Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2015

αλήθεια, τι θεωρείτε επανάσταση σήμερα;


[...]

-Αλήθεια, τι σας τρομάζει πολύ;
Η χυδαιότητα της τηλεόρασης, η δημοκρατία τους που πνίγει τη δική μας, η κακοποίηση ανθρώπων και ζώων, η προστυχιά, η βρωμιά των Πανεπιστημίων που προέρχεται από τα κόμματα, δυστυχώς, που ζητάνε με φανατισμό, την ψήφο μας. Δείτε στους τοίχους τους και στα πατώματα τα συνθήματα και θα καταλάβετε.

[...]

-Τι θεωρείτε επανάσταση σήμερα;
Την εργασία. Την οποιαδήποτε εργασία. Πάντως, όχι τις γεμάτες καφετέριες ή τα Mall.

[...]

-Ένα ποίημά σας που να είναι η εποχή;

Μόνο εγώ κι η Λόλα ξέρουμε /
πως έτρεξες να φτάσεις το δημόσιο δρόμο /
Βρήκαν, λέει, το φουστάνι σου σκισμένο, μόνο το 'να /
σκουλαρίκι στο λαιμό σου, τα τακούνια σου μες στα χωράφια. /
Κάποιο κάθαρμα, κάποιο πεσμένο σχήμα ανδρός σε ρήμαξε /
κι έτσι που ακουμπάς σα να γέρνεις στη φωτογραφία αυτή /
περασμένη σήμερα Τρίτη στις εφημερίδες /
Είσαι πεθαμένη.

(Από το βιβλίο, «Τα ποιήματα 1973-2008», Εκδόσεις Οδός Πανός, 2008). Προηγουμένως όμως στο άωρον κι άλλο ποίημα από τον ίδιο συλλογικό τόμο, το εξαίσιο: Τα μαύρα τακούνια.
Γιώργος Χρονάς, σκόρπια αποσπάσματα από εκτενέστερη συνέντευξη στην Ελένη Γκίκα, δημοσιευμένη στο ηλεκτρονικό περιοδικό fractalart.gr την 28.01.2015, μέρος της οποίας δημοσιεύθηκε και σε κάποιο 'Εθνος της Κυριακής.

Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου 2015

συνοδοιπόροι


Οι εν πελάγει μεγάλω πλέοντες,
οις ουκ όρος, ου βουνός, ουδέ σκόπελοί τινες
την χέρσον σημαίνουσι,
πρός τινας αστέρας αποβλέποντες και προς εκείνους
 το σκάφος ρυθμίζοντες, αναυάγητοι διαμένουσιν.*


ΤΟ ΨΩΜΙ

Ένα τεράστιο καρβέλι,
μια πελώρια φραντζόλα ζεστό ψωμί,
είχε πέσει στο δρόμο από τον ουρανό
ένα παιδί με πράσινο κοντό βρακάκι
και με μαχαίρι
έκοβε και μοίραζε στον κόσμο γύρω,

όμως μια μικρή, ένας μικρός άσπρος άγγελος,
κι αυτή μ' ένα μαχαίρι έκοβε και μοίραζε
κομμάτια γνήσιο ουρανό
κι όλοι τώρα τρέχαν σ' αυτή,
λίγοι πηγαίναν στο ψωμί,
όλοι τρέχανε στον μικρόν άγγελο
που μοίραζε ουρανό!

Ας μη το κρύβουμε.
Διψάμε για ουρανό.

