Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2020

προπαρασκευή τινα


ο γαρ θεός υπερούσιος
υπέρ επέκεινα πάσης ουσίας
και εί τι τούτου πορρωτέρω υπάρχει.*

Με τέτοια λοιπόν ακατανίκητα συμπεράσματα αποδιώχνει ο λόγος της Εκκλησίας τους πλανώμενους της κάθε παράταξης και δεν αφήνει περιθώρια σ' αυτούς που θέλουν να συκοφαντήσουν την αλήθεια. Διότι αν κάποιος που επιθυμεί τη διαίρεση επιχειρήσει με την ομολογία των δύο φύσεων να βγάλει συμπεράσματα ότι πρόκειται για δύο υποστάσεις δηλ. πρόσωπα, βεβαίως διαψεύδεται και μάλιστα όχι λίγο με τους ορισμούς που προαναφέρθηκαν. Διαψεύδεται όμως πολύ περισσότερον με τον άλλο από τους όρους και μάλιστα πολύ εύκολα, εννοώ δηλ. τον όρο μία φύση του Θεού λόγου σεσαρκωμένη.

Ο όρος αυτός παρουσιάζει με σαφήνεια ότι η ανθρωπότητα του Χριστού δεν έγινε ποτέ γνωστή ως υπόσταση παρά μόνον όταν η θεϊκή φύση εισέδυσε στην παρθενική μήτρα. Από την παρθενική λοιπόν μήτρα με ανέκφραστο τρόπο έπλαθε και έδινε σ' αυτή μορφή διά του εαυτού της με αποτέλεσμα ούτε οι ίδιες οι πρώτες αρχές της ζωοπλαστίας να μην έχουν την ανθρώπινη φύση χωρίς την ουσιώδη και φυσική εμφιλοχώρηση της θείας φύσεως η οποία προσέλαβε την ανθρώπινη.

Και γιατί αναφέρω τις αρχές της ζωοπλαστίας τη στιγμή που η ίδια η παρθένος Μαρία δεν θα μπορούσε να πάρει δύναμη για να γεννήσει με τρόπο υπερφυσικό, εάν ο λόγος (ο θείος) δεν την παρορμούσε σ' αυτό με την εγκατοίκησή του στη μήτρα; Επομένως πώς είναι δυνατόν, αυτή η ανθρωπότητα του Χριστού που ποτέ δεν υπήρξε ως ιδιάζουσα υπόσταση αλλά πέτυχε την ύπαρξη και την υπόσταση με το θεό λόγο που την προσέλαβε, πώς μπορεί αυτή η ανθρωπότητα να ονομαστεί ποτέ υπόσταση, ή να μπορεί να αναγνωριστεί ξεχωριστά ως πρόσωπο ιδιοσύστατο καθ' εαυτό;

Είναι πράγματι ηλίθιο και μάταιο να ομολογεί κανείς αυτά και να αναζητεί δύο υποστάσεις ή πρόσωπα σ' ένα τέτοιο αποτέλεσμα. Εκτός εάν κανείς τιμάει αυτά και τα ασπάζεται κάπως με τα χείλη, ενώ η καρδιά του απέχει πολύ από αυτά. [ηλίθιον όντως και μάταιον το ταύτα συνομολογείν και δύο υποστάσεις ή πρόσωπα ζητείν επί του τοιούτου αποτελέσματος, ει μή τι άρα τις τοις χείλεσι μεν τιμά και ασπάζεται ταύτα, η δε καρδία αυτού πόρρω απέχει απ' αυτών.]

Εάν λοιπόν κάποιος θέλει να ομολογεί γνήσια και εκκλησιαστικά τις δύο φύσεις στο Χριστό και τον όρο μία φύση του Θεού λόγου σεσαρκωμένη ας τα δεχτεί με απλωμένα χέρια και ολόκληρη την καρδιά του, όπως τα φανερώνουν όσα είπαμε. Αν πάλι νομίζει ότι εμείς συγχέουμε τη θεία οικονομία, επειδή τάχα το σεσαρκωμένη μπορεί να εννοηθεί και διαφορετικά, λαμβάνοντας υπόψη κοντά στο λόγο της ευσέβειας την ερμηνεία ενσαρκωμένη με σάρκα ζωντανή συναποτελούμενη από ψυχή νοερή και λογική να σταματήσει στο εξής να προφασίζεται αμαρτωλές προφάσεις.

Θεοδώρου της Ραϊθού, Προπαρασκευή [192-193, 4] εν Αθαν. Νίκας, Θεόδωρος της Ραϊθού (έκδ. Μονής Σινά, Αθήναι 1981, μτφρ. σσ. 186-189). - Στο motto στοιχειώδης φρασούλα του ιδίου πατρός (ό.π., [202, 9-10], εν σσ. 206-207).

Δεν υπάρχουν σχόλια: