Πέμπτη 27 Φεβρουαρίου 2020

ιητρός ανήρ


Ιητρός γαρ ανήρ πολλών αντάξιος άλλων
ιούς τ' εκτάμνειν επί τ' ήπια φάρμακα πάσσειν. Ιλιάδος Λ 514-515

*

Αξίζει για πολλούς ανθρώπους ο ιατρός που γνωρίζει
τα βέλη ν' αποσπά και με βότανα να γιατρεύει τις πληγές.

Μτφρ. Ιακώβου Πολυλά: Πολλών αντάξιος άλλων
ανθρώπων είν' ο ιατρός, που βέλη ν' αποσπάσει
γνωρίζει και με βότανα λαβώματα να γιάνει.


Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2020

το κατακόκκινο, άγριο παιχνίδι της φωτιάς


Τότε κατάλαβα πόσο καλός είμαι. Θυμάμαι τα αποθαρρημένα πρόσωπα,
τα αποκαμωμένα σώματα των δύο ανδρών, και θυμάμαι τα νιάτα μου
και την αίσθηση που ποτέ πια δεν θα ξανάρθει – την αίσθηση ότι
μπορούσα να ζήσω για πάντα, περισσότερο απ' τη θάλασσα, τη γή, και
όλους τους ανθρώπους· την απατηλή εκείνη αίσθηση που μάς παρασύρει
σε χαρές και κινδύνους, στον έρωτα, στον μάταιο αγώνα – στον θάνατο·
τη θριαμβική πεποίθηση της δύναμης, τη ζέση της ζωής σε μια χούφτα χώμα,
τη φλόγα της καρδιάς που κάθε χρόνο γίνεται όλο και πιο αδύναμη, όλο και πιο μικρή,
και στο τέλος σβήνει –γρήγορα, πολύ γρήγορα– πριν από τη ζωή την ίδια.*

Έ, λοιπόν, ξέρετε τί σκεφτόμουν; Σκεφτόμουν να τούς παρατήσω τους άλλους με την πρώτη ευκαιρία. Την πρώτη μου πλοιαρχία ήθελα να την έχω ολοδική μου! Δεν ήθελα ν' αρμενίσω σε ναυτική μοίρα, εφόσον μπορούσα να πλεύσω μόνος μου. Ήθελα να δώ τη στεριά πρώτος, να νικήσω τις άλλες βάρκες. Ά τα νιάτα, τα νιάτα! Τ' ανόητα, τα τρελά, τα όμορφα νιάτα!

Αλλά δεν ξεκινήσαμε αμέσως. Έπρεπε να δούμε το τέλος του καραβιού. Κι έτσι οι βάρκες τραβέρσωναν στη φουσκοθαλασσιά κι άντρες λαγοκοιμόνταν, ξυπνούσαν, στέναζαν, γόγγυζαν. Κοιτούσα το πλοίο που καιγόταν.

Καιγόταν ανάμεσα στο σκοτάδι της γής και τ' ουρανού, πάνω σ' ένα δίσκο πορφυρής θάλασσας που σχημάτιζε το κατακόκκινο, άγριο παιχνίδι της φωτιάς· πάνω σ' έναν αστραφτερό, καταχθόνιο δίσκο νερού. Μια ψηλή, καθαρή φλόγα, μια τεράστια, μοναχική φλόγα ανέβαινε απ' τον ωκεανό, και απ' την κορυφή της ο μαύρος καπνός ολοένα χυνόταν στον ουρανό. Η Ιουδαία καιγόταν, πένθιμη και επιβλητική, σαν νεκρική πυρά μέσα στη νύχτα, με τη θάλασσα γύρω και τ' αστέρια πάνω να κοιτούν.

Ένας μεγαλόπρεπος θάνατος ήρθε σαν δώρο, σαν χάρη, ανταμοιβή στο γέρικο καράβι, στο τέλος μιας άξιας ζωής. Παρέδιδε το κουρασμένο της πνεύμα στην αγρυπνία των άστρων και της θάλασσας – συγκλονιστικό θέαμα, είχε τη λαμπρότητα του θριάμβου. Τα κατάρτια πέσανε λίγο πριν φέξει και προς στιγμήν δημιουργήθηκε μια αναταραχή, ένα νέφος από σπίθες που φλόγιζαν τη νύχτα, την άγρυπνη και υπομονετική νύχτα, τη μεγάλη νύχτα που ανέπνεε σιωπηλή πάνω στη θάλασσα. Όταν ξημέρωσε, είχε απομείνει ένα καψαλισμένο κουφάρι – επέπλεε ακόμη κάτω από 'να σύννεφο καπνού, μ' έναν διάπυρο όγκο κάρβουνου μέσα του.