Μίλτος Σαχτούρης


*


Ο Ιερέας μέσα στη θεία Λειτουργία, με τρόπο πνευματικό και σε χρόνο λειτουργικό και τόπο νοητό, ζεί ως πνευματικές αλλαγές ηλικίας όλη τη ζωή του Χριστού. 'Οντως μπροστά από την ιερά Πρόθεση βιώνει τη Γέννηση, λέει τα αντίστοιχα λόγια και βρίσκεται προ του Σπηλαίου. Σπαργανώνει τον Χριστό με τα πολύτιμα καλύμματα και τον αέρα, έχοντας μνημονεύσει εκατοντάδες, ίσως και χιλιάδες ονόματα ζώντων και κεκοιμημένων, αισθανόμενος πατέρας τους, όλων όσοι υπήρξαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν μέχρις ότου η Αγάπη «κλείσει» τους αιώνες, ως Κύριος προϋπάρχων, ερχόμενος, ελθών και μέλλων έρχεσθαι. Συνοδοιπόρος του καθίσταται και ο Ιερέας σε αυτή την πορεία. Και γίνεται σύλληψη ξένη μέσα στην καρδιά του Ιερέα. Αισθάνεται η δόξα του Φωτός να έρχεται από το μέλλον, από τα έσχατα: ζεί τα έσχατα.

αρχιμ. Εφραίμ Τριανταφυλλόπουλος, 28.12.2014 (Φωνή Κυρίου 2014, σσ. 207-208).


-----
* Στο motto η απαρχή του Βίου του Νίκωνος του Μετανοείτε εκ του Κουτλουμουσιάνου Κώδικος 210 (έκδ. Οδ. Λαμψίδου Δ.Φ., Ο εκ Πόντου όσιος Νίκων ο Μετανοείτε (κείμενα - σχόλια), Επιτροπή Ποντιακών Μελετών (Πηγαί της Ιστορίας των Ελλήνων του Πόντου 4), Αθήνα 1982, σ. 161).-

Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2015

ομοιώματα ιστιοφόρων


Τον αγιογραφικό διάκοσμο του Γαλατάκη περιέγραψε πρώτος στα 1974, ο αρχιμανδρίτης Ιερώνυμος Λιάπης. Την ίδια χρονιά, ο Μ. Χατζηδάκης, μελετώντας τα εικονογραφικά δεδομένα και κυρίως την τεχνοτροπία του διακόσμου του καθολικού, συμπέρανε ότι οι αγιογραφίες είναι έργο του εργαστηρίου των Θηβαίων αδελφών Γεωργίου και Φράγκου Κονταρή.

[σημ. 24: Οι Θηβαίοι αδελφοί Γεώργιος και Φράγκος Κονταρής εργάσθηκαν στη μονή Φιλανθρωπινών (νάρθηκας και εξαρτηματικοί ναοί), στη μονή Βαρλαάμ (νάρθηκας), στη μονή οσίου Μελετίου (λιτή), στα Μετέωρα, στα Ιωάννινα κ.α.]

Το παραπάνω συμπέρασμα επιβεβαίωσε στα 1996-97. η Τριανταφυλλιά Κανάρη, αρχικά με εκτενέστερο δημοσίευμά της και στη συνέχεια ως θέμα διδακτορικής διατριβής. [σημ. 25: Σύμφωνα με την Τρ. Κανάρη, ο αγιογραφικός διάκοσμος, που χρονολογείται στο τελευταίο τέταρτο του 16ου αιώνα (1584-1586), παρουσιάζει επιρροές από την Κρητική σχολή, χωρίς ωστόσο το αγιογραφικό εργαστήρι των Κονταρήδων να αρνείται την καλλιτεχνική του ταυτότητα, που το κατέτασσε ξεκάθαρα ανάμεσα σε αυτά της Ηπειρωτικής σχολής].

Ο αγιογραφικός διάκοσμος της μονής Γαλατάκη, παρά τις φθορές που θα υφίσταται από την πολυκαιρία και τη μανία των αλλοθρήσκων, θα αποτελεί για αιώνες διδακτική θέση για το ανώνυμο πλήρωμα και χώρο έκφρασης της λαϊκής θρησκευτικότητας των προσκυνητών, αλλά και των ναυτικών. Μάλιστα, οι τελευταίοι φρόντιζαν να χαράζουν ανώνυμα, τα ομοιώματα των ιστιοφόρων τους επάνω στις αγιογραφίες, σε μια προσπάθεια να εξασφαλίσουν την προστασία του Θείου.

