Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θηράματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θηράματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2026

το ποίημα του Εμπεδοκλή


Το ποίημα του Εμπεδοκλή περιέγραφε, σα μιαν εκτεταμένη Εγκυκλοπαιδεία, τον σχηματισμό του δικού μας ζωντανού κόσμου: τις εκλείψεις του ηλίου, τις φάσεις της σελήνης, τις εποχές, τη μετεωρολογία, τον σχηματισμό των κρυστάλλων και των βράχων, που είναι έργο του πυρός, και τη ζωογονία.

Προ πάντων εμελέτησε κατά προτίμηση, ως μαθητής του Αλκμαίωνα, και με αστραπιαίες εκλάμψεις του πνεύματος ανάμεσα από μιαν ομίχλη πλανών, που πολλές ήταν γόνιμες, την ανατομία και τη φυσιολογία του ανθρώπου, τη χημική σύνθεση των οστών, την αναπνοή και την κυκλοφορία του αίματος, τις εκκρίσεις και τους πόρους, τη γένεση των φύλων και την εμβρυολογία, την κατασκευή των αισθητηρίων και ειδικά του οφθαλμού, τη θεωρία των αισθήσεων, την έλξη των ομοίων, την ηδονή και τον πόνο, τέλος τη διανόηση, που την εξηγούσε με το όργανό της, το αίμα: αίμα γαρ ανθρώποις περικάρδιον εστί νόημα, τις πολυποίκιλες σχέσεις του φυσικού και του ηθικού κόσμου – τη μεγαλοφυΐα ακόμα (την καλλιτεχνική, τη ρητορική), καθορισμένη από τα δώρα τα φυσικά, τα όνειρα και την τρέλλα.

[…] Θέλει να μάς κάμει να εννοήσουμε πως η άπειρη ποικιλία του κόσμου μπορεί να παραχθεί από το συγκέρασμα των τεσσάρων μόνο Στοιχείων; Καταφεύγει στην τέχνη των ζωγράφων της εποχής του, ανθρώπων σοφών κι επιδέξιων στο έργο τους (ανέρες αμφί τέχνης από μήτιος ευ δεδαώτες), που για να «ποικίλουν τα αναθήματα», μεταχειρίζονται μια πυξίδα με τέσσερα μόνο χρώματα -άσπρα, μαύρο, κίτρινο και κόκκινο- διαλύουν τεχνικά τα «πολύχρωμα φάρμακα», τ’ ανακατεύουν αρμονικά, τα μεν πλέω, άλλα δ’ ελάσσω, και κατασκευάζουν μ’ αυτά εικόνες όμοιες με κάθε πνεύμα -είδεα πάσιν αλίγκια-, τα δέντρα και τους άντρες και τις γυναίκες και τα θηρία, και τους υδατοθρέμμονας ιχθύς και τους θεούς τους δολιχαίονας, τους τιμήσι φερίστους.

Θέλει να εξηγήσει γιατί η γη παραμένει μετέωρη μέσα στο στροβιλισμό του αέρος και του ελαφρότεροτ πυρός, που την περιστοιχίζει; Θυμάται τους ταχυδακτυλουργούς που περιστρέφουν μικρά δοχεία γεμάτα νερό, χωρίς το νερό να χύνεται.

[…] το έργο της Φιλίας, που αναμιγνύει και συμπυκνώνει τα διαχωρισμένα Στοιχεία, παρομοιάζεται με την αγροτική εικόνα της πιτυάς που πήζει το γάλα -ός δ’ ότ’ οπός γάλα λευκόν, εγόμφησε και έδησε.

Πολλές φορές η ενόραση του καλλιτέχνη υποβάλλει στον σοφό τη γόνιμη διαίσθηση: «Οι τρίχες και τα φύλλα και τα πυκνά φτερά των πουλιών και τα λέπια, είναι ένα και το αυτό» (Ταυτά τρίχες και φύλλα και οιωνών πυκνά πτερά και φλονίδες γίγνονται επί στιβαροίσι μέλεσσιν. Απ. 82). […] Στο βλέμμα του ποιητή της Σικελίας αρχίζει να σχεδιαγράφεται η συγκριτική μορφολογία.

σημ. 29: Ο Αριστοτέλης, στο σύστημα του Εμπεδοκλή αποδίνει επικρατέστερη θέση στη φωτιά. Λέγει ότι τα τέσσερα στοιχεία περιορίζονται σε δύο, γιατί η φωτιά αντιπαρατάσσεται πάντοτε στα άλλα δύο, ενωμένα.

Ρομαίν Ρολλάν, Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος (μτφρ. Τάκης Μπαρλάς, έκδ. Αστρολάβος / Ευθύνη Αθήνα 1989, σσ. 48-49, 50-51, 51, 52, 78, 79).

Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2026

οι τέσσερες πράξεις του δράματος σ’ έναν ρυθμό κυματιστόν


Το ποίημα του Εμπεδοκλή αρχίζει από την περίοδο του Μίσους. Ο Κόσμος έχει απονεκρωθεί· τα Στοιχεία [σημ. 22: «ριζώματα πάντων» (οι ρίζες κάθε ζωής)], ξένα το ένα προς το άλλο, δεν έχουν αναμεταξύ τους καμμιά συναλλαγή, καμμιά επικοινωνία. Κατά συνέπεια, ούτε ίχνος ζωής. […]

Καθένα από τα διαχωρισμένα Στοιχεία σχηματίζει μια μάζα ομοιογενή. Τα μεν αποφεύγουν τα δε. Κι η Αγάπη, αποκηρυγμένη, σχηματίζει την εξωτερική ζώνη του Χάους και το πολιορκεί.

Αλλά να, που με το πέρασμα του καιρού κάποια ρωγμή σχηματίζεται στο κλεισμένο δοχείο του κόσμου, γεμάτο από το Μίσος. Στάζει απ’ έξω και διαρρέει βραδύτατα. Αλλ’ όσο η στάθμη του κατεβαίνει «τόσο εισρέει ολοένα ορμητικά το καθάριο κύμα του αθάνατου Έρωτα». Στο πέρασμά του, τα διαχωρισμένα Στοιχεία συμπλησιάζουν και σμίγουνε.

Ένα αυλάκι ζωής ανοίγει κάτω απ’ το υνί. Η αμοιβαία πίεση των δυό αντιπάλων Δυνάμεων μεταδίνει στο αδρανές χάος τον στροβιλισμό της κινήσεως. Στην αρχή, ο Έρωτας διευθύνεται κατ’ ευθείαν στο κέντρο του κόσμου, απ’ όπου το Μίσος αποσύρεται· κι από τον αρχικό αυτό πυρήνα, πρώτη εστίαν ενότητος, ανακτά λίγο-λίγο, βήμα προς βήμα, όλη την άλλη του επικράτεια. Μεταξύ των δυό κοσμικών δυνάμεων αρχίζει μια πάλη γιγαντιαία.

Οι αντίπαλοι πότε συσφίγγονται και πότε αποχωρίζονται, για να πάρουν αναπνοή. Ο κόσμος που σχηματίζεται έτσι, μέσα στη σύρραξη, συμμερίζεται τα ελαττώματά της· τα πρώτα δημιουργήματα διατηρούν για πολύ τη διπλή σφραγίδα της λύσσας των παλαιστών που συμπλέκονται. […] το Μίσος παραμένει ακόμα κυρίαρχο, αναπηδούν στην αρχή τερατώδη σχεδιαγράμματα ζωής […].

Τ’ απροσάρμοστα αυτά τέρατα που, βροντομαχώντας, ανοίγουν ψηλαφητά νέους δρόμους μέσα στη ζωή, εξαφανίζονται. Νέα σχήματα τα διαδέχονται, ανεξάντλητα· η Αρμονία, νικήτρια, απλώνεται στον κόσμο και τα παρασκευάζει· κι αιφνίδια αναπαράγονται οργανισμού καμωμένοι για να ζήσουν και να διατηρηθούν. […]

Και τώρα το Μίσος έχει φύγει στα ακρότατα όρια του κύκλου. Η νίκη είναι πλήρης. Ο Έρωτας βασιλεύει. Είναι ο θεϊκός «Σφαίρος», ο κόσμος τέλειος. […]

Γεμίζει το σύμπαν, που στα σύνορά του απωθημένο το Μίσος, συμμαζεύει μάταια τις κομμένες κλωστές από το αραχνένιο του υφάδι.

Τίποτε όμως δεν είναι τόσο αιώνιο σαν τον αιώνιο Νόμο, τον αδυσώπητο, που κάνει να γυρίζει η ρόδα του κόσμου. Έπειτα από ένα όνειρο, δέκα φορές χιλιόχρονο, ολυμπιακής χαράς, όπου οι πνοές της ζωής φαίνονται μετεωρισμένες, κι έχει πάψει ν’ ακούεται το εκκρεμές του χρόνου, η σιωπηλή βελόνα συνεχίζει το δρόμο της […].

Η τέταρτη περίοδος του κόσμου αρχίζει: η περίοδος της κατακτήσεως του κόσμου από το Μίσος. Έχει για μάς μια μελαγχολική γοητεία. Είναι η περίοδος που ζούμε.

*

[…] Την περιγράφει δυό φορές, στα δυό του ποιήματα
– εξωτερικά, με την αδιάφορη γαλήνη του σοφού που εποπτεύει θεωρητικά τη ζωή
- εσωτερικά, με τη φρίσσουσα συγκίνηση της καρδιάς που νοιώθει να συμπαρασύρεται από τον αδυσώπητο νόμο.

Ρομαίν Ρολλάν, Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος (μτφρ. Τάκης Μπαρλάς, έκδ. Αστρολάβος / Ευθύνη Αθήνα 1989, σσ. 42-43, 76, 43, 43-44, 45, 46, 47).

Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2026

ο τραγικός κύκλος του κόσμου


[…] το υπερφυσικό συμπόσιο της Ιωνίας προεδρεύεται από την ωραία θεότητα της Χάρης και της Αρμονίας (Χάρις, Φιλότης, Αρμονία)· κι ολόγυρα, ίδιο ουράνιο τόξο, όλες οι ποικιλόχρωμες δυνάμεις της Φύσεως, όλες οι ψυχές, όλοι οι «δαίμονες», ίσαμε χθες εχθρικοί μεταξύ τους, ενώνονται τώρα για να φωτοστεφανώσουν την ωραία θεά «συνυφαίνοντας με τις αντιθέσεις των την ωραιότερην αρμονία» -«εκ των διαφερόντων καλλίστην αρμονίην», όπως λέγει ο Ηράκλειτος.

*

Δύο Ποιήματα. Οι δύο όψεις της ίδιας τραγωδίας. […] Τα πρόσωπα του δράματος: τα Στοιχεία της φύσεως, και οι κοσμικές Δυνάμεις.
Τέσσερα Στοιχεία: ο Αϊδωνεύς (η Γη), η Νήστις (το Νερό, η Ήρα (ο Αέρας), ο Ζευς (η Φωτιά).
Δυό Δυνάμεις: η Αγάπη (Φιλία, Φιλότης, Χάρις, Αρμονία) και το Μίσος (Κότος, Νείκος, Έρις).

- Όλα εξ ίσου συνειδητά, όπως και η ουσία ολόκληρη. Όλα, πρωταρχικές μορφές ξεχωριστών και γιγαντιαίων προσωπικοτήτων. Τιτάνες, πνεύματα (δαίμονες), αθάνατοι θεοί (θεοί δολιχαίονες).
- Το σύνολό τους, που οι συνδυασμοί του κι οι αριθμητικές αναλογίες του ποικίλουν στο άπειρο, συναπαρτίζει το «θείον ζώον», τον κόσμο, που αποτελούν τα φρίσσοντα μέλη του […].

Το δράμα:
Ο εξοντωτικός αγώνας των δύο Δυνάμεων που εξεγείρουν, αποσυνθέτουν, διαλύουνε τα Στοιχεία. Ο σκοτεινός νόμος που κυβερνάει τους γίγαντες αυτούς· και η διαμαρτυρία της παγκόσμιας ψυχής εναντίον της αδυσώπητης Ανάγκης, που την αποστρέφεται και την υφίσταται· η αιώνια προσμονή της για μιαν υπέρτατη λύτρωση· η αιώνια λαχτάρα της για την Αγάπη και την Ειρήνη. […].

*

«Είναι κάποιος χρησμός της Ειμαρμένης, πανάρχαιο και αιώνιο ψήφισμα των θεών, σφραγισμένο με μεγάλους όρκους, αν κάποια ψυχή, που τής έλαχεν ο κλήρος της ζωής, αμαρτήσει και μιανθεί με φονικό αίμα ή γίνει επίορκη, να περιπλανιέται για δέκα χιλιάδες χρόνια μακρυά απ’ τους Μακαρίους, και να ξαναγεννιέται μέσα στο χρόνο παίρνοντας όλες τις θνητές μορφές και αλλάζοντας όλους τους πολυστέναχτους δρόμους της ζήσης.

Γι’ αυτό η δύναμη του Αιθέρα τη βυθίζει μέσα στη θάλασσα, η θάλασσα την ξερνάει απάνω στη Γη, η Γη τη ρίχνει μέσα στις φλόγες του πύρινου Ήλιου, που την ξανατινάζει μέσα στην άβυσσο του Αιθέρα· ο ένας την παίρνει από τον άλλο κι όλοι την αποδιώχνουν με βδελυγμία.

Μια τέτοια ψυχή είμαι τώρα κι εγώ, εξόριστος από τους θεούς και πλάνητας, γιατί παρασύρθηκα από το μαινόμενο Μίσος...». [σημ. 18: Το θαυμάσιο αυτό απόσπασμα, με τους παθητικούς τόνους, αναφέρεται συχνά από τους αρχαίους συγγραφείς. Το βρίσκουμε ολόκληρο, πλατειά σχολιασμένο στον Πλούταρχο].

Και να οι τέσσερες πράξεις, με τις οποίες, σαν ένα κυκλοτερό κύμα, από τη μια στην άλλη θάλασσα, ο τραγικός κύκλος του κόσμου κυλάει παντοτεινά.

[…] ένας ρυθμός κυματιστός ισορροπεί αναμεταξύ τους τη διάρκεια των τεσσάρων περιόδων και τις αντιπαρατάσσει κατά ζεύγη.
- Δυό περίοδοι πληθώρας: η βασιλεία του Μίσους, και η κυριαρχία της Αγάπης.
Και δυό μεταβατικές: από το Μίσος στην Αγάπη, κι από την Αγάπη στο Μίσος -που αποτελούν μια διπλή Γένεση. […]

Ρομαίν Ρολλάν, Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος (μτφρ. Τάκης Μπαρλάς, έκδ. Αστρολάβος / Ευθύνη Αθήνα 1989, σσ. 69, 41, 42-43).

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2026

δυό όψεις της ίδιας τραγωδίας


τα ορφικά μυστήρια γιορτάζανε την ονειρευτήν αυτή επικοινωνία,
το Μυστικό Δείπνο των ψυχών του σύμπαντος απολυτρωμένου.*

Δυό ποιήματα. Οι δυό όψεις της ίδιας τραγωδίας. Το ένα – το Περί Φύσεως: το φτερούγισμα του πνεύματος που ολογυρνά αποπάνω, που δεσπόζει το δράμα και το κατοπτεύει από ψηλά.

Το άλλο – οι Καθαρμοί: η ανάταση της ψυχής που παλεύει κι απολυτρώνεται.

*

Η ψυχή! Τί παράξενο μυστήριο, αλήθεια, στη θεωρία του Εμπεδοκλή. Καθώς παρατηρεί ο Μπινιόνε, η ψυχή δεν παρουσιάζεται παρά μια μόνη φορά στα δυό ποιήματά του, με το ομηρικό νόημα «ζωή».

Η ζωϊκή αυτή και συνειδητή ψυχή, είναι μια ψυχή φυσική, που όργανό της είναι το αίμα, κι οπού πεθαίνει συγχρόνως μ’ αυτό, ή καλλίτερα μετασχηματίζεται, γιατί:

«Δεν υπάρχει ούτε γέννηση ούτε θάνατος κανενός όντος θνητού, αλλά μόνο ανάμιξη και διαχωρισμός των αναμιγμένων· κι αυτό οι άνθρωποι το ονόμασαν γέννηση». ([…] μόνον μίξις τε διάλλαξίς τε μιγέντων / εστί, φύσις δ’ επί τοις ονομάζεται ανθρώποισιν […] Απ. 8).

Κι αλλού: «Όταν τα Στοιχεία σμίγουνε κι ανεβαίνουνε στο φώς του αιθέρα σε σχήματα ανθρώπων ή δέντρων ή πουλιών, αυτό το λένε γέννηση· κι όταν πάλι αποχωρίζονται, αυτό το καλούνε ανάρμοστα κακορίζικο θάνατο· μονάχα για ν’ ακολουθήσω τη συνήθεια, μεταχειρίζομαι κι εγώ τους όρους αυτούς». […] Απ. 9.

*

Αλλά υπάρχει για τον Εμπεδοκλή, καθώς για όλους τους μεγάλους διανοητές κι οραματιστές του καιρού του, προ πάντων για τους Πυθαγορείους, μια άλλη ψυχή υπερφυσική, μυστική, που την καλεί «δαίμονα».

