Κυριακή, 26 Μαρτίου 2006

εγκαύματα 6, 3


[μυθόπλασμα]


Μικρός κοιμόταν αγκαλιά
με τις ελιές
πού 'χει φυτέψει.


Τρίτη, 21 Μαρτίου 2006

τ’ aλλou


* Στη συνύπαρξη έρχεσαι με «κάτι», όχι μ’ άδεια τα χέρια. Τούτο το «κάτι» εξαργυρώνεις και συναλλάσσεσαι (trade) ως ίσος προς ίσον με τ’ 'Αλλο. Τον 'Αλλο.

* Το 'Αλλο πέρα από κάθε προσπάθεια ερμηνείας μένει ανερμήνευτο. Θα μπορούσε να βρίσκεται τόσον «εκτός» -ο έτερος, ο πλησίον είτε μακράν, αυτός που ατενίζουμε στον ορίζοντα να πλησιάζει- όσο κι «εντός» -ο άλλος μας εαυτός, το ίδιον είναι, που προβάλλει στη γωνία απροσδόκητα και ώρες-ώρες μάς ξετινάσσει. -Mάς πνίγει;

* Η άγνωστη τούτη χώρα, η χώρα του 'Αλλου, προσφέρεται στον έρωτα.
Για να καταστεί κάπως γνωστή. Να χαρτογραφηθεί.
Η άγνωστη τούτη χώρα, η χώρα του 'Αλλου, είναι έρωτας.


** Η οδός που οδηγεί σ’ αυτήν, είναι οδός ασκητική, δηλαδή, βαθειά ερωτική. Πολεμούμε, και το πολεμούμε συνεχώς, αφού επιθυμήσαμε να ενωθούμε μ’ Εκείνο. Πολεμούμε μέχρι θανάτου. Ετσι τ’ 'Αλλο γίνεται αγώνας, αγώνας επιβίωσης θα έλεγα, χωρίς να πάψει ποτέ να είναι μέθεξη του Απολύτου, του «εξ’ από ΄δώ», και συνάμα, η απόλαυσή του. Τούρκικα χείλη δέονται: ask ile gidilir…* και η προσωπική τού καθενός περιπέτεια στην άσκηση της ελευθερίας περιγράφει αυθεντικά αυτό το 'Αλλο.

* Μια 'Αλλη ιδέα, αίφνης, δίνει στη σκέψη πνοή, ζωή. Θερμαίνοντας εντός σου μιάν ετέρα παράσταση, μιάν Δευτέρα καυτή παρουσία, ζεσταίνεις τη μοναχική σου ύπαρξη. Τ’ 'Αλλο, κι η πάλη μαζί του, είναι ζωή... η καθημερινή μας ζωή!

** «Τα σώματά μας λάμπουνε περίφημα
Σε τέτοιες οάσεις»

Γιώργος Σαραντάρης, στη δόξα των πουλιών, ('Ικαρος 1997, σ. 13).


--------------
* μ’ έρωτα περπατιέται


Παρασκευή, 17 Μαρτίου 2006

ooievaar


(εκεί που όλοι στιχώνουν, είπα να στιχώσω κι εγώ...)


Στα ψέμματα είχαν φτιάξει
μιά φωλιά στον πελαργό.
Από κάτω τοποθέτησε στη
σειρά τα βιβλία του.
Κι απ’ ανάμεσα έστησε και το
κρεβάτι του. Στ’ αληθινά. Ναί!

Εκεί την έβγαζε ο αθεόφοβος
πελαργός, βιβλία, το στρώμα του
κρύο, παγωνιά το χειμώνα
φυσάει αέρας πολύς.
Οι πίνακες στους τοίχους κι αυτός
στο γραφείο του κάτω απ’
τη φωλιά του πελαργού.-





---------------
ooievaar, ίσως η πιο ωραία λέξη στα ολλανδικά. Ο διαδοχικός διπλασιασμός των φωνηέντων ανθίζει την διάθεση... σημαίνει τον πελαργό.


