Τρίτη, 26 Ιουνίου 2007

και πάλι στα μαρμαρένια αλώνια


Καθώς αλώνιζα στα blogs τα προηγούμενα βράδια, δροσιά γυρεύοντας, έπεσα πάνω σε μία έκφραση που αποζητούσα, κάπως, να στηριχθώ, μετά όλον εκείνο το θόρυβο και συμφερτό, γύρω από τις καρκινοπάθειες που προηγήθηκε στις αρχές του μήνα και τις καταγγελίες. Αναφέρομαι στο πώς βίωσε ο 'Αλεξ (Α.) τα μαρμαρένια αλώνια συγγενικού του προσώπου. Σε δυό, ίσως και περισσότερες, εκ μέρους του, καταθέσεις (ψυχής) αναδείχτηκαν άλλες προτεραιότητες. Για μένα.

Η καταγραφή, στην απλότητά της, μέ έφερε ξανά αντιμέτωπον με τα μαρμαρένια αλώνια του πατέρα (μου). Ξαναέφερα κατά νού και ξαναέξησα, λεπτομερώς, όλες εκείνες τις στιγμές γύρω από το κρεββάτι του, το κώμα, τον αδιάκοπο μινυρισμό, την συνομιλία του, να πώ, με κείνον τον κόσμο, που τόν ανέμενε. Ξαναζωντάνεψε μπροστά στα μάτια μου η μέχρι την τελευταία στιγμή ψηλάφισή (μου) πάνω στο σώμα του. Που έσβηνε.

Δεν δίνω link. Πολλοί αναφέρθηκαν και ακόμη περισσότεροι έσπευσαν να συλλυπηθούν. Κι ο θόρυβος δεν μ' αρέσει. 'Αλλωστε, μετάνιωσα και για το σχόλιο που άφησα κειδά. Η ψυχή μου ήταν. Αυτή με έσπρωξε να το αφήσω κείνο το σχόλιο. Να γράψω μία κουβέντα κι εγώ. Πρόθεσή μου ήταν να διαβώ απαρατήρητος.


Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2007

νύχτα και πάλι


* Τον ήπιαμε και τον καφέ και πάει. Βρέ νά 'τανε κι άλλος. Οι μέρες ακόμη μεγάλες, μόν' δεν μεγαλώνουνε άλλο. Είπαμε ώωωπ! Το πηδηματάκι...

* Στο μετρό κάτω της πόλης, το μεσημέρι, ένα ζεύγος μεσόκοπων κυπρίων πού 'ρθανε να γνωρίσουν την Αθήνα. Μπουκάρανε στα γρήγορα. Σα να μη ξέραν πού πάνε. 'Ακουγα την φωνή, κάπως βαριά και μόνο μ' αρκούσε... Επιτέλους κάτι άλλο, διάφορο από τα ισοπεδωμένα ένα γύρω ελληνικά. Καύλα σού λέω!

Ζήτησαν να κατεβούνε στο Φάληρο. Τούς προτείναμε να πάρουν από το Σύνταγμα το τραμ. Φτάσαμε στο Σύνταγμα κι όμως δεν κάνανε ρούπι.

'Υστερα είπανε και τί είναι το τραμ; Τούς εξηγήσαμε. Φτάσαμε Μοναστηράκι. Εμείς βγήκαμε αυτοί συνεχίσαν. Για πού; Στο Αιγάλεω πάνε; ρώτησε ένας παππούς.

* Τις προάλλες άλλα παιδιά στο μετρό μιλούσανε ξένα. Μετά από το πρώτο ξάφνιασμα ακούστηκαν καθαρά κάποιες λέξεις και το μουσικό βαρύ ιδίωμα. Κυπριώτικα λόγια. Φοιτητές στο Λονδίνο...

* Βραδιάζει...
Πάει κι αυτή η μέρα. 'Ερχεται η νύχτα υγρή, γονιμοποιός, βασιλεύουσα...


Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2007

θερινόν... ώρα για καφέ


δώσε βάση...


Ο ΑΥΤΑΡΚΗΣ ΦΤΙΑΧΝΕΙ ΤΟΝ ΚΑΦΕ ΤΟΥ ΜΟΝΟΣ ΤΟΥ


Ο αυτάρκης φτιάχνει τον καφέ του μόνος του.
Στον κήπο του λίγοι σπόροι καφέ
και τεύτλα για τη ζάχαρή του.
Τρίβει με υπομονή
κάτω απ' το μπρίκι
δυό ξυλαράκια για προσάναμμα
στήνει πιο κει το φλιτζανάκι του
και περιμένει.
Ανακατεύει πού και πού κατά τη συνταγή
τ' απλά υλικά
κρυφοκοιτάει το πυρωμένο αγκάλιασμα
ενώ με ρίγος ονειρεύεται το προϊόν
της θείας ζυμώσεως.
'Ομως εκεί, κατά το σύννεφο-καϊμάκι
ο πονηρός πολτός
τόν υπνωτίζει στις καυτές του ανάσες
τόν τυλίγει στον τρελό χορό των αρωμάτων
τινάζεται
σε τελευταίο σπασμό
κι εκσπερματώνει
γύρω στο μπρίκι
πάνω στο τραπέζι
και παντού-

μπροστά στα μάτια του!


Γιάννης Βαρβέρης. Η ταπεινή μυθολογία του καθημερινού, από έναν ώριμον πλάνητα ενός χώρου οικείου, του ημετέρου άστεως, λέω, με χαριτωμένο λόγο και ρυθμό.

Το απιθώνω εδώ, επειδή μού μύρισε αραβικός καφές... 13:00, ώρα θερινή και άρα δωδεκάτη, ήτοι μέσιασε η ημέρα του ηλιοστασίου. 'Ωωωπ! πηδηματάκι. Και πάμε από την άλλη!

Χά!

Συμπέρασμα: Παραμένει εις έτι ζητούμενο η πλέρια συγκατάνευση στην φύση. Οδοιπορία και συνοδοιπορία στεναγμοίς αλαλήτοις.


Κυριακή, 17 Ιουνίου 2007

εγκαύματα 1, 2


διήγημα


[pet*]



Πετεινός πτωχός ποταμός

- στα λευκά

ο

Πετώ

ο

Και ξανά -

πετεινός ποταμός πτωχός






---------
* pet: σανσκριτική ρίζα


Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2007

Iδoύ εγώ…


άνδηρον aγχίαλος ιεροκρυφίως*



"το προσωπικό, για τον Νίκο, σήμαινε οικουμενικό"*

εγώ, πάντως, γράφω για την Ελένη και μόνο
- παιδεραστής καλός, μεταξύ των πελταστών*



[… …]

- Στό 'χω πεί πως μ' αρέσει το κανταΐφι... έ;

- μ μ μ...

- Σού έχω πεί... πόσο μ' αρέσει το κανταΐφι!
Λαγαρά επανέλαβα. Ζήτημα αν με άκουγε. Προσηλωμένη έδειχνε στα ζουμιά που κύλαγαν πάνω της.

'Εκοβε καρπούζι και ξανά καρπούζι και πάλι. Κόντρα καρπούζι στο στόμα. 'Εφτυνε τα κουκούτσια στο πιάτο. Τα δάχτυλα όλα πασαλειμμένα.

[… …]

'Οπως καθόμουνα, κάθιδρος, έσταξε λίγος ακόμη ιδρώτας.
'Εβγαλε απρόσμενα τη γλωσσίτσα της και την πέρασε στον αέρα.
Πλησίασε και έγλειψε τη σταλιά.
(Στο τόσο καρπούζι κολλούσε κι η γλώσσα).