Είναι ξεχωριστή από την απλή συνείδηση των αισθήσεων και του νού, που αποτελεί ένα παγκόσμιο χαρακτηριστικό της ουσίας και μετασχηματίζεται στο άπειρο.

Οι δαίμονες, οι μυστικές ψυχές, επιζούν πέρα από τον θάνατο· κι ο θάνατος είναι γι’ αυτές μια μεταμόρφωση· τότε ενώνεται με την «ιεράν φρένα», το άγιον Πνεύμα που γεμίζει το σύμπαν
 -με την Αγάπη που αγωνίζεται, μ’ αυτές και διά μέσου αυτών, να πραγματοποιήσει την πανευτυχισμένη ενότητα του «Σφαίρου»- τον «ευδαίμονα θεόν», όπως τον καλεί ο Αριστοτέλης.

*

[…] Οφείλουμε όλοι να αγωνισθούμε για ν’ απολυτρωθούμε από το Μίσος -ρύσον ημάς από του πονηρού- και να κατακτήσουμε την ειρήνη. Γιατί η θεία ενότητα δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά μόνον απ’ όλους.

Γι’ αυτό ο Εμπεδοκλής αναρριπίζει επίμονα ό,τι μπορεί ν’ ανάψει μέσα στις καρδιές το πάθος της Αγάπης -από τις μορφές τις πιο στοιχειώδεις, τον ερωτικό Πόθο της σαρκικής ενώσεως δύο όντων σε ένα- ως το ιδανικό όραμα της παγκόσμιας αδελφότητας και του βασιλείου της Ουρανικής Αφροδίτης.

[…] Στην αδελφότητα αυτή όλα τα όντα έχουνε δικαιώματα, γιατί για τον Εμπεδοκλή κανένα ζώο δε στερείται λογικού. Τα φυτά ακόμα «έχουν επιθυμίες, αισθάνονται, χαίρουν και πονούν». Γι’ αυτό απεχθάνεται κάθε προσβολή της ζωής. Καταδικάζει τον πόλεμο, όσο και τις αιματηρές θυσίες, το παγκόσμιο αυτό μακελειό.

[…] Στη λατρεία που ονειρεύεται της ιδανικής Κύπριδος «οι βωμοί δε μιαίνονται με αίμα… κι οι άνθρωποι θεωρούν ανόσιο ν’ αποσπάσουν από το σώμα την ψυχή και να καταβροχθίσουν τα μέλη του» […] Απ. 129.

Εγκωμιάζει, σύμφωνα με τους θεσμούς των Πυθαγορείων, τις αθώες θυσίες με «ζώα γραπτά», (Εικόνες [αγάλματα] ζώων) με άκρατη σμύρνα, με μοσκολίβανο, με τους καρπούς της γής και το ξανθό μέλι.

*

Είναι φυτοφάγος, ή τουλάχιστον έγινε αργότερα, κι είναι μετανοημένος που μίανε με αίμα το στόμα του.

Στους μυημένους φαίνεται πως δίδασκε την εγκράτεια των σαρκικών ηδονών. Η ηθική του, ηθική απόλυτης «αυταπαρνήσεως» απ’ αγάπη, είναι το πέρασμα από τον ανατολικόν ασκητισμό στο χριστιανισμό.

Κι όπως στις δυό απολυτρωτικές θρησκείες, που αναπήδησαν από τις απέραντες καρδιές του Βούδα και του Ιησού, η πίστη του Εμπεδοκλή γκρεμίζει τα τείχη της Πολιτείας, εξαλείφει τις θρησκείες τις εθνικές, κι αγκαλιάζει την οικουμένη σε μιαν αδελφότητα δοκιμασίας κι αγάπης.

Ρομαίν Ρολλάν, Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος (μτφρ. Τάκης Μπαρλάς, έκδ. Αστρολάβος / Ευθύνη Αθήνα 1989, σσ. 41, 64-65, 66, 66-67, 67, 68, 68-69). -Το motto εκ του ιδίου (ό.π., σ. 69).

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2026

να επικοινωνήσει πραγματικά και σαρκικά με κάθε τι που ζεί και πονεί και πεθαίνει...


Αλλ’ ο Εμπεδοκλής δεν είναι μονάχα ένας επιστήμονας κι ένας σοφός, είναι κι ένας απόστολος. Πιστεύει στην αποστολή του. Και δεν την εγκαταλείπει ποτέ. Ανοίγει τα χέρια του σ’ όλους· στον πολυαγαπημένο του μαθητή, καθώς και στον ταπεινόν όχλο.

«Όταν μπαίνω στις θαλερές πολιτείες, άντρες και γυναίκες με δοξάζουνε και μ’ ακολουθάνε αμέτρητοι, ρωτώντας με με δίψα για τον δρόμο που φέρνει στη σωτηρία· άλλοι ζητάνε χρησμούς· κι άλλοι, καρφωμένοι από καιρό στον αβάσταχτο πόνο, λιτανεύουν το λόγο που θεραπεύει τους άρρωστους» ([…] αν ίκωμαι ες άστεα τηλεθόωντα / ανδράσι ηδέ γυναιξί σεβίζομαι [...] Απ. 112).

*

[…] περιγράφει με αυταρέσκεια την θριαμβευτική είσοδό του σε κάποια πόλη, τις ομόθυμες αυτές τιμές, για τις οποίες κρίνει τον εαυτό του άξιο, και την ενθουσιαστική υποδοχή των μαθητών του, που τον εξυψώνει στην ίδια του συνείδηση, και τού δίνει την εντύπωση ότι δεν είναι πια θνητός, αλλά θεός -χαίρετ’ εγώ δ’ ύμμιν θεός άμβροτος, ουκέτι θνητός («Χαίρετε! Δεν είμαι πια θνητός, αλλά θεός αθάνατος» Απ. 112).

*

[…] πιστεύει, όπως ο Πυθαγόρας και οι Ινδοί, στην μετεμψύχωση, στη μεταμόρφωση της ψυχής, διά μέσου των αιώνων, από ένα είδος σε άλλο, από τη μια ζωή σε μιαν άλλη ζωή, χωρίς να συναποκομίζει μαζί της παρά τις αρετές της και τα ελαττώματα,

εξαγοράζοντας τη σωτηρία της με δοκιμασίες χιλιόχρονες, κι υποχρεωμένη, στο δρόμο αυτό του σταυρού, τον ατερμάτιστο, να επικοινωνήσει πραγματικά και σαρκικά με κάθε τι που ζεί και πονεί και πεθαίνει μέσα στο Σύμπαν.

Ήδη γάρ ποτε γενόμην κούρος τε κόρη τε, θάμνος τ’ οιωνός τε και είν’ αλλί έλλοπος ιχθύς. «Υπήρξα κιόλας κάποτε και κορίτσι κι αγόρι και δέντρο και πουλί και άφωνο ψάρι στη θάλασσα» Απ. 117).

*

[…] δεν ανοίγει μονάχα στους ανθρώπους τη βασιλεία των ουρανών, αλλά προσπαθεί συγχρόνως να τούς κάμει πιο κατοικήσιμη τη βασιλεία της γής. Καταστέλλει τον λιμό· καθαρίζει από τα έλη την περιφέρεια του Σελινούντος· προστατεύει τον Ακράγαντα από τους ανέμους· […]

Το στοργικό πνεύμα του Εμπεδοκλή είναι καταδεχτικό προς τους αδυνάτους. Όπως ο Πυθαγόρας κι ο Ιησούς, δεν αποκλείει τις γυναίκες από την πολιτεία του, κι είναι μαθήτριές του. […]

[…] έχουν παρατηρήσει ότι κι ο Θεός του Εμπεδοκλή -εκείνος που σώζει τον κόσμο- είναι μια γυναίκα. Παντού αντικαθιστά τον Έρωτα των Ορφικών με μια γυναικεία προσωποποίηση: Φιλία, Φιλότης, Αρμονία, Χάρις, Αφροδίτη, Κύπρις.

*

Για το μεγάλο πλήθος των «πολυδάκρυτων» (ανδρών τε πολυκλαύτων τε γυναικών Απ. 62) ανθρώπων, και για να σώσει το πλήθος αυτό, έγραψε το ποίημά του «Καθαρμοί».

Ο επιστήμονας, ο μύστης, που στο «Περί Φύσεως» αποκαλύπτει τα μυστικά του σ’ ένα μονάχα μαθητή, απευθύνεται τώρα, από το υψηλότερο βήμα του ελληνικού κόσμου, από την Ολυμπία, όπου το ποίημά του τραγουδήθηκε από τον ραψωδό Κλεομένη, σ’ όλη την ανθρωπότητα.