P.S. δες όλα τα links. Είναι αυτά που χρωματίζουν τις λέξεις πράσινες. Κάνε κλικ στο πρώτο και άκου το πουλί πώς κάνει, δές τις φωτογραφίες και το βίντεο, στο δεύτερο. Περιηγήσου δεξιά κι αριστερά στο ελληνικό (το τρίτο) link, αυτό με την συλλογή γραμματοσήμων απ' όλο τον κόσμο. Στο link της κεφαλίδας το λήμμα της ολλανδικής βικυπαίδειας. Κι άντε σου, Καλό ξημέρωμα.


Δευτέρα, 13 Μαρτίου 2006

το σχολειό στο φώς... του λυχναριού


Τον πρωτοεπισκέφθηκα το 1997, ίδιος πάλι καιρός, Μάρτης, και την προσοχή μου τράβηξαν από την είσοδο ακόμη, κάτω στην αυλόπορτα, σειρές οι ανθισμένες ίριδες σε μπλέ και κίτρινους χρωματισμούς, ό και παράδοξον. Τέτοια, λοιπόν, υποδοχή επιφυλάσσει στους επισκέπτες του! Γύρισα και ψιθύρισα στη Νατάσα που με συνόδευε (κόρη γυναικολόγου), πως εδώ κατοικεί άνθρωπος πλήρης πνεύματος, ο οποίος τίποτε δεν αφήνει να πάει χαμένο. Ευφροσύνη μάς χάριζε με τα απλά του υπάρχοντα. Ανεβαίνοντας με τα πόδια, το βλέμμα μου έπεσε στο χαρτόνι που κάλυπτε το ένα τζαμιλίκι από τα πολλά παράθυρα του παλαιού αρχοντικού. Θυμήθηκα το σπίτι στο χωριό. Ο παππούς έβαζε χαρτόνια στη θέση σπασμένων τζαμιών. 'Ενιωθα πως εδώ παίζεται κατιτίς μεγαλύτερο από τον μύθο που έχει δημιουργηθεί για το πρόσωπό του μεταξύ τών ποτε μαθητών του στα γυμνάσια κάτω της πόλης.

Μετά την επίσκεψη των κέρινων εκθεμάτων (καμμία σχέση με την ψευτοδουλειά των αδελφών του κάτω στην πόλη) τον συναντήσαμε. Σφίγγοντάς του το χέρι, άρχισε να μάς
ερμηνεύει αυτά που βλέπαμε γύρω μας και τις ιδιοτροπίες του. -Αρμονίη αφανής φανεράς κρείττων. 'Ετσι δήλωσε για το χαρτόνι στο τζαμιλίκι. Δεν το έβαλε επειδή είχε σπάσει το τζάμι, αλλά γιατί σε κάθε παλιό σπίτι θα δείς κι ένα χαρτόνι να καλύπτει κάποιο παράθυρο. Θυμήθηκα τον παππού μου. - Ξεκουράζει και το μάτι, είπε, αναλύοντας την αναλογία με βάση την οποία τοποθέτησε στο συγκεκριμμένο παράθυρο το χαρτόνι και μόνο σ’ αυτό.

*


Παρακολούθησα την συζήτηση που γίνηκε για τον μύθο του κρυφού σχολειού στην σμικρά ghetonia μας. Με πλημμύρισε η θλίψη για τον εύκολο και ευκαιριακόν σχολιασμό. Τόση, λοιπόν, διαύγεια στην πεπαιδευμένη σκέψη μας! Τόσο δυσκολευόμαστε να συνειδητοποιήσουμε, να εμπεδώσουμε και να χωνέψουμε το αυτονόητο: πως όποιος ανέβαινε στο ψαλτήρι εκείνη την εποχή, εκ των πραγμάτων μάθαινε τα ελληνικά, την γλώσσα που κυρίως η λατρευτική μας παράδοση κατάφερε να διασώσει μέσα στους αιώνες της τουρκοκρατίας; Και δεν ήταν ανάγκη να ήταν νύχτα. Και στο φώς της ημέρας ακόμη όποιος (και το διάβαιναν όλοι τότε αυτό το κατώφλι) εισχωρούσε στο ναό, τα αυτιά του πλέον άκουγαν την ελληνική λαλιά. Αυτήν και ψιθυρούσε προσευχόμενος. Τόσο δύσκολο είναι να συνειδητοποιήσουμε πως, ο Μωριάς φερ' ειπείν, αρβανίτικα μιλούσε στον καθ' ημέραν βίο του μέχρι και τον καιρό της επανάστασης ακόμη, αλλά, τα ελληνικά μιλούσε στον λειτουργικό-πανηγυρικό του βίο μέσα στην εκκλησιά του;

