Κυριακή, 26 Απριλίου 2009


Το μόνο που μπορώ και θέλω να μνημονεύσω με καμμένον σκληρό τώρα πια (και χαμένη μιάν αθωότητα έξι ετών), είναι εκείνος ο νεαρός ρωσσοπόντιος που νύχτα με πήρε από το κέντρο πέρσι-πρόπερσι για να με ανεβάσει στο σπίτι και τον ρωτούσα για την μακρυνή του πατρίδα. Θυμόταν έντονα τις κούτες τα πορτοκάλια που τούς έστελναν οι θειοί του από την μάννα πατρίδα και πώς κάνανε με τον αδελφό για να τ' αρπάξουν να τα μυρίζουν και να τα φάνε. Για τις απ' ολούθε νεραντζιές το γράφω που μού τόν θύμισαν. Δεκαεπτά - δεκαοκτώ χρονώ νύχτα να οδηγάει το ταξί. Τέτοια πάλι εποχή. Ο ίδιος.


Σάββατο, 18 Απριλίου 2009


Και παντός του λαού σου,
μνήσθητι,
Κύριε ο Θεός ημών,
και επί πάντας έκχεον το πλούσιόν σου έλεος,
πάσι παρέχον τα προς σωτηρίαν αιτήματα.
Και ων ημείς ουκ εμνημονεύσαμεν δι' άγνοιαν,
ή λήθην,
ή πλήθος ονομάτων,
αυτός μνημόνευσον,
ο Θεός,
ο ειδώς εκάστου την ηλικίαν και την προσηγορίαν,
ο ειδώς έκαστον εκ κοιλίας μητρός αυτού.

Συ γαρ ει,
Κύριε,
η βοήθεια των αβοηθήτων,
η ελπίς των απηλπισμένων,
ο των χειμαζομένων σωτήρ,
ο των πλεόντων λιμήν,
ο των νοσούντων ιατρός.

Αυτός τοις πάσι τα πάντα γενού,
ο ειδώς έκαστον
και το αίτημα αυτού,
οίκον
και την χρείαν αυτού.



Ενδεικτικό και ικανό απόσπασμα από ευχή που μνημονεύει ο ιερέας μυστικώς κατά την τέλεση της λειτουργίας του μεγάλου Βασιλείου, σήμερα Μέγα Σάββατον στις κατά τόπους συνάξεις.


Τρίτη, 14 Απριλίου 2009

όλο ευλάβεια, συγχέομαι στο βράχο σου και παντού πληγώνομαι απ' τη σκληράδα σου


[...]

Δώσε, Θεέ μου, στον καθέναν το δικό του θάνατο,
δώσε στον καθέναν το θάνατο που γεννήθηκε από την ίδια του τη ζωή
όπου έμαθε την αγάπη και τη δυστυχία.

Γιατί εμείς δεν είμαστε παρά η φλούδα, το φύλλο,
μα ο καρπός που είναι στο κέντρο του όλου
είναι ο μεγάλος θάνατος που φέρει ο καθένας μέσα του.

Είναι για αυτόν που τα νέα κορίτσια ανθίζουν,
και τα παιδιά ονειρεύονται να μεγαλώσουν
κι οι έφηβοι εκμυστηρεύονται στις γυναίκες
μιάν αγωνία που κανείς άλλος δεν καλωσορίζει.
Είναι για αυτόν που διαρκούν όλα τα πράγματα αιώνια
ακόμη κι αν ο χρόνος έσβησε την ανάμνηση,
κι οποιοσδήποτε στη ζωή του πολεμά να δημιουργήσει,
κλείνει μέσα του τούτο τον καρπό ενός σύμπαντος
που άλλοτε τον δροσίζει και άλλοτε τον ζεσταίνει.

Μέσα σε τούτο τον καρπό μπορεί να εισέλθει όλη η θέρμη
των καρδιών κι η λάμψη η λευκή των σκέψεων·
μα ήρθαν άγγελοι σα νεφέλη πουλιών
κι όλοι οι καρποί ήταν ακόμη άγουροι.

Κύριε, είμαστε πιο φτωχοί κι από τα άμοιρα τα ζώα
που, αν και τυφλά, αποτελειώνουν τον αληθινό τους θάνατο. (σσ. 30-31)

[...]