Β. Ν. Δούκουρης, Ιερά Μονή Αγίου Νικολάου Γαλατάκη Β. Ευβοίας (έκδ. Ι.Μ. Αγ. Νικολάου Γαλατάκη, Λίμνη 2013, σ. 40).

Πέμπτη, 17 Δεκεμβρίου 2015

αντί προσευχής


«'Ω ανθρώπινο σπέρμα, εσύ που είσαι η πηγή όλων των ζωτικών εκλύσεων και βεβηλώσεων, ώ σάλιο που μοσχομυρίζεις σάρκες ριγηλές με τις αιχμές της ανατρεπτικής ομορφιάς και της ερωτικής μανίας,
ώ σώμα που ένα σώμα σφύζον σαν εσένα θά 'θελα νά 'ναι το τελικό μου φέρετρο για ν' ανασαίνει γύρω μου το αίμα σου και η λαχτάρα της κατάκτησής σου να γίνει το απόγειο κι η στέψη του θανάτου μου, και ώ λαβύρινθε της αχανούς πολύκλαδης ψυχής μου που με παιδεύει με τ' αδηφάγα πλήθη της,

ώς πότε, ζώο ριζοφάγο, γεωχαρές, βορβορόφιλο, θα κλείνεσαι μες στην σαπίλα και στην δίνη των ρηχών ανταποδόσεων,
ώς πότε θα μ' εμποδίζεις εκουσιακούσια να πατήσω σ' εκείνο το σημείο απ' όπου θά 'χω πια την αντοχή να δίνω σ' όλα τα πρόσωπα φωνή, πρόσωπο σ' όλες τις φωνές;
'Ω σιωπή μεγάλη σαν το βαθύ λαμπύρισμα των άστρων, σώσον με...»

Δημήτρης Δημητριάδης, Πεθαίνω σα χώρα (έκδ. Σαιξπηρικόν, Θεσ/νίκη 2010, σσ. 37-38).

Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2015

με όψη συσπασμένου προσώπου παρθένας


(...) οι διαγνώσεις των γιατρών έβγαιναν πάντα λαθεμένες, (...) κοιμητήρια ολόκληρα ανυψώθηκαν στον αέρα σαν σμήνη πουλιών φωσφορίζοντας, άνθρωποι έτρεχαν ολημερίς στους δρόμους γελώντας ασταμάτητα όπως γελάει κανείς στον ύπνο του,
κι ένα μόνιμο φώς πόνου κι αξόδευτης αγάπης πλανιόταν πάνω απ' όλα τα κτίσματα δίνοντας στο συνολικό τοπίο μια όψη συσπασμένου προσώπου παρθένας που, θέλοντας να ξεπεράσει τον φραγμό της παρθενίας της αλλά φοβούμενη την επαφή με άντρα, μπήγει, με την ανεξέλεγκτη και σεισμική λύσσα των απελπισμένων, έναν λοστό μέσα στον κόλπο της ουρλιάζοντας «θεέ μου, θεέ μου» με το κεφάλι στραμμένο σαν της πέρδικας προς τον ουρανό και σμίγοντας τις δύο άκρες της ζωής μέσα στον κοχλαστό πίδακα του μυρωμένου αίματός της. Γιατί είχανε μαζευτεί πάρα πολλά μες στις καρδιές των ανθρώπων, τόσα που οι καρδιές δεν άντεχαν να τα κρατάνε άλλο μέσα τους.

Δημήτρης Δημητριάδης, Πεθαίνω σα χώρα (έκδ. Σαιξπηρικόν, Θεσ/νίκη 2010, σ. 34).

