Τρίτη, 29 Μαρτίου 2016

ευλογία κυρίου επί κεφαλήν δικαίου στόμα δε ασεβών καλύψει πένθος άωρον


Πάντων των πιστών τα βλέμματα προσηλούντο εις το ωχρόν πρόσωπον του Ποντίφηκος, περιμένοντα να ίδωσι το ακάθαρτον πνεύμα εξερχόμενον κατά το σύνηθες εκ του στόματος ή του ωτίου του, ότε αντί δαιμονίου άωρον και ημιθανές βρέφος εξωλίσθησεν αίφνης εκ της ποδεάς του αρχηγού της Χριστιανοσύνης!

Emmanouel D. Rhoides, Η Πάπισσα Ιωάννα.

-----
 * Στον τίτλο στίχος εκ των Παροιμιών (ι΄ 6).-

Σάββατο, 26 Μαρτίου 2016

εκδοτικές αδημονίες για την rechercher


ο Ζιντ βιάζεται λοιπόν
 να εξοστρακίσει το έργο ενός «σνομπ» ντιλετάντη.
 Και είναι προς τιμήν του ότι, ένα χρόνο σχεδόν μετά,
 θα στραφεί προς τον Προυστ καταθέτοντας
 με συντριβή τη mea culpa του.*

Ο Μαρσέλ Προυστ, αν και γνώριζε προσωπικά τον Γκαστόν Γκαλλιμάρ, διευθυντή του εκδοτικού οίκου της N.R.F. [: Nouvelle Revue Française] που ιδρύεται το 1909, επιλέγει να στείλει αποσπάσματα της Αναζήτησης στον θεατράνθρωπο Ζακ Κοπώ, διαμηνύοντάς του ότι θα ήταν πρόθυμος να αναλάβει τα έξοδα της έκδοσης μπρος στην τιμή να τυπωθεί το μυθιστόρημά του από τον εν λόγω εκδοτικό οίκο. Συγχρόνως, όμως, αποδέχεται την πρόταση του Καλμέτ να μεσολαβήσει στον Φασκέλ, παραδίδοντας προς έκδοση το δακτυλόγραφο του πρώτου τόμου του έργου του.

Το φθινόπωρο του 1912, η έκδοση του Από τη μεριά του Σουάν φαντάζει ακόμη στα μάτια του Προυστ τόσο πιθανή, σχεδόν χειροπιαστή, που δεν ορρωδεί να βαρύνει τις επιστολές του προς τους ενδεχόμενους εκδότες του με πολυσέλιδες επισημάνσεις ως προς το μέγεθος του συνολικού έργου του, τον διαχωρισμό του σε τόμους, τον γενικό τίτλο, τους τίτλους των επιμέρους τόμων, ακόμη και με προειδοποιήσεις ως προς το περιεχόμενο του δεύτερου τόμου, που πραγματεύεται ένα ζήτημα ικανό να σκανδαλίσει τον μέσο αναγνώστη: την ομοφυλοφιλία.

Πλην όμως, όσο βυθίζεται ο Ζακ Νορμάν, ο κριτικός αναγνώστης του Φασκέλ, στους δαιδαλώδεις μαιάνδρους της γραφής του Προυστ τόσο επιμηκύνεται και η σιωπή του πρώτου, η οποία -συνεπικουρούμενη από την παράλληλη σιωπή του Gallimard– διογκώνει σταδιακά την αδημονία του Προυστ, που στρέφεται προς φίλους και γνωστούς για να εντείνουν, με τη σειρά τους, τις πιέσεις προς τους δύο εκδότες.

Εις μάτην. Στα τέλη Δεκεμβρίου του 1912, ο συγγραφέας της Αναζήτησης θα παραλάβει ένα ογκώδες δέμα από τον Φασκέλ με το χειρόγραφό του. Το δέμα συνοδεύεται από μια σύντομη επιστολή του εκδότη, όπου τού ανακοινώνει ρητώς την άρνησή του να εκδώσει ένα έργο «τόσο σημαντικό, αλλά και τόσο διαφορετικό από ό,τι έχει συνηθίσει το αναγνωστικό κοινό να διαβάζει».

