Πέμπτη 28 Μαρτίου 2024

καλλιγραμμάτων ή καλλιγραφημάτων


Ο Απολλιναίρ, για όποιον δεν τόν έχει ακουστά, ήταν ένας από τους πάπες της μοντέρνας ποίησης, ένας από τούς εισηγητές των «calligrammes» (καλλιγραμμάτων ή καλλιγραφημάτων) τον εικοστό αιώνα, μιας οπτικοποιημένης ποίησης κατασκευασμένης από λέξεις που σχηματίζουν διάφορα καλλίγραμμα σχέδια, μορφές ή αντικείμενα, μιάς ποίησης που την ονομάζουν «συγκεκριμένη» («poésie concrète»).

Η πρακτική αυτή τού Απολλιναίρ δεν ήταν καινούργια εφεύρεση, είχαν προηγηθεί στ' αρχαία χρόνια οι Αλεξανδρινοί με διάφορα παρόμοια «καλολογικά» πειράματα, σχολαστικά κι άψυχα τα περισσότερα, περιττά κι αχρείαστα στην Ποίηση.

Στην εποχή μας μετά τον Απολλιναίρ θα ακολουθούσαν άλλοι νεώτεροι ποιητές, άλλοτε με περισσότερο, συχνότερα όμως με λιγότερο πετυχημένους πειραματισμούς. Κάποιοι άλλοι αργότερα θα φτάσουν να δίνουν ακόμη και οδηγίες προς τούς αναγνώστες πώς να αναδιπλώσουν, να τσακίσουν τη σελίδα τού ποιήματος, ώσπου να απομείνει ορατό στο άσπρο χαρτί μόνο ένα βροντερό χαλκούνι ή λαμπαδιαστό πυροτέχνημα, μια λέξη ή φράση που αποτελούσε το καταστάλαγμα, το συμπέρασμα ή τη σημαντικότερη αράδα κατά τη γνώμη τού ίδιου τού ποιητή.

Υπερβολές, θα πεί κανείς, και θά 'χει δίκιο. Κακόγουστες υπερβολές και κουφότητες, όπως και πολλά άλλα από τα μοντέρνα λογοτεχνικά καμώματα, φτασμένα ώς εκεί όπου ξεκινά ο κατακρημνισμός τής στοχαστικής και φιλάνθρωπης Ποιήσεως. Άβυσσος η ανθρώπινη ψυχή, πού να βρεθεί το σκαντάγιο που θα τήνε βυθομετρήσει;

Παναγιώτης Κουσαθανάς, Φιορούλα (έκδ. Ίνδικτος, Αθήνα 2023, σσ. 119-120).

Κυριακή 24 Μαρτίου 2024

άρχιζε τότες τον μοναχικό αντικριστό χορό του


Γλυκό μου παιδί,
παίρνω στις δυο παλάμες το αγαπητό σας κεφάλι
-τί παράξενη αίσθηση η αιωνιότητα τού κρανίου
μέσα στο εφήμερο τής κόμης,
η αιωνιότητα τού βράχου μέσα από την εφήμερη χλόη...*

[...] Άρχιζε τότες τον μοναχικό αντικριστό χορό του, που τόνε λένε και καρσιλαμά, έφερνε μισοζαλισμένος-μισοξυπνητός γυροβολιά στον ίδιο τον εαυτό του, αλλά το περισσότερο χόρευε με ερωτικά σείσματα και λυγίσματα σαν νά 'χε αντικρύ του ένα αόρατο ταίρι οπού αμίλητος το προκαλούσε, το προσκυνούσε ωσάν εικόνα και τού μιλούσε γαλίφικα με τη φιδίσια γλώσσα τού σώματος εξιστορώντας όλον τον πόθο, αλλά και την απελπισία που τόν βασάνιζε.

Ποτέ άλλοτε δεν έχεις δεί ανθρώπινο πλάσμα να χορεύει έτσι, για να δείξει τα πάθια τού έρωντα που το μαστιγώνουν σ' αυτή τη ζωή και τού τινάζουν το μυαλό όπως ο αγέρας τα δέντρα. Ήταν σαν να μην ήξερε πού πατεί, πού βαδίζει και πού βρίσκεται, γινόταν με άλλα λόγια άλλος άνθρωπος, άλλαζε η γλύκα τού προσώπου του κι ολόκληρος μεταμορφωνόταν σε στοιχειό ενός άλλου κόσμου, αλλοπαρμένο κι αλλοσούσσουμο.