Joseph Conrad, Τα νιάτα (μτφρ. Άρης Μπερλής, έκδ. Άγρα, Αθήνα 1999, σσ. 70-72). - Το motto εκ του ιδίου (ό.π., σ. 75).

Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2020

σαν σανιδόσκαλα που οδηγούσε στην άβυσσο...

Και το καράβι αρμένιζε στην αιθρία, πράξε ή πέθανε.
[...]
Όσον αφορά εμένα, ήμουν ευχαριστημένος και περήφανος,
σαν να συνέβαλα στη νίκη σε μια μεγάλη ναυμαχία.
Ά τα νιάτα! *

Ξέρετε τί μάς ζήτησε μετά; Λοιπόν, μάς είπε να σιάξουμε τις αντένες! Ατάραχος, χαμένος σε σκέψεις, επέμενε να μπρατσάρουμε την μπροστινή αντένα. “Ούτε ξέρω αν είναι κανένας ζωντανός!” είπε ο Μαν, έτοιμος να βάλει τα κλάματα. “Οπωσδήποτε θα υπάρχουν αρκετοί για να μπρατσάρουν την αντένα”, απάντησε ήρεμα.

Φαίνεται ότι ο παππούς ήταν στην κουκέτα του και κούρδιζε τα χρονόμετρα όταν έγινε η έκρηξη. Όπως μάς εξήγησε, υπέθεσε ότι το πλοίο χτύπησε σε κάτι κι έτρεξε στην καμπίνα. Εκεί διαπίστωσε ότι το τραπέζι είχε εξαφανιστεί. Καταλαβαίνετε ότι με το που άνοιξε το κατάστρωμα, το τραπέζι έπεσε κατευθείαν μέσα στον κολοβό. Και εκεί που παίρναμε το πρωινό μας λίγες ώρες πριν, είδε τώρα μόνο μια μεγάλη τρύπα.

*

Αυτό το ήσυχο ανθρωπάκι, ο καμπούρης και ο στραβοκάνης, ήταν φοβερός στην ακλόνητη εμμονή στο σκοπό του, στην παγερή αδιαφορία του για τον γενικό χαμό. Έδειξε προς τα μπρος, σε μια αποφασιστική χειρονομία, και πήγε να πιάσει το τιμόνι ο ίδιος.

Μάλιστα. Αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που κάναμε: μπρατσάραμε τις αντένες αυτού του ναυαγίου! Κανείς δεν σκοτώθηκε, ή έστω τραυματίστηκε σοβαρά, αλλά όλοι μας είχαμε χτυπήσει λίγο-πολύ. Πού να μάς βλέπατε όμως!

*

Το κατάστρωμα ήταν μια ζούγκλα από σχισμένα σανίδια, αμέτρητα σανίδια, πελεκούδια, σχίζες. Τα κατάρτια πρόβαλλαν απ' αυτό το χάος σαν ψηλά δέντρα πάνω από χαμόκλαδα που έχουν θεριέψει. Και στα διάκενα αυτής της μάζας αργοσάλευε κάτι ασπριδερό, σαν λιπαρό πούσι. Ο καπνός της αόρατης φωτιάς άρχισε ξανά να ανεβαίνει, σερνόταν σαν πυκνό, δηλητηριώδες νέφος σε κοιλάδα που πνίγεται από τα ξερόκλαδα. Νωθρές τολύπες κατσάρωναν ανάμεσα στις σχίζες. Εδώ κι εκεί ένα ξύλο όρθιο έμοιαζε με στύλο. Ένα μεγάλο κομμάτι της σκαλμοδόκης, που τινάχτηκε ψηλά, είχε τρυπήσει το πρωραίο ιστίο, κι ο ουρανός έφτιαξε ένα υπέροχο γαλάζιο μπάλωμα στο ρυπαρό καραβόπανο. Μια μεγάλη τάβλα είχε πέσει κάθετα στην κουπαστή και το ένα της άκρο προεξείχε σαν σανιδόσκαλα που οδηγούσε στο κενό, στην άβυσσο, στο θάνατο – σαν να μάς προσκαλούσε να τη διαβούμε και να ξεμπερδεύουμε μια και καλή με τα γελοία μας βάσανα. Κι ακόμη ο αέρας, ο ουρανός, ένα φάντασμα, κάτι αόρατο καλούσε το πλοίο.

Joseph Conrad, Τα νιάτα (μτφρ. Άρης Μπερλής, έκδ. Άγρα, Αθήνα 1999, σσ. 49-50, 50-51, 52-53). - Το motto εκ του ιδίου (ό.π., σσ. 42, 45).

Τετάρτη 12 Φεβρουαρίου 2020

κάτι απ’ τη ζωή


όλοι κουνήσαμε το κεφάλι πάνω απ' το στιλπνό τραπέζι,
που καθρέφτιζε, σαν σκοτεινό ακίνητο νερό, τα ρυτιδωμένα μας πρόσωπα,
με τα σημάδια του μόχθου, της χίμαιρας, της επιτυχίας, του πάθους
- τα κουρασμένα μας μάτια, που γυρεύουν ακόμη, γυρεύουν πάντα,
ανήσυχα, κάτι απ' τη ζωή - κι ενώ το περιμένουν, αυτό έχει ήδη πετάξει
- χάθηκε - σαν σπίθα – μαζί με τα νιάτα, τη δύναμη,
και τις ρομαντικές ψευδαισθήσεις.-*

Ήταν κάτι άλλο, κάτι μέσα τους, κάτι αδιόρατο και άφθαρτο. [...] Υπήρχε μια πληρότητα σε αυτό που έκαναν, κάτι στέρεο σαν ηθική αρχή και κυρίαρχο σαν ένστικτο - η αποκάλυψη κάτι καλά κρυμμένου – εκείνο το κρυμμένο κάτι, εκείνο το χάρισμα, καλό ή κακό, που κάνει τη φυλετική διαφορά, διαμορφώνει τη μοίρα των εθνών.


*

Η φωτιά μαινόταν κι η ανταύγεια μάς είχε θαμπώσει. Ήξερα πια πως την Ανατολἠ θα την έβλεπα για πρώτη φορά ως κυβερνήτης μιας μικρής βάρκας. Αυτό ήταν ωραίο. Όπως ωραία ήταν και η αφοσίωση στο παλιό μας πλοίο. Θα μέναμε να δούμε το τέλος του. Ά τα νιάτα! - η φλόγα τους,
λαμπρότερη από τις φλόγες που έκαιγαν το πλοίο, ρίχνει ένα μαγικό φώς στην πλατιά γή, ορμά παράτολμα στον ουρανό, για να σβηστεί γρήγορα από τον χρόνο, που είναι σκληρός, ανελέητος και πιο πικρός από τη θάλασσα - και σαν τις φλόγες του καραβιού τα περιζώνει η αδιαπέραστη νύχτα.


*

Γύρισα πίσω, έδεσα ξανά τη βάρκα στην προβλήτα, κι έπεσα να κοιμηθώ, επιτέλους. Είχα την πρώτη μου γνωριμία με τη σιγή της Ανατολής. Άκουσα και κάτι λίγο από τη γλώσσα της. Αλλά όταν άνοιξα ξανά τα μάτια, η σιγή ήταν τόσο απόλυτη σαν να μην είχε ποτέ διακοπεί. Ήμουν ξαπλωμένος σε πλημμύρα φωτός κι ο ουρανός ποτέ δεν μού είχε φανεί τόσο μεγάλος, τόσο μακρινός. Άνοιξα τα μάτια μου κι έμεινα ακίνητος.

Κι ύστερα είδα τους ανθρώπους της Ανατολής - που με κοίταζαν. Η προβλήτα ήταν γεμάτη ανθρώπους σε όλο της το μάκρος. Είδα μελαψά, μπρούντζινα, κίτρινα πρόσωπα, τα μαύρα μάτια, τη γυαλάδα, το χρώμα ενός πλήθους της Ανατολής. Κι όλα αυτά τα πλάσματα κοίταζαν άφωνα, χωρίς να σαλεύουν. Κοίταζαν κάτω τις βάρκες, τους άντρες που κοιμούνταν, αυτούς που ήρθαν τη νύχτα από τη θάλασσα. Τίποτα δεν κουνιόταν. Τα φύλλα των φοινίκων στέκονταν ακίνητα με φόντο τον ουρανό. Κλαδί δεν σάλευε, και οι καφετιές στέγες των σπιτιών ξεμύτιζαν πίσω απ’ το πράσινο φύλλωμα, μέσα από τα μεγάλα φύλλα που κρέμονταν ακίνητα, λαμπερά, σαν μεταλλικά. Αυτή ήταν η Ανατολή των παλιών θαλασσοπόρων, πανάρχαιη, μυστηριώδης, λαμπερή και ζοφερή, ζώσα και αμετάβλητη, γεμάτη κινδύνους και υποσχέσεις. Αυτοί ήταν οι άνθρωποί της. Ανασηκώθηκα ξαφνικά. Ένα κύμα διαπέρασε το πλήθος από τη μιά άκρη ώς την άλλη, δόνησε τα κεφάλια, τα σώματα, σάρωσε την προβλήτα σε όλο της το μήκος, σαν ανατρίχιασμα της θάλασσας, σαν πνοή ανέμου σ' ένα λιβάδι. Ύστερα όλα έμειναν ξανά ακίνητα. Σαν να τα βλέπω -