[σημ.: Ο Φασκέλ αποσιωπά, τεχνηέντως βεβαίως, την εξοργισμένη αμηχανία του Ζακ Νορμάν: «Ύστερα από 712 σελίδες του χειρογράφου [...], δεν έχω καμία ένδειξη περί τίνος πρόκειται. Τί δουλειά έχουν όλ' αυτά; Τί σημαίνουν όλ' αυτά; [...] Αδύνατον να καταλάβω κάτι! Αδύνατον να πώ κάτι!»].


*
Αρχές Ιανουαρίου του 1913 ο ίδιος αυτός φίλος [ενν. ο Λουί ντε Ρομπέρ] θα μεσολαβήσει στον Αλφρέντ Υμπλό, διευθυντή του Βιβλιοπωλείου Ollendorf, συστήνοντάς του τον πρώτο τόμο της Αναζήτησης με τα πλέον κολακευτικά λόγια. Αυτή τη φορά ο Προυστ δεν θα χρειαστεί να περιμείνει πολύ. Δυό βδομάδες μετά, ο Υμπλό στέλνει στον Λουί ντε Ρομπέρ απαντητική επιστολή, ξεκινώντας με τα εξής λόγια: «Αγαπητέ φίλε, ίσως είμαι εντελώς στούρνος, αλλά δεν μπορώ να καταλάβω πώς είναι δυνατόν ένας κύριος να χρησιμοποιεί τριάντα σελίδες για να αφηγηθεί πώς γυρίζει και στριφογυρίζει στο κρεβάτι του προτού τον πάρει ο ύπνος [...]».


*
Αρνούμενος να δεχτεί [ενν. ο Προυστ] ότι ένας συγγραφέας μπορεί να κριθεί από τη μορφή και όχι το περιεχόμενο του βιβλίου του, οικτίρει στην εν λόγω επιστολή όσους συγγραφείς επιβαρύνουν τα έργα τους κάνοντας άσκοπους κύκλους, ανίκανοι να βρούν τη μεταφορική εικόνα που αρμόζει «για να πηδήξουν ένα χαντάκι», και καταλήγει με την εξής έμμεση μομφή: «Το βιβλίο μου είναι απογυμνωμένο από ό,τι παραγεμίζει το μεγαλύτερο μέρος των άλλων μυθιστορημάτων: [...] ποτέ ένα πρόσωπο [στο έργο μου] δεν σηκώνεται, δεν κλείνει ένα παράθυρο, δεν φοράει ένα πανωφόρι».


Αντιγόνη Βλαβιανού, «Εισαγωγή», στο: Αγαπητέ μου Προυστ. Αλληλογραφία Αντρέ Ζιντ & Μαρσέλ Προυστ (έκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 2013, σσ. 14-15, σημ. 23 & σσ. 17, 23).- Το motto εκ του ιδίου (όπ., σ. 16).

Τρίτη, 22 Μαρτίου 2016

φάος, φάος, φώς



Θ΄

Η λευκή Σου φύση
μυστικά κρατά
τα τόσα χρώματα,
κρυμμένα.
Μυστήριο ανερμήνευτο
εις τους αιώνες.


ι΄

[...]

Σκληρή λιακάδα
μεσημεριού.
Φιλί στο στόμα
σιωπής.

[...]


Κ΄

Το μεστωμένο στάχυ,
εκείνο το κόκκινο
του δειλινού,
ο άσπρος τοίχος
του μεησμεριού
διηγούνται τη
δόξα Σου!


Μ΄

Βότσαλα παραδομένα
στην έμπνευση
του κύματος
Σού επιστρέφουν τη λάμψη.
Αγνοούν πως Σού οφείλουν
τη μορφή τους.


τ΄

[...]

Έτσι κι αλλιώς
στο Φώς ποτέ
δεν φθάνεις κατευθείαν.

[...]