Ρομαίν Ρολλάν, Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος (μτφρ. Τάκης Μπαρλάς, έκδ. Αστρολάβος / Ευθύνη Αθήνα 1989, σσ. 62, 60, 60-61, 63, 64).

Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2026

κατά το ήμισυ θρυλικός


Ο ήλιος της Ελλάδας πλησίαζε στο ζενίθ, όταν ήταν παιδί. Η νεανική καρδιά του λαχτάρισε με τις ενδοξότερες συγκινήσεις της ελληνικής πατρίδας. Ήταν δώδεκα χρονών όταν νίκησε την Ασία στη Σαλαμίνα και την Αφρική στην Ιμέρα (480) –η παράδοση, που αναφέρει ο Ηρόδοτος, θέλει να πιστεύει ότι συντελέσθηκαν κι οι δυό την ίδιαν ημέρα-, κι η απήχηση των επικών αυτών αγώνων χύθηκε αργότερα σ’ ένα από τα ποιήματά του αφιερωμένο στην εκστρατεία του Ξέρξη.

Η μια από τις δυό δίδυμες νίκες, εκείνη της Ιμέρας, είχε θριαμβευτή της τον ηγεμόνα του Ακράγαντος, τον σοφό τύραννο Θήρωνα, και γέμισε την πολιτεία με λάφυρα και με σκλάβους.

Η νεότητα του Εμπεδοκλή, καταγομένου από λαμπροτάτη γενηά, άνθισε στις μεγαλειώδεις ώρες που η πόλη του, γιομάτη από πλούτη και φδόξα, μεθυσμένη από ηδονή, «φίλη της αίγλης» -φιλάγλαος Ακράγας- καταχτούσε την ελευθερία και σφυροκοπούσε, με τα χέρια μυριάδων σκλάβων από την Καρχηδόνα, τη διακοσμητική των ναών της, κι ο Πίνδαρος την τραγουδούσε ως «την ομορφότερη από τις πολιτείες των ανθρώπων» -βροτεάν πολίων καλλίστην (Πύθια, ΧΙΙ).

*

[…] είναι σα μιαν αψίδα μαγική που ενώνει την Ανατολή με τη Δύση, και το παρόν με το παρελθόν. Αγγίζει όλους τους κόσμους και μετέχει σ’ αυτούς: Είναι κατά το ήμισυ θρυλικός· η σκέψη του έχει τις ρίζες της μεσ’ στα όνειρα της Ασίας, στις κοσμογονίες του Ιράν, στο μαζδεϊσμό και τη λατρεία του Μίθρα· συγγενεύει με τον ορφισμό της Μεγάλης Ελλάδας, το χειμωνιάτικο αυτό έαρ (έαρ Φεβρουαρίου) του χριστιανισμού, που αγνοείται ακόμα· έχει την ηχώ του ώς μέσα στις Ινδίες […].

Κι είναι συγχρόνως ισορροπημένος καλά πάνω στο έδαφος της επιστήμης· είν’ ένας πρόδρομος του ατομισμού του Επίκουρου, ανοίγει το δρόμο στη σύγχρονη βιολογία· θέτει τα πρώτα αξιώματα του δαρβινικού μεταμορφισμού […]. Σ’ αυτόν συναπαντιούνται τα δυόμεγάλα ρεύματα της επιστήμης του καιρού του: η Πειραματική επιστήμη, που την εγκαινίασε ο γιατρός Αλκμαίων ο Κροτονιάτης,αι η μυστικιστική επιστήμη του Πυθαγόρα, που την εδοξολόγησε κατανυχτικά στο ποίημά του «Καθαρμοί». (Εμπεδ., Απ. 129).

*

Οι βιογράφοι του μάς θυμίζουνε, αλληλοδιαδόχως, με τις διάφορες απόψεις της πολύμορφης μεγαλυφυΐας του, τον Πλάτωνα του Τιμαίου, τον Λουκρήτιο, τον Ιταλό σκαπανέα της νέας επιστήμης του Βάκωνα και του Γαλιλαίου, τα μυστικιστικά φτερουγίσματα της επιστήμης του Νεύτωνα, τον Λεονάρδο, τον Γκαίτε, τον Σλέγκελ, τον Νοβάλις, προ πάντων τον Σοπενχάουερ, που ο τελευταίος και τελειότερος ιστορικός του Εμπεδοκλή, ο Έκτωρ Μπινιόνε, φέρνει περιέργως στο φώς τις γραμμές της πνευματικής του συγγένειας με τον σικελό διανοητή, δείχνοντας το παράλληλο της φιλοσοφικής των θέσεως στην ιστορία του πνεύματος. […]

*

Είναι άνθρωπος πίστεως και θέτει το ποίημά του Περί φύσεως κάτω από την αιγίδα της Ευσέβειας (Εμπεδ., Απ. 4). Είναι θαυματουργός και κάνει μαγικούς εξορκισμούς· διηγούνται ότι ανέσταινε τους νεκρούς κι ότι, όπως ο Πρόσπερος, μπορούσε να επιβάλλεται στα στοιχεία. Αλλ’ είναι συνάμα γιατρός και μηχανικός, προσεχτικός παρατηρητής της πραγματικότητας, σε τρόπο που να την κυριαρχεί, ένας από τους πρώτους πού ‘καναν χρήση του επιστημονικού πειραματισμού.

Είναι ρήτορας ισχυρός και λαοπρόβλητος: ο Αριστοτέλης τον θεωρεί ως τον εισηγητή της σικελικής ρητορικής, που ο Γοργίας μετέφερε στην Αθήνα. Τέλος μετέχει δραστικά στους αγώνες της πολιτείας, και μ’ ένα πνεύμα εντελώς νεωτεριστικό, αποφασιστικά δημοκρατικό […].

*

Ο Εμπεδοκλής έλεγε για τους συμπολίτες του: «Είναι ακόρεστοι για χαρά σαν να επρόκειτο να πεθάνουν αύριο και χτίζουνε τα μέγαρά τους σαν να επρόκειτο να ζήσουν αιώνια».

Ο ίδιος συμμεριζότανε τη μανία τους για την επιδειχτική χλιδή και την πολυτέλεια· έβγαινε στους δρόμους του Ακράγαντος, δορυφορούμενος από νεαρούς δούλους, με χρυσό ανάδεμα στην κόμη του, στεφανωμένος με δάφνη, φορώντας μπρούτζινα σανδάλια, με ύφος ατάραχο κι ηγεμονικό.

Εβδομήντα χρόνια μετά τον θρίαμβό του στην Ιμέρα,
ο Ακράγας καταστρεφόταν από την Καρχηδόνα, με τη σειρά της νικήτρια.*

Ρομαίν Ρολλάν, Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος (μτφρ. Τάκης Μπαρλάς, έκδ. Αστρολάβος / Ευθύνη Αθήνα 1989, σσ. 34-35, 31, 31-32, 32-33, 36). Κι η κατακλείδα εκ του ιδίου (ό.π., σ. 37).

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2026

να ενώσουν και να εναρμονίσουν όλες τις δυνάμεις της ψυχής


[…] τα μεγαλειώδη εκείνα πνεύματα, οι ημίθεοι αυτοί της σκέψεως, όπου αντιφεγγίστηκε το νόημα των εθνικών αυτών δραμάτων, ο ρυθμός των λαοκυμάτων αυτών που αλληλοσυγκρούονται, αλληλοθραύονται, και χύνονται τέλος μέσα στον ωκεανό της ζωής: - ο Ηράκλειτος της Εφέσου, ο Παρμενίδης ο Ελεάτης, ο Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος, ο Δημόκριτος ο Αβδηρίτης.

Επραγματοποίησαν το ιδανικό που ονειρευόμαστε: να ενώσουν και να εναρμονίσουν όλες τις δυνάμεις της ψυχής, τον ορθολογισμό και την πίστη, τη διπλή παρατήρηση των αισθήσεων και του εσωτερικού οφθαλμού.

Τον ίδιο καιρό που οι σκλάβοι και τα λάφυρα των νικημένων γέμιζαν τις πολιτείες των, αυτοί επλούτιζαν τη σκέψη τους μέσα στους θησαυρούς των αιώνων της Αιγύπτου με τις αλαργινές ανταύγειες, και της μυστηριώδους Ανατολής.

*

Υπήρξαν συγχρόνως ποιητές, μηχανικοί, γιατροί, επιστήμονες, άγιοι θεόπνευστοι και απόστολοι· κι η ενέργεια της ψυχής τους, σαν μια υπόγεια φωτιά, άνοιξε πυραχτωμένο δρόμο μέσα στην πράξη.

