Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2014

χρώματα που είναι χώματα



«Και αυτά τα υλικά όπου μεταχειρίζεται ο αγιογράφος, είναι ευλογημένα, ταπεινά, εύοσμα, λεπτά.
Ούτω, διά να κάμη κάρβουνα με τα οποία να σχεδιάζη, μεταχειρίζεται ξύλον άσηπτον ξηράς λεπτοκαρυάς ή μυρσίνης∙ διά να κάμη σανίδα, επάνω εις την οποίαν θα ζωγραφίση την εικόνα, μεταχειρίζεται την κυπάρισσον, την καρυδέαν, την καστανέαν, την πεύκην ή άλλο δένδρο ευωδιάζον.
Τα χρώματα είναι τα περισσότερα χώματα της γης οπού μοσχοβολούν όταν βραχούν από το νερόν, ιδίως εις την ζωγραφικήν του τοίχου, και ευωδιάζουν όπως τα βουνά κατά τα πρωτοβρόχια ή ωσάν ένα καινούριον κανάτι με δροσερόν νερόν. Εις το αυγόν βάζει ο τεχνίτης ολίγον όξος, διά να το διατηρήση. Τα δε βερνίκια μοσχοβολούν ωσάν το θυμίαμα, και ο ασπαζόμενος την εικόνα αισθάνεται οσμήν ευωδίας πνευματικής.
Τα υλικά της εικόνος είναι τα χρώματα οπού τα περισσότερα είναι χώματα, το αυγόν με το όξος, το νερόν, ο κηρός, το ρετσίνι των πεύκων, η εύοσμος σαντράκα, το μαστίχι, το μέλι, το κομμίδι της μυγδαλιάς.
Με ένα σύντομον λόγον, η αγιασμένη τούτη τέχνη δεν μεταχειρίζεται χονδροειδή και πηκτά υλικά, όπως η κοσμική ζωγραφική οπού μεταχειρίζεται λινέλαια κάκοσμα και χρώματα πηκτά και βούρτσες χονδρότριχες».


κυρ Φώτης Κόντογλου 

(πρβλ. ομόλογη σκέψη του μαθητή του, 
Γιάννη Τσαρούχη, εδωδά απιθωμένη)

Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2014

και βεβαιώ ως άνωθεν



Επιθυμούντες ουν και μη έχοντες τα της επιθυμίας 
πυρός δίκην υπό της επιθυμίας καταφλέγονται. *


+ διά της π[α]ρ[ο]ύσης ημών εμμαρτύρου ομολογίας φανερώνομεν/ ημείς οι υποκάτωθεν γεγραμμένοι, Δημήτριος, και Γεώργιος, ότι εσυμ/φωνήσαμε[ν] μετά του εν ιερομονάχοις κυρίου παπ(ά) Συμεών, να αγιογρά/ψωμεν τον νάρθηκα της αγίας Μονής της Υπαπαντής του Χριστού, με εδι/καίς μας ταις βαφαίς, κ(αι) τα λάδια κ(αι) εδικόν τους το ψωμί, διά γρό/σια κε΄ ήτοι γρόσια εικοσιπέντε· λοιπόν υποσχόμεθα ότι να βάλλω/μεν την επιμέλειαν, καθώς ζητεί ο τόπος κ(αι) η τέχνη, να γένη η ιστορία κα/θώς πρέπει, και ούτω να έχωμεν να πάρωμεν τα 25 γρόσια από τον ρη/θέντα κυρ παπ(ά) Συμεών· ει δε εξ' εναντίας και δεν αρέση, ήθελε φανή/ σφαλτή η τέχνη μας, να μην πάρωμεν, ουδέ να ζητήσωμεν τίποτα. Διά/ τούτο και την παρούσαν ομολογίαν μας εγράψαμεν, και την εδόκαμεν τω/ ειρημένω κυρίω παπ(ά) Συμεών εις χείρας του, και έστω εις ένδειξιν:~/ 1784: οκτωβρίου 12: Σταγούς:/ Δημήτριος Ζούκη, Καλαρίτης, κ(αι) ιστοριογράφος βεβαιώ ως άνωθεν:~


Σοφιανός, Δ. & Δεριζιώτης Λ., Η Ιερά Μονή της Υπαπαντής των Μετεώρων (έκδ. Ακαδημία Αθηνών 2011, σ. 30).