Χρύσα Αλεξοπούλου, Φάος, Φάος, Φάος Φώς (έκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 2015 Διεθνές Έτος Φωτός, σ. 17, 18, 19, 21, 28).

Σάββατο, 19 Μαρτίου 2016

ωραίον κάν άωρον


Οι ρίζες μου δεν είναι στην Αναγέννηση
αλλά στην Πομπηΐα, όπου οι αντιθέσεις
φωτός-σκιάς είναι απείρως μεγαλύτερες.*

«Ωραίον κάν άωρον, το εορτάζειν νενόμισται∙
η γαρ ωραΐσασα τα πάντα Δέσποινα,
και νυν έδειξε της μνήμης κοινωνούσα,
τω προκινδυνεύοντι ταύτης δι’ αίματος».

Θεοτοκίον της α΄ ωδής του πρώτου Κανόνος (ποίημα του Ιωάννου Ευχαΐτων) που ψάλλεται στον Όρθρο του Α΄ Σαββάτου των Νηστειών, ότε και το διά κολλύβων θαύμα του Αγίου Θεοδώρου εορτάζεται.  

Η ακροστιχίδα του κανόνος είναι «Τήρων ο κλεινός, δόξα πρώτω» και το εν λόγω θεοτοκίο εγγράφεται στο πρώτο ωμέγα, εκείνο το της λέξεως «Τήρων».

Εκ του βιβλίου του Τριωδίου αντλημένο.


-----
* Το motto του Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα, ειλημμένο απ' τον τόμο: Καμπούρης-Λεβούνης, Νεοελληνική τέχνη. 20ος αιώνας. Ζωγραφική-Χαρακτική-Γλυπτική. Οι πολύτιμες συλλογές της Πινακοθήκης Ρόδου (έκδ. Υπουργείο Αιγαίου, Ρόδος 2000, σ. 122).

Τρίτη, 15 Μαρτίου 2016

καθάπερ ουν οι στρατιώται, διημερεύοντες εν τη μάχη...


ένας άλλος άνθρωπος μού χτυπάει την πόρτα *

Η εν Λαοδικεία Τοπική Σύνοδος (4ος αιών), διά του 49ου αυτής κανόνος, απαγορεύει την κατά την Μεγάλην Τεσσαρακοστήν τέλεσιν της Θείας Λειτουργίας, πλην των Σαββάτων και των Κυριακών.

Και τούτο διότι, ενώ αι ημέραι των νηστειών είναι ημέραι πένθους και κατανύξεως, η τέλεσις της Θείας Λειτουργίας, του Μυστηρίου δηλαδή της Θείας Ευχαριστίας, είναι υπόθεσις πανηγύρεως, χαράς και διαχύσεως.

[...]

Οι αρχαίοι όμως Χριστιανοί ήσαν ειθισμένοι να κοινωνώσι των Αχράντων Μυστηρίων συχνότατα, σχεδόν καθ' εκάστην ημέραν, και δεν ηδύναντο να μείνωσι καθ' όλην την εβδομάδα -μέχρι δηλαδή του Σαββάτου ή της Κυριακής- άνευ της εκ της Θείας Κοινωνίας ενισχύσεως.

[...]

'Οτι δε το πάλαι ετελείτο αύτη [ενν. η Προηγιασμένη] το εσπέρας, δήλον εκ τε πολλών ετέρων μαρτυριών και εκ του γεγονότος, ότι οι αρχαίοι Χριστιανοί, νηστεύοντες την Μεγάλην Τεσσαρακοστήν, άπαξ μόνον της ημέρας έτρωγον, προς το εσπέρας, μετά την ενάτην ώραν (την 3ην μ.μ. καθ' ημάς) και επομένως και μετά τον Εσπερινόν και την Λειτουργίαν των Προηγιασμένων, με ξηροφαγίαν, ή και όσπρια, άνευ ελαίου (Θ. Στουδίτου «Χρονική διδασκαλία» MPG 99, 1700).

