Πέμπτη, 28 Αυγούστου 2008

μεταθανάτιος μακαριότης και λοιπά


Από την Δευτέρα προ Χριστού χιλιετία, εμφανίζονται στην θρησκεία των Αρχαίων Ελλήνων θεότητες των εγκάτων, δυνάμεις κυρίαρχες του θανάτου και της πέρα του τάφου ζωής, οι οποίες εξευμενίζονται με την λατρεία. Η πίστι στις θεότητες αυτές και η συναφής αγιαστική λατρεία φθάνει στο απόγειο κατά τον έβδομο και έκτον προχριστιανικόν αιώνα. Τότε φουντώνει η λατρεία του Απόλλωνος ως δίψα ηθικού καθαρμού, ευσεβείας και αγνότητος, και ως αντίβαρό της η λατρεία του Διονύσου, που εγγυώμενη μεταθανάτιο μακαριότητα δεν αφήνει την θρησκεία να καταντήση ηθική δεοντολογία και ο πιστός ψυχικώς αποξηραμμένο ον. Αυτή είναι η βαθυτέρα σκοπιμότης των διονυσιακών αλλά και των ορφικών τελετών και των ποικίλων μυστηρίων.


Στέλιος Ράμφος, Ιλαρόν φώς του κόσμου (Το όραμα της αλήθειας από το πλατωνικό σπήλαιον στους ευρωπαίους φιλοσόφους των Νέων χρόνων και από εκεί αναδρομικά, στις Τριάδες υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά), [έκδ. Αρμός, σ. 59].


Παρασκευή, 22 Αυγούστου 2008

φρένα ολογάλανα


Βυθέ της ζωής,
δε λούστηκα στις πιθυμιές μου, με το πόδι δοκιμάζοντας το πέλαγο,
αλλά
καθώς στης Εύβοιας το κανάλι ο Γλαύκος
που καιρό συνάλλαζε το κύμα με τη γη
δισταχτικός,
πότε σκαφτιάς, πότε ψαράς,

ώσπου εδοκίμασε το μυστικό χορτάρι
που έβαψε ολογάλανα τα φρένα του,
και που, ως το ψάρι ξαφνικά μ' ένα του τίναγμα κόβει τ' αγκίστρι,
χίμηξε αστραπή μες στο βυθό,

και τότε
τα εκατό ποτάμια ελούσαν το κεφάλι του
κ' οι Ολύμπιοι τού διαβάσαν την καθαρτική Επωδό!


'Αγγελος Σικελιανός, από τον Πρόλογο στη ζωή (Η συνείδηση της γής μου,
i. Ταξιδεύω με το Διόνυσο, 247-260).


Παρασκευή, 15 Αυγούστου 2008

πνευματικότητα


'Ενα από τα πρώτα κείμενα,
για το οποίο πόνεσα ιδιαιτέρως,
φέρει τον τίτλο: «Ορθόδοξη Πνευματικότητα».

Εδώ
προσπάθησα να αποκλείσω την ταύτιση της πνευματικότητας
με την ατομικότητα,
την εσωτερικότητα,
την μυστικιστικότητα,
τη συναισθηματικότητα,
την περισυλλογή,
τον διαλογισμό,
τον ψυχολογισμό,
την ενδοσκόπηση,
την αυτοσυγκέντρωση,
την υπερβατικότητα,
τη θρησκευτικότητα,
τη μεταφυσική νοσταλγία ή περιπλάνηση.

Και να την γνωρίσω στην αρρενωπή βίωσή της,
μέσα στο κλίμα του εκκλησιαστικού μυστηρίου,
όπου ο Χριστιανός άνθρωπος πραγματοποιεί τον εαυτό του
ως εκκλησιαστικός
ή ευχαριστιακός άνθρωπος,
ασκούμενος μεταξύ χάρης και ελευθερίας,
στο πλήρωμα της μιάς και μόνης αγάπης
προς το Θεό
και τον πλησίον μου.

*

Η πνευματικότητα είναι το άλλο όνομα της ζωής της Εκκλησίας,
ως προφητείας
της χριστιανικής ζωής
και αποστολής της ζωής αυτής στον κόσμο.

Δεν είναι μια αφηρημένη ή ακίνητη φιλοσοφία,
ανατολικού τύπου,
αλλά μια άλλη ζωή
στην οποία μεταμορφώνεται ολόκληρη η ζωή,
αποκαθιστάμενη στο Θεό με τα δύο μυστήρια
της Ενσαρκώσεως
και της Πεντηκοστής.



π. Μιχαήλ Καρδαμάκης, Η Εκκλησία της Σαρκώσεως – κεφάλαια εκκλησιολογικά, (έκδ. Ευεργέτις, Μέγαρα 2007, σσ. 105-106).


Τετάρτη, 6 Αυγούστου 2008

το κάλλος του ορωμένου


Η αναγωγή στην ιδέα, δηλαδή στη δυναμική θέα των πραγμάτων, προϋποθέτει ... την καθολική εμπειρία της ψυχής και τη μετοχή της στο κάλλος του ορωμένου. Και η αναγωγή της γνώσης στη θέα του κάλλους δεν είναι εμπειρία αποσπασματική (αισθητή μόνο ή διανοητική ή συναισθηματική) ούτε μιά απλή «συνέργεια» των γνωστικών και εμπειρικών δυνατοτήτων του ανθρώπου, αλλά μιά δυναμική κίνηση της ψυχής προς το κάλλος του ορωμένου, μιά καθολική σχέση μαζί του, ένας έρως για το ορώμενο κάλλος.

Οι «επαναβαθμοί» της γνωστικής προόδου είναι ερωτικοί αναβαθμοί, βασίζονται στη διαδοχική θεωρία-θέαση του κάλλους των σωμάτων και των επιτηδευμάτων και των νόμων και των επιστημών, που καταλήγει στην κορυφαία ερωτική έκπληξη, την απρόσμενη θέα του καθαυτό κάλλους, που είναι μονοειδές και αιώνιο, και όπου ο φιλόσοφος θα παραμείνει «τετραμμένος επί το πολύ πέλαγος του καλού και θεωρών» [βλ. Συμπόσιον 210a-211c].


Χρ. Γιανναράς, Σχεδίασμα εισαγωγής στην φιλοσοφία, (έκδ. Δόμος 1988 (2η), σσ. 100-101. Πρβλ. σ. 366).


Παρασκευή, 1 Αυγούστου 2008

για μιάν έδρα αθεϊσμού


Αν είναι καλό να ελαττωθεί η σιγουριά των αθέων περί ανυπαρξίας του Θεού, είναι επίσης καλό να ελαττωθεί και η βεβαιότητα των θεολόγων για τις θεωρίες τους. Θα ήταν ακόμα εξαιρετικά ενδιαφέρον να δεί κανείς στις θεολογικές σχολές μιά έδρα αθεϊσμού, πράγμα που θα έκανε τους θεολόγους πιο ευαίσθητους στο συγκεκριμένο πονεμένο άνθρωπο, του οποίου η πρόσβαση προς τον Χριστό συχνά κλείνεται από τον κυκεώνα των θεωριών.


Παύλος Ευδοκίμωφ (1950), σήμερα στο Η τρελή αγάπη του Θεού, (μτφρ. Γ. Κυθραιώτης, έκδ. Κέντρου Μελετών Ι. Μ. Κύκκου, Λευκωσία 2003, σ. 156).