-----
* Στο motto Ιωάννου του Δαμασκηνού, Κατά Μανιχαίων 36, (μτφρ.-εισαγ.-σχόλια, Ν. Ματσούκα, έκδ. Πουρναρά, Θεσ/νίκη, σ. 96).

Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2014

ad Ortalum, carmina



mucha gente que estada mirando *


Κι αν παραδέρνω σ' απέραντον, 'Ορταλε πόνο, κι η θλίψη μου
κάλεσμα είναι, τις λίγειες Σειρήνες ν' αφήσω,
κι άδειος ο νους, των Μουσών τον γλυκόν τον καρπό πια μην ξέροντας
πώς να τον φέρει στο φως, ναυαγεί μες σε σκέψεις
άφεγγες σαν –τα όλο δίνες της Λήθης νερά, που κυλώντας
έλουσαν –κάτωχρο, αχνό- του αδελφού μου το πόδι
κι άφαντος, σαν να σκεπάσαν τα μάτια μου, κείτεται τώρα
κάτω απ' το χώμα της Τροίας, εκεί πλάι στο κύμα
(ποτέ ξανά, σε βροντή, σ' αστραπή, σε χαλάζι,
πότε, αδερφέ μου μονάκριβε, οι δυό μας ξανά; Τώρα θρήνους
θά 'πρεπε, λέει, να ψάλω∙ μα οι θρήνοι όλοι μοιάζουν
θρήνοι που η Πρόκνη, αηδόνι σε κλώνια βαθύσκιωτα, υφαίνει:
κλαίει για τον γιό της, που η ίδια, η ίδια τον σκότωσε),
πρέπει όμως, 'Ορταλε, στίχους, αφού το ζητάς, ν' αποσπάσω
μεσ' απ' την άκρα του τάφου σιγή: στίχους ξένους
έστω, μην πείς πως τα λόγια σου «σ' άστατο αγέρι εμπιστεύτηκες»
ή πώς, χειρότερα ακόμη, απ’το νού μου κυλήσαν
όπως κυλάει απ' τον κόρφο κοπέλας το μήλο που έστειλε,
δώρο γλυκό, ο εραστής της κι εκείνη το έκρυψε
μες στη σεμνή της εσθήτα κι εκεί πια κρυμμένο το ξέχασε∙
κι όταν η Μάνα της μπήκε αλαφιάστηκε κι όρθια
βρέθηκε∙ οπότε –κυλάει το μήλο κι εκείνη ολόκληρη
κόκκινη βάφεται η δύστυχη: ντρέπεται τόσο!


Catullus, ad Ortalum, «carmina, LXV», στο Δ.Καψάλης-Γ.Κοροπούλης, D.J. tracks 1-45 Σύντομη ιστορία του λυρισμού (μτφρ. Γ.Κοροπούλης, έκδ. Sestina, Αθήνα 2014, σ.11). 




-----
* Στο motto όρος στο συμφωνητικό του ιερέως εκείνου του Τολέδο στην ενορία του San Tome, αιτούντος από τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο (Theotocopoli) τον πίνακα της Ταφής του κόμη Οργκάθ (1586), να απεικονίζει το γενόμενο κατά το έτος 1323 μ.Χ. θαύμα, τη συγκαταβάσει του αγίου Στεφάνου και του αγίου Αυγουστίνου. Ο στίχος σημαίνει "πολλοί άνθρωποι που κοιτάζουν", και εννοεί να τεθούν παραπλεύρως στην παράσταση. Τω όντι είς εξ αυτών και ο υιός του El Greco, ο νεαρός Γεώργιος-Μανουήλ, να μάς κοιτάζει κατάματα. Ο ίδιος.