Ο Ματθαίος Βλάσταρης (ιδ' αιών) ρητώς ποιείται μνείαν της Λειτουργίας των Προηγιασμένων ως Εσπερινής Ακολουθίας δι' όσων λέγει εις το «Σύνταγμα αυτού κατά στοιχείον» σχολιάζων τον προαναφερθέντα 49ον κανόνα της εν Λαοδικεία Συνόδου:

«Καθάπερ ουν οι στρατιώται, διημερεύοντες εν τη μάχη, μόλις προς εσπέραν διακριθέντες τροφής μέμνηνται, προς το παντάπασι τας αυτών εξασθενήσαι δυνάμεις ... ούτω και ημείς το καινόν ημών σφάγιον θύοντες Σαββάτου και Κυριακής, ηνίκα του τόνου της πολλής υποχαλώμεν ασκήσεως, εξ εκείνων των προτεθυμένων και προηγιασμένων μερίδων, όσον αποζήν προς εσπέρας σιτούμεθα, ... διά δη τούτο, μυστικώτερον προς εσπέραν, την των Προηγιασμένων τελείν επιτετράμμεθα Λειτουργίαν» (Σύντ. Θ. Κανόνων Ράλλη και Ποτλή Στ'. Σελ. 462-463).

Από την Εισαγωγή στον «Εσπερινό μετά της Θείας Λειτουργίας των Προηγιασμένων Δώρων», στον τόμο: Μεγάλη Τεσσαρακοστή (έκδ. Ρηγόπουλου, Θεσσαλονίκη 2011 (6η), σσ. 177, 178, 179-180).

----- 
* Το motto ακροτελεύτιος και μόνος στίχος εκ της συλλογής του Άγγελου Καλογερόπουλου, Έτσι είναι. Ακολουθία παραστάσεων. (έκδ. Αρμός, Αθήνα 2010, σ. 58).

Σάββατο, 12 Μαρτίου 2016

η τάφρος του Βοημούνδου, τα Λακκώματα


Οὗτοί εἰσιν ἐν ταῖς ἀγάπαις ὑμῶν σπιλάδες,
συνευωχούμενοι ἀφόβως,
ἑαυτοὺς ποιμαίνοντες,
νεφέλαι ἄνυδροι ὑπὸ ἀνέμων παραφερόμεναι,
δένδρα φθινοπωρινά, ἄκαρπα, δίς ἀποθανόντα,
ἐκριζωθέντα,
κύματα ἄγρια θαλάσσης
ἐπαφρίζοντα τὰς ἑαυτῶν αἰσχύνας,
ἀστέρες πλανῆται,
οἷς ὁ ζόφος τοῦ σκότους
εἰς τὸν αἰῶνα τετήρηται.*

Προχωρούμε προς το Αββαείο, το Γιόρκ-Μίνστερ, της εποχής των Νορμανδών [...]

Ακούμπησα σε μια κολόνα. Το φώς εκεί ήταν ακόμα πιο θαμπό. Πήγε ο νούς μου στην πατρίδα μου, σ' εκείνο το άλλο απομεινάρι των Νορμανδών, έναν ασήμαντο κυλινδρικό πύργο του Βοημούνδου, μισογκρεμισμένο, κάτι σαν εγκαταλειμμένο πολυβολείο ας πούμε, στην άλλη άκρη της εξάπλωσής τους, στο Κάστρο των Ιωαννίνων. Και παρέκει η τάφρος του Βοημούνδου, τα Λακκώματα που τα λέγαμε και τα λένε ακόμα, μολονότι τώρα πια έχουν γεμίσει πολυκατοικίες. Όταν όμως ήμουν μαθητής -πριν πόσα χρόνια;- υπήρχαν ακόμα τα υπολείμματα, σκάμματα βαθιά και αναχώματα. Λίγα πεύκα στο κοκκινόχωμα, στο λοφάκι της Κιάφας, όπου διάβαζα για τους Νορμανδούς και τον Αλέξιο Κομνηνό, που τούς έριξε στην θάλασσα:

Το Σάββατο της Τυρινής
χαρείς, Αλέξιε, εννόησές το
και την Δευτέραν το πρωί
ύπα καλώς, γεράκιν μου

και πήγαν κι εκείνοι στο καλό τους, Βοημούνδοι και Γυσκάρδοι, να χτίζουν Αββαεία. Κι εμείς τα δικά μας. [...]

