτε κρύπτει, αλλά σημαίνει...

(Μα καλά, εγώ δεν είχα γύρω εδώ έναν πολλά, μα πολλά αγαπημένον;)


Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2005

με το σώμα του λόγου


Η λέξη πρέπει έτσι, για να βρεί το πλήρες της λειτουργικότητάς της, να είναι ενταγμένη στο όλο σώμα του πολιτισμού μέσα στον οποίο έχει παραχθεί – και κάτι τέτοιο γίνεται μόνο με τους τρόπους της σωματικότητας, τις αισθήσεις που καλούνται να συμπληρώσουν την ανάπηρη και δυϊστική διανοητική χρήση τους.

Η ζωή εκφράζεται στο Λόγο για να υπερβεί τον εαυτό της, καθώς υπερβαίνει, καθώς ενοποιεί μέσα από τη διαλεκτική Λόγου και Πράξης, το διασκορπισμένο Είναι της. Μέσα από τον εκκαθολικευμένο, τον ερωτικό Λόγο, η τραγικότητα του Λόγου ξεπερνιέται καθώς ο Λόγος ταξιδεύει με την όλη σάρκα του Είναι μας, καθώς υπερβαίνει το διχασμό σώματος και σκέψης, εκτεινόμενος ως ενιαία υπόσταση, καθώς μέσα από τον τέτοιο Λόγο ο άνθρωπος ταξιδεύει όλο και πιο μακριά από την εντοπισμένη στο χώρο και χρόνο άμεση ατομική δομή του, καθώς ενοποιείται μέσ’ από το νού αλλά και τις αισθήσεις – το καθολικό Σώμα του – στα πιο απομακρυσμένα χωρία της ύλης.

Η ζωή, τα πράγματά της, παύουν έτσι να φυλακίζονται εντός των εννοιών, να δομούνται σε ιδεολογήματα που διχάζουν παραπέρα την όλη μας ύλη – αποκτούν ροή, ως «έπεα πτερόεντα», διαποτίζουν και διαποτίζονται από τον όλο βίο μέσα στις αισθήσεις. Ο Λόγος αποκτά σωματικότητα.

Μέσα στην ερωτική χρήση της λέξης, ο Λόγος από φορέας, ταξιδευτής της μοναξιάς του νού, γίνεται καινούργια ύλη που εγκολπώνει τα πάντα στη ροή της. Ο στόχος είναι ο πας λόγος να αποκτήσει τη δραστικότητα της πιο μεγάλης ποίησης – σαν «σάρκα (που) γίνεται αιωνιότητα, βιώνεται αισθητικά σε κάθε της στιγμή». ('Οπως λέει για την ποίηση του Καβάφη ο Γ.Π.Σαββίδης).

(Κωστής Μοσκώφ, Η πράξη και η σιωπή, έκδ. Καστανιώτης 1983, σσ. 37-8)

Λίγο μετά τον εσπερινό άκουα τις φυλλωσιές ν' αγριεύουν γλυκά στην ερημιά και να μού ψιθυρούν τ' αποψινό βραδάκι τούτα τα λογάκια.


Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2005

η αφή του όλου σώματος


(Μιά απελπισμένη εμμονή στον έρωτα).

Το Εγώ μας μέσα από την παρουσία του 'Αλλου γίνεται έρωτας, υπέρβαση, άρνηση του Εγώ μας, διάλογος, διαλεκτική ανάμεσά του και σ' αυτό το 'Αλλο δίπλα του, και απέναντί του. Η Παρουσία είναι η πηγή της διαλεκτικής. Ωστόσο η Παρουσία είναι το άλλο πρόσωπο της Απουσίας.

Ο έρωτας υπάρχει ως 'Εκταση του Εγώ μου στο Εσύ που μετουσιώνεται σε Εμείς, δίχως το Εγώ μου και το Εγώ σου, Εγώ του άλλου, να πάψει να υπάρχει. 'Οσο και να σ' αγαπώ, δεν μπορώ ποτέ να γίνω Εσύ - η αντίφαση αυτή, που μέσα στην ατομική ύπαρξη δεν ξεπερνιέται, είναι το δράμα μέσα από το οποίο συγκροτείται η ζωή.

Μιά υπέρβασή του, μία κατάλυση των Εγώ μέσα στο 'Ενα, μία άρνηση του προσώπου μας για τη λήθη των εφησυχασμένων θα αποτελούσε την άρνηση της ζωής.

(...)

Υπάρχει μια διπλή μοναξιά σε κάθε πρωτοπορία: ο 'Αλλος μένει πίσω, δεν προφταίνει να γίνει Εμείς - να ελευθερωθεί...

Παρόλα αυτά ο ερωτικός άνθρωπος εμμένει να παραδίνεται κάθε στιγμή στο 'Αλλο που αγαπάει, εμμένει στην καθημερινή του πρακτική να υπάρχει αντάρτης απέναντι στις δομές, βάτος καιομένη, παράγοντας το Γολγοθά και την άλλη στιγμή Ανάσταση.

Αυτοί που αγαπούν μανικά, αυτοί που απελπισμένα αγαπούν, αυτοί που τούς δόθηκε η δύναμη ν' αγαπούν είναι έτσι οι προνομιούχοι ενός καινού 'Αδη.


(Κωστής Μοσκώφ, Η πράξη και η σιωπή, έκδ. Καστανιώτης 1983, σσ. 124,151-3)

Το είχα κατά νού και το έπαιζα ανάμεσα σε κάτι τρίχες κατσαρές με την γλώσσα μου. Το αναρτώ απ' αφορμή του αγαπημένου λόγου.