Τετάρτη, 9 Δεκεμβρίου 2015

ο κόσμος των πεθαμένων


(Γιατί ο κόσμος των πεθαμένων είναι το υπέρλαμπρο και ζοφερό ναυγάγιο που, πολλές χιλιάδες οργιές κάτω απ' την ασημένια λουρίδα του νερού, μάς κρατάει κλειδωμένους στην κοιλιά του και μάς παρέχει, σε ώρες δυσβάσταχτης κι αδιέξοδης οδύνης, την δυνατότητα να σκαρώνουμε παρομοιώσεις που με τον ακραιφνώς εικονικό τους χαρακτήρα ανακουφίζουν το αίμα απ' τον μανιασμένο παφλασμό του πάνω στα έρημα γυμνά μας κόκκαλα...
Τί άλλο είναι ο παράδεισος, τουλάχιστον για κείνους που υφίστανται την απάτη και τον μαγνητισμό της ύλης συνειδητά, παρά το πολυπόθητο και σπανιώτατα κατορθωτό πέρασμα της ψυχής από την αφασία της γλώσσας στο παλλόμενο, γεώδες, αχειρότμητο κι αλάξευτο βασίλειο των λέξεων, εν ζωή;... Η αθανασία είναι οι λέξεις. Η βασιλεία των ουρανών είναι μια ψυχή ομιλούσα αχαλίνωτα.)

Δημήτρης Δημητριάδης, Πεθαίνω σα χώρα (έκδ. Σαιξπηρικόν, Θεσ/νίκη 2010, σ. 24).

Σάββατο, 5 Δεκεμβρίου 2015

για την ψυχική διάλυση


[...] κυρίως όμως είχαν να λένε για την ψυχική διάλυση που επικρατούσε από πολύ καιρό σε όλες τις γραμμές, για τους φόνους που γίνονταν μέρα μεσημέρι για ένα πιάτο παλιοφαΐ ή για τις τσούπρες των διπλανών χωριών που, λες κι ήσαν βαλτές οι κουφάλες, έσπερναν την διχόνοια ανάμεσα στους στρατιώτες και την αντιζηλία πηγαίνοντας, οι λιμασμένες, πότε με τον ένα και πότε με τον άλλο («τί φταιν αυτές αν το μουνί τους είν' αχόρταγο;», τίς δικαιολογούσαν μερικοί),
ενώ κάθε φαντάρος ήθελε να έχει μια μόνιμη, αποκλειστικά δική του, για να περνάει μαζί της τον καιρό του, αφού αυτή ήταν η μοναδική του διασκέδαση (εκτός του ότι όλοι νοιάζονταν μονάχα για τον πούτσο τους και για τίποτ' άλλο, από αναχρονιστική αιδώ, που κάποια σχέση έχει με τα στρατιωτικά ήθη, δεν έβαζαν ποτέ πρώτη στις αισθησιακές απολαύσεις την μαλακία, η οποία φορές-φορές έπαιρνε τις διαστάσεις μεραρχιακής βακχείας κι έκανε χιλιάδες κορμιά στερημένα να τραντάζονται κάτω απ' τις κουβέρτες ή όρθια πίσω από κανένα δέντρο, στις σκοπιές, μέσα σε κραυγές που έκαναν την φύση να ριγάει, ματαιώνοντας έτσι την συνεύρεση των συγκλονισμένων σωμάτων αλλά κι επιβεβαιώνοντας την υπεροχή της εκσπερμάτωσης μέσα στο ίδιο το βασίλειο του θανάτου),
ήταν τέλος πάντων το γαμήσι η μοναδική ψυχαγωγία τους για να μην καταλαβαίνουν τους ατέλειωτους μήνες της εξουθενωτικής στρατοπέδευσης που, χρόνια τώρα, κυλούσαν μέσα σ' ένα κενό όμοιο μ' εκείνο που επικρατεί μες στο σώμα του νεκρού και που κάποτε αρχίζει ν' αναδύεται στην επιφάνεια με την μορφή αποκρουστικών ρήξεων της δερματικής συνέχειας, εν μνήματι. (...)

Δημήτρης Δημητριάδης, Πεθαίνω σα χώρα (έκδ. Σαιξπηρικόν, Θεσ/νίκη 2010, σσ. 22-24).

Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2015

πεθαίνω σα χώρα


'Οσοι άκουσαν τον προεδρικό λόγο (γιατί δεν ήσαν λίγοι εκείνοι που γύρισαν το κουμπί), ξεστόμισαν τις χειρότερες βρισιές και για τον πρόεδρο και για τον λόγο του και για την χώρα, παρακινώντας ακόμα και τα μικρά παιδιά να επαναλαμβάνουν ρυθμικά τα βρισίδια χτυπώντας όλα μαζί παλαμάκια.
Γριές που είχαν δεί αμέτρητες φορές παρόμοια γεγονότα, που είχαν ζήσει σφαγές, αλώσεις, προσφυγές, επιδρομές κάθε λογής βαρβάρων ή πολιτισμένων, διωγμούς κι εξανδραποδισμούς, πόλεις ακμαίες και φουντωμένα δάση και κάμπους μεστωμένους να καίγονται σαν τα δαδιά και να μη μένει τίποτα όρθιο από τους μόχθους γενεών και γενεών,
και κορίτσια να βιάζονται μέσα σε γκρεμισμένα σπίτια δέκα και είκοσι φορές σε μια ώρα από ξαμολημένους φαντάρους και μετά να ξεκοιλιάζονται με ξιφολόγχες, βρέφη να αποκεφαλίζονται με μια κοφτή σπαθιά στον αέρα ή να πυροβολούνται εξ επαφής μες στην αγκαλιά της μάνας τους, φαμίλιες να ξεσπιτώνονται και να αποδεκατίζονται σαν τρυγόνια μ' απανωτές μπαταριές-
«τότε πρώτον παίδες μεν γονέων, γυναίκες δε ανδρών και φίλοι φίλων και οι καθ' αίμα των ομοίων ελεεινώς εχωρίζοντο»,
κι αγόρια με μισό πόντο τρίχα στο στήθος και συγκεντρωμένη όλη τη δύναμη του κεραυνού του Δία στα όργανα που συγκλίνουν στην πρόκληση της ισχυρότερης έξαρσης των αισθήσεων, να στήνονται πενήντα-πενήντα μπροστά σ' εκτελεστικά αποσπάσματα μόνο και μόνο για να αφανιστεί ο σπόρος της ζωής μέσα τους,
και τα νερά να γίνονται κόκκινα σαν το τριαντάφυλλο απ' το αίμα, κι ανθρώπους να τρελαίνονται απ' τις αβάσταχτες συμφορές και να τρέχουν κατάμαυροι απ' τα δάκρυα από δώ κι από κεί ουρλιάζοντας σαν τα τσακάλια και σχίζοντας τα μάγουλά τους μέσα στον αδυσώπητο ίλιγγο της αποκάλυψης του πύρινου κενού της ζωής και στον εφιάλτη της υπέρβασης εκείνου του ορίου που την κάνει τόσο ανυπόφορη όσο και μια χούφτα αναμμένα κάρβουνα χωμένα μες στο στόμα,
γριές που ούτε κι αυτές οι ίδιες δεν ήξεραν να πούν την ηλικία τους και μεταφέρονταν σαν ιερά λείψανα προαιώνιων κι ανώνυμων αγίων πάνω στ' αυτοκίνητα, αντί να σηκώσουν το χέρι τους και να σταυροκοπηθούν ακούγοντας τις αγωνιώδεις εκκλήσεις του προέδρου της Δημοκρατίας, έφτυσαν στην παλάμη τους κι έκαναν όλες μαζί, κουνώντας με νόημα το κεφάλι, την κίνηση που κάνουν οι άντρες, μικροί και μεγάλοι, με το δεξί τους χέρι όταν θέλουν να δείξουν χωρίς λόγια πως κάποιον τον έχει βαρέσει η μαλακία στο κεφάλι. (...)

Δημήτρης Δημητριάδης, Πεθαίνω σα χώρα (έκδ. Σαιξπηρικόν, Θεσ/νίκη 2010, σσ. 13-15).