'Ενιωθα πότε το άρχιζε, και για πότε επαίζαμε κάθε φορά το ίδιο παιγνίδι.
(Ερωτισμός διάχυτος στη βεράντα κι ο γάτης). Υγρά ανταλλάσσαμε...
'Οπως τότε με το τεψί - τις πατατούλες που μού 'ψενε κάτω, στον φούρνο.

[… …]

Εν τέλει το καρπούζι τελείωσε. Πια δροσίστηκε κάπως.

[… …]

'Απραγη, στη σαιζ-λόνγκ, άνοιγε τώρα τα σκέλια της και
Μόδειχνε το μουνάκι* της πάλε*. Βλέμμα αυτόματον* ευθές εγκαίνισεν εν τοις εγκάτοις μου. 'Εφερα κατά νου, αν και απησχολημένος με ένα τόσο λινάρι, τα αιδοία των δυό μας εν τη συνουσία οργώντα*... 'Αλλωστε, στο σημείο αυτό, της πρόστυχης ιστορίας μου, θα ημπορούσα να εμβάλλω τον Γεώργιον Χοιροβοσκό, μεγάλον αλήτην, όστις "σαν το Μεγάλο Αλέξανδρο κάμνει το σταυρό του και λέει: «'Ελα Χριστέ και Παναγιά»."*


[… …]

Μύρισε φρέσκο σαπούνι στη βρύση, ο καφές στο φλυτζάνι και η κορομηλιά.

Είπε ας παίξουμε τον πίνακα με τους εραστές*...
Και ξύρισα επιμελώς τ' αχαμνά μου.






--------
i. Στην προμετωπίδα το παράθεμα όπως αποδόθηκε στη συνέντευξη της συζύγου του ποιητή, Λένας, στο ΒΗΜΑGAZINO (4-3-2007). Σημείωσε τη φράση του ίδιου: "θεωρώ άλλωστε την ποίηση σαν ζήτημα εντελώς προσωπικό" (Ποιήματα Α, 'Ικαρος 1977, σ. 145). Πρβλ. τη διατύπωσή του στα 1938: "όσο είναι πιο προσωπική [μιά τέχνη] τόσο κι' έχει πιο πανανθρώπινη σημασία" (Πεζά κείμενα, 'Υψιλον 1987, σ. 81).


ii. Στα επιμέρους (-σε δουλειά να βρισκόμαστε):

- ιεροκρυφίως παρμένο από το ποίημα Νυκτερινή Μαρία (Ποιήματα Α, σ. 63).

- παιδεραστής κλπ. απ' αφορμή κάτι λέξεις που διάβασα στο 'Ορνεον 1748ερμηνεία των ζωγράφων υποτιτλούμενο (Ποιήματα Β, σσ. 91-92).

- μουνάκι θυμίσου τον στίχο από την Ελεωνόρα (Ποιήματα Α, σ. 42):


το φύλο της
είναι
οξέα σφυρίγματα
μέσα στη γαλήνη
του μεσημεριού
-Ναί, ήτανε μεσημέρι.


- πάλε άκουσέ το, τούτο το πάλε, σε βροντερή απαγγελία Βασίλη Παπαβασιλείου, όταν διαβάζει τη Βυκάνη (Στην κοιλάδα με τους ροδώνες, 'Ικαρος 1978, σ. 98 κεξ. - Το πλήκτρο εδωδά, χαμηλά-χαμηλά θα αναζητήσεις).

- αυτόματον ιδές και πως λειτουργεί στο Μόλις σημαίνουν τα μεσάνυχτα, ο Jef, το μέγα αυτόματον... (Ποιήματα Α, σσ. 133-134).