Οι φτωχοί είναι σιωπηλοί σαν πράγματα,
κι αν έρμαια των δρόμων μιά εστία τούς υποδεχτεί
παίρνουν μια θέση ταπεινά σαν πρόσωπα οικεία
κι ανακατεύονται στις ακαθόριστες σκιές του σκηνικού,
σβήνοντας στη λησμονιά σαν εργαλεία παρατημένα. (σ. 46)

[...]

Κι οι άνθρωποι υποδουλωμένοι σε μιάν επιστήμη κίβδηλη
πλανιούνται, έχοντας χάσει το ρυθμό της ζωής
κι επειδή ρίχνονται σε θορύβους το ίδιο μάταιους
αποκαλούν πρόοδο το χνάρι που αφήνουν σαν το γυμνοσάλιαγκα. (σ. 48)



Ράϊνερ Μαρία Ρίλκε, Το βιβλίο της φτώχειας και του θανάτου [1903] (μτφρ. Β. Παπαγεωργίου εκ της γαλλικής μτφρ. του Αρ. Αντάμωφ, έκδ. 'Ινδικτος, Αθήνα 2008).

Aποσπάσματα από το ίδιο βιβλίο εδωδά αλλά και εδώ. Στόν τίτλο το δίστιχο είναι παρμένο από την σελίδα 26.


Παρασκευή, 10 Απριλίου 2009

ο ιεροεξεταστής και ο πρακτικός λόγος


Τί γίνεται με κάποιον ο οποίος έχοντας παρεξηγήσει την έννοια του καθήκοντος προβαίνει σε πολύ κακές πράξεις; Δεν θα έπρεπε άραγε να πεί ο Καντ ότι οι πράξεις του έχουν κάποια ηθική αξία; Η απάντηση είναι όχι.

«Ας πάρουμε για παράδειγμα έναν ιεροεξεταστή ο οποίος είναι τόσο προσκολλημένος στην αυστηρότητα της θεσμοθετημένης θρησκείας μέχρι του σημείου να βασανίζει ανθρώπους και ο οποίος πρέπει να δικάζει τον αποκαλούμενο «αιρετικό» (καλό πολίτη κατά τα άλλα) ο οποίος κατηγορείται για έλλειψη πίστης. Τώρα, λοιπόν, θέλω να ρωτήσω κατά πόσον, αν τον καταδικάσει σε θάνατο, θα μπορούσε να πεί κανείς ότι έχει ακολουθήσει την (χωρίς αμφιβολία) εσφαλμένη συνείδησή του ή κατά πόσον κάποιος δεν θα μπορούσε να τον κατηγορήσει για πλήρη έλλειψη συνείδησης, κατά πόσον απλώς έσφαλε ή έκανε λάθος συνειδητά». (Καντ, Η θρησκεία εντός των ορίων του απλού Λόγου (1793), 186)

Γιατί το να ενεργήσει κανείς σύμφωνα με τη συνείδησή του –δηλαδή το να ενεργήσει από αίσθηση καθήκοντος- σημαίνει ότι ενεργεί όπως απαιτεί ο καθαρά πρακτικός λόγος· με άλλα λόγια ενεργεί υπακούοντας στον ηθικό νόμο.

«Η συνείδηση είναι ο πρακτικός λόγος ο οποίος υποχρεώνει τον άνθρωπο να έχει κατά νου το καθήκον είτε για την απαλλαγή του είτε για την καταδίκη του κάθε φορά που εφαρμόζεται ένας νόμος» (Καντ, Μεταφυσική των ηθών, 400).

Ο ιεροεξεταστής δεν υπακούει στη φωνή του πρακτικού λόγου. 'Εχει μπερδέψει τα συναισθήματά του με τις ορθολογιστικές απαιτήσεις της ηθικής. Αυτό δεν είναι δύσκολο να γίνει, όπως λέει ο Καντ στο τέλος του πρώτου κεφαλαίου της Θεμελίωσης της μεταφυσικής των ηθών. Πρόκειται, όμως, για μια βασική ηθική αποτυχία. Μια αποτυχία που μπορεί να θεραπευθεί μόνο αν συνηθίσει κανείς να συλλογίζεται και να ακούει τη φωνή της λογικής.