Το κρυφό σχολειό δεν είναι μύθος αλλά πραγματικότητα βιωματικής συνέχειας (και διδασκαλίας) της γλώσσας. Τώρα, στον βαθμό που κάποιοι τυλίξανε την πραγματικότητα αυτή στην αχλύ ενός «μύθου»... αυτό είναι κάτι δεύτερο και δεν έχω παρά να ανακουφιστώ με την θέση που εκφράζει ο πολύς
lazopolis. [Δεν ξέρω αν πρέπει να θυμηθώ εδώ και κείνο το ποστάκι για το παρελθόν αs a foreign country, που έγραψε ο Rakasha (ή μήπως ήτανe ο Sraosha;) γιατί όντως, είναι ξένο και ως πολύ ξένο και παράδοξο φτάνει στα περισπούδαστα μυαλουδάκια μας]. Συγκέντρωσε, όμως, τις συζητήσεις ο talos.

*


Πίσω από το αρχοντικό, ο υπέροχος Βρέλλης, έπιασε και κάλυψε την φαγωμένη από τις μπουλντόζες (-αφού ένα μέρος γης ισοπεδώθηκε για να ελευθερωθεί ο οικοδομήσιμος χώρος-) πλαγιά με... το πενάκι. Λεπτοδουλειά! Την έντυσε έτσι ώστε να δείχνει βράχος π’ απ’ ανάμεσα εκβράζει σίδηρο, μετάλλευμα και υγρασία. Για να δείχνει αληθινό πέρα για πέρα και να κρύψει την επέμβαση στο φυσικό τοπίο της πλαγιάς. Πάντα, βάσει αναλογιών. Με αρμονία.

Για τέτοια έργα είναι άξιος εκείνος που μετέχει της σπουδής στο φώς του λυχναριού: αρμονίη αφανής -μαθαίνει σαν νά ‘ναι η ανάσα του- φανεράς κρείττων...



Παρασκευή, 10 Μαρτίου 2006

επαν οδος


...κατεβαίνοντας την κοιλάδα του Λούρου, οι κλεισούρες ανάμεσα στα πυρρόχροα στη σειρά βραχώδη περάσματα, η 'Αρτα -άλλοτε πολιτεία διάσημη στη πέτρα γυρισμένη, ο γύρος του Αμβρακικού κι οι λίμνες. Αιτωλικό και να, η απέναντι αχαϊκή ακτή, οι στιγμές πάνω στη Γέφυρα και η τελική ευθεία - άνοδος για την Αθήνα.

Στα κορινθιακά πια παράλια κι ενώ μέχρις εδώ ήταν η ακαρνανική ακτογραμμή, με τα κωνικά υψώματα του Αντιρρίου και της Ναυπάκτου η βίγλα που μέ συνόδευε, τώρα σα να χάνονται οι φωκιδικές ακτές, ενώ τα ψηλά βουνά πάντα δεσπόζουν. Φέρνω κατά νού τον όρμο της Ιτέας με τις πολλές εγκολπώσεις του, όπως τον αγνάντευα από ψηλά... Από τους νυχτερινούς Δελφούς απάνω ήταν που κοιτούσα στα πόδια του σε μιά ευθεία τα νυχτερινά φώτα της Ιτέας και του Γαλαξιδιού, έτσι όπως έχουν πιάσει απ' ένα άκρο εντεύθεν κακείθεν του όρμου.