Χριστόφορος Μηλιώνης, «Τα φαντάσματα του Γιόρκ» (Διήγημα), εν Νέα Εστία (τχ. 1707, Δεκέμβριος 1998, σ. 1165).

-----
* Το motto εκ της Επιστολής Ιούδα (στ. 12-13). -Για τα Λακκώματα και την Κιάφα βλέπε και το επίκαιρον εδωδά. Ο ίδιος.-

Τρίτη, 8 Μαρτίου 2016

ο φοβερός Παντοκράτορας των Μακεδόνων


Ο Παντοκράτορας στον τρούλο του Δαφνίου αποτελεί για τους μελετητές πρόβλημα, αλλά μάλλον πρόβλημα αισθητικής. Γιατί η γήινη, στιβαρή και δύστροπη μορφή του συνθλίβει, ισοπεδώνει, εξαφανίζει με τη θωριά της και το ήθος της τις ραδινές και εύθραυστες μορφές που κατοικούν στους τοίχους, τα τόξα, τα αψιδώματα, τις καμάρες του ναού και στο τύμπανο του τρούλου.

Ο Παντοκράτορας του Δαφνίου μπορεί να συγκριθεί, αλλά μόνο σε γενικές γραμμές και κυρίως ως προς το ήθος, με τους Παντοκράτορες στο Κορωπί [στη Σωτήρα] (περί το 1000) και στην Αγία Σοφία του Κιέβου [επευλογών] (1043-1046). Και τα δύα αυτά μνημεία είναι επαρχιακά και αναπαράγουν ιδεολογικά κατά τις δεξιότητες των ζωγράφων και τις πεποιθήσεις και αισθητικές απόψεις των χορηγών πρότυπα εκπορευόμενα από τη Βασιλεύουσα. Αντίθετα, στη Μονή Δαφνίου, αυτοκρατορική χορηγία, ο Παντοκράτορας αποδίδει αυθεντικά κατά το πνεύμα και το γράμμα την ιδέα που εικονογραφεί σύμφωνα με τους ορισμούς των εμπνευστών της.

*
Ο Παντοκράτορας, ανάλογα με την ιστορική περίοδο, μολονότι το εικονογραφικό σχήμα του παραμένει το ίδιο, δείχνει και είναι διαφορετικός [μη επευλογών, κοιτάζει λοξά στο πλάι]. Η μορφή του βαστάζει εκτός από το βαρύ θεολογικό νόημα ένα εξίσου βαρύ κοσμικό-θεολογικό νόημα, μια «πολιτική θεολογία» πολυσήμαντη και παραλλάσσουσα.

Κατά τους χρόνους των πρώτων Μακεδόνων αυτοκρατόρων αποκρυσταλλώνεται εκ νέου με μεγαλύτερη ένταση και φτάνει στο απόγειό της η ρωμαϊκή αυτοκρατορική ιδέα για τον κόσμο και την ιεραρχία του, όπου ο μόνος επί γης χριστιανός αυττοκράτορας εξομοιώνεται τελικά με τον Θεό.

Ο Παντοκράτορας-αυτοκράτορας δεν υποτάσσεται στα κοινά μέτρα, στις αισθητικές αρχές και την κλίμακα των μορφών που κοσμούν το ναό· είναι υπεράνω όλων όπως ο τρούλος που στέφει, κυριαρχεί και χαρακτηρίζει όλο το οικοδόμημα.