- οργώντα μνημόνευσε εδώ τους στίχους από το ποίημα Πεζοναύται (Ποιήματα Α, σ. 28):

σαλπίσματα της συνουσίας
προς τα πηγάδια
τα οροπέδια
το χαρταετό


- σαν το Μεγάλο Αλέξανδρο κλπ. απόλογος του ίδιου του ποιητή, ο οποίος, παρεμπιπτόντως, πολλάκις ενθέτει στα ποιήματά του επιφανή πρόσωπα της γενικής ιστορίας είτε του μύθου (ως εδώ, εγώ, τον Γ.Χ.) τα οποία λειτουργούν ως κλειδιά του αχειροποίητου, του καθημερινού.

Στο ως άνω παράθεμα με τον Μακεδόνα Αλέξανδρο (και όχι τον Σκιαθίτη μου) σύμπας αποφαίνεται: "Για να καταλάβει ένας «ακαδημαϊκός» τούτη τη σεμνή προσευχή, πρέπει τουλάχιστον νάχει πεθάνει" ([Οι Ακαδημαϊκοί και η Τέχνη], Πεζά κείμενα, σ. 82).

[Σημ. Συχώρεσέ με, δεν άντεξα και το κότσαρα κείνο το μύ στο κάνει του. Κάπως, λέω, κάπως να επιβάλλω στη γλωσσίτσα σου μιάν στάση να σπάσεις την ροή του λόγου να αρχίσεις, επιτέλους, πάνω στο σώμα μου να διαβάζεις συλλαβιστά - σαν βρέφος. Για την κατανόηση του κυβευομένου εδώ, λάβε υπ' όψιν το παιγνίδι με το μεταγγιζόμενο οδοντικό στις επαναλαμβανόμενες στροφές στο Πρωϊνό τραγούδι (Ποιήματα Α, σ. 130) και τις ερμηνείες που παρέχει ο ίδιος πίσω, στις σημειώσεις (σ. 158).]-

- εραστές το τελευταίο κατά σειράν αστεράκι ομνύει στον πίνακα (σ. 23) της έκδοσης Στην κοιλάδα με τους ροδώνες. Ο ίδιος περιγράφει στον Μαθητευόμενο της Οδύνης (Ποιήματα Β, σ. 121):

Και των βυζιών της τις κραυγές
τις κόκκινες
και τους κρυφούς
θυσάνους


Αν δεν βρείς αυτόν τον πίνακα, έλεγξε τουλάχιστον τούτο το ερωτικό ζεύγος. Ευκρινέστερα στον τόμο «...και σ' αγαπώ παράφορα, Γράμματα στη Λένα» ('Ικαρος 1993, α/α 725, σ. 97) όπου οι εραστές κατονομάζονται «Οδυσσέας και Καλυψώ, 1960». Ο ήρως φέρει βαρύτιμο δαχτυλίδι ενώ η ερωμένη βαστάζει ψαροκόκκαλο. Τα βυζιά, στην άλω, και πάλι χρωματίζονται άλικα.


iii. 'Υστερον Το όλον, αν και αρτυμένο σε ποίηση και έργα Εγγονόπουλου, εκτυλίσσεται στον σκεπασμένο εξώστη, στο χωράφι φυσικά, υπό τους ηχηρούς όσο ξηρούς και ασθμαίνοντες κρωγμούς πάμπολλων μόνο τζιτζικιών, το καλοκαίρι, όταν από τα βάθη της ρεματιάς ένας πουπούξιος κάλλει.



[Απ' αφορμή τα 100 χρόνια από την γέννηση του ποιητή
- για το αραχνιασμένο Οτέλ του Μισέλ Φάις.
Με την ευχή ν' ακουστεί το χαμογέλιο της στα δώματά του.]



Σάββατο, 9 Ιουνίου 2007

προθεωρία / ποία η θεία ουσία


[...]

είν' οι γυναίκες π' αγαπούμε δάση

το κάθε δέντρο τους είν' κι ένα μήνυμα του πάθους

σαν μεσ' σ' αυτά τα δάση

μάς πλανέψουνε

τα βήματά μας

και χαθούμε

τότες είν'

ακριβώς

που βρίσκουμε τον εαυτόνε μας

και ζούμε

[...]

