Παρασκευή, 23 Φεβρουαρίου 2007

methimon o theόs, βαρύς


Παραδίδω ανορθόγραφο [έστω κατά το ήμισυ - σε φραγκολεβαντίνικη γραφή] τον γνωστό παρακλητικό στίχο των ημερών, που μελωδεί την ένσαρκη παρουσία του Θεού ανάμεσά μας [άν, φυσικά, τον έχουμε κατά νού] για να μιλήσω για τις ημέρες αυτές τις πρώτες της σαρακοστής που θυμιάζει.

Κατέβηκα στο κέντρο για να χωθώ σε μιάν από τις μικρούλες του εκκλησιές. 'Ισως φθάσω μέχρι τον Λουμπαρδιάρη, ν' ανεβώ να αγναντεύσω λιγούλι ουρανό κι ας έχει βαριά απάνω σύννεφα και ένα αεράκι. Δε με πειράζει να πέσει και καμμιά ψιχάλα. Στις μικρούλες εκκλησιές γυρεύω να χωθώ, τις εναπομείνασες, όπου σε λίγο θα ψαλλούν οι πρώτοι των ημερών Χαιρετισμοί, στην Παναγία. Τούς διψώ κάθε χρόνο, είναι να μήν τούς διψάς, άλλο αν δεν τα καταφέρνω πάντα να γλιστρώ εκεί όπου τούς τραγουδάνε. Και να μείνω. Μένε εδώ.

Φέρνω κατά νού τον Καβάφη, περαστικόν κάποτε κι απ' τη δικήν μας πόλη και την φαρσοκωμωδία που τήν σφίγγει γραμματικό -πραγματικά χωριό, μπροστά στην Αλεξάνδρεια όπου έζησε και τ' άλλα του ταξείδια. Τον γυρεύω στα στενά σοκάκια της Πλάκας, τις γωνιές που απότομα σε ρίχνουν από το 'να σ' άλλο εκκλησάκι απάνω. Στίχοι.

Δεν ήταν τυχαίο. Προσπαθώ, θέλω να πώ, ν' αναλογιστώ την αίσθηση, την τρομερή αίσθηση που προκάλεσε το κήρυγμα εκείνο, από άμβωνος δεσπότου, 'κεί γύρω στα '970, όταν της Τυρινής την Κυριακή ακούστηκε αυτός ο βαρύς ακόμη και για μάς λόγος, από τα χείλη του. Λόγος για τους μασκαράδες. Είδα κι εδώ, στην σμικρά μας ghetonia, πως αντιμετωπίστηκε. Μόνον αυτό; Και άλλα.

Η κυρά-σαρακοστή εις έτι βαίνει.



------
[Το τί έχει γραφεί στα comments των προηγουμένων ημερών, δε λέγεται. Κάτι μάς πιάνει με το moderation. Το οποίο τελικά, απ' ό,τι φαίνεται είναι ένα χρήσιμο εργαλείο. Παρατηρώ πως σχεδόν όλα, άν όχι όλα για όλα, τα σχόλια που γράφηκαν στο άωρον, από καταβολής του, βρίσκονται σε μιάν οπτική αντίληψη ξένη προς το πνεύμα του και την πρόθεση ή την διάθεσή του. Το κατά πού, δηλαδή, κοιτά αυτό το ίδιο. Ουσιαστικά θα έπρεπε να διαγραφούν όλα, μά όλα, αν όχι τα περισσότερα. Χρειαζόμαστε ακόμη παιδεία. Παιδεία πολλήν [και παχιάν], ως αναγνώστες λέω. Λίγοι, -στα δάχτυλα του ενός μόλις χεριού μετριούνται- είναι αυτοί που όντως ευχαριστήθηκα σαν τούς βρήκα να περνούν από τούτο δώ το άωρον θανάτου μνήμα. Εννοώ πως την ανάσα τους αφουγκράστηκα στις δυό τους λέξεις, τούτα τα δυό-δυόμισυ χρόνια, που οικοδομώ -εις μάτην. Μα το συνθέτω, λίγο-λίγο, ψήφο–ψήφο, και όχι, φυσικά, για το θεαθήναι. Ζητούμενο μένει να συμπληρωθεί κι άλλο ο καμβάς. Να κάνει πέρα τις προσμίξεις που το βαστούν στου κόσμου την πολλήν και κάλπικη αμάχη. Ο καμβάς. Του τάφου σήμα περπενδούλι...