Όλα αυτά, κι άλλα τόσα παράξενα κι αξήγητα που παρατηρούσες με εξαιρετικό ενδιαφέρον χωρίς να τα καταλαβαίνεις τότε, πολύ σε μπέρδευαν, πολλές και διάφορες σκέψεις κι απορίες, ακαθόριστες και θολές, μισοπραγματικές, μισοφανταστικές, ωστόσο πάντοτε θελκτικές και γαργαλιστικές, επερνούσαν από το μυαλό σου και το ελάφρωναν ή το σκότιζαν χωρίς να μπορείς να βάλεις σε τάξη όσα ατίθασα πηλαλούσαν μες στο τσερβέλο σου.

Στην ηλικία που ήσουν τότε, αλλά περισσότερο στην αμέσως μεγαλύτερη, την εφηβική, όλα τα πάντα λειτουργούσαν μέσα σου αμφίσημα ή αντίρροπα, αλλότρια ή φιλικά, άλλοτε με άλματα κι άλλοτε με σκουντούφλες. Αργότερα ωστόσο, όταν χλόισε και το δικό σου μουστακάκι, σχεδόν τα πάντα ξελαμπικάρησαν αίφνης εντός σου μπαίνοντας σε μία σειρά και τάξη, που είχε αρχή, μέση και τέλος.

Είναι στο ανθρώπινο μυαλό που αρέσουν οι μπερδεψιές κι οι ενοχές, το σώμα, ακόμη κι αν βάλθηκες στην αρχή να κάνεις ότι κωφεύεις στις εντολές του, εκείνο, αν κάποια στιγμή έσκυψες, να το ακροαστείς θενά το άκουσες, αύταρκες και ηγεμονικό, σοφό πάντα, πάντα σίγουρο να σε διδάσκει παρηγορητικά με κατανόηση, αλλά και με υπομονή κι επιμονή, το πρέπον κατά την περίσταση, παραμερίζοντας τα φλύαρα και τ' αχρείαστα, οπού χούι τους δεν έχουν άλλο παρέ να θολώνουν το καθαρό νερό. Φτάνει μόνο νά 'χεις αφτιά ν' ακούς και μάτια να βλέπεις.

Το σώμα ξέρει, ξέρει καλά αυτό κάθε φορά τί κάνει κι είναι φτειαγμένο του να μην υπακούει σε κανέναν ανθρώπινο ή εξ αποκαλύψεως κανόνα ή ηθικό νόμο και φραγμό παρέ μόνο στα εδικά του, τα καταδικά του προστάγματα, μαθές σ' εκείνα που δεν είναι άλλα από τις απαιτήσεις τού σαρκίου και τις εντολές τής σοφίας οπού το εκατασκεύασε, το διακατέχει και το κυβερνά έτσι κι όχι αλλιώς.

Αυτό άμα το εκατάλαβες έγκαιρα, θενά γλύτωνες από αχρείαστα βάσανα κι άλλες τόσες τύψεις και σκοτούρες - μόνο που σπάνια έρχεται αυτό το ευλοημένο και λυτρωτικό «έγκαιρα», τις περισσότερες φορές φτάνει αργά, όταν πια οι ενοχές σε έχουν για τα καλά ροκανίσει, και τότε το «έγκαιρα» πια δεν είναι, αλλά κι έτσι ακόμη, καλώς έχει, πρέπει να συγκαταλεχτείς στους τυχερούς, και να δοξολογείς τον Ύψιστο, αφού γλυτώνεις αρκετά πικρά ποτήρϊα. [...]

*

Ο Χρόνος, όπως όλα δείχνουν, παίζοντας μαζί μας σαν τη γάτα με το ποντίκι, σκοπό του έχει κατά την περίσταση -τάχατες δήθεν ή περιγελαστικά- να ψευτοαβγαταίνει γαλίφικα ή να λιγοστεύει δολίως το μερίδιο που αναλογεί στον πασαένα, μαθές να αλέθει ανεπαισθήτως αυτό που ονομάζομε Ζωή. Κι έτσι όλα ομοιάζουν ωσάν (ψεύτικες) παρηγοριές ή (χαιρέκακοι) εμπαιγμοί, καταπώς ξεχωριστά κι ολομόναχος τα αντιμετωπίζει ο καθένας σύμφωνα με τα μέτρα τ' ανθρώπινα και τη σκευή που κουβαλά.