Ο Θαλής ήτανε μηχανικός, ο Μέλισσος ναύαρχος, ο Αναξίμανδρος κυβερνάει μιαν αποικία, ο Πυθαγόρας αναδιοργανώνει την κοινωνία, ο Ζήνων χτυπάει την τυραννία που τον έκανε μάρτυρα. Ο Εμπεδοκλής συνεργάζεται στην κατάρριψη των Βαστιλλών της εποχής του.

Δεν είναι γι’ αυτούς αρκετό να ατενίζουν μέσα στα μάτια τη Σφίγγα, την πιάνουν απ’ το λαιμό· θέλουν να λύσουνε πραχτικά τα προβλήματα της ζωής πού ‘χουνε αναφανεί στο στοχασμό τους. Γιατί γι’ αυτούς τον παν κρατιέται στην ταυτότητα: διανόηση = πράξη.

*

Απ’ τον Θαλή ώς τον Εμπεδοκλή, οι ήρωες της ελληνικής διανοήσεως επιδοθήκανε ακάματα στην κατάχτηση του άγνωστου Θεού, του απόκρυφου Αξιώματος που κυβερνάει την ψυχή και τους κόσμους.

Πρώτος ο Αναξίμανδρος, στοχαστής, μελετώντας ανάμεσα στον ορυμαγδό των πτώσεων της Νινευΐ, των Σάρδεων, του βασιλείου του Κροίσου και των πρώτων συνταραγμών που σάλευαν συθέμελα τις πολιτείες της Ελλάδας και της Μεγάλης Ελλάδας, γίνεται ο κήρυκας της Δικαιοσύνης, που σα μια Νέμεση μυστική και αλύγιστη κάνει να επιστρέφουν αιωνίως μέσα στο Άπειρο τα όντα και τα πράγματα που, αποσπώμενα απ’ αυτό, διαπράξανε την αδικία […].

*

Περισσότερο ανυπόταχτος από τον Αναξίμανδρο και μεθυσμένος από ηρωισμό, ο μοναστής της Εφέσου, προφήτης από φυλή ιεροκρατική και βασιλική, ο Ηράκλειτος, αρνείται τον εμηδενισμό μεσ’ στο Άπειρο. Γι’ αυτόν η Δικαιοσύνη είναι η σύγκρουση των αντιθέσεων, η πάλη· είναι ο αιώνιος πόλεμος με τον αιώνιο πόνο του, απ’ όπου ανθίζει το μεγαλείο της ηθικής.

*

Ανάμεσα στη μεγαλειώδη αυταπάρνηση του Αναξίμανδρου που χάνεται μεσ’ στο Άπειρο και την τραγική φαιδρότητα του Ηρακλείτου που βυθίζεται στην αιώνια σύρραξη, ο Εμπεδοκλής αφήνει ν’ ακουστεί το τραγούδι του γεμάτο ελπίδα κι ειρήνη, η όλο αίγλη συμφωνία της παγκόσμιας Ζωής, που οι σκληρές παραφωνίες της λύνονται περιοδικά σε αρμονίες φωτός. […] είναι ο πιο ανθρώπινος και οι τόνοι του έγιναν πια ολοκληρωτικά σύγχρονοί μας. Τον έχει άλλωστε σχετικά σεβαστεί το πέρασμα των αιώνων. Από πέντε χιλιάδες περίπου στίχους που περιείχαν τα δυο μεγάλα φιλοσοφικά του ποιήματα, μάς μένουν τετρακόσιοι πενήντα. Πολλοί όμως, συγκριτικά με τους άλλους Προσωκρατικούς. Ας μην περιφρονούμε τ’ αποσπάσματα· έχουν το μυστηριώδες θέλγητρο των ωραίων σπασμένων μαρμάρων.

Ρομαίν Ρολλάν, Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος (μτφρ. Τάκης Μπαρλάς, έκδ. Αστρολάβος / Ευθύνη Αθήνα 1989, σσ. 26, 26-27, 27, 28, 28, 30-31).

Δευτέρα 24 Αυγούστου 2026

να τον προσλάβει ως μαθητή έναντι αμοιβής


Ο Αμβρόσιος Διδότος (1790-1876), γόνος της γνωστής οικογένειας των Διδότων, […] υπήρξε ελληνιστής και θερμός φιλέλληνας, ο οποίος στα νεανικά του χρόνια, με γραπτή παρέμβαση του πατρός του Φιρμίνου Διδότου πρότεινε στον Αδαμάντιο Κοραή να τον προσλάβει ως μαθητή έναντι αμοιβής.

Την απάντηση του Κοραή ενδεικτική και του ήθους του ανδρός, ο Σαιντ Ιλαίρ την εντόπισε στο αρχείο της οικογένειας Διδότου και περιλαμβάνεται σε γενικότερη μελέτη του, απ’ όπου και το απόσπασμα:

Κύριε,
εάν επιθυμήτε, ίνα η υμετέρα προσφορά αποβή αληθώς αγαθή υπέρ του υιού σας και υπέρ εμού, πρέπει ν’ απογυμνώσητε αυτήν παντός συμφέροντος. Εγώ ούτε δίδω, ούτε δέχομαι χρήματα. Θα πληρώσω τον νεόν Διδότον μεταδίδων αυτώ ό,τι γνωρίζω μετά της αυτής στοργής, ής τυγχάνει παρά των αξίων αυτού γονέων·

ο δε νέος Διδότος το καθ’ εαυτόν θα πληρώση αρκούντως τον Κοραήν, εάν προς αυτόν φέρεται ευπειθώς όπως και προς τον ίδιον πατέρα. Θα μοί χρησιμεύση (πάντοτε δε ως υιός προς πατέρα) ως γραμματεύς, έργον πάροχον μεγάλης εις αυτόν ψφελείας, διότι συνίσταται ολόκληρον εις το να ασκήται γράφων την αρχαίαν και την νεάν ελληνικήν.

Ιδού, κύριε, ο πρώτος των όρων, όν ενόμισα αρμόδιον να υποβάλλω προς αποδοχήν της προσφοράς σας· ελπίζω ότι δεν θ’ απαρέση εις υμάς, ουδέ εις τον υιόν σας. Ο δεύτερος και τελευταίος είναι συνέπεια φυσική του πρώτου· αλλά περί τούτου εγγυάται εμοί η ανατροφή, ήν έλαβε παρ’ υμών ο υιός σας.

Πάσας τας εργασίας μου, δηλαδή παν ό,τι αδοκίμως χαράσσω επί του χάρτου είτε ελληνιστί, είτε εις άλλας γλώσσας, πρέπει ο υιός σας να θεωρή ιερόν· διότι όπως δεν αναμιγνύομαι εις τα έργα των άλλων, ούτως επιθυμώ και ουδείς να γινώσκη περί τί ασχολούμαι. Ο νέος λοιπόν Διδότος θα είναι ο φύλαξ παντός ό,τι πράττω, καθώς και παντός, όπερ προτίθεμαι να πράξω.

Παρακαλώ υμάς, κύριε, να δεχθήτε την διαβεβαίωσιν του άκρου προς υμάς σεβασμού.

Τη 24 Μαρτίου 1808.

ΚΟΡΑΗΣ

Γιάννης Παπακώστας, Δημήτριος Βικέλας - Σαιντ Ιλαίρ – Άντονι Ρουβιό – Εμίλ Λεγκράν. Το βιβλίο ως μέσο διαπολιτισμικής επικοινωνίας (έκδ. Σύλλογος προς διάδοσιν ωφελίμων βιβλίων, Αθήνα 2022, σσ. 236-237).

Τρίτη 4 Αυγούστου 2026

στον ‘συνήθη τόπο των εκτελέσεων’ έξω από τα κάστρα...


Φεύγει λοιπόν ο καιρός, οι άνθρωποι πεθαίνουνε-
φαίνεται πήγανε μαζί, μαζί με τόσους άλλους,
δίκαιους και αδίκους, ψηλά, στο χώμα, κόκαλα μονάχα.*

[…] Μετά την απελευθέρωση από τους Γερμανούς, δεν πήγε πολύς καιρός, οργίαζαν οι παρακρατικοί, πάλι· αρχές του ‘47, μια νύχτα μπουκάρανε στο σπιτικό του, τον πήραν, πήραν και άλλα τρία παλληκάρια από διπλανές παράγκες δίχως λόγο εκείνους, και όλους μαζί, έξω από τα τείχη, τούς εκτέλεσαν.

Τούς βρήκαν το πρωί περαστικοί, ειδοποίησαν τα σπίτια τους, οδυρμός. [...]