έχουνε οι γυναίκες π' αγαπούμε θεία την ουσία

κι όταν σφιχτά στην αγκαλιά μας

τις κρατούμε

με τους θεούς κι εμείς γινόμαστ' όμοιοι

[...]

γιατί οι γυναίκες π' αγαπούμε

την μεταδίνουν

και σ' εμάς

αυτή

τη θεία τους

ουσία


Νίκος Εγγονόπουλος, τρία αποσπάσματα από το ποίημα: Ύμνος δοξαστικός για τις γυναίκες π' αγαπούμε. (Συλλογή ΕΛΕΥΣΙΣ 1948 - Ποιήματα Β΄, Ίκαρος 1977, σσ. 145-146).


Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2007

oυδείς αντέστη


Α. Πρακτικά ζητήματα


Τώρα υπάρχει το Εντευκτήριο. Τότε, όμως, το τράμ. 'Ηταν ένα όχημα.

[δαγκλή 26, 6ος όροφος - τηλ. 71423, Θεσσαλονίκη]


Στο 3ο-4ο τεύχος (Φλεβάρης 1972) λογοκρίνεται το Σώμα [: η λέξη περισπάται] του Ηλία Πετρόπουλου. Από τέσσερα φύλλα κειμένου απέμεινε η αφιέρωση: στην Δέσποινα (σ.86) και ένα σκίτσο εικαζομένης ηδυπαθείας (σ.89).

Στο 5ο τεύχος (Απρίλης 1972) δημοσίευσε ο Γιώργος Ιωάννου, Το ξεσκάτωμα (σσ.107-111), από το οποίο αντλώ τον τίτλο στο παρόν postάκι. Θα εξηγήσω πιο κάτω πως.

Κατόπιν, με ένα τετρασέλιδο φυλλάδιο ανακοινώνεται η διακοπή της έκδοσης του περιοδικού. Σημειωτέον, αποτελεί πόνημα φοιτητικό (1971), αλλά περιέχει ύλη σημαίνουσα.


Το 6ο τεύχος, με ποιήματα Εγγονόπουλου, έμεινε στα μάρμαρα του στοιχειοθέτη. Αυτή ήταν, σε γενικές γραμμές, η πρώτη διαδρομή του περιοδικού. Δεν είχε γίνει το Πολυτεχνείο ακόμη. Η δεύτερη διαδρομή ακολούθησε μετά την πτώση της Χούντας και τις δίκες Πετρόπουλου κλπ.



Λίγα στοιχεία για την δίκη: Ως μάρτυρες κατηγορίας εμφανίστηκαν φορείς εκ της Μητροπόλεως, ιερωμένοι, οικογενειάρχες κλπ. Υπερασπίσεως, οι καθηγηταί του Πανεπιστημίου. Καταδικάστηκαν τόσο η εναπομείνασα διεύθυνση του περιοδικού όσο και οι συγγραφείς των ασέμνων κειμένων με ποινή φυλακίσεως. Και χρηματικό πρόστιμο.

Για τους συγγραφείς αναφέρθηκε: "προσεπάθησαν να αποδώσουν αισθητικήν σύλληψιν αλλ' ηστόχησαν και ως εκ τούτου τα κείμενά των δεν είναι έργα τέχνης".

Ενδεικτική του κλίματος της δίκης παραμένει η μαρτυρία του Δ. Καλοκύρη, ενός εκ των συντακτών, όπως δημοσιεύθηκε στο: Το Δέντρο (τ.17-18, σ.52):



'Ελεγαν καταφανή ψέματα. Τούς διάβαζε ο δικηγόρος κομμάτια από τη Γυναίκα της Ζάκυθος, Αριστοφάνη, Κλήμη Αλεξανδρέα και τούς ρωτούσε «Από πού είναι αυτό;», «Από το κείμενο του Λιβεριάδη;» «Από το κείμενο του Πετρόπουλου» έλεγαν.