Ο Παντοκράτορας του Δαφνίου εντάσσεται σ' αυτό το κλίμα και μόνο έτσι μπορεί να ερμηνευθεί και να κατανοηθεί η φοβερή μορφή του. Αποδίδεται όπως αποδίδεται γιατί έτσι έπρεπε να αποδοθεί, αδιάφορο αν συνθλίβει και διαλύει όλες τις υπόλοιπες μορφές και παραστάσεις. Καθώς μάλιστα η Μονή Δαφνίου οφείλεται σε αυτοκρατορική χορηγία, απεικονίζεται στον τρούλο του καθολικού αυθεντικά η αυτοκρατορική βούληση για τη σχέση του αυτοκράτορα με τον Παντοκράτορα.

Η μακραίωνη, πολύπλοκη και ακροβατούσα αυτή ιδέα είναι αυτονόητο ότι ίσχυε σ' όλη της την έκταση σε χρόνους ακμής της αυτοκρατορίας και με ισχυρές προσωπικότητες στο θρόνο. Οι Παντοκράτορες των Κομνηνών και των Παλαιολόγων απέχουν πολύ από τον φοβερό Παντοκράτορα των Μακεδόνων. Είναι «φιλάνθρωποι» και εναρμονίζονται μελαγχολικοί και εύθραυστοι με το ύφος της υπόλοιπης ζωγραφικής διακόσμησης της εκκλησίας.

*
Πάντως η ακραία αυτή αυτοκρατορική ιδέα γοήτευε πάντα τους επίδοξους διεκδικητές της αυτοκρατορίας από τη Δύση. Απλοποιημένη και αυθάδης κατατέθηκε στα ψηφιδωτά της Μαρτοράνα (1143-1151) στο Παλέρμο της Σικελίας· παραστάθηκε ο Χριστός να στέφει τον περιβεβλημένο τους αυτοκρατορικούς λώρους Ρογήρο Β΄, αλλά αμφότεροι έχουν το ίδιο πρόσωπο.

Ο Παντοκράτορας στον τρούλο της Παρηγορίτισσας στην Άρτα (γύρω στα 1290) έχει σαφείς αναφορές στον Παντοκράτορα του Δαφνίου. Αυτό δεν σημαίνει ότι είχε ως πρότυπο το Δαφνί, αλλά κάτι πιο ουσιαστικό: Ότι ο εικονογραφικός και εκφραστικός αυτός τύπος του Παντοκράτορα, με όσα συμβολίζει και υποδηλώνει, είχε παγιωθεί κατά την περίοδο των Μακεδόνων και ότι αργότερα ήταν αναγνωρίσιμος και αναβίωνε οσάκις οι συνθήκες ήταν ευνοϊκές για φιλόδοξους ισχυρούς που στόχευαν στον αυτοκρατορικό θρόνο στην Κωνσταντοινούπολη.

Αγάπη Καρακατσάνη, Παλινωδία για τη Μονή Δαφνίου (έκδ. Άγρα, Αθήνα 2001, σσ. 25-29).- Πρβλ. αλλοτινό περιηγητικό postάκι εδωδά.

Σάββατο, 5 Μαρτίου 2016

βίος και πολιτεία Ιωάσαφ, υιού Αβενήρ, του βασιλέως της Ινδίας


Μια φοιτήτρια της φιλολογίας, με τρόπο βαδίσματος παράξενο,
 διαπιστώνει ενταύθα στην αφήγησή μας κάποιο χάσμα.
 Συζητά μ' έναν φίλο της Θεολόγο, εάν το διαπιστούμενο κενό θα μπορούσε
ν' αποδοθεί στην, αποκαλούμενη από τους αναχωρητές συγγραφείς του
Ορθοδόξου Βυζαντίου, ακηδεία. Η συζήτησή τους περιστρέφεται πέριξ πολλών.
Συν τοις άλλοις γίνεται μνεία του Ρώσου συγγραφέως Ροζανώφ, ιδιοσυγκρασίας βαθύτατα
θρησκευτικής. Τού ήταν αδύνατο να κατανοήσει τη ζωή άνευ προσευχής, και όμως
τα έβαζε με τον Χριστιανισμό, μη θέλοντας να αποστεί του σωματικού έρωτος.*