Τί νοήμα έχει να τα παραθέσω;]


Τετάρτη, 21 Φεβρουαρίου 2007

διαιτητικές συνταγές


για τα αγγούρια


i. Τα αγγούρια, που παλιά τα έλεγαν σικύες, είναι κρύα και υγρά σύμφωνα με τον δεύτερο βαθμό. [!?!]

ii. Η ανάμειξη του κρύου και του υγρού είναι πολύ βλαβερή και δημιουργεί άσχημους χυμούς. Από αυτά πρέπει να διαλέγεις τα μικρά.

iii. Είναι διουρητικά, κι αν τα πάρει κανείς όταν έχει υψηλό πυρετό, θα ρίξουν τη θερμοκρασία και θα κάνουν τον πυρετό πολύ πιό ήπιο.

iv. Ωστόσο η συνεχής χρήση τους εξασθενεί τα όργανα της αναπαραγωγής και μειώνει την επιθυμία για τη γενετήσια πράξη. [must !]

v. Οι αποξηραμένοι σπόροι του αγγουριού αποκτούν κάποια θερμότητα, δημιουργούν αντίθετο αποτέλεσμα και γίνονται ιδιαίτερα διουρητικοί. [?!?]


Αυτά αναφέρονται μεταξύ άλλων στο Syntagma de alimentοrum facultatibus, του Συμεών Σήθ, σε μιάν παλαιά (κατά τα 1868) έκδοση Λιψίας. Το απόσπασμα καταχωρούν οι ερευνητές Kazhdan & Epstein στο περισπούδαστο πόνημά τους για τις Αλλαγές στον βυζαντινό πολιτισμό κατά τον 11ο και 12ο αιώνα, (έκδ. ΜΙΕΤ 1997, σ. 439).

Αλλά λόγω των ημερών το δίνω και θα επανέλθω, διότι τούτο το γένος δεν βγαίνει ει μή με προσευχή και νηστεία...

Καλή σας όρεξη.


Δευτέρα, 19 Φεβρουαρίου 2007

καλή σαρακοστή


Η αποκρηά επέρασεν αλλά τις μάσκες οι κάλπηδες δε λένε να τις βγάλουν.

Λαγάνα θές; Εδωδά πέρνα και κόψε.


Σάββατο, 17 Φεβρουαρίου 2007

εγκαύματα 9, 2


Μέσ' στο χιονόνερο
σφυρίζουν
τα κοτσύφια


Κυριακή, 11 Φεβρουαρίου 2007

διαβάζω


στον Reader

Αν κατά τις καλοκαιρινές περιηγήσεις μου περινοστεύω τα ελληνόφωνα χωριουδάκια της Σαλεντινής Γραικίας και τους υπόσκαφους ναούς με τους ιστορημένους (ήδη από τον 9o και τον 10o μ.Χ. αι) Παντοκράτορες, διάσπαρτους στις πολλές χαράδρες της Πούλιας, φυσικό είναι να αναζητώ και τις λέξεις τις χαραγμένες στις πέτρες μάλλον παρά τα βιβλία.

Ωστόσο αγαπώ το καλό βιβλίο. Οι καλαίσθητες εκδόσεις με τραβούν από τη μύτη. Απολαμβάνω την ανάγνωση, όσο και το να ατενίζω καλοστοιχισμένες φυτείες στους αγρούς. Η αισθητική φροντίδα των προτάσεών μου με ενδιαφέρει εξίσου πολύ. Επιθυμώ το άριστο, στο μάτι άψογο. Το άμεσα αντιληπτό. Και έχει μεγάλη σημασία η λιτότητα στην έκφραση.

Επικεντρώνομαι σε τίτλους που αφορούν πάγια ερωτήματά μου. Βιβλία οικοδομής, με τα οποία συνδιαλέγεται κανείς συνεχώς και δεν τα αφήνει στο ράφι να αραχνιάσουν.

Μπορεί κανείς να ισχυριστεί για την έντυπη κριτικογραφία, πως "δουλεύει" για τον εκδοτικό πυρετό. 'Ομως είναι αξιόλογη και δίνει αρκετά - ικανά εναύσματα στους βιβλιόφιλους. Απ' ανάμεσα αρθρογράφοι όχι τυχαίοι, δίνουν "διαμαντάκια".

Το μέλλον ανήκει στο διαδίκτυο. Η διαδικτυακή βιβλιοφιλία ανθίζει. Αργά ή γρήγορα το αναγνωστικό κοινό της έντυπης βιβλιοκρισίας θα στραφεί στην διαδικτυακή και θα συναντηθεί με το ιδιώνυμο κοινό το όπισθεν της "οθόνης" ψωνισμένο και των επάλληλων παραθύρων (links). Δεν υπάρχει λόγος να εκτοπιστεί η έντυπη βιβλιοκριτική, όσο διαθέτει ισχυρό κριτήριο.

Η ανωνυμία στο διαδίκτυο δεν μας καθιστά απαραίτητα και ανεύθυνους. Η κρίση που διατυπώνουμε (και υπογράφουμε) περιέχει και περιέχεται σ' ακέραιο το διαδικτυακό μας πρόσωπο. Ορίζεται απ' αυτό και δεν σκορπάει. Οι αντιδράσεις των αναγνωστών ποικίλουν, κατά το ήθος εκάστου.


