Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θραύσματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θραύσματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2026

δάκρυ


Μειλιχίη τε χάρις τε μισέει δύστλητον ανάγκην
Η Αγάπη (ή Χάρη) μισεί το αδυσώπητο Πεπρωμένο *

Το μίσος έχει εισχωρήσει και κόβει τους ερωτικούς δεσμούς που κρατούσαν δεμένη τη σφαίρα. Τα μεγάλα μέλη του κόσμου, τα Στοιχεία, φρίσσουν κι αποχωρίζονται: στην αρχή το πιο αλαφρό, ο αέρας, αρχίζει να περιστρέφεται· έπειτα η φωτιά29. Οι μεγάλες των μάζες, που σχηματίζουν δυό ημισφαίρια με διαφορετική βαρύτητα και πυκνότητα, γεννούνε μια κίνηση στροβιλισμού, που συμπαρασύρει τους ουρανούς.

Η γη, παραμένει στη μέση, συγκρατημένη από την κεντρομόλο δύναμη. Ο ήλιος, μάζα αέρος καμωμένη γυαλί από την ενέργεια της φωτιάς, τη σκεπάζει και τη πυρώνει· κι η προστριβή της ουράνιας σφαίρας, που τη συμπαρασύρει μια ιλιγγιώδης περιστροφή, κάνει να διαρρέει από τη γή το νερό, που ήταν αναμιγμένο μαζί της: γής ιδρώτα θάλασσαν.

Στον ωκεανό, εξατμίζεται ο αέρας που περιείχεν ακόμα, κι η αναθυμίαση αυτή αποτελεί την υγρή ατμόσφαιρα -υγρός αήρ- ξεχωριστή απ’ τον ουράνιον αιθέρα -τιτάν αιθήρ […] (Απ. 38)- κι οπού βαρύτερη απ’ αυτόν, γιατί είναι ανάμιχτη με νερό, κατέχει το διάστημα αναμεταξύ ουρανού και γής.

Τέλος, απάνω στο σύμπαν αυτό ξεπετιέται η βλάστηση της οργανικής ζωής. Στην αρχή, όπως είδαμε, στο περαστικό στάδιο μεταξύ της βασιλείας του Μίσους και της βασιλείας του «Σφαίρου», η ζωή είχεν ήδη εμφανισθεί. Αλλ’ η γένεση τότε ήτανε διαφορετική. Παραγόταν μ’ εκρήξεις κομματιασμένων μαζών, σε τερατώδεις μορφές, άσωτες κι απειρόκαλλες, μέχρις ότου αναπήδησαν οι μορφές που θα μπορούσαν να ζήσουν.

Στο νέο στάδιο, που είναι το δικό μας, η ζωή βλασταίνει και μεγαλώνει με τρόπο αντίθετο, σ’ εξέλιξη συνεχή. Στην αρχή τα φυτά, που είναι πλησιέστερα στην ενότητα του εξαφανισμένου «Σφαίρου»· γιατί τα φύλα, σ’ αυτά, είναι ενωμένα ακόμα. Έπειτα τα ζώα κι ο άνθρωπος.

*

[…] Όπως λέγει ο μύθος των Πυθαγορείων, ο ανθρώπινος άργιλλος είναι μουσκεμένος με τα δάκρυα του Προμηθέα. Νήστις η δακρύων τέγγει κρούνωμα βρότειον.

σημ. 39: Η Νήστις που βρέχει (μουσκεύει) με τα δάκρυά της την ανθρώπινη κρήνη (τον άνθρωπο). - «Νήστις», στον Εμπεδοκλή, είναι το νερό (ή μάλλον, Σικελική θεότητα που παριστάνει το νερό). Κι οι Πυθαγόριοι αποκαλούσανε το νερό «δάκρυ».

*

Η ανάμνηση όμως του «απωλεσθέντος Παραδείσου» του «Σφαίρου», δεν μάς δίνεται ατιμώρητα. Η Κόλαση δεν είναι για τον Εμπεδοκλή, καθώς για τους χριστιανούς, ένας εφιάλτης του μέλλοντος· η Κόλαση είναι παρούσα εδώ, είναι η ζωή μας. Ζούμε στον «άχαρο τόπο, όπου η Σφαγή και το Μίσος και τα σμήνη των άλλων κακών, οι αρρώστιες που μαραζώνουν κι οι σήψεις, όλα τα έργα τής αποσυνθέσεως, τριγυρνάνε μέσα στο σκοτάδι, στο λιβάδι της Δυστυχίας» (Απ. 7).

Η επίγεια ζωή είναι ο θάνατος. Και το σώμα είναι η σάρκινη φασκιά, που μ’ αυτήν η Φυσώ, η Νεράΐδα της Γένας, μάς έντυσε. Το σώμα είναι η αμφίβροτη χθών, η γή που μάς περισκεπάζει σαν ένα σάβανο.

Το Μίσος μάς διώλεσε, μάς έχει κάμει νεκρούς.

Σκέψη συντριπτική και αφόρητη, αν δεν ξέραμε ότι ο θάνατος αυτός δε θάναι παντοτεινός.

Ο Χρόνος, που μάς κατέβασεν εδώ, θα μάς ξανανεβάσει. Στην Αιώνιά του Επιστροφή, ο παράδεισος του Εμπεδοκλή, δεν είναι μονάχα στο παρελθόν, είναι και στο μέλλον: πίσω από μάς ο χρυσός αιώνας, μπροστά μας οι ουρανοί που ανοίγονται. -Ναι, αλλά πόσο μακρυά μπροστά μας! Κι εδώ κάτου, πάντα

το νοσηρό και καταραμένο λιβάδι της Δυστυχίας, ο Άτης λειμών, το κοσμικό Έλος, με τα μιάσματα της σήψεως!...

Στην ιλιγγιώδη μας πτώση δεν έχουμε αγγίξει ακόμα τον βυθό της αβύσσου. Η πίστη σε μια μέλλουσα ανάσταση της θαμμένης ψυχής αρκεί άραγε για να γλυκάνει τον πόνο εκείνων που έχουνε τη δυστυχία ν’ ανήκουν, καθώς εμείς, σ’ έναν αιώνα που όλο και καταπέφτει;

Κι έπειτα, δεν μάς έχουνε πεί ότι τη νέαν άνοιξη θα τη διαδεχθεί μια νέα κατάπτωση, και το γύρισμα του αδυσώπητου τροχού δεν ανακατεύει στις προσφιλέστερες ελπίδες μας μια γεύση πικράδας;

Ρομαίν Ρολλάν, Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος (μτφρ. Τάκης Μπαρλάς, έκδ. Αστρολάβος / Ευθύνη Αθήνα 1989, σσ. 47-48, 53, 79, 53-54). –Το motto εκ του ιδίου (ό.π., σ. 56).

Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2026

το ποίημα του Εμπεδοκλή


Το ποίημα του Εμπεδοκλή περιέγραφε, σα μιαν εκτεταμένη Εγκυκλοπαιδεία, τον σχηματισμό του δικού μας ζωντανού κόσμου: τις εκλείψεις του ηλίου, τις φάσεις της σελήνης, τις εποχές, τη μετεωρολογία, τον σχηματισμό των κρυστάλλων και των βράχων, που είναι έργο του πυρός, και τη ζωογονία.

Προ πάντων εμελέτησε κατά προτίμηση, ως μαθητής του Αλκμαίωνα, και με αστραπιαίες εκλάμψεις του πνεύματος ανάμεσα από μιαν ομίχλη πλανών, που πολλές ήταν γόνιμες, την ανατομία και τη φυσιολογία του ανθρώπου, τη χημική σύνθεση των οστών, την αναπνοή και την κυκλοφορία του αίματος, τις εκκρίσεις και τους πόρους, τη γένεση των φύλων και την εμβρυολογία, την κατασκευή των αισθητηρίων και ειδικά του οφθαλμού, τη θεωρία των αισθήσεων, την έλξη των ομοίων, την ηδονή και τον πόνο, τέλος τη διανόηση, που την εξηγούσε με το όργανό της, το αίμα: αίμα γαρ ανθρώποις περικάρδιον εστί νόημα, τις πολυποίκιλες σχέσεις του φυσικού και του ηθικού κόσμου – τη μεγαλοφυΐα ακόμα (την καλλιτεχνική, τη ρητορική), καθορισμένη από τα δώρα τα φυσικά, τα όνειρα και την τρέλλα.

[…] Θέλει να μάς κάμει να εννοήσουμε πως η άπειρη ποικιλία του κόσμου μπορεί να παραχθεί από το συγκέρασμα των τεσσάρων μόνο Στοιχείων; Καταφεύγει στην τέχνη των ζωγράφων της εποχής του, ανθρώπων σοφών κι επιδέξιων στο έργο τους (ανέρες αμφί τέχνης από μήτιος ευ δεδαώτες), που για να «ποικίλουν τα αναθήματα», μεταχειρίζονται μια πυξίδα με τέσσερα μόνο χρώματα -άσπρα, μαύρο, κίτρινο και κόκκινο- διαλύουν τεχνικά τα «πολύχρωμα φάρμακα», τ’ ανακατεύουν αρμονικά, τα μεν πλέω, άλλα δ’ ελάσσω, και κατασκευάζουν μ’ αυτά εικόνες όμοιες με κάθε πνεύμα -είδεα πάσιν αλίγκια-, τα δέντρα και τους άντρες και τις γυναίκες και τα θηρία, και τους υδατοθρέμμονας ιχθύς και τους θεούς τους δολιχαίονας, τους τιμήσι φερίστους.

Θέλει να εξηγήσει γιατί η γη παραμένει μετέωρη μέσα στο στροβιλισμό του αέρος και του ελαφρότεροτ πυρός, που την περιστοιχίζει; Θυμάται τους ταχυδακτυλουργούς που περιστρέφουν μικρά δοχεία γεμάτα νερό, χωρίς το νερό να χύνεται.

[…] το έργο της Φιλίας, που αναμιγνύει και συμπυκνώνει τα διαχωρισμένα Στοιχεία, παρομοιάζεται με την αγροτική εικόνα της πιτυάς που πήζει το γάλα -ός δ’ ότ’ οπός γάλα λευκόν, εγόμφησε και έδησε.

Πολλές φορές η ενόραση του καλλιτέχνη υποβάλλει στον σοφό τη γόνιμη διαίσθηση: «Οι τρίχες και τα φύλλα και τα πυκνά φτερά των πουλιών και τα λέπια, είναι ένα και το αυτό» (Ταυτά τρίχες και φύλλα και οιωνών πυκνά πτερά και φλονίδες γίγνονται επί στιβαροίσι μέλεσσιν. Απ. 82). […] Στο βλέμμα του ποιητή της Σικελίας αρχίζει να σχεδιαγράφεται η συγκριτική μορφολογία.

σημ. 29: Ο Αριστοτέλης, στο σύστημα του Εμπεδοκλή αποδίνει επικρατέστερη θέση στη φωτιά. Λέγει ότι τα τέσσερα στοιχεία περιορίζονται σε δύο, γιατί η φωτιά αντιπαρατάσσεται πάντοτε στα άλλα δύο, ενωμένα.

Ρομαίν Ρολλάν, Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος (μτφρ. Τάκης Μπαρλάς, έκδ. Αστρολάβος / Ευθύνη Αθήνα 1989, σσ. 48-49, 50-51, 51, 52, 78, 79).

Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2026

οι τέσσερες πράξεις του δράματος σ’ έναν ρυθμό κυματιστόν


Το ποίημα του Εμπεδοκλή αρχίζει από την περίοδο του Μίσους. Ο Κόσμος έχει απονεκρωθεί· τα Στοιχεία [σημ. 22: «ριζώματα πάντων» (οι ρίζες κάθε ζωής)], ξένα το ένα προς το άλλο, δεν έχουν αναμεταξύ τους καμμιά συναλλαγή, καμμιά επικοινωνία. Κατά συνέπεια, ούτε ίχνος ζωής. […]

Καθένα από τα διαχωρισμένα Στοιχεία σχηματίζει μια μάζα ομοιογενή. Τα μεν αποφεύγουν τα δε. Κι η Αγάπη, αποκηρυγμένη, σχηματίζει την εξωτερική ζώνη του Χάους και το πολιορκεί.

Αλλά να, που με το πέρασμα του καιρού κάποια ρωγμή σχηματίζεται στο κλεισμένο δοχείο του κόσμου, γεμάτο από το Μίσος. Στάζει απ’ έξω και διαρρέει βραδύτατα. Αλλ’ όσο η στάθμη του κατεβαίνει «τόσο εισρέει ολοένα ορμητικά το καθάριο κύμα του αθάνατου Έρωτα». Στο πέρασμά του, τα διαχωρισμένα Στοιχεία συμπλησιάζουν και σμίγουνε.

Ένα αυλάκι ζωής ανοίγει κάτω απ’ το υνί. Η αμοιβαία πίεση των δυό αντιπάλων Δυνάμεων μεταδίνει στο αδρανές χάος τον στροβιλισμό της κινήσεως. Στην αρχή, ο Έρωτας διευθύνεται κατ’ ευθείαν στο κέντρο του κόσμου, απ’ όπου το Μίσος αποσύρεται· κι από τον αρχικό αυτό πυρήνα, πρώτη εστίαν ενότητος, ανακτά λίγο-λίγο, βήμα προς βήμα, όλη την άλλη του επικράτεια. Μεταξύ των δυό κοσμικών δυνάμεων αρχίζει μια πάλη γιγαντιαία.