«...Και να βάλεις μέσα εις το παλάτιον διά συντροφίαν του υιού σου δέκα παιδιά συνομήλικά του, και δώσ' τον και ένα διδάσκαλον να τον μαθαίνει τα φιλοσοφικά, διά να περνά η φαντασία του. Και να προστάξεις τα παιδία ότι να μην τολμήσει τινάς από αυτά να αναφέρουσιν του υιού σου Ιωάσαφ διά να του ειπούσι το όνομα του Χριστού, ουδέ πως είναι χριστιανοί εις τον κόσμον. Και να προστάξεις τον διδάσκαλόν του να τον μάθει την ρητορικήν και να του λέγει ότι ποτέ οι άνθρωποι δεν αποθνήσκουσι, αλλά πάντοτε ζούσι. Και να είπεις του φυλάκτορος ότι, αν λάχει και αποθάνει κανένα από εκείνα τα παιδιά, παρευθύς να επαίρνει άλλο, οπού να του ομοιάζει, να το βάνει εις τον τόπον του αποθαμένου. Και να ειπείς τον διδάσκαλόν του και τον φυλάκτορα και των παιδιών ότι ποτέ να μην εναντιηθούν του Ιωάσαφ εις κανένα πράγμα ή να τον ειπούσι πως αποθαίνουσιν οι άνθρωποι. Και να μην τον αφήνουσι ποσώς να ομιλήσει με κανέναν άνθρωπον, μόνον με εκείνους οπού είναι μαζί του εις το παλάτιον. Και να τους ειπείς να τον εξεφαντώνουν, να του κάμνουν καλήν καρδίαν, να μην τον πικραίνουσι, μόνον να χαίρεται. Και να σταθεί εκεί έως δεκατέσσερους χρόνους, και τότες να τον εβγάλεις έξω, να τού δώσεις γυναίκα, και θέλει πέσει εις του κόσμου τες χαρές και δεν θέλει γένει χριστιανός». [294v-295r]

[...]
«...Διά τούτο κάμνει χρεία να κάμεις του υιού σου του Ιωάσαφ, καθώς σού είπα, έως δεκαπέντε χρόνους, διά να μην ακούσει αυτά όλα των χριστιανών· μόνον να τρώγει, να πίνει και να έχει όλες τες χαρές του κόσμου. Και να του δώσεις γυναίκα εύμορφην, και τότε θέλεις τον αφήσει να έβγει έξω από το παλάτιον αφόβως. Ύστερα, εάν όλοι οι χριστιανοί τον ήθελαν διδάξει την πίστην του Χριστού νύκτα και ημέραν, δεν θέλουν εμπορέσει να τον γυρίσουν, ουδέ να τον εβγάλουν από την εδικήν μας πίστην, να μην προσκυνά τους θεούς μας. Διά τούτο σου είπα να τον φυλάξεις τόσον καιρόν, να μην γένει χριστιανός». [295v]

[...]
«Πολυχρονεμένε βασιλεύ, δεν είναι δίκαιον ουδέ πρέπον να θανατώνει ο πατέρας το παιδί του ποτέ. Αλλά εγώ να σου δώσω καλήν βουλήν, διά να έλθει ο υιός σου εύκολα εις την πίστην μας, να κάμει εκείνο οπού ορίσεις. Να κάμεις ωσάν σου λέγω: Στείλε δέκα κορασίδες εύμορφες, να είναι ώς δεκαπέντε χρονών, εις το παλάτι του Ιωάσαφ να είναι μαζί του, να χαίρουνται και να ξεφαντώνουν μετ' αυτόν νύκτα και ημέρα. Και αυτές εμπορούν να τον φέρουν εις έρωτα, να πέσει εις την όρεξην της σαρκός, και τότε εύκολα τον θέλεις φέρει εις το θέλημά σου. Και παράγγειλε των κορασίδων ότι: “Όποια από εσάς να κάμει τον Ιωάσαφ να πέσει εις μείξην σαρκικήν και να τον γυρίσει από την πίστην του Χριστού”, τάσσοντας να της τον δώσεις διά άνδρα της. ...». [329v]