Β. Θεωρητικό μέρος

Στη συνέχεια παρέχω το πλέον χαρακτηριστικό απόσπασμα (σσ.108-109) από Το ξεσκάτωμα, του μεγαλοφυούς Ιωάννου. Το κείμενο αυτό δεν λογοκρίθηκε. Είναι χαρακτηριστικό, όμως, της τέχνης του. Της υψηλής συγγραφικής του τέχνης.

Χωρίς να στα πολυλογώ, βρισκόμαστε σε ένα εξεταστικό κέντρο όπου δίδονται εξετάσεις για την εισαγωγή στο Πανεπιστήμιο. Καληώρα σαν τις εξετάσεις που διεξάγονται αυτές τις ημέρες στα Λύκεια όλης της χώρας. 'Ενας καλά προετοιμασμένος μαθητής αισθάνεται, χωρίς να έχει ολοκληρώσει ακόμη το γραπτό του, την πιεστική ανάγκη να πάει στο μέρος για την προσωπική του ανάγκη. Συγκεκριμένα, τον είχε πιάσει κόψιμο. 'Ομως, ο κανονισμός απαγορεύει καθ' οιονδήποτε τρόπο την απομάκρυνση από την αίθουσα:


[...]

«Τα ξέρω, ψιθύρισε, τα ξέρω όλα. Μα, δεν είναι δυνατό να γράψω έτσι». «Αν θέλετε συνεχίστε, έτσι όπως είστε. 'Οταν βγείτε όμως έξω, το χάνετε το γραπτό», είπε ο Κούρκος. Τα γέλια είχαν φουντώσει για καλά. 'Ολοι ήταν γυρισμένοι και κοίταζαν. Το παιδί παράτησε την κόλλα. Ο Κούρκος ξαναφούσκωσε. Το «εγχειρίσθη» κι αυτό το θέμα –όχι παίζουμε.

Πήρα το δυστυχισμένο παλικάρι και το πήγαινα προς το αποχωρητήριο. Ο Κούρκος το κατόπι μας. Με ανάγκασε να μπώ κι εγώ μέσα στο καμπινέ. «Μπορεί νά 'χει κανέναν πομπό», μού σφύριξε ο μπουμπούνας.

Το αποχωρητήριο είχε δύο χώρους. Στον πρώτο ήταν το λαβομάνο και στον άλλο ο απόπατος. Στάθηκα φυσικά στον πρώτο. Και νά 'θελα να μπώ στον άλλο, δε χωρούσαμε. Η μέσα πόρτα δεν έκλεινε καλά, όλο άνοιγε, κι από μια στιγμή και πέρα φάνηκε ολόγυμνο το ανυπεράσπιστο χωριατόπουλο. «Μεγαλοφυής», συλλογιόμουν, «μεγαλοφυής», κι εννοούσα φυσικά τη λέξη με την αρχική της έννοια, έτσι καθώς έβλεπα τα μαραμένα μα παρόλ' αυτά τεράστια όργανά του, που σα να θρηνούσαν κι εκείνα του δυστυχισμένου γένους μας την κατάντια. «Ιδού, ο πομπός του Κούρκου», σκέφτηκα. Και τί πομπός! Και θωρώντας τα άρχισα να ψιθυρίζω το γνωστό στιχάκι, πού 'χει κυκλοφορήσει απ' τις πρώτες κιόλας μέρες της ήττας του '97:

Ουδείς αντέστη,
το πάν εχέσθη

Μετά το καθάρισμα έβαλε μονάχα το παντελόνι του. Το σώβρακο με την «υδαρή αποπάτησιν» το έκαμε δεματάκι και τ' άφησε σε μια γωνιά – σκάνδαλο και αίνιγμα για τη σχολή των θηλέων.

[...]


Σάββατο, 2 Ιουνίου 2007

μπόλικη δρoσιά την νύχτα...