Τρίτη, 6 Φεβρουαρίου 2007

6η Φεβρουαρίου


Παγκόσμια Ημέρα Ασφαλούς Internet, σήμερα.

Ας μην μείνει απαρατήρητο αυτό εδώ το σχόλιο, κάποιου Kabamaru, σε συζήτηση που γίνηκε το περασμένο καλοκαίρι για τον νομπελίστα Γκράς (και την προσωπική του εξομολόγηση) στου Oldboy:

kabamaru 5-9-06, 14:58 said...

Εμένα αυτό που μου άρεσε περισσότερο ήταν τα 500.000-1.000.000 email που παραλίγο να σταλούν στην Ε ζητώντας απομάκρυνση του σκίτσου του Στάθη(το οποίο ήταν του ΚΥΡ τελικά). Και ότι για λίγη ώρα υπήρξε αποτέλεσμα με τα email μέχρι να μας ενημερώσει ο ακίνδυνος.
Δηλαδή κάποιοι (Αθηναίος, oi skies millan) δεν θυμόντουσαν καλά αλλά είπαν να το ρίξουν το επιχείρημα στο τραπέζι. Υπήρξε δηλαδή επιχείρημα κάτι που απεδείχθει εν τέλει ψευδεπίγραφο. Πάλι καλά πάντως που δεν υπάρχουν τέτοια λόμπι να στέλνουν μισό εκατομύριο emails να φιμώνουν ανθρώπους.
Το σκίτσο του ΚΥΡ κατέβηκε; :-)
Αν και η επόμενη επισήμανση μου ίσως αυτοαναιρεί κάποια από την ουσία και την ειλικρίνεια της, όχι για μένα όμως γι'αυτό και θα την κάνω: Όλα τα παραπάνω γράφτηκαν για φιλολογικούς λόγους και όχι για απόδοση ευθυνών ή κριτική.
Απλά έχει πλάκα που κάνατε μια απίστευτα ωραία κουβέντα με αναληθή (αληθοφανή,δε) επιχειρήματα. Απλά άψογο.

Ο καθένας ας aποκομίσει τα συμπεράσματά του, γιατί ο διάολος έχει πολλά ποδάρια... Είπαμε, σήμερα είναι Ημέρα Ασφαλούς(;) Internet. Πόσο ασφαλείς είμαστε στο internet?


Δευτέρα, 5 Φεβρουαρίου 2007

πάλι σαλιγκάρια


Τα "σαλιγκάρια της Λουλούς" μάλιστα. Κόλλλησα το πιό πολύ, σ' αυτά. 'Ισως από ιδιοσυγκρασία. Μπορεί και το "ροζ" να μού φαινόταν πιό δυνατό αν περιοριζόταν στα χρονικά όρια του πρώτου, αλλά δεν γυρίστηκε μ' αυτήν τη πρόθεση, φυσικά. Για το "ροζ", όμως, γράφει ο sensual monk. Φαίνεται πως το βλέπαμε μαζί στην αίθουσα.


Σάββατο, 3 Φεβρουαρίου 2007

παζάρι στo EIE


Μετά την υπέροχη Μαριάννα, που επέστρεψε επιτέλους στα ερτζιανά (από τον «Σκάι» στους 100,3) -προς ανακούφιση ημών των "μελωδούντων"- μιά παγωμένη βόλτα ως το Εθνικό 'Ιδρυμα Ερευνών και το δικό τους παζάρι βιβλίων. Τα "Σύμμεικτα" σε πάγκους και μαζί τους αραδιασμένη η πρόσφατη έρευνα για το λεγόμενο "Βυζάντιο". Διαδικτυακώς, τα συμπεράσματα δίνει και ο πολύς κύριος Πετεφράων - Πετεφρής. 'Εχει ενδιαφέρον το πράγμα.

'Επειτα χάρηκα τα φρεσκοσκαμμένα παρτέρια στη Σταδίου. Εκπτώσεις, όμως, και στο ΜΙΕΤ. (Για το νέο τους βιβλιοπωλείο, δες εδωδά).


Πέμπτη, 1 Φεβρουαρίου 2007

εκ προμελέτης


επίστεψις

στην Μαριάννα Κορομηλά, με όλην την αγάπη


Μεσημεράκι, συνήθως, προβάλλω απ' τη Στοά της Φωλιάς του Βιβλίου, κεκαρμένος εν χρώ, κι ατενίζω, με τις φρεσκοκομμένες τριχούλες να μού τριβελίζουν τον ζβέρκο, ψηλά, πίσω από τον γυναικωτό Απόλλωνα, τον Αη-Γιώργη, με τα ξεραμένα παλούκια των αθανάτων στη ράχη του. Στους δρόμους της πόλης όλο και θα συναντήσω κάναν φίλο με τον υιό του να βολτάρει αγκαλιά. Τα χεριά δίνουμε και έναν ασπασμό.