Οι αντίπαλοι πότε συσφίγγονται και πότε αποχωρίζονται, για να πάρουν αναπνοή. Ο κόσμος που σχηματίζεται έτσι, μέσα στη σύρραξη, συμμερίζεται τα ελαττώματά της· τα πρώτα δημιουργήματα διατηρούν για πολύ τη διπλή σφραγίδα της λύσσας των παλαιστών που συμπλέκονται. […] το Μίσος παραμένει ακόμα κυρίαρχο, αναπηδούν στην αρχή τερατώδη σχεδιαγράμματα ζωής […].

Τ’ απροσάρμοστα αυτά τέρατα που, βροντομαχώντας, ανοίγουν ψηλαφητά νέους δρόμους μέσα στη ζωή, εξαφανίζονται. Νέα σχήματα τα διαδέχονται, ανεξάντλητα· η Αρμονία, νικήτρια, απλώνεται στον κόσμο και τα παρασκευάζει· κι αιφνίδια αναπαράγονται οργανισμού καμωμένοι για να ζήσουν και να διατηρηθούν. […]

Και τώρα το Μίσος έχει φύγει στα ακρότατα όρια του κύκλου. Η νίκη είναι πλήρης. Ο Έρωτας βασιλεύει. Είναι ο θεϊκός «Σφαίρος», ο κόσμος τέλειος. […]

Γεμίζει το σύμπαν, που στα σύνορά του απωθημένο το Μίσος, συμμαζεύει μάταια τις κομμένες κλωστές από το αραχνένιο του υφάδι.

Τίποτε όμως δεν είναι τόσο αιώνιο σαν τον αιώνιο Νόμο, τον αδυσώπητο, που κάνει να γυρίζει η ρόδα του κόσμου. Έπειτα από ένα όνειρο, δέκα φορές χιλιόχρονο, ολυμπιακής χαράς, όπου οι πνοές της ζωής φαίνονται μετεωρισμένες, κι έχει πάψει ν’ ακούεται το εκκρεμές του χρόνου, η σιωπηλή βελόνα συνεχίζει το δρόμο της […].

Η τέταρτη περίοδος του κόσμου αρχίζει: η περίοδος της κατακτήσεως του κόσμου από το Μίσος. Έχει για μάς μια μελαγχολική γοητεία. Είναι η περίοδος που ζούμε.

*

[…] Την περιγράφει δυό φορές, στα δυό του ποιήματα
– εξωτερικά, με την αδιάφορη γαλήνη του σοφού που εποπτεύει θεωρητικά τη ζωή
- εσωτερικά, με τη φρίσσουσα συγκίνηση της καρδιάς που νοιώθει να συμπαρασύρεται από τον αδυσώπητο νόμο.

Ρομαίν Ρολλάν, Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος (μτφρ. Τάκης Μπαρλάς, έκδ. Αστρολάβος / Ευθύνη Αθήνα 1989, σσ. 42-43, 76, 43, 43-44, 45, 46, 47).

Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2026

ο τραγικός κύκλος του κόσμου


[…] το υπερφυσικό συμπόσιο της Ιωνίας προεδρεύεται από την ωραία θεότητα της Χάρης και της Αρμονίας (Χάρις, Φιλότης, Αρμονία)· κι ολόγυρα, ίδιο ουράνιο τόξο, όλες οι ποικιλόχρωμες δυνάμεις της Φύσεως, όλες οι ψυχές, όλοι οι «δαίμονες», ίσαμε χθες εχθρικοί μεταξύ τους, ενώνονται τώρα για να φωτοστεφανώσουν την ωραία θεά «συνυφαίνοντας με τις αντιθέσεις των την ωραιότερην αρμονία» -«εκ των διαφερόντων καλλίστην αρμονίην», όπως λέγει ο Ηράκλειτος.

*

Δύο Ποιήματα. Οι δύο όψεις της ίδιας τραγωδίας. […] Τα πρόσωπα του δράματος: τα Στοιχεία της φύσεως, και οι κοσμικές Δυνάμεις.
Τέσσερα Στοιχεία: ο Αϊδωνεύς (η Γη), η Νήστις (το Νερό, η Ήρα (ο Αέρας), ο Ζευς (η Φωτιά).
Δυό Δυνάμεις: η Αγάπη (Φιλία, Φιλότης, Χάρις, Αρμονία) και το Μίσος (Κότος, Νείκος, Έρις).

- Όλα εξ ίσου συνειδητά, όπως και η ουσία ολόκληρη. Όλα, πρωταρχικές μορφές ξεχωριστών και γιγαντιαίων προσωπικοτήτων. Τιτάνες, πνεύματα (δαίμονες), αθάνατοι θεοί (θεοί δολιχαίονες).
- Το σύνολό τους, που οι συνδυασμοί του κι οι αριθμητικές αναλογίες του ποικίλουν στο άπειρο, συναπαρτίζει το «θείον ζώον», τον κόσμο, που αποτελούν τα φρίσσοντα μέλη του […].

Το δράμα:
Ο εξοντωτικός αγώνας των δύο Δυνάμεων που εξεγείρουν, αποσυνθέτουν, διαλύουνε τα Στοιχεία. Ο σκοτεινός νόμος που κυβερνάει τους γίγαντες αυτούς· και η διαμαρτυρία της παγκόσμιας ψυχής εναντίον της αδυσώπητης Ανάγκης, που την αποστρέφεται και την υφίσταται· η αιώνια προσμονή της για μιαν υπέρτατη λύτρωση· η αιώνια λαχτάρα της για την Αγάπη και την Ειρήνη. […].

*

«Είναι κάποιος χρησμός της Ειμαρμένης, πανάρχαιο και αιώνιο ψήφισμα των θεών, σφραγισμένο με μεγάλους όρκους, αν κάποια ψυχή, που τής έλαχεν ο κλήρος της ζωής, αμαρτήσει και μιανθεί με φονικό αίμα ή γίνει επίορκη, να περιπλανιέται για δέκα χιλιάδες χρόνια μακρυά απ’ τους Μακαρίους, και να ξαναγεννιέται μέσα στο χρόνο παίρνοντας όλες τις θνητές μορφές και αλλάζοντας όλους τους πολυστέναχτους δρόμους της ζήσης.

Γι’ αυτό η δύναμη του Αιθέρα τη βυθίζει μέσα στη θάλασσα, η θάλασσα την ξερνάει απάνω στη Γη, η Γη τη ρίχνει μέσα στις φλόγες του πύρινου Ήλιου, που την ξανατινάζει μέσα στην άβυσσο του Αιθέρα· ο ένας την παίρνει από τον άλλο κι όλοι την αποδιώχνουν με βδελυγμία.

Μια τέτοια ψυχή είμαι τώρα κι εγώ, εξόριστος από τους θεούς και πλάνητας, γιατί παρασύρθηκα από το μαινόμενο Μίσος...». [σημ. 18: Το θαυμάσιο αυτό απόσπασμα, με τους παθητικούς τόνους, αναφέρεται συχνά από τους αρχαίους συγγραφείς. Το βρίσκουμε ολόκληρο, πλατειά σχολιασμένο στον Πλούταρχο].

Και να οι τέσσερες πράξεις, με τις οποίες, σαν ένα κυκλοτερό κύμα, από τη μια στην άλλη θάλασσα, ο τραγικός κύκλος του κόσμου κυλάει παντοτεινά.

[…] ένας ρυθμός κυματιστός ισορροπεί αναμεταξύ τους τη διάρκεια των τεσσάρων περιόδων και τις αντιπαρατάσσει κατά ζεύγη.
- Δυό περίοδοι πληθώρας: η βασιλεία του Μίσους, και η κυριαρχία της Αγάπης.
Και δυό μεταβατικές: από το Μίσος στην Αγάπη, κι από την Αγάπη στο Μίσος -που αποτελούν μια διπλή Γένεση. […]

Ρομαίν Ρολλάν, Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος (μτφρ. Τάκης Μπαρλάς, έκδ. Αστρολάβος / Ευθύνη Αθήνα 1989, σσ. 69, 41, 42-43).

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2026

δυό όψεις της ίδιας τραγωδίας


τα ορφικά μυστήρια γιορτάζανε την ονειρευτήν αυτή επικοινωνία,
το Μυστικό Δείπνο των ψυχών του σύμπαντος απολυτρωμένου.*

Δυό ποιήματα. Οι δυό όψεις της ίδιας τραγωδίας. Το ένα – το Περί Φύσεως: το φτερούγισμα του πνεύματος που ολογυρνά αποπάνω, που δεσπόζει το δράμα και το κατοπτεύει από ψηλά.

Το άλλο – οι Καθαρμοί: η ανάταση της ψυχής που παλεύει κι απολυτρώνεται.

*

Η ψυχή! Τί παράξενο μυστήριο, αλήθεια, στη θεωρία του Εμπεδοκλή. Καθώς παρατηρεί ο Μπινιόνε, η ψυχή δεν παρουσιάζεται παρά μια μόνη φορά στα δυό ποιήματά του, με το ομηρικό νόημα «ζωή».

Η ζωϊκή αυτή και συνειδητή ψυχή, είναι μια ψυχή φυσική, που όργανό της είναι το αίμα, κι οπού πεθαίνει συγχρόνως μ’ αυτό, ή καλλίτερα μετασχηματίζεται, γιατί:

«Δεν υπάρχει ούτε γέννηση ούτε θάνατος κανενός όντος θνητού, αλλά μόνο ανάμιξη και διαχωρισμός των αναμιγμένων· κι αυτό οι άνθρωποι το ονόμασαν γέννηση». ([…] μόνον μίξις τε διάλλαξίς τε μιγέντων / εστί, φύσις δ’ επί τοις ονομάζεται ανθρώποισιν […] Απ. 8).

Κι αλλού: «Όταν τα Στοιχεία σμίγουνε κι ανεβαίνουνε στο φώς του αιθέρα σε σχήματα ανθρώπων ή δέντρων ή πουλιών, αυτό το λένε γέννηση· κι όταν πάλι αποχωρίζονται, αυτό το καλούνε ανάρμοστα κακορίζικο θάνατο· μονάχα για ν’ ακολουθήσω τη συνήθεια, μεταχειρίζομαι κι εγώ τους όρους αυτούς». […] Απ. 9.

*

Αλλά υπάρχει για τον Εμπεδοκλή, καθώς για όλους τους μεγάλους διανοητές κι οραματιστές του καιρού του, προ πάντων για τους Πυθαγορείους, μια άλλη ψυχή υπερφυσική, μυστική, που την καλεί «δαίμονα».

Είναι ξεχωριστή από την απλή συνείδηση των αισθήσεων και του νού, που αποτελεί ένα παγκόσμιο χαρακτηριστικό της ουσίας και μετασχηματίζεται στο άπειρο.

Οι δαίμονες, οι μυστικές ψυχές, επιζούν πέρα από τον θάνατο· κι ο θάνατος είναι γι’ αυτές μια μεταμόρφωση· τότε ενώνεται με την «ιεράν φρένα», το άγιον Πνεύμα που γεμίζει το σύμπαν
 -με την Αγάπη που αγωνίζεται, μ’ αυτές και διά μέσου αυτών, να πραγματοποιήσει την πανευτυχισμένη ενότητα του «Σφαίρου»- τον «ευδαίμονα θεόν», όπως τον καλεί ο Αριστοτέλης.

*

[…] Οφείλουμε όλοι να αγωνισθούμε για ν’ απολυτρωθούμε από το Μίσος -ρύσον ημάς από του πονηρού- και να κατακτήσουμε την ειρήνη. Γιατί η θεία ενότητα δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά μόνον απ’ όλους.

Γι’ αυτό ο Εμπεδοκλής αναρριπίζει επίμονα ό,τι μπορεί ν’ ανάψει μέσα στις καρδιές το πάθος της Αγάπης -από τις μορφές τις πιο στοιχειώδεις, τον ερωτικό Πόθο της σαρκικής ενώσεως δύο όντων σε ένα- ως το ιδανικό όραμα της παγκόσμιας αδελφότητας και του βασιλείου της Ουρανικής Αφροδίτης.

[…] Στην αδελφότητα αυτή όλα τα όντα έχουνε δικαιώματα, γιατί για τον Εμπεδοκλή κανένα ζώο δε στερείται λογικού. Τα φυτά ακόμα «έχουν επιθυμίες, αισθάνονται, χαίρουν και πονούν». Γι’ αυτό απεχθάνεται κάθε προσβολή της ζωής. Καταδικάζει τον πόλεμο, όσο και τις αιματηρές θυσίες, το παγκόσμιο αυτό μακελειό.

[…] Στη λατρεία που ονειρεύεται της ιδανικής Κύπριδος «οι βωμοί δε μιαίνονται με αίμα… κι οι άνθρωποι θεωρούν ανόσιο ν’ αποσπάσουν από το σώμα την ψυχή και να καταβροχθίσουν τα μέλη του» […] Απ. 129.

Εγκωμιάζει, σύμφωνα με τους θεσμούς των Πυθαγορείων, τις αθώες θυσίες με «ζώα γραπτά», (Εικόνες [αγάλματα] ζώων) με άκρατη σμύρνα, με μοσκολίβανο, με τους καρπούς της γής και το ξανθό μέλι.

*

Είναι φυτοφάγος, ή τουλάχιστον έγινε αργότερα, κι είναι μετανοημένος που μίανε με αίμα το στόμα του.

