Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2017

«κανονάρια» στην μυστηριακή ζωή και δη των μελλονύμφων


Ως προς τας αδικαιολογήτους αποχάς των νεονύμφων εκ της θείας Κοινωνίας αύται αφορούν την αμέλειαν των πιστών διά την μυσταγωγικήν ζωήν. Διά τους αδικαιολογήτους δε αφορισμούς των μελλονύμφων εκ της θείας Κοινωνίας ευθύνεται, κατά την γνώμην μας, η σημαντική επίδρασις της μεταγενεστέρας ηθικολογίας, ως διεμορφώθη κατά την εποχήν της Τουρκοκρατίας.

Ο δημοφιλέστατος μοναχισμός, εμφανιζόμενος μετά τον θρίαμβον της Ορθοδοξίας κατά την Ζ΄ Οικουμενικήν Σύνοδον, ήσκησε μεγάλην επιρροήν εις την θείαν λατρείαν. Από του Θ΄ αιώνος, όμως, παρατηρούνται ωρισμέναι άγνωστοι εις την διδασκαλίαν των Πατέρων τάσεις, αι οποίαι αφορούν εις την εφαρμογήν μοναστικών κριτηρίων και κανόνων επί του εγγάμου βίου.

Η τελική διαμόρφωσις των τάσεων αυτών έλαβε χώραν κατά την Τουρκοκρατίαν υπό την έντονον επίδρασιν της Δύσεως. Οι υπάρχοντες ιεροί κανόνες δεν εκρίνοντο ικανοποιητικοί και διά τον λόγον τούτον αρκετοί μοναχοί προβαίνουν εις την συμπλήρωσιν των νομοκανονικών συλλογών, οι οποίοι αποκαλούνται «Εξομολογητάρια» ή «Κανονάρια».

Αι συλλογαί αύται αποτελούν μίαν πρώτην συστηματοποίησιν των εκλησιαστικών ηθών και εθίμων. Συνήθως αύται ασχολούνται με τα ανθρώπινα πάθη και τα επιτίμια, τα οποία (επιτίμια) παρουσιάζονται ως έν είδος ποινών διά τους διαπράττοντας αμαρτίας.

*

Είναι κατανοητόν, συνεπώς, ότι υπό τοιαύτας συνθήκας πνευματικής πειθαρχίας, η μυστηριακή ζωή των πιστών ητόνισε κατά τρόπον λίαν επικίνδυνον. Θα αναφέρωμεν ενταύθα ως παράδειγμα των νέων αυτών αντιλήψεων, την επιβολήν της υποχρεωτικής εξομολογήσεως και της νηστείας των μελλονύμφων προ του γάμου [σημ. 361: «...εκείνοι όπου μέλλουν να υπανδρευθούν, πρέπει να εξομολογούνται μετά των γυναικών των, να νηστεύουν, και να προετοιμάζωνται...» (βλ. υποσημ. της ερμηνείας του ΙΓ΄ καν. της ΣΤ΄ Οικουμ. Συνόδου, Νικοδήμου Αγιορείτου, Πηδάλιον, σ. 230], καθώς, επίσης, και την απαγόρευσιν της συνευρέσεως των νεονύμφων κατά την νύκτα μετά την θείαν κοινωνίαν [σημ. 362: «...και να φυλάττωνται να μη σμίγουν εκείνην την νύκτα μετά την θείαν κοινωνίαν... Ο πατριάρχης κυρ Λουκάς εις επιτίμια καθυπέβαλε τους νεονύμφους εκείνους όπου εσμίχθησαν κατά την αυτήν ημέραν μετά την αγίαν Κοινωνίαν» (βλ. υποσημ. της ερμηνείας του ΙΓ΄ καν. της ΣΤ΄ Οικουμ. Συνόδου, Νικοδήμου Αγιορείτου, Πηδάλιον, σ. 230. Περί τούτου βλ. Γ. Πατρώνου, Θεολογία και εμπειρία του γάμου, σ. 104-108] και, επί πλέον, τρείς ημέρας μετά την θείαν κοινωνίαν [σημ. 363: «Και ωσάν απεράσουν τρείς ημέρες, ετότες να σμίγετε το ανδρόγυνο» (Κοσμά του Αιτωλού, Διδαχές, έκδ. Ι. Μενούνου, Αθήνα ά.χ., σ. 196].