Όμως η ζωή, μαθές ο θάνατος, με άλλα λόγια ο Χρόνος, αν και δείχνει αδιάφορος για εμάς και πλήρως απασχολημένος με τον ίδιο τον εαυτό του, δεν παύει στιγμή να ροκανίζει αυτόματα και ύπουλα τούς πάντες και τα πάντα [...].

Παναγιώτης Κουσαθανάς, Φιορούλα (έκδ. Ίνδικτος, Αθήνα 2023, σσ. 76-78, 84).

-----
* Το motto όμως, φρασούλα της Μαρίνας Τσβετάεβα, Γράμματα στον «Ελικώνα», (μτφρ. Δήμητρα Κονδυλάκη, έκδ. (β΄) Νεφέλη, Αθήνα 2021, σ.37). Εδώ απόσπασμα από το 6ο γράμμα της (26 Ιουνίου, νύχτα).

Πέμπτη 21 Μαρτίου 2024

ευλογημένη του έρωτα


Το πέσιμο ήταν σιγανό. Σχεδόν δεν ήταν πέσιμο.
Όμως τα κόκαλα από φύση τους είναι ξερά. Κι η
πέτρα εχτρεύεται το κόκαλο που μέσα στη ζεστή
φωλιά του σώματος ξέχασε την καταγωγή του.*


2

Είπε η φωνή: Μ' αρέσεις άντρα. Και πόνεσα.
Το χέρι σου άγγιξε την κορυφή του κορμιού μου.
Και πόνεσα.
Δόσε μου μονάχα τέτοιους πόνους.
Και γρήγορα, σαν αστραπή, το νέο πουλί
θα φτερουγίσει στα σπλάχνα σου,
ευλογημένη του έρωτα,
συμπληρωμένη.

6

Κράτησε τούτο το πουλί στα χέρια σου.
Μην το σκοτώνεις.
Δός του να πιεί απ' το δικό σου αίμα.
Το ξέρω θα πονέσεις.
Μα είναι το τρελλό πουλί που θα γεννήσει ποιήματα.
Τη θλίψη πίνοντας στην κούπα της καρδιά σου.

15

Κορμί μου που έμεινες γυμνό.
Γυναίκα που έμεινες γυμνή
απ' τα χαράματα ώς τη νύχτα
και σε κρατούσα και τα χέρια μου
πλημμύριζαν με μουσική και γύμνια.
Έρωτα φυτρωμένε στη χαράδρα του πρωϊού.
Έρωτα-μεσημέρι ανάστατο.
Όλο το απομεσήμερο σε θάλασσα φανταστική
χείλη-κοχύλια, όστρακα-χέρια, μνήμες και πουλιά
ο μήνας ο τρελλός να καίγεται
εγώ να σβήνω μέσα στην ανάσα σου
φλόγα τη φλόγα καίγοντας,
έρωτα μεταμορφωμένε.
16-9-63


Τάκης Σινόπουλος, Ποιήματα για την Άννα (έκδ. Ερμής, Αθήνα 1999, σσ. 18. 22, 30).


-----

* Το motto από το ποίημα ΤΟ ΣΠΑΣΜΕΝΟ ΚΟΚΑΛΟ της συλλογής «Το άσμα της Ιωάννας και του Κωνσταντίνου» [1961], όπως περιέχεται στην συγκεντρωτική έκδοση Συλλογή Ι (έκδ. Ερμής, Αθήνα 1990, σ. 303).

Σάββατο 16 Μαρτίου 2024

άσυλο των ενστίκτων


Το ποίημά του ο σαλός
-ώ τί παρηγοριά, τί φώς!-
γράφει και ξαναγράφει.*

ΔΑΚΡΥΟΠΟΝΤΗ

Ουσιαστικά κάθε ποίημα είναι μια δ α κ ρ υ ο π ο ν τ ή .   Δεν μιλώ για συγκινήσεις μελό, αλλά για κείνη την διάφανη ανάγκη -ασχημάτιστη γι' αυτό και διάφανη- που πηγάζει ανεξέλεγκτα απ' την καρδιά, ρέει ανεπαίσθητα στην άκρη τού νού ή τού ματιού και κουβαλώντας το φορτίο μιάς ζωής, εκβάλλει, παίρνοντας σχήμα πια καθορισμένο, άξιο πλέον και των άλλων τις καρδιές ν' αγγίξει, στού μελανιού που χρησιμοποιείς το χρώμα, επάνω στο λευκό χαρτί.