Στους μυημένους φαίνεται πως δίδασκε την εγκράτεια των σαρκικών ηδονών. Η ηθική του, ηθική απόλυτης «αυταπαρνήσεως» απ’ αγάπη, είναι το πέρασμα από τον ανατολικόν ασκητισμό στο χριστιανισμό.

Κι όπως στις δυό απολυτρωτικές θρησκείες, που αναπήδησαν από τις απέραντες καρδιές του Βούδα και του Ιησού, η πίστη του Εμπεδοκλή γκρεμίζει τα τείχη της Πολιτείας, εξαλείφει τις θρησκείες τις εθνικές, κι αγκαλιάζει την οικουμένη σε μιαν αδελφότητα δοκιμασίας κι αγάπης.

Ρομαίν Ρολλάν, Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος (μτφρ. Τάκης Μπαρλάς, έκδ. Αστρολάβος / Ευθύνη Αθήνα 1989, σσ. 41, 64-65, 66, 66-67, 67, 68, 68-69). -Το motto εκ του ιδίου (ό.π., σ. 69).

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2026

να επικοινωνήσει πραγματικά και σαρκικά με κάθε τι που ζεί και πονεί και πεθαίνει...


Αλλ’ ο Εμπεδοκλής δεν είναι μονάχα ένας επιστήμονας κι ένας σοφός, είναι κι ένας απόστολος. Πιστεύει στην αποστολή του. Και δεν την εγκαταλείπει ποτέ. Ανοίγει τα χέρια του σ’ όλους· στον πολυαγαπημένο του μαθητή, καθώς και στον ταπεινόν όχλο.

«Όταν μπαίνω στις θαλερές πολιτείες, άντρες και γυναίκες με δοξάζουνε και μ’ ακολουθάνε αμέτρητοι, ρωτώντας με με δίψα για τον δρόμο που φέρνει στη σωτηρία· άλλοι ζητάνε χρησμούς· κι άλλοι, καρφωμένοι από καιρό στον αβάσταχτο πόνο, λιτανεύουν το λόγο που θεραπεύει τους άρρωστους» ([…] αν ίκωμαι ες άστεα τηλεθόωντα / ανδράσι ηδέ γυναιξί σεβίζομαι [...] Απ. 112).

*

[…] περιγράφει με αυταρέσκεια την θριαμβευτική είσοδό του σε κάποια πόλη, τις ομόθυμες αυτές τιμές, για τις οποίες κρίνει τον εαυτό του άξιο, και την ενθουσιαστική υποδοχή των μαθητών του, που τον εξυψώνει στην ίδια του συνείδηση, και τού δίνει την εντύπωση ότι δεν είναι πια θνητός, αλλά θεός -χαίρετ’ εγώ δ’ ύμμιν θεός άμβροτος, ουκέτι θνητός («Χαίρετε! Δεν είμαι πια θνητός, αλλά θεός αθάνατος» Απ. 112).

*

[…] πιστεύει, όπως ο Πυθαγόρας και οι Ινδοί, στην μετεμψύχωση, στη μεταμόρφωση της ψυχής, διά μέσου των αιώνων, από ένα είδος σε άλλο, από τη μια ζωή σε μιαν άλλη ζωή, χωρίς να συναποκομίζει μαζί της παρά τις αρετές της και τα ελαττώματα,

εξαγοράζοντας τη σωτηρία της με δοκιμασίες χιλιόχρονες, κι υποχρεωμένη, στο δρόμο αυτό του σταυρού, τον ατερμάτιστο, να επικοινωνήσει πραγματικά και σαρκικά με κάθε τι που ζεί και πονεί και πεθαίνει μέσα στο Σύμπαν.

Ήδη γάρ ποτε γενόμην κούρος τε κόρη τε, θάμνος τ’ οιωνός τε και είν’ αλλί έλλοπος ιχθύς. «Υπήρξα κιόλας κάποτε και κορίτσι κι αγόρι και δέντρο και πουλί και άφωνο ψάρι στη θάλασσα» Απ. 117).

*

[…] δεν ανοίγει μονάχα στους ανθρώπους τη βασιλεία των ουρανών, αλλά προσπαθεί συγχρόνως να τούς κάμει πιο κατοικήσιμη τη βασιλεία της γής. Καταστέλλει τον λιμό· καθαρίζει από τα έλη την περιφέρεια του Σελινούντος· προστατεύει τον Ακράγαντα από τους ανέμους· […]

Το στοργικό πνεύμα του Εμπεδοκλή είναι καταδεχτικό προς τους αδυνάτους. Όπως ο Πυθαγόρας κι ο Ιησούς, δεν αποκλείει τις γυναίκες από την πολιτεία του, κι είναι μαθήτριές του. […]

[…] έχουν παρατηρήσει ότι κι ο Θεός του Εμπεδοκλή -εκείνος που σώζει τον κόσμο- είναι μια γυναίκα. Παντού αντικαθιστά τον Έρωτα των Ορφικών με μια γυναικεία προσωποποίηση: Φιλία, Φιλότης, Αρμονία, Χάρις, Αφροδίτη, Κύπρις.

*

Για το μεγάλο πλήθος των «πολυδάκρυτων» (ανδρών τε πολυκλαύτων τε γυναικών Απ. 62) ανθρώπων, και για να σώσει το πλήθος αυτό, έγραψε το ποίημά του «Καθαρμοί».

Ο επιστήμονας, ο μύστης, που στο «Περί Φύσεως» αποκαλύπτει τα μυστικά του σ’ ένα μονάχα μαθητή, απευθύνεται τώρα, από το υψηλότερο βήμα του ελληνικού κόσμου, από την Ολυμπία, όπου το ποίημά του τραγουδήθηκε από τον ραψωδό Κλεομένη, σ’ όλη την ανθρωπότητα.

Ρομαίν Ρολλάν, Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος (μτφρ. Τάκης Μπαρλάς, έκδ. Αστρολάβος / Ευθύνη Αθήνα 1989, σσ. 62, 60, 60-61, 63, 64).

Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2026

κατά το ήμισυ θρυλικός


Ο ήλιος της Ελλάδας πλησίαζε στο ζενίθ, όταν ήταν παιδί. Η νεανική καρδιά του λαχτάρισε με τις ενδοξότερες συγκινήσεις της ελληνικής πατρίδας. Ήταν δώδεκα χρονών όταν νίκησε την Ασία στη Σαλαμίνα και την Αφρική στην Ιμέρα (480) –η παράδοση, που αναφέρει ο Ηρόδοτος, θέλει να πιστεύει ότι συντελέσθηκαν κι οι δυό την ίδιαν ημέρα-, κι η απήχηση των επικών αυτών αγώνων χύθηκε αργότερα σ’ ένα από τα ποιήματά του αφιερωμένο στην εκστρατεία του Ξέρξη.

Η μια από τις δυό δίδυμες νίκες, εκείνη της Ιμέρας, είχε θριαμβευτή της τον ηγεμόνα του Ακράγαντος, τον σοφό τύραννο Θήρωνα, και γέμισε την πολιτεία με λάφυρα και με σκλάβους.

Η νεότητα του Εμπεδοκλή, καταγομένου από λαμπροτάτη γενηά, άνθισε στις μεγαλειώδεις ώρες που η πόλη του, γιομάτη από πλούτη και φδόξα, μεθυσμένη από ηδονή, «φίλη της αίγλης» -φιλάγλαος Ακράγας- καταχτούσε την ελευθερία και σφυροκοπούσε, με τα χέρια μυριάδων σκλάβων από την Καρχηδόνα, τη διακοσμητική των ναών της, κι ο Πίνδαρος την τραγουδούσε ως «την ομορφότερη από τις πολιτείες των ανθρώπων» -βροτεάν πολίων καλλίστην (Πύθια, ΧΙΙ).

*

[…] είναι σα μιαν αψίδα μαγική που ενώνει την Ανατολή με τη Δύση, και το παρόν με το παρελθόν. Αγγίζει όλους τους κόσμους και μετέχει σ’ αυτούς: Είναι κατά το ήμισυ θρυλικός· η σκέψη του έχει τις ρίζες της μεσ’ στα όνειρα της Ασίας, στις κοσμογονίες του Ιράν, στο μαζδεϊσμό και τη λατρεία του Μίθρα· συγγενεύει με τον ορφισμό της Μεγάλης Ελλάδας, το χειμωνιάτικο αυτό έαρ (έαρ Φεβρουαρίου) του χριστιανισμού, που αγνοείται ακόμα· έχει την ηχώ του ώς μέσα στις Ινδίες […].

Κι είναι συγχρόνως ισορροπημένος καλά πάνω στο έδαφος της επιστήμης· είν’ ένας πρόδρομος του ατομισμού του Επίκουρου, ανοίγει το δρόμο στη σύγχρονη βιολογία· θέτει τα πρώτα αξιώματα του δαρβινικού μεταμορφισμού […]. Σ’ αυτόν συναπαντιούνται τα δυόμεγάλα ρεύματα της επιστήμης του καιρού του: η Πειραματική επιστήμη, που την εγκαινίασε ο γιατρός Αλκμαίων ο Κροτονιάτης,αι η μυστικιστική επιστήμη του Πυθαγόρα, που την εδοξολόγησε κατανυχτικά στο ποίημά του «Καθαρμοί». (Εμπεδ., Απ. 129).

*

Οι βιογράφοι του μάς θυμίζουνε, αλληλοδιαδόχως, με τις διάφορες απόψεις της πολύμορφης μεγαλυφυΐας του, τον Πλάτωνα του Τιμαίου, τον Λουκρήτιο, τον Ιταλό σκαπανέα της νέας επιστήμης του Βάκωνα και του Γαλιλαίου, τα μυστικιστικά φτερουγίσματα της επιστήμης του Νεύτωνα, τον Λεονάρδο, τον Γκαίτε, τον Σλέγκελ, τον Νοβάλις, προ πάντων τον Σοπενχάουερ, που ο τελευταίος και τελειότερος ιστορικός του Εμπεδοκλή, ο Έκτωρ Μπινιόνε, φέρνει περιέργως στο φώς τις γραμμές της πνευματικής του συγγένειας με τον σικελό διανοητή, δείχνοντας το παράλληλο της φιλοσοφικής των θέσεως στην ιστορία του πνεύματος. […]

*

Είναι άνθρωπος πίστεως και θέτει το ποίημά του Περί φύσεως κάτω από την αιγίδα της Ευσέβειας (Εμπεδ., Απ. 4). Είναι θαυματουργός και κάνει μαγικούς εξορκισμούς· διηγούνται ότι ανέσταινε τους νεκρούς κι ότι, όπως ο Πρόσπερος, μπορούσε να επιβάλλεται στα στοιχεία. Αλλ’ είναι συνάμα γιατρός και μηχανικός, προσεχτικός παρατηρητής της πραγματικότητας, σε τρόπο που να την κυριαρχεί, ένας από τους πρώτους πού ‘καναν χρήση του επιστημονικού πειραματισμού.

Είναι ρήτορας ισχυρός και λαοπρόβλητος: ο Αριστοτέλης τον θεωρεί ως τον εισηγητή της σικελικής ρητορικής, που ο Γοργίας μετέφερε στην Αθήνα. Τέλος μετέχει δραστικά στους αγώνες της πολιτείας, και μ’ ένα πνεύμα εντελώς νεωτεριστικό, αποφασιστικά δημοκρατικό […].

*

Ο Εμπεδοκλής έλεγε για τους συμπολίτες του: «Είναι ακόρεστοι για χαρά σαν να επρόκειτο να πεθάνουν αύριο και χτίζουνε τα μέγαρά τους σαν να επρόκειτο να ζήσουν αιώνια».

Ο ίδιος συμμεριζότανε τη μανία τους για την επιδειχτική χλιδή και την πολυτέλεια· έβγαινε στους δρόμους του Ακράγαντος, δορυφορούμενος από νεαρούς δούλους, με χρυσό ανάδεμα στην κόμη του, στεφανωμένος με δάφνη, φορώντας μπρούτζινα σανδάλια, με ύφος ατάραχο κι ηγεμονικό.

Εβδομήντα χρόνια μετά τον θρίαμβό του στην Ιμέρα,
ο Ακράγας καταστρεφόταν από την Καρχηδόνα, με τη σειρά της νικήτρια.*

Ρομαίν Ρολλάν, Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος (μτφρ. Τάκης Μπαρλάς, έκδ. Αστρολάβος / Ευθύνη Αθήνα 1989, σσ. 34-35, 31, 31-32, 32-33, 36). Κι η κατακλείδα εκ του ιδίου (ό.π., σ. 37).

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2026

να ενώσουν και να εναρμονίσουν όλες τις δυνάμεις της ψυχής


[…] τα μεγαλειώδη εκείνα πνεύματα, οι ημίθεοι αυτοί της σκέψεως, όπου αντιφεγγίστηκε το νόημα των εθνικών αυτών δραμάτων, ο ρυθμός των λαοκυμάτων αυτών που αλληλοσυγκρούονται, αλληλοθραύονται, και χύνονται τέλος μέσα στον ωκεανό της ζωής: - ο Ηράκλειτος της Εφέσου, ο Παρμενίδης ο Ελεάτης, ο Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος, ο Δημόκριτος ο Αβδηρίτης.

Επραγματοποίησαν το ιδανικό που ονειρευόμαστε: να ενώσουν και να εναρμονίσουν όλες τις δυνάμεις της ψυχής, τον ορθολογισμό και την πίστη, τη διπλή παρατήρηση των αισθήσεων και του εσωτερικού οφθαλμού.