Νέναντ Μιλόσεβιτς, Η θεία Ευχαριστία ως κέντρον της θείας λατρείας. Η σύνδεσις των μυστηρίων μετά της θείας Ευχαριστίας (έκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2001, σσ. 198-199, 200-201).

Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2017

ο γάμος ως θεσμός δικαίου


τοις γαμούσι και ταις γαμουμέναις
μετά γνώμης του επισκόπου
την ένωσιν ποιείσθαι, ίνα ο γάμος
ή κατά Κύριον και μη κατ' επιθυμίαν.
Πάντα εις τιμήν Θεού γινέσθω.*

Ως θεσμός δικαίου ο γάμος βασίζεται εις το ρωμαϊκόν δίκαιον, το οποίον αναμφιβόλως όχι μόνον επηρέασε τους μεταγενεστέρους βυζαντινούς νομοκάνονας, αλλά κατά μέγα μέρος διεμόρφωσε και την χριστιανικήν νομοθεσίαν του γάμου. Ο διπλούς ούτος χαρακτήρ του χριστιανικού τούτου θεσμού εδείκνυε την σαφή στάσιν της Εκκλησίας έναντι του γάμου.

Την Εκκλησίαν ενδιέφερεν η σωτηρία του ανθρώπου και, κατά συνέπειαν, ο έγγαμος βίος, ως ένας από τους δρόμους προς την Βασιλείαν του Θεού, ως τοιούτος και μόνον, ήτο αντικείμενον εκκλησιαστικού στοχασμού. Τα υπόλοιπα στοιχεία, τα οποία εμμέσως δεν αφορούσαν την Εκκλησίαν, ίσχυον διά τους χριστιανούς ως και διά τους υπολοίπους πολίτας της αυτοκρατορίας.

[σημ. 211: Προφανώς διά τους χριστιανούς της εποχής εκείνης ίσχυσαν εξίσου και ο πολιτικός και ο εκκλησιαστικός γάμος.

Τον πολιτικόν αφορούσαν τα θέματα των κοινωνικών κανονισμών· «ήν ο κανονισμός των δικαιωμάτων των τέκνων και των συνεπειών του γάμου ως προς την περιουσίαν»,

ενώ ο εκκλησιαστικός διά τους χριστιανούς ήτο εξαιρετικής σημασίας, «συναπαιτούσε χριστιανική υπευθυνότητα και χριστιανικό βίωμα» (J. Meyendorff)].

Επομένως ο γάμος, ο οποίος εικονίζει τον δεσμόν του Χριστού μετά της Εκκλησίας (Εφεσίους, ε΄ 32), είναι ιερόν μυστήριον, και διά τούτο η Εκκλησία έχει ενεργόν ρόλον εις την πραγματοποίησιν αυτού.

[...]

Η αναγνώρισις της χριστιανικής θρησκείας ως επισήμου θρησκείας της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, είχε δραστικάς επιπτώσεις εις την περαιτέρω εξέλιξιν της ιερολογίας του γάμου, ιδιαιτέρως μετά τον ένατον αιώνα (893 μ.Χ.), όταν ο Λέων ο Σοφός διά της πθ΄ Νεαράς ανεγνώριζε ως αποκλειστικώς νόμιμον τον εκκλησιαστικόν γάμον, ο οποίος ετελείτο διά της ειδικής ιερολογίας. Ο κανών ούτος, όμως, ίσχυσε μόνον διά τους ελευθέρους, ενώ οι δούλοι συνέχιζον να συνάπτουν γάμον άνευ ιερολογίας, «διότι οι τούτων κύριοι υπελάμβανον ότι η του γάμου ευλογία συνεπήγετο και την ελευθερίαν αυτών».

Ενταύθα πλέον ο όρος «ιερολογία» αποτελεί έν νέον φαινόμενον, το οποίον αφορά μόνον τους ελευθέρους. Το ότι οι δούλοι συνέχιζον να συνάπτουν γάμον άνευ ιερολογίας τούτο δεν εσήμαινε ότι έμενον εκτός του ενδιαφέροντος της Εκκλησίας. Το έτος 1092, ο αυτοκράτωρ Αλέξιος ο Κομνηνός επεξέτεινε το «προνόμιον» τούτο και εις τους δούλους, οι οποίοι ενυμφεύοντο κατά την αρχαίαν πράξιν της Εκκλησίας.

Νέναντ Μιλόσεβιτς, Η θεία Ευχαριστία ως κέντρον της θείας λατρείας. Η σύνδεσις των μυστηρίων μετά της θείας Ευχαριστίας (έκδ. Π. Πουρναράς, Θεσ/νίκη 2001 σσ. 139-140, 148). - Το motto εκ του ιδίου (ό.π., σ. 142, καίτοι απόσπασμα εκ της Προς Πολύκαρπον επιστολής (5, 2) του αγίου Ιγνατίου).

Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017

ίνα τι άρσεν και θήλυ;


Ως γνωστόν η σύστασις του γάμου συσχετίζεται με την δημιουργίαν του ανθρώπου και την πτώσιν αυτού [σημ. 366].

Η δίμορφος αύτη πραγματικότης αποτελεί το υπόβαθρον του γάμου. Το γεγονός ότι ο Θεός διήρεσε την ανθρωπίνην φύσιν εις δύο φύλα (Γεν. β΄ 21-24) («άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς» (Γεν. α΄ 27)), είναι προϋπόθεσις διά την πραγματοποίησιν του γάμου και της παιδοποιΐας μετά την πτώσιν.

Η σύστασις του γάμου, ο οποίος εδόθη εις τον άνθρωπον μετά την πτώσιν, αποτελεί το «δώρον της φύσεως», διά την αλληλοσυμπλήρωσιν των δύο φύλων και την θεραπείαν των σαρκικών ορμών των [σημ. 369] και επίσης διά τον πολλαπλασιασμόν του ανθρωπίνου γένους [σημ. 370].

Ως προς τας μετά την πτώσιν υφισταμένας ανάγκας των ανθρώπων, καθώς παρατηρεί ο ιερός Χρυσόστομος, «Θεός αυτά συνεχώρησε και γέγονεν εν καιρώ χρήσιμα».

*

[σημ. 366: Γεν. δ΄ 1. Έχουν γραφή πολλά περί του θέματος τούτου. Εις τα νεώτερα θεολογικά συγγράμματα είναι παρούσα μία έντονος τάσις αντιδιαστολής των θεολογικών απόψεων περί της συστάσεως του γάμου.

Η ακραία ασκητική αντίληψις του εγγάμου βίου ως υποβαθμισμένου θεσμού, περιωρισμένου αποκλειστικώς εις την παιδοποιΐαν, προεκάλεσε την άλλην ακραίαν αντίληψιν, η οποία απορρίπτει την σχέσιν του γάμου με το προπατορικόν αμάρτημα. Κατά την γνώμην μας η αντιδιαστολή αύτη προέκυψεν αφ' ενός από την παρερμηνείαν της σχετικής πατερικής διδασκαλίας και, αφ' ετέρου, από την λανθασμένην αντιμετώπισιν εκ μέρους της ανωτέρω ασκητικής αντιλήψεως.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας έχουν ήδη παραδώσει σαφή διδασκαλίαν περί του προβλήματος του γάμου. Ο μεταπτωτικός γάμος εισήχθη διά να πολλαπλασιάζωνται οι άνθρωποι.

Εκθέτων την βιβλικήν και την πατερικήν διδασκαλίαν επ' αυτού ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής συνοψίζει: «Επειδή ο προηγούμενος σκοπός του Θεού ήν του μη διά γάμου γεννάσθαι ημάς, η δε παράβασις της εντολής τον γάμον εισήγαγε διά το ανομήσαι τον Αδάμ, τουτέστιν αθετήσαι τον εκ Θεού δοθέντα αυτώ νόμον...» (Ερωταποκρίσεις, Α, 3, ΕΠΕ 14Α, 280).

Επομένως, η πεπτωκυία φύσις του ανθρώπου συνιστά το αίτιον της παιδοποιΐας διά του βιολογικού τρόπου (Βλ. Γρηγορίου Νύσσης, Περί κατασκευής του ανθρώπου, 17, ΕΠΕ 5, 126), όμως ο τρόπος ούτος ταυτοχρόνως αποτελεί «μίαν φυσικήν αναγκαιότητα» και διά τούτο αποτελεί «σαρκικόν και φύσεως, αλλ' ού χάριτος δώρον» (Βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, 1, 1, ΕΠΕ 2, 112).

Άρα, παρ' ό,τι ο γάμος εισάγεται «διά το ανομήσαι τον Αδάμ», τούτο δεν σημαίνει ότι η Εκκλησία περιφρονεί ή υποτιμά αυτόν, αλλά τον ευλογεί και τον μετατρέπει εις «Μυστήριον Μέγα» (Πρβλ. Π. Νέλλα, Ζώον Θεούμενον, Αθήνα 1979, σ. 83).

[σημ. 369: Οι Πατέρες της Εκκλησίας άνευ εξαιρέσεων συμφωνούν ότι ο γάμος εδόθη εις τους ανθρώπους ως συγκαταβάσεως δώρον κατ' αρχάς διά την υπέρβασιν της μεταπτωτικής ανθρωπίνης φύσεως, ενώ η παιδοποιΐα ακολουθεί ως αποτέλεσμα του πρώτου. Εν σχέσει με αυτά ο ιερός Χρυσόστομος χαρακτηριστικώς σημειώνει: «Εδόθη μεν ουν και παιδοποιΐας ένεκεν ο γάμος, πολλώ δε πλέον υπέρ του σβέσαι την της φύσεως πύρωσιν. Και μάρτυς ο Παύλος λέγων: “Διά δε τας πορνείας έκαστος την εαυτού γυναίκα εχέτω” (Α΄ Κορ. ζ΄2), ου διά τας παιδοποιΐας» (Ιωάννου Χρυσοστόμου, Περί παρθενίας, ιθ΄, ΕΠΕ 29, 504-506).]

[σημ. 370: «Προ της αμαρτίας μήτε τόκον ιστορείσθαι, μήτε ωδίνας, μήτε την προς παιδοποιΐαν ορμήν, απωκισθέντων δε του παραδείσου μετά την αμαρτίαν και της γυναικός τη τιμωρία των ωδινών κατακριθείσης, ούτως ελθείν τον Αδάμ εις γνώναι γαμικώς την ομόζυγον, και τότε της παιδοποιΐας την αρχήν γενέσθαι» (Γρηγορίου Νύσσης, Περί κατασκευής του ανθρώπου, ιζ΄, ΕΠΕ 5, 126).]

Νέναντ Μιλόσεβιτς, Η θεία Ευχαριστία ως κέντρον της θείας λατρείας. Η σύνδεσις των μυστηρίων μετά της θείας Ευχαριστίας (έκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2001, σσ. 203-205).

Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2017

το βλέμμα που μάς έριξε


[...] δυο νεαροί ήταν καθισμένοι σ' ένα τραπέζι, στη βεράντα. Δεκαπέντε και δεκαεπτά ετών μπορεί. Από την επαρχία, σίγουρα· τίποτε, όμως, στο παρουσιαστικό τους δεν πρόδιδε χωρικό της βόρειας ή της κεντρικής Γαλλίας· πιο άνετοι, πιο ζωηροί. Πώς μάς κοίταζαν· κυρίως ο μεγαλύτερος. Ποτέ δεν θα ξεχάσω εκείνο το βλέμμα που μάς έριξε, στην Ίνγκα και σε μένα, όταν κάναμε κούνια· ούτε ίχνος φθόνου, μόνο θαυμασμός, η έκσταση να βλέπει πως τόση ευτυχία ήταν εφικτή, πως υπήρχε πράγματι, εκεί, μπροστά του. Κι όταν η Ρομάνα ήρθε να κάνει κούνια με τη σειρά της, αντικαθιστώντας την 'Ινγκα πλάι μου: η έκπληξη· η λαβωματιά στην καρδιά του, το κοκκίνισμα στα μάγουλά του. Πώς άνοιγε διάπλατα τα μάτια του για να αποτυπώσουν την εικόνα που έβλεπαν. Τί νά 'ταν για κείνον άραγε; Μεγάλες κυρίες σαν αυτές που βλέπουμε στον κινηματογράφο· άγγελοι που εκφράζονται σε άγνωστες γλώσσες! Ήταν ωστόσο προφανές πως η καρδιά του ήταν δοσμένη στην Ίνγκα, ίσως γιατί είναι η πιο ζωηρή από τις δύο, ή γιατί δεν είχε ποτέ φανταστεί πως μπορεί μια γυναίκα να είναι τόσο ξανθιά, τόσο λευκή. Ά, τί κρίμα... 'Επρεπε να το πώ στην 'Ινγκα και να την πείσω να μείνει στον κήπο ενώ η Ρομάνα κι εγώ θα φεύγαμε για λίγο. Θα κάναμε μια βόλτα, και σε μια ώρα θα γυρίζαμε να την πάρουμε. 'Ετσι, θα είχα περάσει μία ώρα με τις «παραλλαγές», ενόσω το «κυρίως θέμα»... Και τι ανάμνηση θα είχε πάρει μαζί του πίσω στο χωριό, το όμορφο εκείνο αγόρι! Το πρόσωπό του, τα νιάτα του, όλα έδειχναν πως θα κρατούσε μυστική τη συναρπαστική του περιπέτεια· αρκετά ευαίσθητος, εν πάση περιπτώσει, ώστε να μη μιλήσει ποτέ χυδαία για το θέμα αυτό. Κάτι σαν συναπάντημα με νεράιδα [...]

Valery Larbaud, Εραστές, ευτυχισμένοι εραστές... (μτφρ. Β. Χατζάκη, έκδ. 'Αγρα, Αθήνα 2005, σσ. 61-63).

Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

εκ Θεσσαλίας Δαμιανός


Οι όσιοι, οι άγιοι, οι μάρτυρες ήσαν οι μεγάλοι ευεργέται του δούλου Γένους! Ο άγιος οσιομάρτυς Δαμιανός ήταν ένας από αυτούς. Eγεννήθη από γονείς ραγιάδες! Είχαν περάσει περίπου εκατόν χρόνια δουλείας του Γένους εις τους Τούρκους. Το χωρίον του, το Ρίχοβον (ή Μυρίχοβον), της επαρχίας Καρδίτσης, ήταν ένα χωρίον, που το εκατοικούσαν ολίγοι αγρόται. Οι γονείς του, πτωχοί από όλα, επάλευαν με τα χώματα και με ολίγα οικόσιτα - όπως συνήθως γίνεται με τους κοινούς χωρικούς - και ο καϋμός των ήτο να εξασφαλίσουν "τον άρτον τον επιούσιον" και απαραίτητον δια την λιτήν ζωήν των. Το μόνο πλούσιον που διέθεταν ήτο η ευσέβεια των. Και από αυτήν είχαν κάθε ημέρα, την κάθε στιγμή να προσφέρουν εις τον μικρόν και καλόγνωμον υιόν των, τον Δαμιανόν.

Η ψυχή του παιδιού, ομοία με την εύφορον θεσσαλικήν γην, εδέχθη ευγνωμόνως την καλλιέργειαν της θεοσέβειας, εις την οποίαν -καθώς αποδεικνύεται- ήσαν, παρά την αγραμματοσύνην των, επιδέξιοι οι ταπεινοί γονείς του. Το παιδί επροώδευε. "Προέκοπτε σοφία και ηλικία και χάριτι παρά θεώ και ανθρώποις". Ήταν φανερον. Ημπορούσε να το διακρίνη ο καθείς θα εγίνετο κάτι παραπάνω από το συνηθισμένον. Εις το Μυρίχοβον ήτο το υπόδειγμα δια τους νέους. Οι μεγαλύτεροι τον εκαμάρωναν -διατί όχι;- και εδιδάσκοντο. Η αρετή είναι μία διδασκαλία δι' όλους, ακόμη και όταν υπάρχη εις την άωρον ηλικίαν. Τι κρίμα να μη υπάρχουν περισσότεροι πληροφορίαι δια τους καλούς γονείς αυτού του σπουδαίου νέου!
Περισσότερα εδωδά!

Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2017

ν' αφήσουμε τα πράγματα να πάρουν τον δρόμο τους


[...] Η Ίνγκα και η νιότη μου, εκείνα τα χρόνια της νιότης μου, το καλύτερο κομμάτι που θα μείνει από τα χρόνια εκείνα. Προβλέπω, όμως, επίσης πως θά 'ρθει καιρός, στο όχι πολύ μακρινό μέλλον, όταν αυτή η εποχή της νιότης θα έχει περάσει και για τους δυό μας, που θα πάψουμε να συναντιόμαστε. Τότε το πολύ σημαντικό είναι ν' αφήσουμε τα πράγματα να πάρουν τον δρόμο τους· να μη γυρέψουμε να παρατείνουμε τη μεγάλη περιπέτεια· θα ήταν κακόγουστο. Αποσιωπητικά· κενό διάστημα· και ένα νέο κεφάλαιο αρχίζει, σε δεξιά σελίδα. Να ξέρω, ωστόσο, ή να μαντεύω, πως εξακολουθεί να είναι ευτυχισμένη. 'Επειτα υπάρχει πάντα το ενδεχόμενο μιας τυχαίας συνάντησης· σε άλλο επίπεδο όμως. Η δεσποινίς 'Ινγκεμποργκ. Ο κύριος Φράντσια. Τί ευχάριστη έκπληξη! Σε κάποιο εστιατόριο, ίσως, στη γέφυρα ενός πλοίου, ή στο διάδρομο ενός βαγονιού. Εκείνη, με την καινούργια της φίλη, la cara, la diletta, l' «unica». Κι εγώ, κατά πάσα πιθανότητα, ολομόναχος.-

Valery Larbaud, Εραστές, ευτυχισμένοι εραστές... (μτφρ. Β. Χατζάκη, έκδ. 'Αγρα, Αθήνα 2005, σσ. 74-75).

Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2017

πόσο λίγο αξίζει η αγάπη της


Σάρκα ξανθή
Ρίγος ξανθό
Ρόδο ξανθό
κι οι στήμονες γλαυκοί *

[...] 'Ε, λοιπόν, όχι! Δεν θα υποκύψω. Θα μείνω εδώ, μόνος μου.
Εκεί πάλι τα ίδια και τα ίδια: ζήλια, ψεύτικοι όρκοι, δάκρυα, το μοίρασμα, όλη αυτή η γνωστή ιστορία που επαναλαμβάνεται βδομάδα τη βδομάδα, μήνα το μήνα.
Δεν τα εξάντλησα μήπως όλα όσα είχε να μού δώσει;
Δεν χάραξα μια για πάντα στη μνήμη μου ό,τι αξιαγάπητο υπάρχει πάνω της;
'Εχει μήπως τίποτε άλλο να μού μάθει;
Πώς μπορεί να είμαι τόσο αδύναμος ώστε να την αγαπώ ακόμη, ξέροντας τόσο καλά τί είναι και πόσο λίγο αξίζει η αγάπη της;
'Οχι.
Μ' αυτήν, κατά βάθος, το μόνο που θέλω είναι να έχω την τελευταία λέξη.
Ματαιοδοξία.
Από κεί, όμως, πρέπει να γαντζωθώ, ελλείψει καλυτέρου.
Και ο μόνος τρόπος για να έχω την τελευταία λέξη είναι να μην επιστρέψω.
Βρίσκεις, λοιπόν, πως δεν αγαπώ τον εαυτό μου αρκετά;
Τώρα θα δείς.
Πόσο πονάει να την απαρνηθώ, να ξεκολλήσω αυτό το τόσο γερά, το τόσο βαθιά ριζωμένο πράγμα από μέσα μου.
Ωστόσο είμαι σίγουρος πως θά 'ρθει μια μέρα που θα τη βλέπω με μάτι αδιάφορο όπως οι άλλοι, που θα σκέφτομαι «Αυτό ήταν λοιπόν;».
Ναι, θα έρθει καιρός που θα την αποφεύγω,
που θα ενοχλούμαι όταν σκέφτομαι τα γράμματα που τής έγραφα·
που θα πιστεύω πως αγαπώντας την προσέβαλλα τον εαυτό μου,
που θα ντρέπομαι γιατί τής φέρθηκα με το σεβασμό που επιβάλλει ο έρωτας,
τότε που ακόμη και στη θύμησή μου θα έχω επιβάλει σιωπή.
Τώρα, όμως, είναι πολύ επώδυνο.
Να πώ στον εαυτό μου: πως και τα δικά μου αισθήματα έχουν κι αυτά την αξία τους και πως είναι καλύτερα να μην τα δίνω καθόλου παρά να τα αποθέτω εκεί που δεν πρέπει· και μαζί, πως για κείνη σημαίνω πολύ λιγότερα απ' ό,τι νομίζω, έστω και αν νομίζω πως σημαίνω ελάχιστα.
Επιπλέον: δεν τη σκέφτομαι παρά μόνο όταν είμαι ευχαριστημένος, ποτέ όταν έχω στενοχώριες ή όταν κάτι με αποσχολεί: κι αυτό είναι αλάνθαστο σημάδι. [...]