'Οταν κατεβαίνω την Αιόλου, προτιμώ να 'ναι κλειστά τα μαγαζιά. Είναι η ώρα που το παλιό κάστρο βασιλεύει στον περίκλειστο τόπο, με τους ναούς απάνω ολόφωτους. Νιώθω κάθε φορά την ίδια έκπληξη και αγαλλίαση μαζί, ψυχική. Την ίδια, λέω, με τον κυρό εκείνο Χωνιάτη Μιχαήλ, τον επίσκοπο, όταν, απεσταλμένος στην μικρά του 12ου αιώνος κώμη μας, πρωταντίκρυσε με δέος τον Παρθενώνα. Τον είχε μέχρι τότε ιδεί με τη φαντασία του, από τις περιγραφές στα αρχαία συγγράμματα, στις βιβλιοθήκες της Βασιλεύουσας. Κοντοστέκομαι στην αλλοτινή είσοδο της πόλης (Σοφοκλέους γωνία) κι απομαντεύω τα κάρα που τραβάνε, τάχα μου, για το Μενίδι.

Πιο κάτω αναζητώ το τετράκογχον, του 5ου αι. μ.Χ. Γυρεύω τα ημικύκλια που το ορίζουν, αφήνοντας μιάν αίσθηση γλυκιά στη ζήτηση του νού. 'Αργησαν εδώ να θεμελιώσουνε ναούς οι Χριστιανοί. Νωρίτερα η κάθοδος των Ερούλων (267) ερήμωσε την αττική γή. Ιδές σήμερα, μείς, πώς καλύψαμε κάθε της σπιθαμή...

Κατά τη δύση του ήλιου, όμως, επιθυμώ να βρίσκομαι ήδη στη ρωμαϊκή αγορά. Την γυροφέρνω αργά-αργά, σαν αγρίμι που παραφυλάει τη λεία του. Δυτικά του δωρικού Πρόπυλου βρίσκω χαλάσματα βυζαντινού οικισμού. Λίγα, έρμα, χωρίς σήμανση καμία, κρυμμένα πίσω από την Ιερά των Παναθηναίων οδό, σμίγουν από μόνα τους με τον ομόστικτο και ομογάλακτό τους ναό των Αποστόλων. Υψώνεται πιο κεί, σταυρόσχημος και αλειτούργητος. Αλλοδαπές μόνον ή, τσιγγάνες βαστάνε στον κόρφο μωρά. Οι δικές μας δεν πολυνοιάζονται.

Στην ανωφέρεια, πάνω από το ιωνικό περιστύλιο της αγοράς, χαζεύω ό,τι απόμεινε από το Κιουτσούκ Τζαμί. Το ισοπεδωμένο μικρούλι ιερό, με την κόγχη του. Στο δάπεδο γραμμένο. 'Οσο δύει ο ήλιος στο Αιγάλεω, ροδοκοκκινίζει στα νώτα ο Τρελλός. Είναι η ώρα μου.

'Αλαλο το Φετιχιέ Τζαμί στους εσπερινούς χρωματισμούς. Σφραγισμένο, αχρηστεμένο, δίχως μιναρέ, με την σκεπή χορταριασμένη, αλλ' ολόρθο, χτισμένο πάνω σε μιάν παλαιά χριστιανική βασιλική, με εμφανή τα δικά της από κάτω ερείπια. Τί έλεγα; 'Α, ναί! Στην κρήνη μιά σουσουράδα βολεύεται.

Πιάνω ξανά την πεφιλημένη οδό του Πανός κι από τον εξώστη της Αρέτουσας αγναντεύω πότε θα φωτίσει το Ηφαιστείον. Το Agrigento, αίφνης, αναλογίζομαι και τους δικούς του αρχαίους ναούς, στη σειρά. Ακέραιους. Αιώνες διατηρημένους ως εκκλησίες χριστιανικές. Χάνομαι ύστερα πίσω από τις φυλλωσιές, στη ρεματιά, κάτω από τον 'Αρειο Πάγο και τις σπηλιές.

Αν όμως φωτίζει ακόμη, αποτελειώνω την γύρα της ρωμαϊκής αγοράς με τις Βεσπασιανές [:χέστρες, μη τη φοβάσαι τη λέξη] και την ξεμοναχιασμένη θύρα του οθωμανικού μεντρεσέ (1721), αντίκρυ στους Αέρηδες. 'Επειτα, βούρ ξανά, για την Μεγάλη Παναγιά.


[Πάνω σε μιά πρόταση του Μισέλ Φάις.]