*

[…] Ο Τάσκος, ο πρωτότοκος γιός, ο πιο ζωηρός, συνδέθηκε με τις πολιτικές οργανώσεις του κόκκινου κόμματος, του εκτός Νόμου· στα δεκαοχτώ του ήταν κιόλας στα μπουντρούμια. Από κεί στη φυλακή της εξορίας, δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος. Αλβανικό μέτωπο, απόδραση και νά τος τώρα, πρώτα χρόνια γερμανικής κατοχής, στέλεχος του Κόμματος κάπου στην περιοχή Πιερίας – Θεσσαλονίκης. Παράτολμος, πανέξυπνος, ρεαλιστής, με πολλά καθήκοντα σε όλα τα παράνομα μερόνυχτά του.

Μετά από δέκα μήνες ριψοκίνδυνων αποστολών, σε κάποιο σημείο έσπασε το «δίχτυ». Κάποιος (μα ποιός;) τον κάρφωσε. Στο σπίτι ενός συντρόφου, κάπου στην περιοχή Δόξα της Σαλονίκης, τον έπιασαν συνεργάτες των Γερμανών. Συνοπτικές οι διαδικασίες, πρόλαβε και τον είδε για λίγο στη φυλακή βουρκωμένη η μάνα, η κυρά-Μαρία. Την άλλη μέρα, 23 του Μάη, τόν πήρε το σκοτάδι. Μαζί με άλλα έξι παλικάρια, στον «συνήθη τόπο των εκτελέσεων» έξω από τα κάστρα του Γεντή Κουλέ, τον εκτέλεσαν.

Η μάνα του δεν εννόησε ποτέ τον θάνατό του. «Γιατί», «γιατί», «γιατί», μονολογούσε πλημμυρισμένη στα δάκρυα. Το κακό ποτέ δεν το συγχώρησε στη ζωή της. Και τότε και αργότερα μηνούσε στον άλλο γιό της, τον Βάσκο, να βρεί οπωσδήποτε το χώμα που σκέπασε, κακήν κακώς, τον αδερφό του, τον πρωτότοκό της.

-Βάσκο, τού μηνούσε, μην ξεχάσεις ποτέ, να βρεις το μέρος που σκότωσαν και θάψανε τον Τάσκο, εκεί ένα κερί ν’ ανάψουμε, η ντούσια [: ψυχή] του να λαφρώσει... [...]

*

κόντευε τα ογδόντα […] Πρώτα πήγαν στο Δημαρχείο του συνοικισμού Συκεών, είχε ορισμένες πληροφορίες για τις εκτελέσεις, τότε. Μπήκαν στη σειρά, ρώτησαν τον αρμόδιο υπάλληλο, άνοιξαν τα κατάστιχα, δεν βρήκαν ίχνος εκεί, τίποτε. Λεπτό προς λεπτό μεγάλωνε η ταραχή του Βάσκου, με προτροπή του υπαλλήλου πήγαν, κατόπιν, στο πιθανό αρμόδιο τμήμα του κεντρικού Δημαρχείου Θεσσαλονίκης, σε κάποια πάροδο της Μοναστηρίου. Εκεί ρώτησαν, από το ένα γραφείο στο άλλο, «ψύλλους στ’ άχυρα» έψαχναν, κάτι όμως άρχιζε να χαράζει.

Στο πρωτόκολλο του έτους 1942, βρέθηκε η σημείωση του γεγονότος εκείνου! Εφτά πολίτες εκτελεσμένοι από τους Γερμανούς, στις 23 Μαΐου του έτους 1942· και τα ονόματά τους, α, β, γ, δ… Πέμπτος στη σειρά Αναστάσιος Καρατζάς – ο Βάσκος κόντευε να λιγοθυμίσει… Για το πού όμως καταχωνιάστηκαν δεν υπήρχε κανένα σημάδι.

Νέος γύρος στα γραφεία ενός άλλου ορόφου, κάποιος προϊστάμενος, που ζήτησαν τη βοήθειά του, «έχω εξυπηρετήσει και άλλες παρόμοιες υποθέσεις», τούς είπε, «τότε τους εκτελεσμένους κανείς δεν ξέρει πού τους έθαβαν. Ψάξτε στα νεκροταφεία της Αγίας Φωτεινής, της Αγίας Παρασκευής, της Μαλακοπής, της Ευαγγελίστριας, μάλλον εκεί πηγαίνετε, εκεί ψάξτε στ’ αρχεία τους, ίσως βρείτε κάτι». […] έτρεξαν στην Ευαγγελίστρια. Το νεκροταφείο σήμερα δεν λειτουργεί […].

Ο υπάλληλος προθυμοποιήθηκε κατεβάζοντας παλιά, μεγάλου σχήματος, κιτάπια, πάλι και πάλι. Δυό φορές άνοιξε κρύπτες ντουλάπες όπου φυλούσε, κι εκεί, Αρχεία. Στερνά, σε κάποιο παλιό βιβλίο συμβάντων ενταφιασμού κατά το έτος 1942, βρέθηκεν η άκρη: «Μεταφέρθησαν υπό ειδικής γερμανικής υπηρεσίας επτά πτώματα, ήτοι,» (τα ονόματα των εκτελεσμένων, περί το τέλος της λίστας και ο Τάσκος). «Τα οποία και ενταφιάσθησαν», κατέληγε το κείμενο της αναφοράς.

Ο Βάσκος ετοιμόρροπος, ρώτησε αμέσως τον Σωτήρη, «βρε φίλε, μήπως ξέρεις πού περίπου έθαβαν τους σκοτωμένους τότε;». Σηκώθηκεν εκείνος, έδωσε κι αυτός αντίγραφο της πιστοποίησης και λίγο μετά τούς έδειξε έναν χώρο μακριά από τους επώνυμους τάφους, «να, κάπου εκεί, στα όρια του Νεκροταφείου». […]

Μάρκος Μέσκος, Νερό Καρκάγια. Πεζογραφήματα (έκδ. Ίκαρος, Αθήνα 2005, σσ. 49, 94-95, 100, 101-103). – Το motto εκ του ιδίου (ό.π., σ. 106).

Πέμπτη 23 Ιουλίου 2026

ένα μουσουλμανικό μαυσωλείο


Να η είσοδος του κοιμητηρίου. Ακόμη καμιά εικοσαριά βήματα
κι ο νεκρός θα είναι στι σπίτι του. Καθόλου δάκρυα. Έρχεται
από μόνος του με γρήγορο βηματισμό και μ’ εκείνο το λουλουδάκι στο πέτο.
[…] Θολωτά κτίσματα με ένα προσκυνητάρι, το μικρό κιγκλίδωμα
και λίγα λουλούδια τριγύρω.
Για τους νεκρούς είναι ακριβώς μια αξιοζήλευτη κατοικία αυτό το κοιμητήριο.
Μακριά από το χωριό, οι ζωντανοί έρχονται σπάνια. […] *

Φθάσαμε στην Άγκρα. Τυχαία σχηματισμένα περίχωρα, διαφορετικά από οπουδήποτε αλλού, με αποικιακά δημόσια κτίρια ενός μόνου ορόφου, άσπρα και εγκαταλελειμμένα μέσα στην λέπρα και τις τρώγλες.

Μπουλούκια γυναικών ντυμένων σε πράσινο Σάρι, βιολεττί Σάρι, κόκκινο Σάρι, όλες με βραχιόλια στους καρπούς και στους αστραγάλους οι οποίες δούλευαν μανιωδώς στο μέσον πένθιμων σκονισμένων τετραγώνων. Μικρές γέφυρες πάνω από ποτάμια Γένεσης με τις κοίτες τους στεγνές και στρωμένες με ρούχα κάθε χρώματος, που γυάλιζαν σε ένα πνιγηρό χειμωνιάτικο ήλιο πάνω στις πέτρες, πάνω στο καμμένο χορτάρι.

Αποβλακωμένες αγελάδες, ομάδες μαθητών, άνδρες πάνω σε μεγάλα ποδήλατα με ένα σεντόνι ανάμεσα στα πόδια τους που φτερούγιζε θλιβερά στον άνεμο.

Στην Άγκρα υπάρχει το Τατζ Μαχάλ. Ο Άγιος Πέτρος της Ινδίας. Στην πραγματικότητα είναι ένας ναός ή καλύτερα ένα Μουσουλμανικό -όχι Ινδουϊστικό- μαυσωλείο. Αλλά αποτελεί ωστόσο την εθνική αρχιτεκτονική φιγούρα, το έμβλημα της Air India, το όνειρο των Εγγλέζων άγαμων κυριών.