*

ΑΣΥΛΟ

Η ποίηση είναι
και άσυλο των ενστίκτων.
Εκεί αποτοξινώνονται
από τον εθισμό τους
να βλάπτουν τους ανθρώπους.

*

ΟΙ ΚΑΤΗΧΟΥΜΕΝΟΙ
-αφήγηση ονείρου-
εις μνήμην π. Ανανία Κουστένη

Όλα ξεκίνησαν σαν ένα απλό προσκύνημα. Ανάψαμε τα κεριά μας στο νάρθηκα και σταθήκαμε αμήχανοι. Μάς ξενάγησε για λίγο σκυφτός, σχεδόν σιωπηλός, το πιο πολύ δείχνοντας και ύστερα μόνος του προχώρησε στα ενδότερα εκείνος. Όπως έμπαινε, αίφνης ένα κατάλευκο φώς πανταχόθεν τον κυρίως χώρο αγλάϊσε του κατάμεστου ναού, που άλλαζε διαστάσεις διαρκώς και πλάταινε ώς τον πέρα αιώνα. Δεν υπήρχανε πια στασίδια, αλλά οι κερκίδες ενός σταδίου απέραντου!
[...]

*

ΤΟ ΟΝΤΩΣ ΤΑΞΕΙΔΙ ΕΝΤΟΣ
-εννέα τρίστιχα-

2.
Σίσυφος ήμουνα.
Στα ταξείδια κουβάλησα
τον βαρύ εαυτό μου.

Κάποιοι είπαν
-ένα αστείο είναι,
ένα παιχνίδι-
η ενθάδε terra incognita.
Άμα πατήσεις στην άβυσσο, χάνεις.
Πάς πίσω δέκα λαχτάρες
και ξαναρίχνεις**

Δ.Ε. Μαϊστράλης, Στην απόχη του άλλου βλέμματος (έκδ. Το Κοινόν των Ωραίων Τεχνών, Αθήνα 2023, σσ. 25, 50, 66. 57. - Το motto εκ του ιδίου από το ποίημα: «Κόσμος παράλληλος» (ό.π., σ. 24) κι η κατακλείδα πάλι του ιδίου από το ποίημα: «Τελευταία διάβαση» (ό.π., σ. 61)).

Τρίτη 12 Μαρτίου 2024

στην ταράτσα μετά από κάθε βροχή


Ω, ΑΘΩΟΤΗΣ, ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΠΑΡΑ
Η ΧΑΜΕΝΗ ΘΑΛΠΩΡΗ


Η περιστρεφόμενη σκάλα
που ανέβαινα ήσουν,
στην ταράτσα μετά
από κάθε βροχή
.
Κι η χρυσοφόρα εκείνη
και πάντ' αναπάντεχη
κυριαρχία του ήλιου
ήσουν πάλι εσύ.

Τώρα, σ' ένα φέγγος ανήμπορο
κρύσταλλοι της σκεπής
στάζουν στην ερημιά
ενός κρυμμένου παιδιού.
Κι ό,τι από σένα διασώθηκε
παγώνει πιο πολύ...

Ώ, ποτέ, αθωότης, δεν έγινες
η γρηγορούσα συνείδηση
σ' αυτό το παιδεμένο κορμί!

*

Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΚΑΘΟΔΟΥ


Τα σκαλοπάτια
μπαινοβγαίνουν στα πόδια σου.
Αν πάψεις ν' ανεβαίνεις,
θα βρεθείς αναπότρεπτα
στην πρώτη-πρώτη αρχή.

Το γόνατο λυγίζεις
παλεύοντας διαρκώς
το φόβο των ψευδαισθήσεων.

Όλα κινούνται ενάντια,
μοχθηρή γαρ η πραγματικότης.

Ιδού η Ρόδος,
ιδού και το πήδημα!
Άνοδος σε κατερχόμενη
κυλιόμενη κλίμακα.

Δ.Ε
. Μαϊστράλης, Στην απόχη του άλλου βλέμματος (έκδ. Το Κοινόν των Ωραίων Τεχνών, Αθήνα 2023, σσ. 51, 53).