Μπόλικη δροσιά την νύχτα. Ξάστερη και με φεγγάρι γιορτινό. Ολόγιομο.

Στο πίσω ταρατσάκι από νωρίς φάνηκαν κινήσεις κοριτσιών. Ετοιμασίες. Κατά τις έντεκα βαρέσανε τα όργανα. Κάποιο παρτάκι αποχαιρετισμού να εννοήσω; Μία ακόμη χρονιά φτάνει στο τέλος της. Το καλοκαιράκι έφτασε. Στο διώροφο οι φωνές γίναν τσιρίδες που κάλυψαν τις δυνατές μουσικές. Πίσωθέ τους το βουνό. Από ψηλά το φώς του φεγγαριού ριγίζει. Τα παιδιά τα λέγανε περισσότερο -πότε θα ξανασυναντηθούμε αντάμα;- παρά συντάσσονταν στους χορευτικούς ρυθμούς. Είπαμε, από τη μιά εξαίσια μουσική, από την άλλη η βαβούρα. Πόσα αλήθεια να αποτραβήχτηκαν από τον συμφερτό; Πόσα να έγειραν σε λυγερά λαιμουδάκια;

'Eπεσα να κοιμηθώ, μα ξύπνησα και πάλι. Σκεπάστηκα, ξεσκεπάστηκα. Με πήρε, επιτέλους, ο ύπνος.

*


Μία λεπτομέρεια μόνο: Ξεχνάμε το πόσο δύσκολα και οι γιατροί, μα και οι οικείοι, μιλάνε για τα καρκινώματα στους παθούντες. Πώς να πείς και τί να πείς! Και πόσα καταλαβαίνει ο εν λόγω! Εγώ, σαν έρθει εκείνη η στιγμή θα ήθελα να ξέρω. Είναι μεγάλη δοκιμασία τα μαρμαρένια αλώνια. Κι ο αποχαιρετισμός.

*


Για κάποιον λόγο θεωρώ μαρμαρένια αλώνια τις καρκινοπάθειες και το μακρύ κρεββάτι.

Εύχομαι για εκείνη την παιδεία –ζητούμενο εις έτι- που θα μάς καταστήσει ικανούς να αντιληφθούμε την πνευματική αγωνία του επικείμενου θανάτου. Πολλώ δε μάλλον, να μπορούμε να σταθούμε απέναντι στο γιατρό και να τού μιλήσουμε στα ίσα. Ποιός την έχει σήμερα αυτήν την παιδεία; Δυσεύρετη. Επικρατεί μια επιφανειακή αντίληψη, για όλα. Αυτή και μάς καταβάλλει...

Θυμίζω την αποστροφή του ιατρού Δ. Τριχόπουλου:

είναι
από τη φύση της
εκθετική
η δύναμη
του θανάτου...

(Πώς το αντιλαμβάνεσαι αυτό;)

*

Εν κατακλείδι, αισθάνομαι πως το πρόβλημα που ανέδειξε χθές η ιστόσφαιρα, είναι πρωτίστως πνευματικό. Ο ακτιβισμός δεν σώζει παρά, μάλλον, επαναπαύει. Οι πολλές και ποικίλες ημέρες μνήμης έχουν καταρρεύσει προ πολλού. Αναλογούν σε ποσότητες και όχι ποιότητες. Κι είναι οι ποιότητες που ζυμώνουν την συνείδηση. Την συνείδηση ενός εκάστου. (Δε λέω, καλή είναι και η φωνή σου.)

Το σαράκι μέσα μας παραμένει και σιγοτρώει τα σωθικά μας. Ολωνών μας. Ο kuk μίλησε ευθαρσώς κι οι ευφυείς υποψιάστηκαν την διαφορά.

Καλήν ανάπαυση. Και σε κείνην και σε όλους εμάς. Που αγωνιούμε. Εδώ. Ακόμη. Χωρίς αντίληψη.