Τον ίδιο καιρό που οι σκλάβοι και τα λάφυρα των νικημένων γέμιζαν τις πολιτείες των, αυτοί επλούτιζαν τη σκέψη τους μέσα στους θησαυρούς των αιώνων της Αιγύπτου με τις αλαργινές ανταύγειες, και της μυστηριώδους Ανατολής.

*

Υπήρξαν συγχρόνως ποιητές, μηχανικοί, γιατροί, επιστήμονες, άγιοι θεόπνευστοι και απόστολοι· κι η ενέργεια της ψυχής τους, σαν μια υπόγεια φωτιά, άνοιξε πυραχτωμένο δρόμο μέσα στην πράξη.

Ο Θαλής ήτανε μηχανικός, ο Μέλισσος ναύαρχος, ο Αναξίμανδρος κυβερνάει μιαν αποικία, ο Πυθαγόρας αναδιοργανώνει την κοινωνία, ο Ζήνων χτυπάει την τυραννία που τον έκανε μάρτυρα. Ο Εμπεδοκλής συνεργάζεται στην κατάρριψη των Βαστιλλών της εποχής του.

Δεν είναι γι’ αυτούς αρκετό να ατενίζουν μέσα στα μάτια τη Σφίγγα, την πιάνουν απ’ το λαιμό· θέλουν να λύσουνε πραχτικά τα προβλήματα της ζωής πού ‘χουνε αναφανεί στο στοχασμό τους. Γιατί γι’ αυτούς τον παν κρατιέται στην ταυτότητα: διανόηση = πράξη.

*

Απ’ τον Θαλή ώς τον Εμπεδοκλή, οι ήρωες της ελληνικής διανοήσεως επιδοθήκανε ακάματα στην κατάχτηση του άγνωστου Θεού, του απόκρυφου Αξιώματος που κυβερνάει την ψυχή και τους κόσμους.

Πρώτος ο Αναξίμανδρος, στοχαστής, μελετώντας ανάμεσα στον ορυμαγδό των πτώσεων της Νινευΐ, των Σάρδεων, του βασιλείου του Κροίσου και των πρώτων συνταραγμών που σάλευαν συθέμελα τις πολιτείες της Ελλάδας και της Μεγάλης Ελλάδας, γίνεται ο κήρυκας της Δικαιοσύνης, που σα μια Νέμεση μυστική και αλύγιστη κάνει να επιστρέφουν αιωνίως μέσα στο Άπειρο τα όντα και τα πράγματα που, αποσπώμενα απ’ αυτό, διαπράξανε την αδικία […].

*

Περισσότερο ανυπόταχτος από τον Αναξίμανδρο και μεθυσμένος από ηρωισμό, ο μοναστής της Εφέσου, προφήτης από φυλή ιεροκρατική και βασιλική, ο Ηράκλειτος, αρνείται τον εμηδενισμό μεσ’ στο Άπειρο. Γι’ αυτόν η Δικαιοσύνη είναι η σύγκρουση των αντιθέσεων, η πάλη· είναι ο αιώνιος πόλεμος με τον αιώνιο πόνο του, απ’ όπου ανθίζει το μεγαλείο της ηθικής.

*

Ανάμεσα στη μεγαλειώδη αυταπάρνηση του Αναξίμανδρου που χάνεται μεσ’ στο Άπειρο και την τραγική φαιδρότητα του Ηρακλείτου που βυθίζεται στην αιώνια σύρραξη, ο Εμπεδοκλής αφήνει ν’ ακουστεί το τραγούδι του γεμάτο ελπίδα κι ειρήνη, η όλο αίγλη συμφωνία της παγκόσμιας Ζωής, που οι σκληρές παραφωνίες της λύνονται περιοδικά σε αρμονίες φωτός. […] είναι ο πιο ανθρώπινος και οι τόνοι του έγιναν πια ολοκληρωτικά σύγχρονοί μας. Τον έχει άλλωστε σχετικά σεβαστεί το πέρασμα των αιώνων. Από πέντε χιλιάδες περίπου στίχους που περιείχαν τα δυο μεγάλα φιλοσοφικά του ποιήματα, μάς μένουν τετρακόσιοι πενήντα. Πολλοί όμως, συγκριτικά με τους άλλους Προσωκρατικούς. Ας μην περιφρονούμε τ’ αποσπάσματα· έχουν το μυστηριώδες θέλγητρο των ωραίων σπασμένων μαρμάρων.

Ρομαίν Ρολλάν, Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος (μτφρ. Τάκης Μπαρλάς, έκδ. Αστρολάβος / Ευθύνη Αθήνα 1989, σσ. 26, 26-27, 27, 28, 28, 30-31).

Πέμπτη 20 Αυγούστου 2026

και τα λόγια νερουλά...


Δυό αξιολογικές κρίσεις περί δημοτικισμού: «και μέσα στο ίδιο στρατόπεδο, βλέπετε, οι αντιζηλίες είναι αντιζηλίες»:

i. του Αλέξανδρου Πάλλη (για τον Οιδίποδα τού Ζήσιμου Σίδερη) επιστολή προς Γ. Καρατζά: «Τί να σού πώ, συντεκνούλη μου, η μετάφραση τού Σίδερη δεν μ’ αρέσει. Το μέτρο πολύ ακατάλληλο, πάρα πολύ τραγουδιστό και τα λόγια νερουλά. Παραβιάζεται. Τ’ αρχαία δράματα είναι τα βενέτικα· ωραία, και ψιλοκανωμένα. Λίγο ζωηρά αν τα αγγίξεις, γίνονται θρύμματα, κι ο Σίδερης τάπιασε, να πούμε, με σιδερένιο χέρι. Ελπίζω πως με την πείρα που απόχτησε ο Αίας θα βγεί καλύτερος.».

ii. του φοιτητή Κλ. Γεωργιάδη (επιστολή προς Αλ. Πάλλη): «Εγώ μικρό πράμα θα σάς γυρέψω, μα όμως ανεχτίμητο. Ήθελα νάχα ακόμα ένα μετάφρασμα τού Βαγγέλιου μας, το σπουδαίο αφτό βιβλίο Σας, που δεν έχει την τύχη να πουλιέται στα βιβλιοπωλεία τής Αθήνας· […] Αφ’ ού όμως ο δασκαλισμός, το σακατιλίκι αφτό τής Νεώτερης Ελλάδας, μπόδισε την εισαγωγή του βιβλίου σας μέσα στο Έθνο μας, σε Σάς γυρίζω την ελπίδα μου και σάς παρακαλώ να λάβετε την καλωσύνη, να μού στείλετε ένα (ή και δυό αν σάς περισσέβουνται) κι’ έτσι κι’ εγώ να μπορέσω να κάνω ένα διπλό καλό: στη γλώσσα και στους λίγους φίλους μου συμφοιτητάδες πούνε η ψυχή τού Έθνου μας».

*

Και δυό έτερες, πολιτικής υφής, χρονολογικά κατατεθειμένες καίτοι σκόρπια εκ του τεύχους ειλημμένες:

i. του Βαγγέλη Δημητριάδη: «Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι κανένα πεζογράφημα τής φιλολογικής Ελλάδος [περ. έκδοσις Σάμου περιόδου 1947-1948] δεν αναφέρεται στους πολέμους και στα δεινά τής δεκαετίας του 1940, όπως δηλαδή συμβαίνει και με τη γενικότερη τάση των εκπροσώπων τής μη αριστερής λογοτεχνικής παραγωγής στην Αθήνα εκείνης τής περιόδου, συμφωνώντας με την ποιητικά εκφρασμένη άποψη τού Γ. Σεφέρη, ο οποίος είχε ομολογήσει πριν επιστρέψει στην Ελλάδα πως: «… η φρίκη / δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή / γιατί είναι αμίλητη και προχωράει» («Τελευταίος σταθμός, Ποιήματα, σ. 219). Οι εκπρόσωποι τής δεξιάς και φιλελεύθερης ιδεολογίας επί το πλείστον δεν αναφέρονταν στις γύρω τους αναταράξεις και ήταν κλεισμένοι «στον ελεφαντένιο τους πύργο» (Κ. Βάρναλης).».

ii. του Μιχάλη Φύλλα: «Οι επισκέψεις στην ελληνική περιφέρεια, σε συνδυασμό με τις διάφορες εξαγγελίες, δείχνουν μια συστηματική προσπάθεια τής δικτατορίας να αναζητήσει εκεί τα κοινωνικά ερείσματα που χρειαζόταν, αφού η περιφέρεια σαφώς αισθανόταν παραγκωνισμένη σε σχέση με τα αστικά κέντρα.».

περ. Απόπλους (τ. 97-98, Φθιν.-Χειμ. 2023-2024, σσ. 170, 170, 174, 161-162, 156). - Οι κρίσεις των δημοτικιστών ειλημμένες από σχετικό άρθρο του Αριστείδη Βουγιούκα, με τίτλο: «Παλιοί Σαμιώτες υπέρμαχοι του δημοτικισμού και του εκπαιδευτικού δημοτικισμού κ.ά. σχετικά» (ό.π., σσ. 168-180). – Του Βαγγέλη Δημητριάδη, «Ελλάς. Μηνιαία φιλολογική έκδοσις (1947-1948)» (ό.π., σσ. 157-167). - Και του Μιχάλη Φύλλα, «Η επίσκεψη του Στ. Παττακού στη Σάμο το 1968» (ό.π., σσ. 145-156).

Κυριακή 16 Αυγούστου 2026

να αποχαιρετήσουν τα κλήματα


Ο Γκέκος πήγαινε πάντα πρώτος και ρύθμιζε τα βήματά του
ανάλογα με το κουράγιο των υποζυγίων που ακολουθούσαν.
Αυτό τού έδινε αυταρέσκεια και υπερηφάνεια
λες και ήταν αρχηγός αγέλης λύκων ή λιονταριών.*

Ουρλιαχτά, φωνές και αλαλαγμοί έρχονταν από την πέρα γειτονιά, ορμούσαν σε σπίτια και σοκάκια, τρόμαζαν τούς ξύπνιους και ξεσήκωναν τούς κοιμισμένους. Όλοι έτρεχαν αλαφιασμένοι προς τη βορινή έξοδο τού χωριού. […] Κανείς δεν πίστεψε ότι γινόταν καυγάς και μάλιστα σήμερα, Μεγάλη Δευτέρα, που η αυτοδικία και τα νεύρα νηστεύουν μαζί με τα αφεντικά τους. […] Πολλοί υποστηρίζουν πως ο Σπύρος έγινε έξυπνος εξαιτίας τής απούσας αίσθησης τής ακοής, η οποία μετέφερε τη δύναμή της στις άλλες αισθήσεις.

Για δυό χρόνια πήγε στο δημοτικό τού χωριού του, οπότε και έμαθε να γράφει και να διαβάζει όπως τ’ άλλα παιδιά. Κεντούσε, έραβε και ύφαινε στον αργαλειό της μάνας του. Ήταν τόσο καλός μάγειρας, ώστε και στα πιο απλά φαγητά έβρισκε τη σωστή αναλογία και την παραμικρή λεπτομέρεια που τα έκανε νοστιμότατα.

*

Οι τρεις νεαροί θα αποχαιρετούσαν οριστικά τα αμπέλια τους στο βουνό. Οι περισσότεροι αμπελοκαλλιεργητές το είχαν ήδη κάνει, μερικοί επειδή γέρασαν, άλλοι που δεν μπορούσαν να υποφέρουν τη ζημιά, όταν τα έξοδα καλλιέργειας έγιναν διπλάσια από τα έξοδα κι αμαξιτός δρόμος που θα μείωνε τα έξοδα ανοίχτηκε μετά από 15 χρόνια.

Όσοι τα καλλιεργούσαν ακόμα, το έκαναν στη μνήμη των προγόνων τους, γιατί από αυτά τα αμπέλια έζησαν οικογένειες και σπούδασαν παιδιά.

Οι τρεις από τέσσερις νεαρούς θα πήγαιναν να σκάψουν τα αμπέλια τους στο βουνό για τελευταία φορά από μεράκι και να αποχαιρετήσουν τα κλήματα, διότι μετά από πεντέξι χρόνια θα έχουν γίνει όμορφο πευκοδάσος. […]

*

[…] Όταν έφτασαν στην κορυφογραμμή Κάτω και Πάνω Λάκκας, ο Σπύρος έστριψε δεξιά και πήγε και κατασκήνωσε κάτω από τη μοναδική και τεράστια καστανιά τής περιοχής. Οι άλλοι δεν ήξεραν τι να κάνουν. Τη λύση την έδωσε ο Γκέκος που πήρε στα δόντια του το καπίστρι ενός γαϊδουριού που σερνόταν στο χώμα και παρέδωσε τετράποδο και αναβάτη στο Σπύρο.

Θαμπώθηκαν όταν είδαν τι είχε ο Σπύρος απλώσει για να φάνε. […]

*

[…] και στο Χριστό, που ήταν ήδη πεθαμένος, κέντησαν τα πλευρά του. Στο μεταξύ ο Νίκος πήγε κοντά στον κορμό τής καστανιάς και έβγαλε τα ρούχα του απ’ τη μέση και πάνω. Ο Δημήτρης πήρε ένα μαχαίρι και το άγγιξε στο πλευρό τού Νίκου. Ταυτόχρονα ο Γιώργος είχε κάνει τις παλάμες του γροθιές και είπε στον Σπύρο να σφίξει τη μια του γροθιά με όλες του τις δυνάμεις.

