Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2007

τo μυστήριo τoυ θανάτου


Ερώτηση: Πείτε μας κάτι για τον θάνατο, κάτι που έρχεται αυθόρμητα στην σκέψη σας, κάτι που θεωρείτε εξαιρετκά σημαντικό.

Απ.: Εκείνο που έρχεται αυθόρμητα στην σκέψη μου είναι ότι ο θάνατος είναι ένα φοβερό μυστήριο, όπως ψάλλουμε σε κάθε νεκρώσιμη ακολουθία που είναι ποίημα του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού. Και αυτό συνδέεται με το ότι η ψυχή χωρίζεται βιαίως από την αρμονία της ενώσεώς της με το σώμα. Είναι δε και λυπηρό γεγονός, διότι συνδέεται με την φθαρτότητα και θνητότητα του ανθρώπου που εκδηλώνεται σε όλη την ζωή.

Ερώτηση: Εμείς εννοήσαμε από την Αγία Γραφή ότι υπάρχουν δύο είδη φόβου: ο ιερός φόβος, που είναι ο φόβος του Θεού και αρχή σοφίας κατά τον ψαλμωδό, και ένα άλλο είδος φόβου, που εμπνέουν οι δαίμονες και που πρόκειται για παθολογικό φόβο. Πείτε μας, ο φόβος του θανάτου σε ποιά κατηγορία ανήκει;

Απ.: Πράγματι, υπάρχει ο φόβος του Θεού που είναι ενέργεια της Χάριτος του Θεού και αρχή της σωτηρίας, δηλαδή ο άνθρωπος φοβάται – σέβεται τον Θεό και αρχίζει να τηρή τις εντολές Του, και υπάρχει ο φόβος που εμπνέουν οι δαίμονες και δημιουργεί ταραχή και αγωνία.

'Ομως, εκτός από τους δύο αυτούς φόβους, υπάρχει και ένας άλλος φόβος, ο λεγόμενος ψυχολογικός που συνδέεται με την ανασφάλεια του ανθρώπου και την συναισθηματική ανεπάρκειά του.


Μητρ. Ναυπάκτου Ιερόθεος (Εκκλ. Παρέμβαση, Μάρτιος 2007, αποσπάσματα από συνέντευξη στον καθ. Pavel Chirila, σσ.1 & 8. - Η ηλεκτρονική διεύθυνση του κειμένου, εδωδά).



*

Το παρόν postάκι προσφέρεται με τραγουδάκι από τους Kόρε.'Yδρο.: Ο πιό ενδιαφέρων καταθλιπτικός άνθρωπος στον κόσμο, από το άλμπουμ: Αν όλα τέλειωναν εδώ...



Δευτέρα, 27 Αυγούστου 2007

καθέκαστα


Το μόνο άξιο που απέμεινε,
και το οποίο κάνουμε το πάν για να το ασφαλίσουμε,
ανίκανοι για κάθε άλλο έργο,
είναι ο εαυτός μας
σε μιάν απολύτως ατομική
και μικροπρεπή
και ανασφαλή
και φοβισμένη ζωή.

'Ολοι οι άλλοι και όλα τα άλλα είναι άγνωστα στον αγνώριστο εαυτό μας,
παράλογα ή ανόητα,
με μόνον υπάρχοντα τον εαυτό μας,
που ευτυχώς δεν είναι ωσάν τους άλλους...

'Ολα,
και ο κόσμος και η ζωή,
έγιναν απλώς επίπεδα,
οριζόντια,
επιφανειακά,
κενά,
μάταια,
αυτάρκη,
αυτάρεσκα,
αυτόνομα,
αυτοτελή,
εξαντλούμενα και εξαντλούντα,
απελπιστικά και απελπίζοντα,
αυτοθεοποιούμενα και ειδωλοποιούντα.