Εκεί βγάζεις τα παπούτσια σου στην αχανή αυλή μπροστά, και με τον μόλις και μετά βίας θυμό που προκάλεσε η αφαίρεση των παπουτσιών σου για εκατοστή φορά, εισέρχεσαι ανάμεσα σε ομάδες τουριστών που είναι ντυμένοι σαν ζητιάνοι -και σε ζητιάνους που είναι σοβαροί σαν τουρίστες.

*

[…] στις πλευρές, κατά μήκος των μαρμάρινων τοίχων οι τέσσερις πόρτες από μάρμαρο και απέναντι το μεγάλο μαρμάρινο οικοδόμημα ανάλογο με τα δικά μας βαπτιστήρια με ένα μιναρέ μαρμάρινο. Ολόκληρο ακτινοβολεί, άσπρο και ψυχρό, με φόντο τον ουρανό που πίσω του ξεχύνεται πάνω από την στροφή του μεγάλου ποταμού.

Ένα αληθινό παγωμένο παλάτι. Η μουσουλμανική ποίηση, πρακτική και ανεικονική την ίδια στιγμή, πραγματική και αντιρεαλιστική την ίδια στιγμή, μοιάζει σαν να βρίσκεται στην Ινδία σε ένα κόσμο που δεν είναι δικός της. Ο πτωματώδης αισθησιασμός του Ινδικού τοπίου ανέχεται σαν ξένο σώμα στους Σαλγάρειους χώρους του μνημεία των Μουσουλμάνων κατακτητών, κλεισμένα στην αφηρημένη λειτουργική γεωμετρία τους, σαν εξωραϊσμένες φυλακές.

Ακόμη και μέσα στους Ινδούς Μουσουλμάνους υπάρχει κάτι το διχασμένο. Σαν ένα ξένο σώμα να έχει μπεί μέσα τους, η ζωή μιάς άλλης φύσης να έχει κεντρωθεί στη φύση τους. […] Εάν ο Ινδός χάσει την ανασφάλειά του, την ευγένειά του, το εύθραυστό του, την παθητικότητά του, τί θα απογίνει; Το Κοράνι σκληραίνει. Αποκαλύπτει βεβαιότητες, ενισχύει την ταυτότητα. Γι’ αυτόν τον λόγο δεν αισθάνομαι άνετα με τους Ινδούς της Μουσουλμανικής Θρησκείας […].

*

Κάθε φορά που κάποιος πηγαίνει να επισκεφθεί ένα μνημείο στη Ινδία, πέφτει δέσμιος του ξεναγού και ακολούθως τού πλήθους των ζητιάνων. Ένας ειρηνικός ταραξίας των ρουπιών και των ψιλών νομισμάτων. Στην «νεκρούπολη» της Άγκρας πέσαμε δέσμιοι του Abdullah, ενός μικρόσωμου Ινδού έφηβου Μουσουλμάνικου θρησκεύματος. Έπειτα προστέθηκε σ’ αυτόν, καθώς περνούσαμε κατά μήκος των αυλών και των προαυλίων, από τις εξωτερικές σκάλες και τα σκαλοπάτια, ένας Ινδουϊστής συνάδελφος, ο Bupati.

Ο Abdullah ήταν αναίσχυντος, ο Bupati συνεσταλμένος· ο Abdullah ένοιωσε κούραση από το να μάς ακολουθεί και ο Bupati δεν θα μάς είχε ποτέ εγκαταλείψει. Ο Abdullah έδειξε μια κάποια ειρωνεία για τον απροκάλυπτο θαυμασμό μας και ο Bupati ήταν πάντοτε δίπλα μας· στο τέλος ο Abdullah ζήτησε φιλοδώρημα, για εκείνον και για μια γυναίκα που ήρθε να μάς προσφέρει μερικά αρωματικά φρύγανα· ο Bupati εντούτοις δεν ζήτησε τίποτε και χαμήλωσε τα μάτια του εκτείνοντας απλώς ένα ευγενικό χέρι.

Πιέρ Πάολο Παζολίνι, Το Άρωμα των Ινδιών (έκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 1986 (β΄), σσ. 114-116, 116-117, 118-119).

-----
* Το motto εκ του Luigi Pirandello, Από μόνος του (έκδ. manifesto, Αθήνα 2024, σσ. 18, 19).

Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

ακτινοβολούν φώτα


Παρατηρήσαμε τα παιδιά που μάζευαν την κοπριά των αγελάδων απ’ τον δρόμο, τοποθετώντας την σε επίπεδα πλατιά καλάθια… Παρατηρήσαμε τις ομάδες των νεαρών Μουσουλμάνων με τα βιβλία τους κάτω από τα μπράτσα τους… Παρατηρήσαμε ένα αποχωρητήριο, δύο ψηλούς τοίχους μισό μέτρο πάνω από τις παρειές του αυλακιού, ανάμεσα στους οποίους οι Ινδοί κατουρούσαν καθισμένοι όπως είναι η συνήθειά τους… Παρατηρήσαμε τα κοράκια, πανταχού παρόντα στην Ινδία, με το ανώφελο σκούξιμό τους… Διασχίσαμε ολόκληρη την πόλη που όπως όλες οι Ινδικές πόλεις, είναι μια αδιαμόρφωτη μάζα γύρω από μία αγορά.

*

Καθώς η βάρκα απομακρύνεται φανερώνεται η όχθη στην ολότητά της. Ψηλά πάνω σε απόσταση ακτινοβολούν φώτα και εκεί υψώνεται το περίγραμμα ενός είδους πολιτείας του Άδη αλλά σε σεμνότερες αναλογίες, σχεδόν επαρχιώτικη. Είναι οι τοίχοι από τα παλάτια που οι μαχαραγιάδες και οι πλούσιοι κτίζουν για τον εαυτό τους με σκοπό να έρθουν να πεθάνουν στον Γάγγη.

Είναι οι ναοί, οι καλύβες, τα προστατευτικά τείχη. Αλλά όλα σκαρφαλωμένα με το ζόρι, συσσωρευμένα σε ένα απερίγραπτο χάος. Κάτω χαμηλά λάμπουν οι φωτιές πάνω σε μία άλλη αποβάθρα όμοια με εκείνη που μόλις αφήσαμε. Τώρα την πλησιάζουμε. Ένα κομμάτι μαύρης κεκλιμένης όχθης γεμάτης πλεούμενα.

Φθάνουμε κάτω από τις φωτιές. Είναι νεκρικές πυρές. Τρεις, δύο ψηλές όσο το ύψος μιας κινητής σκάλας και μία χαμηλότερη, λίγα μέτρα από την επιφάνεια του νερού.

Κατεβαίνουμε από την λικνιζόμενη βάρκα και περνώντας από τις καρίνες των άλλων πλεούμενων περιφερόμαστε ανάμεσα στην τέφρα και τα καμίνια, ακολουθώντας ένα τοίχο που μοιάζει να επέζησε σεισμού. Φθάνουμε από δύο σκάλες σε ένα ορθογώνιο χώρο όπου καίνε δύο πυρές.

Γύρω από τις πυρές βλέπουμε πολλούς Ινδούς να κάθονται συσπειρωμένοι με τα συνηθισμένα τους κουρέλια. Κανείς δεν κλαίει, κανείς δε λυπάται, κανείς δε νοιάζεται να συνδαυλίσει την φωτιά. Μοιάζουν όλοι να περιμένουν απλώς να τελειώσει η φωτιά μόνη της, χωρίς ανυπομονησία, χωρίς τουλάχιστον ένα αίσθημα πόνου, σκοτούρας ή περιέργειας.

Περπατούμε ανάμεσά τους κι εκείνοι ήσυχοι, ευγενικοί και αδιάφοροι μάς αφήνουν να περάσουμε μέχρι την άκρη τής πυράς. Δεν μπορείς να ξεχωρίσεις τίποτε, μόνο μία ποσότητα ξύλων, καλοκομμένων και καλοστοιβαγμένων στο μέσον της οποίας βρίσκεται ξαπλωμένος ο νεκρός.

Αλλά τώρα καίγεται ολόκληρος και τα μέλη δεν διακρίνονται από τα μικρά κλαδιά. Δεν υπάρχει κανένα άρωμα εκτός από εκείνο το λεπτό της φωτιάς.

Επειδή ο αέρας είναι κρύος πλησιάζουμε ενστικτωδώς με τον Μοράβια τις πυρές και καθώς προχωρούμε συνειδητοποιούμε ότι καταλαμβανόμαστε από το ευχάριστο αίσθημα που έχουν οι άνθρωποι όταν στέκονται γύρω από μια φωτιά τον χειμώνα, με δάκτυλα μουδιασμένα, απολαμβάνοντας το να στέκονται εκεί με μια ομάδα περιστασιακούς φίλους στα πρόσωπα των οποίων, στα ρούχα των οποίων, ατάραχα η φλόγα ζωγραφίζει την βαρειά της αγωνία.