Σταματώ σε κάθε μικρό ελεύθερο άνοιγμα κατά μήκος της εθνικής οδού, μόνο και μόνο για ν’ αγναντεύσω τον λευκανθή Παρνασσό και τα πλάγια του. Απομαντεύω τη ρότα των πλοιαρίων που κατευθύνονταν στον μυχό του ιερού ελαιώνα της Κρίσας. Ανασχηματίζω την θαλασσία τούτη οδό, που ακολουθούσαν οι προσκυνητές (έστω προερχόμενοι από τις πέρα για πέρα ιονικές ακτές, -αυτές της Μεγάλης Ελλάδος, λέω). Μετά τα μεγάλα νησιά στην είσοδο του κόλπου, εισέρχονταν πιά στον κορινθιακό, ταξείδι ανάμεσα σε βουνά και προσάραζαν στον κλειστό όρμο της Ιτέας. Κατόπιν ανάβαιναν το μονοπάτι της Κρίσας που τούς έφερνε στο κατώφλι του μαντικού ομφαλού, κρυμμένου απ' εδώ λόγω των βουνών της Δεσφίνας. Προσκυνητές από την οικουμένη που γύρευαν να προκριθούν στην βουλή του κρυμμένου μές στην αχλύ των Φαιδριάδων, Θεού.

Απ’ εδώ κι εγώ, λοιπόν, αναφωνάω: μ’ αρέσουν τα αντικείμενα. Μέρη, τόποι που διάβηκα. Να τούς γυροφέρνω κι από δώ κι από κεί. Αντι-κείμενα...

Αλλά τώρα, τις βέργες των ανθισμένων προύνων και τα τραγούδια των Χαιρετισμών ζητάω.


Τετάρτη, 8 Μαρτίου 2006

για μίαν συνάντηση


Η όψη του Δημήτρη Χατζή αποκαλυπτική στον κυριακάτικο τύπο, με έφερε αντιμέτωπο με τις πρώτες εκείνες εφηβικές αναμνήσεις από την ιστορία της "Μικρής μας πόλης", τους γύφτους, τους ταμπάκηδες και τη λίmνη. Κοιτάζω το πώς απλώνεται γονιμοποιό το βλέμμα του στον φακό. Εκ βάθους καρδίας συνέρχεται, -κομίζει από την ψυχή του ψήγματα δηλαδή- κι έτσι όπως αναδύεται, πονετικό κι εταστικό συνάμα, το αφουγκράζομαι που γυρεύει την αρχή του μύθου, δίχως ίχνος υπεροψίας, αλαζονείας, υπερβολής. Απλό, κύριο, φρόνιμο, φέρει του άλλου κόσμου το ερώτημα και την άνοιξη.

Λοιπόν, αυτό κι αποζητώ όταν διά ζώσης σε μία συνάντηση γυρεύω τον άλλο. Δίνεις τα χέρια και βλέπεις κατά πόσον ο συμβαλλόμενος είναι σε θέση να βάλλει με το βλέμμα του φωτιά στο εσώτερο είναι σου, την ψυχή που ζητά το ίσον, ή στέκει χλιαρός και αδιάφορος στου προσώπου σου την περιπέτεια. 'Αλλως, προς τί η δια ζώσης συνάντηση, η συνεύρεση γύρω από την τράπεζα;

Ιδού:

Δημήτρης Χατζής


Δευτέρα, 6 Μαρτίου 2006

Ta μυστικά των βουνών μας


"Η αξιολογωτέρα όμως πυρά γίνεται εις την συνοικίαν της Καραβατιάς, κατά το νοτιοδυτικόν άκρον της πόλεως, την υψηλοτέραν συνοικίαν, όπου κατοικούσιν οι ευθυμότεροι και αισθηματικώτεροι Ιωαννίται, οίτινες περί την πυράν ψάλλουν εν χορώ ελευθέρως τα τραγούδια παλαιών Κλεφτών, και όπου υπάρχουν αι ωραιότεραι των Ιωαννίνων νεάνιδες…".

Κ. Κρυστάλλη, «Αι Απόκρεω εν Ιωαννίνοις», (άπαντα, επιμ. Γ.Βαλέτα, Αθήνα 1959, σ. 401).