Valery Larbaud, Εραστές, ευτυχισμένοι εραστές... (μτφρ. Β. Χατζάκη, έκδ. 'Αγρα, Αθήνα 2005, σσ. 70-71).


----- 
* Το motto εκ του Δημ. Δημητριάδη, [Η αδύνατη κατεύθυνση – ΙΙ], περιεχόμενο στο: Προς αυτή την αλόγιστη κατεύθυνση (έκδ. Σαιξπηρικόν, Θεσσαλονίκη 2013, σ. 45).

Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2017

η αθώα καμπύλη τους


Η ελευθερία του Ανθρώπου
σταματάει στο πρώτο
σεξουαλικό λάκτισμα,
εκεί... λίγο πριν
την εφηβεία.*

[...] κοντά στις Τρεις Χάριτες.
Να κάτι που γρήγορα θα με παρηγορήσει, μαζί με τους κήπους και...
Χαιρετώ τις Τρεις Αδελφές, τα τρία ωραιότερα κορίτσια του Μονπελιέ.
(Δεν είναι δα μικρό το εγκώμιο.)
Χαιρετώ την τριπλή ανάβαση από την άκρη των ποδιών ώς το μπούστο,
το στεφάνι από έξι τρυφερά και σφριγηλά μπράτσα,
και τις τρεις σειρές στήθη, που απ' το κάθε ζευγάρι το καθένα είναι στραμμένο αλλού.
Η αθώα καμπύλη τους·
το ύφος της προσμονής, για πάντα.
Κι αν ξαφνικά τα ψηλαφήσεις, κάτω απ' τα μπράτσα,
νιώθεις στις χούφτες σου τις λείες και δροσερές άκρες τους
έκπληκτες σαν μουσούδες ζώων,
να κάνουν το μόνο που ξέρουν: να μορφάζουν.
Καλότυχος ο άντρας εκείνος που μπόρεσε να στήσει σε δημόσιο χώρο τα κορίτσια της φαντασίας του, γυμνά και δίχως αιδώ.
Τί πείρα, τί βαθύς στοχασμός πάνω στο γυναικείο σώμα...

Valery Larbaud, Εραστές, ευτυχισμένοι εραστές... (μτφρ. Β. Χατζάκη, έκδ. 'Αγρα, Αθήνα 2005, σσ. 51-52).


*


                                   Ηθογραφία

Ένας άντρας
αναλώνει την έκστασή του
κοιτάζοντας
κατάπληκτος
δυό κορίτσια να φιλιούνται
με πάθος.

[1982]

Αντώνης Περαντωνάκης, Ακίδες και Δήγματα (έκδ. Πλέθρον, Αθήνα 1993, σ. 25).


-----
* Το motto εκ του Νίκου Γεωργίου, Δυό ανάσες (έκδ. Ελίκρανον, Αθήνα 2014, σ. 35).