Και πρώτος ο άνθρωπος,
άπορος και ασθενής
στη βία των εξωτερικών γεγονότων ή καταστροφικών συμβαινόντων,
έμφοβος και θλιβερός
στην αυτοειδωλοποίησή του,
ενώπιον των άμετρων ή απρόσμενων εξελίξεων
των συντελουμένων χωρίς αυτόν και εναντίον αυτού
ανεξελέγκτως και απεριορίστως,
καταντά ένα όν,
συνεχώς γελοιοποιούμενο με τους παρά φύσιν εκβιασμούς
επί της ανθρώπινης φύσεως,

ένα όν,
εσωτερικώς κενούμενο και ανυπεράσπιστο,
μεταβαλλόμενο ανεμποδίστως σε κάποιο μηδαμινό ή γελοίο κλάσμα του σύμπαντος.
'Ενας αστείος θεατής των επιρροών
του διαρκώς παγκοσμιοποιούμενου τεχνοκρατικού πολιτισμού,
των επιδράσεων ή παραμορφώσεων των ενδεών ή ατελών ιδεολογιών.


π. Μιχαήλ Καρδαμάκης, Η Εκκλησία της Σαρκώσεως – κεφάλαια εκκλησιολογικά, (έκδ. Ευεργέτις, Μέγαρα 2007, σσ. 9-10).


Σάββατο, 25 Αυγούστου 2007

εγκαύματα 3, 3


Το πώς έκαμε έτσι * το χέρι
σε μία του κίνηση * μιλώντας
για τα περίχωρα


Τετάρτη, 22 Αυγούστου 2007

επί τω αυτώ


Πριν από δεκαπέντε μήνες, σχεδόν, έγραφα σε κάποιο εδώ γύρω bloggάκι:

Την αγαπώ την εκκλησία. Πολύ. Νομίζω έχει φανεί αυτό. Πιστεύω πως η ζωή της, οι λειτουργίες της, η εν Χριστώ ζωή που ευαγγελίζεται, μπορεί να αλλοιώσει, να μεταμορφώσει το είναι σου. Αλλά κυρίως, την νιώθω και ως μεγάλη βοήθεια, παρηγοριά του βίου μου. Εδώ. Για τα εδώ, μιλάω.

Αδυνατώ να πιστέψω πως, οι διάφορες κλίκες, που εγκαθιστούν σε "θρόνους" ο ένας τον άλλο, με τα όπλα (το διαβάσαμε κι αυτό και αληθεύει), μετέχουν στο ελάχιστο της πνευματικότητας που ευαγγελίζεται το γνωστό ιερό της κείμενο (το ευαγγελικό, λέω). Πήγε περίπατο κάθε ευαγγελική ρήση. Είναι ολοφάνερο αυτό. Διασώζεται μόνο το γράμμα (όχι το πνεύμα) κι αυτό λειψό. Για τα μάτια του κόσμου.

Την αγαπώ πολύ την εκκλησία. Κι όμως, έχω χρόνια να πατήσω το πόδι μου στις λειτουργίες της. Αυτοεξόριστος, σχεδόν, στέκω στις παρυφές, να περιμένω το θαύμα. Της ανανήψεως. Αλλά, οι καιροί ου μενετοί. Θλίψη. Και πάλι θλίψη.

Η ξαφνική ασθένεια βέβαια του αρχιεπισκόπου (για την οποία έγραφε προ διμήνου ο μητροπολ. Ναυπάκτου Ιερόθεος -δες εδωδά) αποτελεί μιάν έστω απρόσμενη χαραμάδα για να εισρεύσει ξανά η χάρις... Ωφελεί και τον πάσχοντα και εμάς... Δοκιμαστήριον.


[στους σχολιαστές των παρελθόντων]


Κυριακή, 12 Αυγούστου 2007

δoκίμιo ευχαριστιακής ανθρωπoλoγίας


Αυτό ακριβώς είναι η Εκκλησία:

Η χάρη,
που επιστρέφει τα πράγματα στην προπτωτική αρχή,
ήτοι στο πραγματικό τέλος τους,
που επανεισάγει τα πάντα στην εσχατολογική πραγματικότητα και τελειότητα,
η οριστική μεταμόρφωση της ιστορίας,
στην απόλυτη ελευθερία της απέναντι της ιστορίας.

Και αυτό είναι ένα φλέγον ζήτημα.

Η Εκκλησία δεν ήρθε για να κατακτήσει,
αλλά να μεταμορφώσει την ίδια την ιστορία σε ιστορία σωτηρίας του κάθε ανθρώπου,
γεγονός που δεν χωρεί «ο κόσμος τούτος».

Η Εκκλησία ζεί κυριολεκτικά με τη βασιλεία του Θεού,
με τη ζωή του Θεού,
και αυτή είναι η έσχατη ή καινή ζωή,
η ζωή απελευθερωμένη από το θάνατο,
η παρούσα ζωή,
που έχει γίνει άλλη,
και όχι μια άλλη,
πιθανή ή αόρατη ζωή.