Πέμπτη, 13 Νοεμβρίου 2014

γυναίκες



'Αλκηστη και Λευκή, κύκλοι κλειστοί, καρδιές σατανικών αγγέλων, ανίατές μου τύψεις, ακάθαρτες φωλιές ορνέων, βεβηλωμένες εκκλησιές, συλήσεις κενών τάφων, πιο πολύ από κενό κενές για να χωράτε όλους. Γιατί εσείς οι δυο κι άλλες πολλές γυναίκες κυβερνάτε αυτή τη μητριαρχική πόλη των μανάδων όλων, όπου δειλοί, καημένοι άνδρες στα πολυκέφαλα κορμιά σας θυσιάζουν, δέονται ικετεύουν, καταθέτουν το βραδινό τους σπέρμα στην τράπεζά σας σαν αποταμίευση φτωχού εργάτη που ξέρει ότι θα απολυθεί, θα πεταχτεί στο δρόμο, ταλαίπωρος θα τρέχει για δουλειά, χτυπώντας πόρτες που θα κλείνουν, ώσπου θα σέρνεται δεξιά κι αριστερά με ξεγδαρμένα σπλάχνα, μάτια που στεφανώνουν ένδοξοι κύκλοι αϋπνίας.
'Αλκηστη και Λευκή, αμνημόνευτες παλιές γυναίκες, σεβάσμιες και πολιούχες, πρόστυχες μιάς δεδομένης τύχης. Κι άλλες γυναίκες, παρθένες και πουτάνες και νοικοκυρές κι όσες δουλεύουν, με πόδια έκφυλα και φιλημένα, με πόδια ταλαιπωρημένα από αναμονές, από εξαντλητικές ορθοστασίες, τακούνια τσακισμένα, ανοίγματα σε όλα τα κρεβάτια, με πόδια ελαφριά, βαριά, όλο κιρσούς και φλέβες, ή πόδια τέλεια, ψηλά, ζωγραφικά, που διαφημίζουν κάλτσες, και που στηρίζουν υπέροχα μεριά, γλουτούς, κυλότες, πόδια ανύπαρκτα, μεγεθυμένα σε εικόνες. Στείρες γυναίκες, καρπερές με σιδερένια σπλάχνα, σωστές θεές, δαιμόνια, μοιρολογίστρες, σαβανώτρες, νεκροπομπές που μάς ενταφιάζουν.


Γιώργος Βέλτσος, Το έργο ανεβάζεται σ' ολόκληρη την πόλη (έκδ. 'Ικαρος, Αθήνα 1979, σσ. 8-9).

Κυριακή, 9 Νοεμβρίου 2014

μισώ τα σώματα γιατί με δολοφονούν



Γιατί μισώ τα γυναικεἰα σώματα, τις σκουριές τους, τα βυζιά, τους γλουτούς, τους μηρούς, τα πέταλα, τ' ακροδάχτυλα, τις τρίχες στο αιδοίο, τις τρίχες στη μασχάλη, τις αχνές τριχούλες πίσω στην ουρά, τον οργασμό τους, που μόνο αυτά τα ακέφαλα τέρατα απολαμβάνουν.
Μισώ τα σώματα γιατί με δολοφονούν. Εισέρχονται αθόρυβα από τις πύλες μου και διαπράττουν τα φρικωδέστερα στις έλικες του εγκεφάλου μου. Γλιστρούν πονηρά στο μυαλό μου, πάνω παντού μέχρι το τελευταίο αγγείο του ανακτόρου μου και με εξουθενώνουν. Μ' έχουν προσβάλει, με γδέρνουν, με δέρνουν, με φτύνουν κατά πρόσωπο, με κυνηγούν στον ύπνο, στο ξύπνιο, στο δρόμο, με παρακάμπτουν οι διαβoλικές συμπτώσεις, μ' αλωνίζουν σαν κίτρινο στάχυ, μ' εξανεμίζουν στους τέσσερις ανέμους των πιο ψηλών οροπεδίων.
Τα σώματα που τ' αγαπώ, τ' αγγίζω, τα μυρίζω, τα υιοθετώ ενώ μού φεύγουν, τα ταξιδεύω υγρά με τη γλώσσα μου, τα σαλιώνω και τα βλέπω ύστερα να λαμπυρίζουν, να τεντώνονται, να διαστέλλονται, έτοιμα μες στην προσμονή θανατηφόρας συνουσίας, τα μισώ, δεν τ' αντέχω πια. Αλλά εκεί, στην ετεροφυλική πλοκή θα δούνε, θα αιχμαλωτιστούν από την κίνηση του πέους, βαθιάς γροθιάς στα σπλάχνα τους για να κερδίσουν πάλι την αγαλματώδη τους σκληρότητα.