R. Walker, Ο Καντ και ο ηθικός νόμος (μτφρ. Λ. Θεοδωρίδου, έκδ. Ενάλιος, Αθήνα 2003, σσ. 43-44).


Δευτέρα, 6 Απριλίου 2009

για τον άγιο Φραγκίσκο της Ασίζης


[...]

Μα αν υπάρχει ακόμη μιά φωνή να τούς υπερασπιστεί [τους φτωχούς]
κάνε να ηχήσει ψηλά, Θεέ μου, και ν' ακουστεί.

Πού είναι, λοιπόν, εκείνος που θα ήξερε ν' αντλήσει τη δύναμή του από τη μεγάλη ένδεια
πέρα απ' τον καιρό κι από κάθε κατοχή,
εκείνος που θα τολμούσε να ξεντυθεί στη δημόσια πλατεία
και να προχωρήσει γυμνός αψηφώντας τον επίσκοπο;
Πού είναι εκείνος που αγαπούσε απ' όλους πιο πολύ,
ο ξυπόλητος αδελφός των ζώων του αγρού
που ήξερε να βλέπει την αιωνιότητα στο καθετί;

Δεν ήταν σαν αυτούς που παράλυτοι από την κούραση
βλέπουν την ελπίδα να φεύγει ολοένα μακριά τους.
Διάβαινε τους κάμπους μιλώντας στα λουλούδια
όπως μιλά κανείς σ' αδέλφια.
Μιλούσε για τον ίδιο και για ό,τι έβλεπε
για να μπορεί ο καθένας να μοιράζεται τη χαρά του
κι η φωτεινή καρδιά του διαχεόταν δίχως όρια
και τίποτα δεν ήταν αρκετά ευτελές για την αγάπη του.

Ερχόταν από το φώς και πήγαινε σ' ένα φώς μεγαλύτερο
όλο χαρά ήταν το κελλί του.

Πού χάθηκε, το πλάσμα το φωτεινό, ο ακτινοβόλος της αγάπης;
Και γιατί οι φτωχοί που δεν έχουν παρά μόνο την ελπίδα να τούς οδηγεί
δεν βλέπουν πια το φανό του πέρα μέσα στη νύχτα;

Είθε να υψωνόταν μες στο λυκόφως τους
εκείνος, ο εσπερινός αστέρας της μεγάλης ένδειας.-



Ράϊνερ Μαρία Ρίλκε, Το βιβλίο της φτώχειας και του θανάτου [1903] (μτφρ. Β. Παπαγεωργίου εκ του γαλλικού του Αρ. Αντάμωφ, έκδ. 'Ινδικτος, Αθήνα 2008, σσ. 50-51).


Τετάρτη, 1 Απριλίου 2009

συνομιλία με τον Θεό


Γεωργίω τω Χοιροβοσκώ και τις ποτέ σκέψεις του


Η "συνομιλία με το Θεό" δεν υπόκειται σε όρους του τύπου: υπακοή / παρακοή. Δεν είναι εξουσιαστική σχέση. Δεν είναι εξουσιαστής ο Θεός –ή Μυστική ενέργεια έστω- κι αν υπάρχει κάτι να προσθέσουμε, είναι τούτο: δεν ξεφυλλίζει ο Θεός κανενός είδους Ποινικό Δίκαιο. Συναρθρώνει συγκρουόμενες ελευθερίες, χωρίς τη νίκη και χωρίς την ήττα. Θεός είναι η ταυτότητα της ελευθερίας που έχει η αντιλόπη όταν τρέχει για να ξεφύγει και της ελευθερίας που έχει η τίγρη όταν επίσης τρέχει για να την πιάσει και να την κατασπαράξει. Αυτό βέβαια είναι αγριότητα. 'Ομως, οποιαδήποτε λέξη μας τήκεται στο θάνατο. Τίποτα δεν υπακούει, τίποτα δεν παρακούει. Ελευθερία μοναχά προβάλλει.

Νίκος Καρούζος


Απόσπασμα από το Η μαύρη κούρσα του κυρίου Καρούζου (συλλ. υλικού-επιμέλεια Γιώργος Κακουλίδης, έκδ. Βιβλιοπωλείο των βιβλιοφίλων, Αθήνα 1999, σ. 21).