Joseph Conrad, Τα νιάτα (μτφρ. Άρης Μπερλής, έκδ. Άγρα, Αθήνα 1999, σσ. 57-58, 60-61, 82-84). - Το motto η κατακλείδα εκ του ιδίου (ό.π., σσ. 86-87).

Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2020

γιατί αλλιώς θα χανόμασταν


Κι όσο για μένα ήταν επίσης τα νιάτα μου που μ' έκαναν ανεκτικό.
Η Ανατολή ήταν μπροστά μου, η ζωή όλη, κι ακόμη η σκέψη ότι
δοκιμάστηκα σ' αυτό το καράβι και τα κατάφερα καλά.*

Και δουλεύαμε τις τρόμπες χωρίς να σηκώσουμε κεφάλι, και ο καιρός δεν έλεγε να κοπάσει. Η θάλασσα ήταν άσπρη, σαν σεντόνι από αφρό, σαν καζάνι με γάλα που βράζει. Δεν υπήρχε άνοιγμα στα σύννεφα, όχι, ούτε όσο μια παλάμη, ούτε για δέκα δευτερόλεπτα. Δεν υπήρχε ουρανός γα μάς, δεν υπήρχαν αστέρια, ήλιος, στερέωμα – τίποτα – μόνο τα θυμωμένα σύννεφα κι η μανιασμένη θάλασσα. Κι ολοένα τραβούσαμε νερό, όλες οι βάρδιες, γιατί αλλιώς θα χανόμασταν. Κι αυτό δεν είχε τέλος, κι ήταν σαν νά 'χαν περάσει μήνες, χρόνια, αιώνες, σαν νά 'μασταν νεκροί κι είχαμε πάει στην κόλαση και δουλεύαμε εκεί σαν ναύτες. Ξεχάσαμε τί μέρα ήταν, τί μήνας, τί χρονιά, ξεχάσαμε ότι κάποτε πατούσαμε στεριά. Τα άρμενα τα πήρε ο άνεμος, το σκάφος είχε γείρει στο ένα του πλευρό, με το μουσαμά από πάνω και τον ωκεανό να χύνεται πάνω του, κι εμείς αδιαφορούσαμε. Δουλεύαμε τις τρόμπες ανέκφραστοι, μ' ένα ηλίθιο βλέμμα. Ανεβαίναμε έρποντας στο κατάστρωμα κι αμέσως έφερνα βόλτα ένα σχοινί δένοντας μαζί τούς άντρες, τις αντλίες και το μεγάλο κατάρτι. Και πιάναμε τις τρόμπες και δουλεύαμε ακατάπαυστα, και το νερό μάς έφτανε ώς τη μέση, ώς το λαιμό, πάνω απ' τα κεφάλια μας. Νερό παντού. Ξεχάσαμε πως είναι η στέγνια.

Και κάπου μέσα μου ανάδευε η σκέψη: Διάβολε! Αυτή κι αν είναι περιπέτεια! Σαν κι αυτά που διαβάζουμε. Και είναι το πρώτο μου ταξίδι σαν δεύτερος αξιωματικός – και είμαι μόνο είκοσι χρονώ – και τα καταφέρνω τόσο καλά όσο κι οι άλλοι – και τους άντρες μου τούς κρατώ όρθιους. Ένιωθα ικανοποίηση. Δεν θα την άλλαζα αυτή την εμπειρία με τίποτα. Όταν το γέρικο, σμπαραλιασμένο σκαρί βουτούσε με την πλώρη κι η κουτάλα σηκωνόταν ψηλά στον αέρα, μού φαινόταν πως ξεστόμιζε σαν έκκληση, σαν πρόκληση, σαν κραυγή στα ανελέητα σύννεφα, τις λέξεις που ήταν γραμμένες στην πρύμνη: “Ιουδαία. Λονδίνο. Πράξε ή Πέθανε”.

Ά τα νιάτα! Η δύναμή τους, η πίστη τους, η φαντασία τους! Για μένα δεν ήταν ένα σαπιοκάραβο που γυρόφερνε τους ωκεανούς κουβαλώντας κάρβουνο. Ήταν η προσπάθεια, ο αγώνας, η δοκιμασία της ζωής. Το θυμάμαι, το γέρικο σκαρί με χαρά, με τρυφερότητα, με λύπη -όπως θυμάσαι τους πεθαμένους που αγαπούσες... Δεν θα το ξεχάσω ποτέ... Πιάσε την μπουκάλα.