Γιώργος Βέλτσος, Το έργο ανεβάζεται σ' ολόκληρη την πόλη (έκδ. 'Ικαρος, Αθήνα 1979, σσ. 35-36).

Τετάρτη, 5 Νοεμβρίου 2014

κι οι λεπροί



Κάποτε πριν τριάντα χρόνια, θα ήμουνα πέντε χρονών, οι λεπροί της Σπιναλόγκας αιχμαλωτίζουν τη μαούνα που τούς πάει τρόφιμα. 'Εδεσαν τους φύλακες, κάθισαν στα κουπιά. Ζητάνε να πατήσουν πόδι στον 'Αγιο Νικόλαο, εκεί που πήγα με την 'Αλκηστη και τη Λευκή χωρίς να έχω πάει. Στο μουράγιο οι χωροφύλακες, με προτεταμένα τα όπλα, τούς φοβούνται και τούς απειλούν. Οι κάτοικοι, κρυμμένοι στα σπίτια, τούς κοιτούν από τις γλίλιες. Τα λεπρά τους χέρια σκεπασμένα με τσουβάλια, γίνονται ένα με το σάπιο ξύλο της βάρκας. 'Αμορφα στόματα φωνάζουν: δικαιοσύνη.
Ο Νομάρχης έχει κατέβει στο λιμάνι και τούς μιλά από μεγάλη απόσταση. Μια κηλίδα ήλιου στα νερά πεταρίζει όπως η καρδούλα τους. Λεπροί, τί να την κάνουν την ανταρσία; Κι αν ακόμη πετύχει, αν όλοι οι χωροφύλακες εξαφανιστούν ποιός θα τούς δεχτεί; Μιάσματα... Γυρίζουν πίσω στη Σπιναλόγκα, ήσυχα. 'Ο,τι είχε σημασία, ήταν το ταξείδι τους ως την πολιτεία, με τους υγιείς ανθρώπους. Μια αντίστροφη νέκυα, όπου οι νεκροί ανέβηκαν στον πάνω κόσμο.


Γιώργος Βέλτσος, Το έργο ανεβάζεται σ' ολόκληρη την πόλη (έκδ. 'Ικαρος, Αθήνα 1979, σσ. 56-57).

Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2014

μια πεντηκονταετία



Στην ιστορία της ανθρωπότητας, μία πεντηκονταετία είναι πάντοτε αξιοσημείωτο χρονικό διάστημα. Πράγματι, το υλικό που τη διαμορφώνει ρέει πάντοτε ασταμάτητα, υπό την έννοια ότι όλο και κάτι συμβαίνει.
Αντίθετα, στην ιστορία της λογοτεχνίας, η ίδια χρονική περίοδος είναι συχνά αμελητέα, επειδή ακριβώς τίποτε δεν συμβαίνει. Οι άτεχνες προσπάθειες δεν την αφορούν, με αποτέλεσμα να παραμένει στο ίδιο σημείο, όπως και πενήντα χρόνια νωρίτερα.


Arthur Schopenhauer, περί ανάγνωσης και βιβλίων. Η τέχνη της αποχής από την ανάγνωση, (μτφρ. Γ. Καλιφατίδης, έκδ. 'Αγρα, Αθήνα 2013, σ. 20).