Αμέσως ξεπήδησε νερό και αίμα. Ο Σπύρος έβγαλε μια δυνατή κραυγή και έπεσε λιπόθυμος. Ο Γιώργος τον καθησύχασε λέγοντάς του ότι αυτό που έβγαινε από τη γροθιά του ήταν αίμα και νερό σαν αυτό που βγήκε από τα πλευρά τού Χριστού, όταν τον παρακέντησαν και έγινε τόση ζημιά στα χέρια του, επειδή ήταν τρυφερά και ευαίσθητα και είχε να σκάψει τώρα και έξι μήνες. Ο Σπύρος φιλούσε τα χέρια του Γιώργου […]

Σταμάτης Δανάς, «Άφες αυτοίς» (περ. Απόπλους, τ. 97-98, Φθιν.-Χειμ. 2023-2024, σσ. 105-116 -εδώ αποσπάσματα από σσ. 105, 109-110, 111, 111-112) για την μοναδική ενάργεια με την οποία μεταδίδει εικόνες και νοήματα σαμιώτικης ηθογραφίας! Αφορμή λαβών από το σκάλισμα των ορεινών αμπελιών της νήσου! Και πόσες αρετές κρύβει στην πλοκή του! -Το motto εκ του ιδίου (ό.π., σ. 110).

Κυριακή 21 Ιουνίου 2026

ο κόσμος του 'Υπογείου' και ο 'Έφηβος'


Ο άνθρωπος του υπογείου στον Ντοστογιέφσκι διαθέτει ισχυρή συνείδηση τού εαυτού του, ταυτόχρονα, όμως, στερείται τού μεγάλου δημιουργικού χαρίσματος και ως εκ τούτου ξοδεύεται σε μικρές και μεγάλες αθλιότητες προς τους άλλους, οι οποίες τού προκαλούν και τα μεγαλύτερα δεινά.

Η Ρωσία είναι ένα κράτος τού «υπογείου» και δεν είναι τυχαίο πως ήταν από τα πρώτα που δημιούργησε την πολιτική παρανομία («Γή και βούληση», «Λαϊκή βούληση») και στη συνέχεια, στον 20ο αιώνα πλέον οδήγησε την πολιτική παράνομη δράση στην κορυφή της εξουσίας. Στη συμπεριφορά της Ρωσίας στη διεθνή σκηνή ανιχνεύονται τα χαρακτηριστικά του ανθρώπου του υπογείου που έχει απόλυτη αυτοπεποίθηση, η νέα ενσάρκωση του οποίου κατά τον 21ο αιώνα, ήταν ο πρώτος πολίτης του κράτους.

Μιχαήλ Επστάϊν, «Ο ρωσικός αντι-κόσμος. Πολιτική στα όρια της Αποκάλυψης», εν Ανθίβολα (μτφρ. Δημ. Β. Τριανταφυλλίδης, τεύχος 6, Δεκέμβριος 2024, σ. 87).

*

[…] με αφορμή την παλαιότερη διάκριση του Τζωρτζ Στάϊνερ κατά την οποία ο Ντοστογιέφσκι μπορεί να θεωρηθεί ως μεγάλος δραματουργός, ενώ ο Τολστόι ως μεγάλος επικός, νομίζω ότι και στον Έφηβο το δραματουργικό στοιχείο είναι εντονότατο τόσο στην εξέλιξη όσο και στην τελική, αριστοτελικής καταγωγής, κάθαρση.

[…] στον Έφηβο ο Ντοστογιέφσκι προσεγγίζει ζητήματα ανθρωπολογικά, το ζήτημα της ύπαρξης του Θεού και της ελευθερίας του ανθρώπου, μέσα από τις θυελλώδεις σχέσεις των μελών (και κυρίως του πατέρα και του γιού) μιας ρωσικής οικογένειας των τελευταίων δεκαετίας του 19ου αι., ενώ παράλληλα ενδιαφέρεται να επανεξετάσει και τη σχέση της Ρωσίας με την Ευρώπη, αφού κάθε ανθρωπολογικός τύπος, κυρίως δε ο Βερσίλωφ και ο Μακάρ, φαίνεται να εκφράζει τους δύο αυτούς γεωγραφικούς-πολιτισμικούς χώρους.

Σε όλα λοιπόν αυτά, και βεβαίως και σε άλλα, νομίζω ότι βρίσκεται αυτός ο θησαυρός του Εφήβου για τον οποίο μίλησε ο Νικολάε Στάινχαρτ.

«Είναι αλήθεια ότι ο Έφηβος, ως λογοτεχνικό έργο,
δεν είναι το καλύτερο στη σειρά των αριστουργημάτων του Ντοστογιέφσκι.
Κι όμως, σ’ αυτή τη δευτερεύουσας σημασίας θέση,
έκρυψε ο Ντοστογιέφσκι τον θησαυρό του»
Νικολάε Στάινχαρτ, Το Ημερολόγιο της ευτυχίας
(έκδ. Μαΐστρος, Αθήνα 2006, σ. 266) *


Δημήτρης Μπαλτάς, «Η ανθρωπολογία του Εφήβου του Ντοστογιέφσκι», εν Ανθίβολα (μτφρ. Δημ. Β. Τριανταφυλλίδης, τεύχος 6, Δεκέμβριος 2024, σσ. 182, 187). - Κι η κατακλείδα εκ του ιδίου (ό.π., σ. 187).

Τετάρτη 20 Μαΐου 2026

να γλειφτούν οι γλώσσες


///Μπέβερλυ Χιλς///

βραδυκαρδία εμβρυοκαρδία
σκληροκαρδία ταχυκαρδία]
χτυποκάρδια στον Ψηλορείτη
σπαραξικάρδια]θελξικάρδια
περικάρδια φυλλοκάρδια]

*

///τα ένδοξά μου τα Παρίσια///

μελόχυμα]φυλλόχυμα]σκατόχυμα]
ζήλεψες και τά 'κανες δικά σου]
σκατόχυμα]μελόχυμα]φυλλόχωμα]
κουκιμπιμπέρισσα εφάνης]ήρθες]
φυλλόχωμα]σκατόχυμα]μελόχυμα]
κουκιμπιμπέρισσα εχάθης]πήγες

*

///καμτσίκι///

πώς συσπώνται οι μυώνες]
κάθε που με μείωνες

*

///νάνι///

ζήσαμε κάτι όμορφες ημέρες]
νάζι τη λέγαμε τη ρίμα]και σού
'λεγα είναι ρήμα όχι ρίμα]και μού
'λεγες το επίθετο]το δικό μου
πρώτο θα μπεί επίθετο]το όνομα
μετά]το επίθετο για να κάνει
ρίμα και μετά]το επίθετο το
δικό σου μαζί]και σού 'λεγα
με νάζι]δε με πειράζει με χάζι
αρκεί]το παιδί μόνο με νοιάζει]
ό,τι θέλει ας διαλέξει
το παιδί]ας αποφασίσει μη]
βιαζόμαστε]και τι μάς νοιάζει
η ρίμα στο ρήμα]έχεις πεθάνει
ή θα πεθάνεις]εσύ κι ο σκύλος
γαβγίζετε εδώ μέσα]σε κάθε ξένο]
σε κάθε τι ξένο]γαβγίζετε μαζί]
naζί ή να μη ζεί κανείς τέλος
πάντων]να πετρώσουν οι πέτρες]
να ξυλωθούν τα ξύλα]να ραφτούν
οι κλωστές
]να ρευτούν τα ρέματα]
να γλειφτούν οι γλώσσες]ρίμα στο
ρήμα]naζί μαζί]επίθετο κι όνομα]
ρήμα επίθετο ρίμα όνομα
μαζί]

*

///νυχτερίδες///

η γλώσσα νυστέρι σαν
χτυπά στον ουρανίσκο
σου]και ορμά η φωνή
σου από τα έγκατα]

*

///γεωμετρία///

η γλώσσα δεν υπακούει στη
γεωμετρία]της λογικής το
νόημα τετραγωνίζεται]πριν
διαφύγει μηδέν εις το πηλίκο

*

///ρεπερτόριο///

[...]
στο κρεβάτι κοιμούνται]ξύπνα με]
δε γαμιόμαστε πλέον]πουθενά]
χώροι αποκλειστικοί]όργανα
αρμόδια]για κάθε λογής
δωμάτιο και επαφή]

*

///τέχνη///

παρενδύσιο πουλί με
τις γλώσσες σου]έτσι
ntekavle]σε ημιστύση
γαλλικά να μην τγομάζω]
σε ημιστύση ισπανικά
να μη φωνάδω]δεν ξέρω
τι έχω πάθει]μάλλον πάθη
έχω]

*

///αλφαβήτα///

γάμα μέχρι το δέλτα]
και τις εκβολές του]

*

///υστερόγραφο ένα///

πώς να πώ]και να με πιστέψεις]πως
σε σκέφτομαι όλη την ημέρα]και τη νύχτα
το δειλινό]και το σούρουπο σε φαντάζομαι]να
με κοιτάς όλα τα δευτερόλεπτα
]που
χτυπούν στους δείχτες στο δεξί σου χέρι]και
έτσι απλώς σε ρωτώ την ώρα
]

Ευά Παπαδάκης, μερακλίνα κουκιμπιμπέρισσα ομπλαντί (έκδ. Στιγμός - αλλότρια, Αθήνα 2021, σσ. 56, 57, 61, 62, 63, 64, 65, 82, 83, 82). - Στην συλλογή προτάσσονται τα καταστατικά της motto εκ του Νίκου Ξυλούρη, Γιώργου Χειμωνά and The Beatles (ό.π., 9), ορίζονται δε τα άλλως αφανή Πρόσωπα: Ι. μερακλίνα, ΙΙ. κουκιμπιμπέρισσα και ΙΙ. ομπλαντί (ό.π., 11). Ίσως οι τρείς όψεις (προσόψεις) του γράφοντος. Στην κλειστή κάθετο το φερόμενο ως 'ανάσα', 'σημείο στίξης' ή 'caesurae της κάθε φωνής' υφέν (Βλ. Οδηγίες ανάγνωσης, ό.π., 95).

Σάββατο 16 Μαΐου 2026

τι ωραία τα κύματα


///θάρρος ή αλήθεια///

έχεις παρατηρήσει]οι πεταλούδες
πως είναι αναποφάσιστες κοντά
στη θάλασσα]

*

///μαυσωλείο///

τι ωραία τα κύματα
για να πνίγονται]μέσα
οι αγαπημένοι μας]
τι ωραίος ο ωκεανός]

*

///αχινός///

[...]

πριν από εμάς ήταν εδώ
κι άλλοι]με μελιά μαλλιά
μέλι στα χείλη μέλισσες]
μη με κοιτάς σαν ξένο]
κι ας είναι τα μάτια μου
άδεια]δεν μπορώ να σε θυμηθώ
γυμνή]ξεχνώ τη σκιά που κάνει
ο λαιμός στους ώμους σου]
σταμάτα για λίγο να μιλάς
κι άκουσέ με] άκου σού λέω]
πως ακόμα είναι φυσιολογικό]
φυσικά και τελειώνει]όπως
ξεκίνησε απότομα]ακαριαία]
δε σε σκοτώνω]ας μοιάζει
με βία όλο αυτό] όλο
[...]
δικά-μου είχες πει]τα φυτά
στο μπαλκόνι]κι ας είχαν
μείνει από τους προηγούμενους
ένοικους]εξώστης και σκηνή
η πόλη]εγκαταλελειμένη η
εκκλησία]φτύναμε το σταυρό
στην ταράτσα]ξελευτερία και
τα σκατά απ' τα πουλιά]δέκα
δευτερόλεπτα κράτησαν οι
πυροβολισμοί]η ηχώ-σου
στο αυτί-μου δέκα
χρόνια μετά]θηρίο
η αγάπη]σε αγαπάω
που με αγαπάς]
αγαπώ που αγαπάς]
που σε αγαπάω]
κι αγαπάς που
σε αγαπώ αγαπώντας σε]
αγαπιόμαστε αγαπημένα]
κι ως αγαπημένες]
αγαπιέται η πλάση
όλοι]

*

///καθρεφτάκι///

το πρόσωπο στον καθρέφτη το ξέρω]
αλλά δεν ξέρω το όνομα του]
ένα όνομα που δεν είναι θηλυκό]
δεν μπορεί να είναι το όνομά του]

*

///μωρό μου///

ένα μωρό αποτελείται
από 78% νερό]αυτό δε
σημαίνει πως πρέπει
να κλάψεις]78 λίτρα
δάκρυα για να μου
τραβήξεις την προσοχή]

*

///γιάντα///

gιατί με]gιάντα με]
gιατί με
νταgιαντίζεις]

*

///καθώς πρέπει///

μια ας πούμε ωραία παρουσία]σε ένα
βουβωνικό μελίσσι]υποτίθεται ότι κάνει
κάτι καλό]με κατανυκτική από υποτίθεται
γύρη]μέχρι το υποτίθεται πρωί]που θα
ξημερώσει και θα φανεί]η ας την πούμε
κάπως περασμένη γοητεία]του κηφήνα
που υποτίθεται επέστρεψε χωρίς κεντρί]
στην βασίλισσας σς την πούμε το πλάι να πεθάνει]

Ευά Παπαδάκης, μερακλίνα κουκιμπιμπέρισσα ομπλαντί (έκδ. Στιγμός - αλλότρια, Αθήνα 2021, σσ. 18, 19, 20, 21-22, 41, 46, 47). - Στην συλλογή προτάσσονται motto εκ του Νίκου Ξυλούρη, Γιώργου Χειμωνά and The Beatles (ό.π., 9), ορίζονται δε τα άλλως αφανή Πρόσωπα: Ι. μερακλίνα, ΙΙ. κουκιμπιμπέρισσα και ΙΙ. ομπλαντί (ό.π., 11). Ίσως οι τρείς όψεις (προσόψεις) του γράφοντος. Στην κλειστή κάθετο το φερόμενο ως 'ανάσα', 'σημείο στίξης' ή 'caesurae της κάθε φωνής' υφέν (Βλ. Οδηγίες ανάγνωσης, ό.π., 95).