*


Γιάννενα. Τέλος του Χειμώνα. 'Ανοιξη. Από νωρίς εδώ. Για τις τζαμάλες, λοιπόν. Οι γιαννιώτες στήνουν με προσοχή την στυλοειδή πυρά σε κάθε πλατεία, σε κάθε συνοικία της κρυμμένης μές’ στα βουνά τους πόλης...

"Ξύλα για…ξύλα για τ’ς απουκριές
να χορέψουν οι γριές…"

σε έναν κύκλο διαμέτρου 3-6 μέτρων, στρώνουν ψιλή άμμο για ασφάλεια και στο κέντρο σηκώνουν όρθιο έναν ψηλό -ως 3 και 4 μέτρα- κορμό. Γύρω του σχηματίζουν έναν πυραμιδωτό κώνο με χοντρά κούτσουρα και κορμούς δέντρων. Τους πλέκουν κατά τέτοιον τρόπο ώστε στη στιγμή να φουντώσει η πυρά και να λαμπαδιάσει ολόκληρη.

Λίγο μετά τον εσπερινό της Τυρινής (: να ζητήσω κι απ' εδώ συγγνώμη απ' όσους πληγώνω κατά καιρούς-) και καθώς παίρνει να ροδίζουν πάνω από τη λίμνη οι άγριοι και σταχτιοί όγκοι της Πίνδου (τους βλέπεις αντικρυστά, αν στέκεις ψηλά, στην Καραβατιά), και ενώ παίζει ήδη η μουσική να κυλίσει δυο-τρεις στροφές το τραγούδι, ρίχνει το αναμμένο στουπί, ο επικεφαλής, στην πισσωμένη βάση της στυλοειδούς τζαμάλας


"ένας δέντρος φουντουτός,
φουντουτός καμαρουτός
και στη μέση ου σταυρός"


Και να! με τις τελευταίες αναλαμπές του ήλιου που χάνεται πίσω από τα βουνά κι ενώ όλοι ένα γύρω κρατούν την ανάσα τους, σε μια στιγμή γεμάτη μυστήριο, ξεπετάγονται οι πρώτες φλόγες, που τυλίγουν τους έντεχνα περιπλεγμένους κορμούς. Τα βλέμματα συγκεντρώνονται σ’ αυτές τις φλόγες, πως ανεβαίνουν σταθερά -κατά πως φυσάει τ’ αεράκι- ν’ αρπάξουν τον κορυφαίο κορμό, που προβάλλει άθικτος ακόμη στο κέντρο. Μόλις καταφέρουν επιτέλους να τον τυλίξουν μες στη μανία τους, ψηλά, έτσι όπως τινάσσονται, με μιας ανακουφίζονται όλων οι αναπνοές και στήνεται γύρω από την θεόρατη τζωραμπίνα ο χορός. Το χοροστάσι δεν θα διαλυθεί πριν ο ήλιος λάμψει ξανά στον ουρανό.

"πέρασ’ από την Καρυά,
είδα πόσπερναν κουκιά…"

Κάθε φορά που ένα νέο κούτσουρο ρίχνεται στην αδηφάγο μανία της φλόγας, σπίθες υψώνονται στον ουρανό ως το τρίτο πάτωμα γύρω των σπιτιών. 'Ολα λούζονται σε άπλετο φως. Η μεγάλη φωτιά ζεσταίνει την υγρή νύχτα…

Στον Πλάτανο, την Καραβατιά, στα Λακκώματα, την Κιάφα, την Λούτσα, στα Ζευγάρια, την Καλούτσιανη, τον Αγ. Σπυρίδωνα και το Κάστρο, από παντού σχεδόν υψώνονται φλόγες που τυλίγουν την πόλη και την παραδίδουν παρανάλωμα στην λαμπρότητα αυτού εδώ του μυστικού καρναβαλιού.