Παρασκευή 8 Μαρτίου 2024

τού 'λαχε ξεροκέφαλος πατέρας


ΜΠΟΥΦΑΛΟ ΜΠΙΛ

Ο Μπούφαλο Μπιλ
απεβίωσε.
Που τριγυρνούσε καβάλα σ' ένα
γυαλιστερό ασημένιο άτι.
Και χτυπούσε
έναδυοτριατεσσεραπέντεπεριστέρια μπάμ-μπάμ-
μπάμ-μπάμ-μπάμ
Θεέ μου.
Ήταν ωραίος άντρας.
Κι αυτό που θά' θελα να ξέρω είναι
σ' αρέσει το γαλανομάτικο τ' αγόρι σου
κύριε Θάνατε.
e.e. cummings

*

Η ΣΥΝΘΗΚΗ

Θα κάνω συνθήκη μαζί σου, Γουόλτ Γουΐτμαν.
Αρκετό καιρό σε σιχάθηκα.
Έρχομαι σε σένα σαν μεγάλο πια παιδί
που τού 'λαχε ξεροκέφαλος πατέρας.
Είμαι σε θέση τώρα πια να κάνω φίλους.
τώρα είναι καιρός για το ροκάνισμα.
Έχουμε τον ίδιο χυμό και την ίδια ρίζα.
Λοιπόν ας κάνουμε ειρήνη μεταξύ μας.
Ezra Pound

*

Ο ΤΙΤΛΟΣ

όπως στην «Απώλεια της παρθενίας» του Γκωγκέν
πόσο λίγη σχέση έχει με το θέμα:

Το γυμνό σώμα ολομόναχο, εκτός από το άγρυπνο
κυνηγόσκυλο, που το πόδι του ακουμπά στο ζεστό στήθος.

Εκεί ξαπλωμένη ανάσκελα σ' ένα ανοιχτό
χωράφι, με τα μέλη διπλωμένα ήσυχα. Όμως πόσο

ακριβώς με την έλλειψη σχέσεως ενισχύει τη δραστικότητα
και τη συναισθηματική αξιοπρέπεια του συνόλου.
William Carlos Williams

Νάσος Βαγενἀς, Η πτώση του ιπταμένου (έκδ. Στιγμή, Αθήνα 1989, σσ. 61, 36, 37).

Δευτέρα 4 Μαρτίου 2024

και το πότισα δάκρυα λατρείας


Ο Μ. Καραγάτσης έγραψε και το διήγημα «Ο άνθρωπος με το κανελί πανωφόρι» για τον Παπαδιαμάντη που πρωτοδημοσίευσαν τα ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ στις 25/11/1939. Ο συγγραφέας συναντά τον κυρ-Αλέξανδρο μες το σκοτάδι του δωματίου του στο νησί και τού εκμυστηρεύεται: « ήρθα (στη Σκιάθο) να ιδώ αυτόν τον κόσμο, τον ολόκληρο κόσμο, τον τόσο ζωντανό, που οι ιστορίες του, η ζωή του, οι καημοί του, μάγεψαν την εφηβική μου ψυχή».
«Και 'γω ήρθα να ξαναδώ όλους αυτούς. Μα δεν απάντησα κανένα…» τού λέει ο Παπαδιαμάντης κι άρχισαν οι δυο τους μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο να 'τσαλαπατούν' το σήμερα… ώσπου:
«Η αυγή πρόβαλε πάνω απ' το πέλαγος της ανατολής χλωρορόδινη, ριγηλή, γαλήνια κι αγνότατη.»
Ο Καραγάτσης πρόσταξε τον Παπαδιαμάντη να φύγει κι εκείνος έφυγε.

«Έσμιξε ο ίσκιος του με τους άλλους ίσκιους, γίνηκε σκότος στο σκότος, και φως στο φως. Μόνο τα μάτια απόμειναν για λίγο, ασώματα και μετέωρα, σταλάζοντας δάκρυα που, ίσως, να ήταν η πρωινή δροσιά.

Και 'κει που στεκόταν, που ακουμπούσαν τα γέρικα πόδια του κύλησε κι έπεσε, στο ξανέμισμα τού πλάνου ισκερού κορμιού, το βαρύ ρούχο που τον σκέπαζε. Ένα κανελί παλτό, παλιό, ξεβαμμένο, τριμμένο, βρώμικο, λεκιασμένο κρασί, δυσώδες από αμαρτία και μυρωμένο αγνωμοσύνη, που όρμησα, τ' άρπαξα, τόσφιξα στην αγκαλιά μου, κλαίοντας και το πότισα δάκρυα απέραντης λατρείας»*

Γιώργος Σανίδας, «Ο Καραγάτσης για τον Παπαδιαμάντη», εν Χρονικά Δυτικής Μακεδονίας (τ.1043, Γρεβενά 17.11.2023, σ. 16).