Παρασκευή 8 Μαΐου 2026

η αληθειακότητα τού βιώματος


Ζούμε μια εποχή που η μετανεωτερική ιδεολογία αποδομεί τη συλλογικότητα προωθώντας τον λόγο αναρίθμητων μειονοτήτων στο όνομα ενός απόλυτου και δογματικού δικαιωματισμού που μάς οδηγεί σε καινούργιες και μάλιστα ενδεδυμένες με κινηματικά και ακτιβιστικά χαρακτηριστικά περιχαρακώσεις.

Παρατηρούμε πως διαμορφώνεται ως πρώτιστο κριτήριο η αληθειακότητα τού βιώματος και όχι η λογοτεχνική αξία.

Και μετά από τον χώρο της πεζογραφίας αυτό εφόρμησε και στον χώρο της ποίησης.

Βλέπουμε να προβάλλονται ολοένα και περισσότερο ποιητικά κείμενα νέων ποιητών -και κυρίως θα έλεγα ποιητριών- τα οποία διαθέτουν τη γνησιότητα ενός autofiction βιώματος αλλά ο λόγος τους έχει χάσει τον ποιητικό βηματισμό, τη γοητεία της συμβολιστικής φόρτισης, το αναγκαίο εκείνο μέρος της σιωπής που ο αναγνώστης θα συμπληρώσει με τη δική του συγκίνηση...

Φαίνεται πως ξεχνάμε ότι στο πεδίο της λογοτεχνίας κρινόμαστε όχι με όρους «δημοσιογραφικής γνησιότητας», αλλά με τους όρους της «λογοτεχνικής αξίας».

Άννα Αφεντουλίδου, στην Βιβ
λιοπαρουσίαση του περ. Απόπλους (τ. 100, Σάμος, Καλοκαίρι 2024, σ. 501).

Πέμπτη 30 Απριλίου 2026

τί αντιπροσώπευαν οι αρχαίοι κίονες


Είναι γνωστό ότι για τους αρχαίους Έλληνες ο δωρικός και ο ιωνικός κίονας αντιπροσώπευαν αντίστοιχα το άρρεν και το θήλυ.

Ο μεν δωρικός κίονας, που ονομάστηκε έτσι επειδή πρωτοεμφανίστηκε σε πόλεις των Δωριέων, έδινε, κατά τον Βιτρούβιο, «στους ναούς τις αναλογίες, τη στιβαρότητα και την ομορφιά τού ανδρικού σώματος».

Ο δε ιωνικός κίονας, που ονομάστηκε έτσι επειδή τον χρησιμοποίησαν πρώτοι οι Ίωνες, όντας πιο ραδινός στην όψη από τον δωρικό, έχει πιο γυναικεία χάρη. Πάντα κατά τον Βιτρούβιο, «στη βάση του κίονα τοποθέτησαν, σαν υπόδημα, μία σπείρα, και δεξιά και αριστερά από το κιονόκρανο δύο έλικες, που κρέμονται σαν βόστρυχοι γυναικείας κόμης· τα μέτωπα τα διακόσμησαν με κυμάτια και έγκαρπα στη θέση καλοχτενισμένων μαλλιών· [έκαναν τέλος] τις ραβδώσεις του κορμού του κίονα να κατεβαίνουν σαν πτυχές εσθήτας».

Έτσι οι αρχαίοι επινόησαν αρχικά δύο κίονες: «τον έναν ανδρικό, γυμνό, χωρίς διάκοσμο, και τον άλλο με γυναικεία κομψότητα και στολίδια και με γυναικείες αναλογίες».

Και ο κορινθιακός κίονας, ο μεταγενέστερος από τους τρείς ρυθμούς της αρχαιοελληνικής αρχιτεκτονικής και θεωρούμενος η εξέλιξη του ιωνικού ρυθμού; Ο Βιτρούβιος αναφέρει ότι «ο τρίτος ρυθμός, που ονομάζεται 'κορινθιακός', μιμείται την παρθενική λεπτότητα, καθώς οι παρθένες, τρυφερές στα χρόνια, έχουν λεπτότερα μέλη και τα στολίδια τους έχουν μεγαλύτερη χάρη».

Μετά την αντιστοίχιση του δωρικού κίονα με το άρρεν και του ιωνικού με το θήλυ, διερωτώμαι μήπως ο κορινθιακός αντιστοιχεί στο άφυλο όν, σε εκείνο που υπερβαίνει τα χαρακτηριστικά των δύο φύλων.

Και εν πάση περιπτώσει, τί γύρευε ένας κορινθιακός κίονας στο βάθος του ναού του Επικουρίου Απόλλωνος,

ο οποίος προσαγορευόταν επίσης Αλεξίκακος, όπως και από τους Αθηναίους, δηλαδή αυτό ςπου διώχνει το κακό, επειδή απέτρεψε απ' αυτούς την αρρώστια, Αποτρόπαιος, Παιήν, ως ιατρός των θεών, Καθάρσιος, Νουσολύτης (ο από νόσου απαλλάττων) και Σωτήρ;

[...] δεν στερείται σημασίας η αντιστοιχία την οποία βλέπει για τους τρείς ρυθμούς ο ελευθεροτεκτονισμός, αυτό το χωνευτήρι αρχαίων παραδόσεων. Σύμφωνα λοιπόν με την τεκτονική παράδοση, ο δωρικός κίονας συμβολίζει την ισχύ, ο ιωνικός τη σοφία και ο κορινθιακός το κάλλος.

*

Ο κίονας χρησίμευε αρχιτεκτονικά ως στήριγμα στέγης. Συμβολικά υποστηρίζει τα άνω και τα συνδέει με τα κάτω. Στην ελληνορωμαϊκή τέχνη δεν περιοριζόταν όμως σ' έναν καθαρά αρχιτεκτονικό ρόλο, αλλά χρησίμευε και ως αναθηματικό μνημείο. [...]

Λόγω της καθετότητάς του, ο κίονας είναι ανοδικό σύμβολο. Αντιστοιχεί στη σπονδυλική στήλη του ανθρώπινου σώματος, τον αξονικό δηλαδή σκελετό του κορμιού, ο οποίος, όπως και στον κίονα, αποτελείται από τους σπονδύλους που συνδέονται με τους μεσοσπονδύλιους δίσκους, υποστηρίζει την κεφαλή και συνδέει με τον κορμό τα άνω και κάτω άκρα μέσω της ωμικής και της πυελικής ζώνης και εγκλείει και προστατεύει τον νωτιαίο μυελό.

Εφόσον λοιπόν δεχτούμε ότι ο κίονας συμβολίζει τον άνθρωπο σε μία καθετότητα και εναρμόνιση ολόκληρου τού είναι του με την «ευθεία αίσθηση», τότε λογικά το κιονόκρανο που επιστέφει τον κίονα ισοδυναμεί με το ανθρώπινο κεφάλι.

[σημ. 30: Ως προς την «ευθεία αίσθηση» έχω να επισημάνω ότι κατερχόμενη ως ακτίνα φωτός που ενώνει τα άνω με τα κάτω, διασπά τον ΦΟ!ΒΟ, αποκαλύπτοντας, φανερώνοντας τον ΦΟΙΒΟ. Και όντως, μόνο το φώς εκμηδενίζει το σκότος, το φώς έξω βάλλει το φόβο].

Όσον αφορά τον άνθρωπο ο οποίος συμβολιζόταν μυστικά από τον μοναδικό κορινθιακό κίονα που υπήρχε στο ναό του Επικουρίου Απόλλωνος, και δη στο σηκό, αντί κατά πάσα πιθανότητα του λατρευτικού αγάλματος του θεού, βλέπουμε ότι το κεφάλι του, εν προκειμένω το κιονόκρανο, ήταν ζωσμένο από φύλλα ακανθών. Ποιός όμως θα μπορούσε να ήταν ο εξέχων άνθρωπος, αυτό το Όν, ώστε να τιμηθεί με τόσο υψηλό τρόπο; Και ποιά η σχέση του με τον Απόλλωνα;

Μήπως κάποιοι έλληνες μύστες είχαν φροντίσει να προεικονιστεί, τέσσερις αιώνες νωρίτερα, σε τούτο το τέμενος του Απόλλωνος Σωτήρος, που προσωποποίησε στην αρχαιότητα τον Έλληνα Θείο Λόγο, το μαρτύριο του νέου Σωτήρος, του Ιησού, ιστορικής ενσάρκωσης του Θείου Λόγου στην εξελληνισμένη γή της Παλαιστίνης [...];

Φοίβος Πιομπίνος, Απόλλων Σωτήρ ο έλλην λόγος (έκδ. Εκδόσεις του Φοίνικα, Αθήνα 2018, σσ. 31-33, 33, 33-34, 34-35 και σημ. 30, σ. 51).

Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2026

δαὴρ αὖτ᾽ ἐμὸς ἔσκε κυνώπιδος


Ιλιάς Γ 146-160: σεβάσμιοι Τρώες γέροντες ομιλητές
πάνω στα τείχη της Τροίης, όπ' έρχεται κι η Ελένη
:

Οἱ δ᾽ ἀμφὶ Πρίαμον καὶ Πάνθοον ἠδὲ Θυμοίτην 146
Λάμπον τε Κλυτίον θ᾽ Ἱκετάονά τ᾽, ὄζον Ἄρηος,
Οὐκαλέγων τε καὶ Ἀντήνωρ, πεπνυμένω ἄμφω,
ἥατο δημογέροντες ἐπὶ Σκαιῇσι πύλῃσι,
γήραϊ δὴ πολέμοιο πεπαυμένοι, ἀλλ᾽ ἀγορηταὶ 150
ἐσθλοί, τεττίγεσσιν ἐοικότες, οἵ τε καθ᾽ ὕλην
δενδρέῳ ἐφεζόμενοι ὄπα λειριόεσσαν ἱεῖσι·
τοῖοι ἄρα Τρώων ἡγήτορες ἧντ᾽ ἐπὶ πύργῳ.
οἱ δ᾽ ὡς οὖν εἴδονθ᾽ Ἑλένην ἐπὶ πύργον ἰοῦσαν,
ἦκα πρὸς ἀλλήλους ἔπεα πτερόεντ᾽ ἀγόρευον· 155
«οὐ νέμεσις Τρῶας καὶ ἐϋκνήμιδας Ἀχαιοὺς
τοιῇδ᾽ ἀμφὶ γυναικὶ πολὺν χρόνον ἄλγεα πάσχειν·
αἰνῶς ἀθανάτῃσι θεῇς εἰς ὦπα ἔοικεν·
ἀλλὰ καὶ ὧς τοίη περ ἐοῦσ᾽ ἐν νηυσὶ νεέσθω,
μηδ᾽ ἡμῖν τεκέεσσί τ᾽ ὀπίσσω πῆμα λίποιτο.» 160


ο Ι. Πολυλάς μεταφέρει:
Και ο Πρίαμος, ο Πάνθοος, ο Λάμπος, ο Θυμοίτης, 146
ο Ικετάων, βλάστημα του Άρη, και ο Κλυτίος,
και δύο φρονιμότατοι Αντήνωρ και Ουκαλέγων,
όλοι των Τρώων αρχηγοί και σύμβουλοι εκαθόνταν
στον πύργον των Σκαιών Πυλών
, που γέροντες ως ήσαν 150
είχαν αφήσει τ᾽ άρματα, αλλ᾽ ήσαν δημηγόροι
εξαίρετοι και ομοίαζαν τους τσίτσικες που χύνουν
από το πυκνό φύλλωμα την ιλαρή λαλιά τους.
Κι άμ᾽ είδαν, ως εσίμωνε στον πύργον την Ελένην,
συνομιλούσαν σιγανά με λόγια πτερωμένα: 155
«Κρίμα δεν έχουν οι Αχαιοί, δεν έχουν κρίμα οι Τρώες
χάριν ομοίας γυναικός τόσον καιρόν να πάσχουν·
τωόντι ομοιάζει ωσάν θεάς η τρομερή θωριά της·
αλλά και ως είναι ασύγκριτη καλύτερα να φύγει
παρά να μείνει συμφορά
σ᾽ εμάς και στα παιδιά μας». 160


Προσφωνεί ο Πρίαμος την Ελένη πάνω στα τείχη:

«δεῦρο πάροιθ᾽ ἐλθοῦσα, φίλον τέκος, ἵζευ ἐμεῖο, 162-163
όφρα ίδη πρότερόν τε πόσιν πηούς τε φίλους τε

«Προχώρησε, παιδί μου, εδώ κοντά μου να καθίσεις
τον πρώτον άνδρα σου να ιδείς, τους συγγενείς και φίλους· 162-163

Η απάντηση της Ελένης:

δαὴρ αὖτ᾽ ἐμὸς ἔσκε κυνώπιδος, εἴ ποτ᾽ ἔην γε.» 180

και ανδράδελφον, έναν καιρόν, εγώ τον είχα η σκύλα»! 180


Σχόλια του J. La Rocheστο αρχαίο κείμενο:
147 Οι τρεις ούτοι είναι αδελφοί του Πριάμου.
148 Ο Αντήνωρ είναι ο επισημότατος των τρωικών γερόντων και συχνά αναφέρεται εν Ιλιάδι. Ένδεκα αυτού υιοί μάχονται εν τω στρατώ, ο Αγήνωρ, Ακάμας, Αρχέλοχος, Δημολέων, Ελικάων, Ιφιδάμας, Κόων, Λαοδάμας, Λαοδόκος, Πήδαιος, Πόλυβος. Τούτων επτά εφονεύθησαν.
πέπνυμαι: είναι παρακείμενος του πνείω (πνέω) και σημαίνει: είμαι εμπνευσμένος, επομ. εχω νουν. η μετοχή πεπνυμένος = συνετός.
149 είατο = ήντο (153).
δημογέροντες: ηγεμόνες της χώρας, ούτως ονομάζεται και ο Ίλος ο οικιστής της Ιλίου Λ 372. Η λέξις και το αξίωμα δημογέρων εσώζετο εν Ελλάδι επί Τούρκων..
επί Σκαιήσι πύλησι: επί του πύργου, του επί της πύλης. Εντεύθεν αι γυναίκες και οι γέροντες εθεώντο τας εν τη πεδιάδι μάχας.
150 γήραϊ = διά το γήρας.
δη = ήδη.
151 Πολύ ωραίον εύρισκον οι αρχαίοι το τερέτισμα του τέττιγος και ετέρποντο εις αυτό. Ησιόδου Έργα και ημέραι 582: «ηχέτα τέττιξ δενδρέω εφεζόμενος λιγυρήν καταχεύετ' αοιδήν». Ασπ. 393. Ψευδοανακρ. 32: «μακαρίζομέν σε τέττιξ, ότι δενδρέων επ' άκρων ολίγην δρόσον πεπωκώς βασιλεύς όπως αείδεις». και «φιλέουσι μεν σε μούσαι, φιλέει δε Φοίβος αυτός, λιγυρήν δέδωκεν οίμην». Η παραβολή γίνεται διά την ευφωνίαν και διά την μονότονων ησυχίαν γερόντων και τεττίγων και διά το άσπαστον του λόγου αυτών.
152 λειριόεσσαν: όπως Ησιόδου Θεογονίαν 41. Από του καθαρού και λευκού χρώματος των λειρίωνεγένετο μεταφορά εις την οξείαν και ευκρινή γωνήν των τεττίγων, «από των ορωμένων επί τα ακουόμενα», από του χρώματος εις τους ήχους. Απολλ. Ροδ. IV, 903: «ίεσαν εκ στομάτων όπα λείριον». δηλ. λεπτήν και ευάρεστον, όπως το λείριον εις τον οφθαλμόν ευαρεστεί.
ιείσι: εκπέμπουσι, κάμνουν ν' αντηχή. Και οι μεθ' Όμηρον συνάπτουν με το ίημι τας λέξεις φωνήν, φθογγάς, γλώσσαν.
153 τοίσι: κατηγ. του ηγήτορες.
άρα = λοιπόν, ανακεφαλαιώνει και παραπέμπει εις την παραβολήν.
154 είδονθ': του είδομαι β΄ αόριστος ειδόμην και ιδόμην.
155 ήκα: σιγανά· διότι ησχύνοντο θαυμάζοντες κάλλος γυναικώνπαρ' ώραν. Εξ αχρ. επιθέτου ηκύς γίνεται το ήκα (όπως τάχα, ώκα) ήσσων, ήκιστα.
156 Δεν ηδύνατο ο ποιητής το κάλλος της Ελένης να εκθειάση καλλίτερον, παρά εισάγων συνετούς γέροντας αποθαυμάζοντας αυτήν. Δεν τα λέγει ο Πάρις, δεν τα λέγει νέος τις, δεν τα λέγει τις του όχλου αλλά γέροντες συνετώτατοι του Πριάμου πάρεδροι. Το ψυχρόν λοιπόν γήρας συγχωρεί χάριν αυτής τον πόλεμον, το χυθέν αίμα, τα δάκρυα.Όρα, ότι ο Όμηρος δεν εισέρχεται εις λεπτομερείας του κάλλους, όπως οι σημερινοί, αλλά μάς παρουσιάζει την εκ του κάλλους εντύπωσιν.
ου νέμεσις (εστι): ώφειλεν ο ποιητής να μεταχειρισθή την φράσιν ταύτην, διότι το μεμεσίζομαι (= κατακρίνω) δεν έχει παθητικόν τύπον, πρβλ. Η 409, όπου το φειδώ γίγνεται κείται ως παθητικόν του φείδομαι.
157 τοιήδε: το δε είναι δεικτικόν: διά τοιαύτην δα, οποία ήτο προ αυτών.
158: ασύνδετος αιτιολογία των ηγουμένων. αινώς: δεινώς, σφόδρα, φοβερά. Χρησιμεύει προς επίτασιν συνήθως των ρημάτων του ψυχικου πάθους δείδω, χώομαι, ήδομαι, ίεμαι ή επιθέτων ή επιρρημάτων.
εις ώπα: κατά την όψιν, κατά πρόσωπων. Ωραίαι γυναίκες παραβάλλονται προς θεάς, ιδίως προς την Άρτεμιν και Αφροδίτην.
159-160: παράδοξοι είναι ούτοι λόγοι· διότι υποθέτουσιν, ότι οι γέροντες εγνώριζον της μονομαχίας. Αλλά δεν εγνώριζον.
160 οπίσσω: κατόπιν, ύστερον, εν τω μέλλοντι.
πήμα: είναι κατηγορουμενον: ως βλάβη, δυστύχημα.
162: Η σειρά των λέξεων είναι: δεύρο ελθούσα ίζευ πάροιθεν εμείο. Το δεύρο εκ του ελθούσα, το εμείο εκ του πάροιθεν εξαρτάται.
ελθούα φίλον τέκος: η συμφωνία έχει γείνη κατά το φυσικόν γένος, όπως φίλε τέκνον.
πάροιθ' εμείο: έμπροσθέν μου. Ο Πρίαμος λοιπόν θα βλέπη άνωθεν του ώμου της Ελένης.
163 ίδη: ο 'Ομηρος προτιμά τους μέσους τύπους του ρήματος τούτου· όθεν έχει συχνότερον το ιδέσθαι, ίδωμαι, ίδηται, ίδησθε, ίδοιτο παρά ιδείν, ιδέειν, ίδω, ίδωμι, ίδη, ίδητε, ίδοι. ουδέποτε έχει ίδης, αλλά ίδη, ίδηαι. Μετοχήν όμως έχει μόνον την ιδών. Ωσαύτως τους διαφόρους τύπους του ορώμαι έχει με ενεργητικήν σημασίαν. πόσις = σύζυγος, κύριος, ανήρ. Κυρίως ήν πότις = ισχυρός, πρβλ. τα potior, potens.
πηός: συγγενής αξ αγχιστείας, συμπέθερος.
180 εμός κυνώπιδος: τίθεται γενική ως παράθεσις της εν τη κτητική αντωνυμία λανθανο΄θυσης γενικής της προσωπικής αντωνυμίας.
έσκε: θαμιστικός παρατατικός του ειμί.
ει ποτ' εήν γε: αν ποτε ήμην. Ταύτα λέγει η Ελένη θλιβερώς αναμιμνησκομένη το ευτυχές παρελθόν. = αν ημην ποτέ, και αν δεν ήτο μάλλον όνειρον πλάνον. Οι τοιούτοι λόγοι είναι κραυγή της συνειδήσεως πονούσης· διότι αναμιμνήσκεται ευτυχίαν παρελθούσαν, την οποίαν και αυτός ο αναφωνών διά το λυπηρόν παρόν δυσκολεύεται να πιστεύση, ότι υπήρξέ ποτε. Ούτως ο Νέστωρ ενθυμούμενος τα νιάτα του λέγει ώς έον, εί ποτ' έον γε μετ' ανδράσιν = «τοιούτος ήμην, αν ήμην βέβαια καμμίαν φοράν μεταξύ των ανδρών» Λ 762.

Τα σχόλια από την έκδοση Παπαδήμα: Ομήρου Ιλιάς Α. Καραπαναγιώτου (1893).

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2026

νύχτα έρχεται η νύχτα


Ο θάνατος είναι αρρώστια στοργική.
Μάς απαλλάσσει, τελικά, απ' της ζωής το αίνιγμα
όπως μια γρίπη άκακη
λυτρώνει απ' τη μελέτη το πρωτάκι.*

Ο ΜΑΤ

Αυτός που αντέχει το κατώτερο
αντέχει κι όλα τ' άλλα.
Κομμάτια κρέας κρέμονται
από τη φόδρα του κορμιού
κι όμως πηγαίνει μόνος του.
Αδιάφορα βαδίζει, ακέραιος
μέσα στη νύχτα τού ενός
κι απ' των πολλών το σκότος βγαίνει
.

*

Καθώς αρχίζει ετούτο το γραφτό
βλέπω κιόλας το χορτάρι.
Να ξεφυτρώνει ακάθεκτο
ανάμεσα στις λέξεις
και να τίς αχρηστεύει.

*

Κι ένιωσα, ξαφνικά, ένα κενό
λες κι ήμουν μόνο το παλτό μου.

*

Η ΝΥΧΤΑ ΠΑΙΖΕΙ ΜΕ ΤΑ ΚΟΥΜΠΙΑ

Η νύχτα είναι θεογκόμενα· νταλίκα ακυβέρνητη, σε λασπωμένο δρόμο. Έρχεται κατά πάνω μας, μία ολόκληρη ζωή, κι οι λυπημένοι δε μπορούν, δε θέλουν να την αποφύγουν. Τινάζονται κάθε φορά, μ' όλα τα σωθικά τους σε διάρκεια, σ' αυτό τ' αέναο δυστύχημα και κείνη -αδιάφορη- παίζει με τα κουμπιά· αλλάζει τις συχνότητες και βγάζει τις φωνές τους, δήθεν σαν τραγούδια, σε άλλα μήκη.

*

Η ΝΥΧΤΑ

Η νύχτα, νύχτα έρχεται
και φεύγει πάλι νύχτα.
Σαν τραίνο φεύγει αδειανό
χωρίς κανέναν μέσα.
Κλέβει μονάχα μυστικά
τα πάει στον πίσω χρόνο.

*

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

Βροχές παλιές με βρέχουνε· με βρέχει ο πίσω χρόνος. Ρετάλια τα μαλλιά μου, ασπρίσαν πια και κρέμομαι σαν τον Αβεσαλώμ. Από τη μνήμη κρέμομαι. Πηγαίνω, πέρα-δώθε, στο κενό κι ο εχθρός μου ολοένα πλησιάζει.

*

Ο ΧΡΟΝΟΣ ΕΙΝΑΙ ΣΠΛΑΧΝΙΚΟΣ

Ζωή αβάσταχτη
σαν το παλιό βαρύ παλτό.
Ο χρόνος είναι σπλαχνικός.
Ράφτης είναι κι εργάζεται
από τη μέσα σου μεριά.
Τραβάει κάθε τόσο τις κλωστές
και λίγο-λίγο με ξηλώνει
.

*

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟ

Στα πιο απίθανα σημεία
μέσα σε κόσμο πολύ
σε δρόμους κεντρικούς ή σε πλατείες
όλο και κάποιος πέφτει, μόνος του
και μένει εκεί για πάντα
.


Σκιά θανάτου σαν ρητό.
Διακλαδίζεται στη λογική
και στις γωνιές αφήνει αίμα.**


Νίκος Χουλιαράς, Ο χρόνος είναι πάντα με το μέρος του. Ποιήματα και Εικόνες (έκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1989, σσ. 64, 69, 73, 61, 56, 45, 17, 28). -Το αρκτικό motto, όπως και η κατακλείδα, εκ του ιδίου (ό.π., σσ. 80, 36).

Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026

η κορύφωση τού υπάρχειν


Κεφ. ΚΑ' [...] Οι τελώναι και αι πόρναι, που παραμένουν σφηνωμένοι στη γή αυτή -με το χρήμα και την σάρκα- μπορούν να νιώσουν, μέσα στον μυχό της ύπαρξής τους, πνιγηρά το αδιέξοδο τού βίου τους. Ετούτο ακριβώς το αδιέξοδο τού παραλόγου τούς ωθεί ενστικτωδώς προς τον Θεό. Είναι η μόνη ανάσα που μπορούν να πάρουν μέσα στον πνιγηρό «κατακλυσμό της αμαρτίας».

Όλοι οι άλλοι -«Γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί», αμέριμνοι και εγκόσμιοι-, έχουν την ψευδαίσθηση μιας σχέσης τους με τον Θεό που όμως δεν είναι οργανική. Δεν νιώθουν πως η σχέση αυτή έχει συντριβεί με την συνειδησιακή τους τύφλωση.

Το μέγα, κρίσιμο υπαρκτικό άθλημα τού σημερινού ανθρώπου -αν όχι, τού ανθρώπου κάθε εποχής: να μην αφήσει ώστε ο κόσμος να τυφλώσει την συνείδησή του. Γιατί η συνείδηση, ως μύχια φωνή τής ψυχής, σε ειδοποιεί πως πίσω από την γοητεία ή την δραματικότητα τού βίου αυτού, υψώνεται η μετά θάνατον πραγματικότητα, η συνάντηση τού Ανθρώπου με τον Θεό -κορύφωση τού υπάρχειν.

*

Κεφ. ΚΒ' Ο λόγος περί των ολίγων που συγκροτούν την μερίδα των εκλεκτών, αυτών που θα εισέλθουν στην βασιλεία του Θεού, αντηχεί βαρύς, καταθλιπτικός, σχεδόν απάνθρωπος.

Βέβαια, όσοι κλητοί δεν ανταποκρίνονται στην θεϊκή πρόσκληση, είναι σωστό να μην συμμετάσχουν στους θεϊκούς γάμους αλλά ένας δυσερμήνευτος πόνος τούς περιβάλλει, ο τυφλός, σχεδόν ενστικτώδης πόνος τού τετελεσμένου. Πρόκειται για τον σπαραγμό τού ανθρώπου καθώς νιώθει να εκπίπτει από την τροχιά που τού χάραξε ο Δημιουργός του.

Πέρα από τα όρια τού κόσμου αυτού δεν υπάρχει μετάνοια -ίσως επειδή έχει εξαντληθεί ο ανθρώπινος χρόνος. Αυτό το πάγωμα, η αδράνεια τής Δημιουργίας όλης συγκλονίζει. Εξάντληση τής Ιστορίας. Άπνοια. Μη - Χρόνος.

Η προετοιμασία των γάμων Θεού και Ανθρώπου είναι η επίγεια ζωή, η επικράτεια του Χρόνου. Η άλλη ζωή, η άχρονη πλέον, είναι η επικράτεια του θεού.

Είμαστε σκιές μέσα στον χρόνο, σκιές βιαστικές, φευγαλέες, καμιά χαρά δεν μπορεί ν' αντέξει τέτοιον σπαραγμό τού όντος που κατευθύνεται στον θάνατό του, στον προθάλαμο τής άλλης ζωής, εκείνης που προγεύονται μονάχα όσοι, έχοντας κατανικήσει το φάσμα τού κόσμου ετούτου, πιστεύουν στην υπέρβαση της θνητότητάς τους, τής χρονικότητας, τής φθοράς τους.

Το γήρας ακριβώς προειδοποιεί για όλα, οξύνοντας την οδύνη τής εγκοσμιότητας, τής μετάβασης προς μια «περιοχή» που επιβλέπει μόνο η πίστη, ποτέ η γνώση.

Ανάγκη, λοιπόν, τραγική να κατανικηθεί η εξουσία της λογικής, να εισέλθει ο άνθρωπος σε κατάσταση μετα-λογική, να ζήσει πλέον ως όν μετα-λογικό, για να κατορθώσει, διά τής πίστης, να επιζήσει μετά θάνατον.

Πάλιν και πολλάκις, ενώπιον τού μυστηρίου τού θανάτου, υπάρχουμε. Και ο χρόνος καταντά μια βίωση οδυνηρή, πικρή και αφόρητη. Ο θάνατος αποκαλύπτεται ως γεγονός «λογικό». Το γήρας όμως, όχι. Είναι η κατάχρηση τού χρόνου.

Κώστας Ε. Τσιρόπουλος, Ανάγνωση του Κατά Ματθαίον Ιερού Ευαγγελίου (έκδ. Ο μικρός Αστρολάβος/14, Αθήνα 2007, σσ. 64-65, 66-68).

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2026

τα τέσσερα ριζώματα του Εμπεδοκλέους


Τα τέσσερα ριζώματα του Εμπεδοκλέους, τα συστατικά στοιχεία του κόσμου δηλαδή, είναι το πύρ (θεωρεί το πύρ ως Δία), η γή (θεωρεί την γή ως τον Αϊδωνέα), το ύδωρ (θεωρεί το ύδωρ ως Νήστιν) και ο αέρας (θεωρεί τον αέρα ως Ήρα). Η Νήστις είναι πάντα το ύδωρ, ενώ για τις άλλες θεότητες οι απόψεις δεν ομονοούν.

Αυτά τα στοιχεία συνεχώς μεταβάλλονται και ποτέ δεν παύει η μεταβολή τους. Τα ορίζουν δύο μεγάλες κοσμικές δυνάμεις: η Φιλότης (φιλία) και το Νείκος (έχθρα).

Με την δύναμη της Φιλότητος ενώνονται όλα σε ένα, ενώ με την δύναμη του Νείκους χωρίζονται στα επί μέρους. Αυτά τα στοιχεία βρίσκονται εναλλάξ σε αδιάκοπη κίνηση· άλλοτε συνενώνονται με την δύναμη της Φιλότητος, κι άλλοτε χωρίζουν με την δύναμη του Νείκους.

Η Φιλότης συνενώνει τα πάντα σε ένα και καταστρέφει τον κόσμο του Νείκους, κι από αυτόν δημιουργεί τον Σφαίρο, ενώ το Νείκος διαχωρίζει ξανά τα στοιχεία και κάνει αυτόν τον γνωστό μας κόσμο.

Ο Εμπεδοκλής λέγει ότι η Φιλότης και το Νείκος επικρατούν διαδοχικώς τόσο στους ανθρώπους, όπως και στα ψάρια, τα πουλιά και τα ζώα. Όταν επικρατεί η Φιλότης εμφανίζεται ο Σφαίρος.

Αναφέρεται πως ο Εμπεδοκλής πήρε την εικόνα την σφαίρας από τον Παρμενίδη, για να την μετατρέψει στον θεό Σφαίρο. Η λέξη Σφαίρος είναι ασυνήθιστη, είναι μία αναγωγή σε νόηση και πνεύμα, ενώ η λέξη σφαίρα παραπέμπει σε κάτι απτό και ορατό.

Όταν επικρατεί η Φιλότης, υπάρχει η ακινησία σε ολόκληρη την Σφαίρα, όλα τα στοιχεία είναι ενωμένα. Ο κυκλοτερής Σφαίρος στηρίζεται πολύ καλά στον κόρφο της Αρμονίας απολαμβάνοντας την τέλεια ηρεμία της.

*

Αυτός ο Σφαίρος [...] Είναι μόνος στο σύμπαν, ακίνητος, και ευφραίνεται με την ευδαιμονιστική του μοναξιά (μονία περιηγηθής). Όπως όλα τα διπλά στο κοσμογονικό σύστημα του φιλοσόφου, η μοναξιά είναι διττή: από την μία η χαρούμενη, ευδαιμονιστική μοναξιά κι από την άλλη η μονόχνωτη, μίζερη και φθονερή. Ο καλλιτέχνης δημιουργεί μόνον στην ευδαιμονιστική του μοναξιά.

Όμως η θητεία του Σφαίρου δεν κρατάει πολύ, γιατί παραμονεύει το Νείκος. Τότε επικρατεί κίνηση στον Σφαίρο κι αρχίζουν να κλονίζονται [...]

*

[...] Όποιος δεν σεβασθεί τον όρκο και μιανθεί με φονικό, θα περιπλανιέται τριάντα χιλιάδες χρόνια μακριά από τους μακάριους, ενσαρκωμένος όλον αυτόν τον καιρό σε όλες τις μορφές - από την παραβίαση του όρκου προκύπτουν οι μεταμορφώσεις: άλλοτε ήμουν αγόρι και κορίτσι, θάμνος, πουλί και ευκίνητος ιχθύς. Κι αυτόν τον μιασμένο θα τον διώχνει η δύναμη του αιθέρα στην θάλασσα, η θάλασσα στην στεριά, η στεριά στον καυτό ήλιο κι εκείνος στην δίνη του αιθέρα. Ένα τρομερό κοσμογονικό παιχνίδι κυκλώνει αυτόν τον μιασμένο με φονικό. Ένας από αυτούς, λέγει στο ποίημα ο Εμπεδοκλής, είμαι τώρα κι εγώ, φυγάς θεόθεν και αλήτης.

Είχαμε γράψει σε άλλο δοκίμιο για την Δύναμη που βρίσκεται έξω από τα προσωκρατικά συστήματα, όπως είναι η μοίρα, η ανάγκη, το κατά το χρεών και η τύχη. Τώρα ο Εμπεδοκλής πλάι στην ανάγκη, αναφέρει και τον όρκο ως κοσμογονική δύναμη, διότι μυθολογικές μορφές ή έννοιες της καθημερινής εμπειρίας, σύμφυτες με το ανθρώπινο γένος, μετατρέπονται στην σκέψη των προσωκρατικών σε κοσμικές δυνάμεις.

Ελένη Λαδιά, «Η ευδαιμονιστική μοναξιά του Σφαίρου», εν περιοδ. Το Κοράλλι (τ. 33-34, Απρ. 2022-Σεπτ. 2022, σσ. 154, 155, 155-156).

Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2026

ύλη, μορφές, ιδέες, σύμβολα


Οι μορφές δεν είναι παρά η πολλαπλή διαφοροποίηση, η πολλαπλότητα της Μονάδας, τα προσωπεία που έλαβε ο Θεός στον κόσμο μας.

Κατά συνέπεια, αυτό που ονομάζουμε Ύλη με την τόσο ποικιλότροπη μορφοποίησή της είναι μια συγκεκριμενοποίηση του Πνεύματος, μέσω των μορφών, σε χαμηλότερα και πυκνότερα επίπεδα, η οποία οδηγεί τις αισθήσεις μας σε ψευδαίσθηση ως προς την αληθινή υπόσταση του κόσμου τούτου.

Η εκπόρευση της κάθε Ιδέας που ως ακτίνα διασχίζει τους κόσμους του Παντός, προσκρούοντας στην αντίσταση που τής προβάλλει η Ύλη, διαθλάται έτσι που μοιραία το τελικό αποτέλεσμα που προκύπτει, με άλλα λόγια η μορφή, να μην ανταποκρίνεται επαρκώς στις προδιαγραφές της θείας Ιδέας.

Αυτή η διάθλαση της κάθε ακτίνας της πρωταρχικής Ιδέας είναι άλλωστε που δημιουργεί τέτοια ποικιλία και εναλλαγή φυσικών μορφών μες στην υλική Δημιουργία, ώστε αυτή εντέλει να αποτελεί αμυδρή εικόνα της προτύπωσής της.

Οι ένυλες μορφές, όντας εκφράσεις θείων Ιδεών, αποτελούν σύμβολα αυτών των Ιδεών. [...]

*

Οι άπειρες και αιώνιες θείες Ιδέες που φέρονται από τις μορφές συνιστούν την αντικειμενική Αλήθεια, το όντως Όν, ενώ το σύνολο των μορφών συγκροτεί την εκπεφρασμένη αντικειμενικότητα, δηλαδή την πραγματικότητα ή τον κόσμο του πραγματικού.

Κάθε εμφάνιση του Θείου στον κόσμο της Ύλης επενδύεται μία μορφή. Ως εκ τούτου οι μορφές είναι για τον άνθρωπο η παρουσία του Θείου στον κόσμο της Ύλης, η σφραγίδα του Θείου πάνω στην ύλη, το μέσον γνωριμίας του με Αυτό. Είναι ο τρόπος ομιλίας του Θείου προς αυτόν, η απόληξη της σκέψης Του, τα ίχνη Του που τα αποζητά μέσα στη Δημιουργία αλλά και το «είδωλό» Του, και μάλιστα πολλές φορές αλλοιωμένο. Είναι όψεις με τις οποίες το Θείον εμφανίζεται σε τούτο τον κόσμο, έναν κόσμο με αρχή και τέλος και άρα πεπερασμένο.

Επομένως οι μορφές δεν είναι παρά ένας κόσμος απατηλός, μια φαινάκη, μια ψευδαίσθηση ως προς την αληθινή τους ύπαρξη.

Τα πάντα αποτελούν εκδήλωση της εμφάνισης του Θείου στον κόσμο μας, τα πάντα είναι δηλαδή μια θεοφάνεια, η οποία επιτρέπει σε όποιον Τό αναζητά να Τό βιώσει.

*

Αμορφοποίητη Ύλη δεν υπάρχει. Το άμορφο είναι ανυπόστατο στη Δημιουργία. Η Ύλη κατακλύζεται από μορφές· συνεπώς οι μορφές συναντώνται σε όλα τα πεδία του εκδηλωμένου σύμπαντος. Κάθε μέρος «αμορφοποίητης», ακατέργαστης Ύλης αποτελεί κι αυτή μορφή, αν και ασχηματοποίητη μορφή.

Επομένως, τα δομικά, συστατικά στοιχεία κάθε μορφής, καθώς επίσης και τα διακριτικά γνωρίσματά της, είναι και αυτά επί μέρους μορφές, όπως μορφές της Ύλης είναι και οι διάφορες μορφές ενέργειας.

[...] Κάθε υλική μορφή, καθετί δηλαδή που υφίσταται στον κόσμο μας, πληροί τέσσερις πρωταρχικές «συνθήκες ύπαρξης»: α) ενέργεια, β) μάζα, γ) χώρο και δ) χρόνο. Με άλλα λόγια, κάθε μορφή, για να «υπάρξει», πρέπει: α) να έχει συγκεκριμένο ενεργειακό δυναμικό, β) να διαθέτει μετρήσιμη μάζα, γ) να καταλαμβάνει κάποιο χώρο και δ) να υφίσταται μέσα στον χρόνο, δηλαδή να έχει κάποια χρονική διάρκεια (αρχή, μέση και τέλος).

Φοίβος Πιομπίνος, Περί των μορφών τινά (έκδ. Επτάλοφος, Αθήνα 2022, σσ. 19-20, 21, 24, 26-27).