Είναι η ζωή που χαρίζεται πλούσια στον κόσμο με τη θεία Ευχαριστία.

Επομένως οι πιστοί,
που κοινωνούν αυτής της ζωής,
οφείλουν να θεωρούν και να κρίνουν τα πράγματα γενικώς,
και μάλιστα την Εκκλησία και την Ευχαριστία,
όχι με τα κριτήρια του πεπτωκότος κόσμου
ή του αμαρτάνοντος ανθρώπου.

Καλούνται μάλλον αντί να κρίνουν ή να συγκρίνουν,
να ζούν τη ζωή αυτή εορταστικώς και πανηγυρικώς,
ως ζωή της Αναστάσεως,
έχοντας πάντοτε τον εγκάρδιο νού τους αλλού,
εκεί από όπου έρχονται όλα τα δώρα και τα αγαθά,
τον Πατέρα των Φώτων,
την πηγή του Είναι.


π. Μιχαήλ Καρδαμάκης, από το ομώνυμο βιβλίο του (εκδ. Τήνος 2007, σσ. 114-115).

*


Χωρίς να λανθάνω θα μπορούσα να χαρακτηρίσω τον πατέρα Μιχαήλ ως έναν ιερό Χρυσόστομο (4ος αι. μ.Χ.) στον 21ο αιώνα. Ο πυκνός του λόγος, πλήρης σταυρού και χάριτος (που πηγάζει από την μετοχή του στο θυσιαστήριο - ο άνθρωπος είναι πρωτίστως ιερέας) δικαιολογεί τον χαρακτηρισμό. Προκύπτει αβίαστα από την μελέτη των έργων του.


Κυριακή, 5 Αυγούστου 2007

πoιήσωμεν ώδε τρεις σκηνάς



Πρέπει να βρούμε κάτι για να πούμε στον σύντροφό μας – να ανταλλάξουμε κάποιες σκέψεις γύρω από τις οποίες εγκαθιδρύεται η κοινωνικότητα.

Η κοινωνικότητα μέσα στον κόσμο είναι επικοινωνία ή μετάληψη.

'Οταν τσακωνόμαστε, διαπιστώνουμε ότι δεν έχουμε τίποτα κοινό. Η επαφή πραγματοποιείται μόνο με την μετοχή σε κάτι κοινό, σε μιάν ιδέα, σε ένα ενδιαφέρον, σε ένα έργο, σε ένα δείπνο, στον «τρίτο άνθρωπο». Τα πρόσωπα δεν ίστανται απλώς το ένα ενώπιον του άλλου, είναι μαζί γύρω από κάτι.

Εμμ. Λεβινάς, Από την ύπαρξη στο υπάρχον, (μτφρ. Κ. Παπαγιώργη, εκδ. 'Ινδικτος 1996, σ.42).

*

Συχνά-πυκνά αναλογίζουμαι το δέκατο έβδομο κεφάλαιο του κατά Ματθαίον. Το δέκατο έβδομο αυτό κεφάλαιο είναι σίγουρα κάτι. 'Οσοι εκκλησιάζονται συχνά θά 'χουν την ευκαιρία να τό ακούσουν αύριο, το πρωΐ, από τα χείλη του ιερέως στις κατά τόπους συνάξεις. Πρόκειται για το ευαγγελικό χωρίο που περιγράφει την μεταμόρφωση του Σωτήρος Χριστού, την φανέρωση της δόξας του και την μετοχή τριών του μαθητών σ' αυτήν. Τήν γεύονται έκτοτε και οι θεούμενοι, όπως και πρώτα οι βλέποντες. Το κείμενο χαρακτηρίζεται από έντονη κατασκηνωτική διάθεση, καληώρα σαν και αυτήν που εκδηλώνουμε όλοι μας τέτοια εποχή στα μέρη μας. Μεταξύ άλλων διαβάζω:

αναφέρει [=ανεβάζει] αυτούς [ο Ιησούς] εις όρος υψηλόν κατ' ιδίαν […] καλόν είναι ημάς ώδε είναι […] ποιήσωμεν ώδε τρεις σκηνάς [είπε ο Πέτρος] (κατά Ματθαίον, κεφ. ιζ').