Βαρλαάμ και Ιωάσαφ. Η παραλλαγή του κώδικα Ι 104 της Μονής Μεγίστης Λαύρας (εισαγ. Π. Βασιλείου, έκδ. ΙΝΣ, Θεσ/νίκη 2004, σσ. 77, 79, 135, πρβλ. την παραλλαγή του Αγάπιου Λάνδου στην εισαγωγή, σσ. 37-38: «και όταν φθάση εις ηλικίαν νόμιμον, υπάνδρευσον αυτόν με την ωραιοτέραν γυναίκα, οπού να εύρης και τότε όταν εγνωρίση την ηδονήν της σαρκός δεν γίνεται πλέον χριστιανός, ότι ο νόμος του Χριστού ορίζει σωφροσύνην και άσκησιν» (φ. 3r-v, 880C)).

-----
* Το motto εκ του Ν.Γ. Πεντζίκη, Σημειώσεις εκατό ημερών, 3.

Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2016

τίποτε πέρα από τα πράγματα


Εκείνο που μ' εκνευρίζει είναι που βρίσκω
κάθε μέρα στο σπίτι σπαρμένα εδώ κι εκεί, αυτά
τα λαστιχάκια που τάχουνε τώρα για να «δένουν»
τα (μικρά πακέτα). Παλιότερα, την παλιά εποχή
που υπήρχε ο σπάγγος, δεν έβρισκα ποτέ
παραπεταμένους σπάγγους στο πάτωμα.*

«Η ίδια η ποίηση», γράφει ο νεαρός Lukàcs [On the nature and form of the essay, 1974] «δεν γνωρίζει τίποτε πέρα από τα πράγματα· γι' αυτήν, κάθε πράγμα, είναι σημαντικό και μοναδικό και ασύγκριτο. Αυτός είναι επίσης ο λόγος που η ποίηση δεν γνωρίζει ερωτήματα: δεν απευθύνει κανείς ερωτήματα σε καθαρά πράγματα...»

Αν τελικά υπάρχει ένα πεπρωμένο της γραφής αυτό δεν είναι άλλο από το πεπρωμένο μιας αμορφίας που βιάζεται να γίνει γραφή, καταργώντας έμπρακτα κάθε διάκριση ταυτότητας και διαφοράς, αμεταβλησίας των ουρανίων και μεταβλητότητας των εγκοσμίων, πεπερασμένου και απειρότητας· κάθε διάλογο μεταξύ Ελλόγου και Αλόγου, κάθε εγκαθιδρυμένη εκτός της γραφής σχέση μεταξύ ατομικής και ιστορικής υπάρξεως. Διότι η αμορφία δεν γνωρίζει ιστορικό χρόνο, και η ιστορικότητα δεν αναφέρεται σε μορφές των πραγμάτων παρά σε σχέσεις που βρίσκονται μέσα σε ταυτότητα και σε διαφορά, και επομένως έξω από τη γραφή.

Θα έλεγα πως ο ποιητικός λόγος είναι η αναγκαιότητα των πραγμάτων να γίνουν πράγματα, ή αλλιώς η αναγκαιότητα του κόσμου να καταργηθεί και να προκύψει εκ νέου στοιχειακός μέσα σε μιαν εικόνα που αντικατοπτρίζει τον εαυτό της και το πεπρωμένο της («Αυτός που δεν έχει τη δύναμη να σκοτώσει την ποραγματικότητα, δεν έχει τη δύναμη να τη δημιουργήσει», μάς διδάσκει ο De Sanctis).

Στέφανος Ροζάνης, Η «μίμηση» της πραγματικότητας στη Θεία Κωμωδία του Δάντη (έκδ. Παρουσία, Αθήνα χ.χ., σσ. 40-41).

-----
 * Το motto εκ του Τάκη Σινόπουλου, Νυχτολόγιο [1978] (έκδ. Κέδρος, Αθήνα 1990, σ. 18).