*

Μάς φαντάζεστε, όλους μας εκεί πάνω, να μαζεύουμε τα πανιά ενός πλοίου καταδικασμένου να μη φτάσει πουθενά; Δεν υπήρχε κανείς που να μη σκεφτόταν ότι από στιγμή σε στιγμή τα κατάρτια θα τσάκιζαν. Από ψηλά δεν βλέπαμε το καράβι, λόγω του καπνού, και δουλεύαμε όλοι με προσοχή, δίνοντας ο ένας στον άλλον τους ζούρλους. “Στείλον!”, φώναζε ο Μαν από κάτω.

Καταλαβαίνετε; Δεν νομίζω να υπήρχε κανένας που να πίστευε ότι θα κατέβει ομαλά. Όταν τελικά πατήσαμε κάτω, τούς άκουσα να λένε μεταξύ τους: “Πάλι καλά...”

Joseph Conrad, Τα νιάτα (μτφρ. Άρης Μπερλής, έκδ. Άγρα, Αθήνα 1999, σσ. 24-26, 57-58). - Το motto εκ του ιδίου (ό.π., σ. 37).

Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2020

σάρτορ ρεζάρτους


Σκουριά, σκόνη, καπνιά – φούμο στ' άρμενα, γλίτσα στην κουβέρτα.
Ήταν σαν να μετακόμιζα από παλάτι σε χαμόσπιτο.
Τετρακοσίων περίπου τόνων, είχε μια προϊστορική πόμπα, ξύλινα μάνταλα στις πόρτες,
πουθενά μπρούντζο, και η πρύμνη του ήταν μεγάλη, τετράγωνη.
Κάτω απ' το όνομα, με μεγάλα γράμματα, είχε γλυπτές διακοσμήσεις,
σπείρες και έλικες -κάποτε ήταν χρυσές- και κάτι σαν οικόσημο,
με το έμβλημα “Πράξε ή Πέθανε”.
Θυμάμαι πόσο εντυπωσιάστηκα. Είχε κάτι το ρομαντικό αυτή η προστακτική, κάτι το περιπετειώδες, που μ' έκανε να τ' αγαπήσω αμέσως το γέρικο σκαρί
- κάτι που συνάρπαζε τα νιάτα μου.*

Η κυρία Μπήρντ ήταν ηλικιωμένη, το πρόσωπό της γεμάτο ρυτίδες αλλά ροδοκόκκινο σαν το μαραγκιασμένο μήλο, το σώμα της κοριτσιού. Με είδε μια μέρα πουαβα ένα κουμπί κι επέμεινε να μαντάρει τα πουκάμισά μου. Καμία σχέση με τις γυναίκες των καπετάνιων που είχα γνωρίσει στα κλίπερ.

Όταν τής πήγα τα πουκάμισα μού λέει: “Κι οι κάλτσες; Θα θέλουν κι αυτές μαντάρισμα, είμαι σίγουρη. Και τού Τζων (του καπετάνιου) έτσι ήτανε, αλλά τώρα όλα είναι στην εντέλεια. Μετά χαράς μου να φανώ σε κάτι χρήσιμη”.

Καταϋποχρεώθηκα. Έκανε γενική επισκευή της γκαρνταρόμπας μου και στο μεταξύ εγώ διάβασα για πρώτη φορά το Σάρτορ Ρεζάρτους του Καρλάιλ και το Ταξίδι στη Χίβα του Μπάρναμπυ. Από το πρώτο δεν κατάλαβα και πολλά τότε, αλλά θυμάμαι ότι προτιμούσα τον στρατιωτικό από τον φιλόσοφο – πράγμα που το επιβεβαίωσε αργότερα η ζωή. Ο ένας ήταν πραγματικός άντρας, ο άλλος κάτι περισσότερο – ή λιγότερο. Τέλος πάντων, τώρα είναι κι οι δυό πεθαμένοι, και η κυρία Μπήρντ επίσης, και τα νιάτα, το σφρίγος, τα μεγάλα πνεύματα, τα μεγάλα έργα, οι απλοί άνθρωποι – όλα πεθαίνουν... Ας είναι.

Joseph Conrad, Τα νιάτα (μτφρ. Άρης Μπερλής, έκδ. Άγρα, Αθήνα 1999, σσ. 15-16). - Το motto εκ του ιδίου (ό.π., σ. 12).