"του κρασί σ’, κυρ’ Αλιεύ
ίφιρι μιγάλου κέφ’…"

Σε αντίθεση με την παρέλαση του καρνάβαλου κάτω στα πεδινά, εδώ, είναι οι μεγάλες φωτιές που αποτελούν το κέντρο όλης της γιορτής. Η φωτιά και το ιερό της στοιχείο. Το εξαγνιστικό. Μέσα της κρύβει μεγάλη δύναμη, που μεταδίδεται σ’ όποιον σταθεί κοντά της. Υπήρχε άλλοτε η πίστη πως η φωτιά “κουβεντιάζει”. Ορισμένοι “ακούγανε” την φωτιά που τους “μιλούσε” καθώς κροτάλιζαν τα κάρβουνα και έτριζαν τα ξύλα. Μιά σχέση ιεροτελεστική. 'Οπως φουντώνουν και λαμπαδιάζουν τα πισσωμένα κούτσουρα, το ίδιο “φουντώνει” και η καρδιά του ανθρώπου και η φύση ολάκερη που ετοιμάζεται με τη σειρά της να “φέρει” την 'Ανοιξη. Καθώς ανάβει και φουντώνει η τζώρα, η τζαμάλα, φωτίζει στο πρόσωπο τους νυχτερινούς συμποσιαστές, που τραγουδούν και χορεύουν σ’ ένα τρικούβερτο γλέντι, με μπόλικο κρασί. Σκωπτικούς χορούς, πειράγματα και αστεία που κρατούν ως τα ξημερώματα. Μέχρι το πρωϊ.

"πως το τρίβουν το πιπέρι,
του διαβόλου οι καλογέροι…"

Φούρνοι με ξύλα καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας εργάζονται πυρετωδώς για να βγάλουν ζεστή τη νηστίσιμη λαγάνα. Από νωρίς έχει αφεθεί στις πινακωτές να φουσκώσει η ζύμη. Το τελικό πλάσιμο δίνει η φουρνάρισσα με δυο-τρεις κοφτές κινήσεις. Τίς αρπάζει με την σειρά του ο φούρναρης, τίς βρέχει με λίγο νερό, και τίς φουρνίζει στον πέτρινο φούρνο που έχει ήδη “μπουμπουνίσει”. Οι λαγάνες βγαίνουν αχνιστές προτού χαράξει και καταβροχθίζονται στη στιγμή…

*


Είναι πια Καθαροδευτέρα. Μέσα στο Κάστρο των Ιωαννίνων. Η φωτιά σιγά - σιγά έχει κάψει και τα τελευταία κούτσουρα. Μια εδώ, μια εκεί, οι μικρές γλωσσίτσες της σβήνουν. Μείναν λίγα κάρβουνα και η στάχτη. 'Ολος ο κύκλος της εστίας γέμισε από στάχτη. Στάχτη πολλή…

Με τις πρώτες αχτίδες της αυγής, κάποιοι που απόμειναν τριγυρνούν μεθυσμένοι ή γέρνουν να αποκοιμηθούν επιτόπου. Η μυτερή κορφή -ψηλά- του μιναρέ, από το Ασλάν Τζαμί της πόλης, σχίζει τον χαραγμένο ήδη ουρανό πάνω από την γαληνεμένη λίμνη. Φώτισε… Ο γιαννιώτης ποιητής Γιωσέφ Ελιγιά (1901-1931) θα ψάλλει:


"Πως μου θαμπώνετε τον νου
Πανάρχαια μεγαλεία
Φεγγοβολιές οράματα και
βιβλική μαγεία…"


(στους γιαννιώτες και την πόλη τους “έναν τόπο μ’ αιώνια εφηβεία”… - aναζητώντας τον nicola)


Τετάρτη, 1 Μαρτίου 2006

μaρτηs


μεσουρανεί πια ο Ωρίωνας στον νυχτερινό ουρανό
ξημερώνει πιό νωρίς κι οι λεύκες ένα γύρω ζωηρεύουν.
φουσκώνουν στα κλαδιά οι νέοι οφθαλμοί,

και τα
κοτσύφια *
χαμηλά. παίζουνε
τις
αμάδες.



* ascolta il canto