Κι έτσι άνετα, μέσα στην ζεστασιά, βλέπουμε τον φτωχό νεκρό από κοντά να καίγεται εκεί, χωρίς να στενοχωρεί κανένα. Ποτέ, σε κανένα μέρος, σε καμιά χρονική στιγμή, σε κανένα συμβάν κατά την παραμονή μας στην Ινδία δεν νοιώσαμε τέτοια βαθειά αίσθηση επικοινωνίας, γαλήνης και -σχεδόν- χαράς.

Πιέρ Πάολο Παζολίνι, Το Άρωμα των Ινδιών (έκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 1986 (β΄), σσ. 79, 130-133).

Τετάρτη 15 Ιουλίου 2026

εκφρασμένη η αληθινή καλωσύνη


Το ταβάνι είναι είκοσι μέτρα ψηλά και όλο είναι διάτρητο από συμμετρικά παράθυρα, ορθογώνια ή σχήματος ημισελήνου, ανοιχτά. Μέσα στο κρύο της νύχτας… Από κάτω σχεδόν θλίψη. Μια μεγάλη αίθουσα αναμονής, άσπρη, με ένα πορτραίτο του Γκάντι στον τοίχο.

Ενός Γκάντι γυμνού σαν σκουλήκι, με ένα πολύ καθαρό κομμάτι λινού υφάσματος γύρω από το ισχύο και γυαλιά στην φάτσα, ελκυστικός όσο μια χελώνα.

*

Η αδελφή Τερέζα είναι μεγάλη στην ηλικία, με σκούρο δέρμα, διότι είναι Αλβανή, ψηλή, στεγνή, με δύο σχεδόν ανδρικά μήλα στο πρόσωπο και μια ευγενική ματιά που «βλέπει» τα πάντα καθώς κοιτάει. Μοιάζει εντυπωσιακά με μια διάσημη Αγία Άννα, τού Μιχαήλ Άγγελου. Και στα χαρακτηριστικά της είναι εκφρασμένη η αληθινή καλωσύνη, όπως περιγράφτηκε από τον Προυστ για την γριά Φρανσουάζ. Καλωσύνη χωρίς συναισθηματικά πρόσθετα, χωρίς προσδοκίες, ήσυχη συνάμα και εφησυχαστική, δυνατή και χρήσιμη.

*

Οι άνθρωποι της Ινδίας που εντρύφησα, ακόμη κι αν έχουν στην κατοχή τους κάτι ή εκτελούν εκείνο το λειτούργημα που καλείται «διακυβέρνηση», γνωρίζουν πως δεν υπάρχει ελπίδα. Μόλις και μετά βίας βρήκαν κάποια ελευθερία από την κόλαση με την βοήθεια μιας σύγχρονης πολιτιστικής χειραφέτησης, αλλά γνωρίζουν πως πρέπει να παραμείνουν στην κόλαση.

Ο ορίζοντας και τής πιο ασαφούς αναγέννησης δεν είναι ορατός σ’ αυτήν την γενιά ούτε κάν στην επόμενη και ποιός ξέρει σε ποιά από τις επόμενες. Η απουσία κάθε πραγματοποιήσιμης ελπίδας ωθεί την Ινδική μεσαία τάξη όπως είπα προηγουμένως, να κλείνεται σ’ εκείνη την μικρή βεβαιότητα που κατέχει. Την οικογένεια. Στριμώχνονται σ’ αυτήν για να μην βλέπουν ή να μην βλέπονται.

*

Μέσα σε ατμόσφαιρα Λεοπάρδαλης μερικά παιδιά παίζουν μπροστά από το σπίτι των γονιών τους. Ένα πολύ μικροκαμωμένο παιδί κρύβεται μέσα σε ένα υπόστεγο και γρήγορα το βρίσκουν. Το άλλο, λίγο πιο μικροκαμωμένο, μάς κοιτάζει γεμάτο γλυκύτητα. Κοντά υπάρχουν επίσης μια κατσίκα με μικρά που ακόμη θήλαζαν, ένα σκυλί και ένας μικρός παπαγάλος σε ένα κλουβί κρεμασμένο στα κλαδιά του banjan μπροστά από το σπίτι.

Ο Μοράβια δεν κρύβει την έντονη συμπάθειά του για ένα από τα μικρά κατσίκια που πηδάει τριγύρω όλο ζωντάνια φωνάζοντας την μητέρα του. «Μα, Μα...»

Θα ήθελα να το πιάσω για να το χαϊδέψω αλλά ξεφεύγει. Έπειτα το κυνηγάει το παιδί που επιστρέφει σ’ εμάς με το κατσικάκι στην αγκαλιά του. Το κατσίκι είναι πολύ άσπρο, το παιδί πολύ μαύρο. Και τα δύο έχουν το ίδιο ευγενικό βλέμμα στα μάτια τους.

Πιέρ Πάολο Παζολίνι, Το Άρωμα των Ινδιών (έκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 1986 (β΄), σσ. 124-125, 52, 81, 126).

Σάββατο 11 Ιουλίου 2026

άπειρη πλαστικότητα των πραγμάτων


Οι ναοί μπροστά μας με τα δύο τμήματά τους,
(το ένα μεγάλο με το ingam μέσα,
το άλλο αντιμέτωπο και μικρότερο,
κάτι περισσότερο από μία σκεπή,
για να καλύψει την φοβερή αγελάδα από πέτρα
που αντικρύζει το ingam),
απλωμένοι στο χρυσό φώς τού ήλιου, ήσαν μιας ανεξάντλητης ομορφιάς.*

Αληθινά δεν γνωρίζω τί μπορεί να είναι η Ινδική θρησκεία. […] Γνωρίζω πως στο βάθος ο Βραχμανισμός μιλάει για μια αρχική ζωϊκή δύναμη, μια δυνατή πνοή «ανέμου» που ύστερα εκδηλώνεται και συγκεκριμενοποιείται στην άπειρη πλαστικότητα των πραγμάτων. Με άλλα λόγια είναι λίγο σαν την ατομική θεωρία. […]

Προσπάθησα να μιλήσω γι’ αυτό με πολλούς Ινδουϊστές, αλλά κανένας δεν έχει και την πιο παραμικρή ιδέα περί τούτου. Ο καθένας έχει την δική του λατρεία, Βισνού, Σίβα ή Κάλι και με πίστη ακολουθεί τα τελετουργικά της.

Για τα τελευταία, μπορώ απλά και μόνο να περιοριστώ σε μερικές περιγραφές, σαν εκείνες που έχω κάνει. Ωστόσο ένα πράγμα μπορώ να πώ. Ότι οι Ινδουϊστές είναι οι πιο καλωσυνάτοι, γλυκείς και πράοι άνθρωποι που είναι δυνατόν να ξέρω.

Καμιά βία δεν υπάρχει στις ρίζες τους, ο λόγος ακριβώς τής ύπαρξής τους. Ίσως μερικές φορές να υποστηρίζουν την αδυναμία τους με θεατρινισμό ή ανειλικρίνεια.

*

[…] Την επόμενη μέρα στο Κατζουράχο είχαμε την ευκαιρία να δούμε άλλον ένα απ’ αυτούς τους αγίους. Το Κατζουράχο είναι το πιο όμορφο μέρος της Ινδίας, στην πραγματικότητα το μόνο ίσως μέρος που μπορείς να πείς όμορφο με την δυτική αντίληψη της λέξης.

[…] μια καλύβα σε καλή κατάσταση, κατασκευασμένη από πέτρες. Μέσα στην καλύβα μια φωτιά και μερικά έπιπλα. Κάποιος έκανε βιαστικές κινήσεις σαν να κατατρυχόταν βασανιστικά από καθήκοντα. Ήταν ένας άνδρας γύρω στα σαράντα με περιποιημένη μαύρη γενειάδα και ένα μαύρο μουστάκι σε στυλ ντ’ Αρτανιάν.

Το παρουσιαστικό του αμέσως με απώθησε. Παρατηρώντας τον καλά έβλεπες πως στην ουσία δεν έκανε τίποτα, δεν ασχολείτο μες το άναμμα της φωτιάς, με μαγείρεμα φασολιών ή οτιδήποτε άλλο. Ακόμη πως με προσοχή, ακρίβεια και αφοσίωση κάποιου που κάνει μια δουλειά που θεωρείται απαραίτητη, έπαιρνε μέρος σε μια ιεροτελεστία. Κινείτο σαν τρελλός γύρω στην καλύβα, σταματούσε, άγγιζε αντικείμενα, έκανε χειρονομίες, έσκυβε προς τη γή.

Τον αφήσαμε εκεί παγιδευμένο στην μανιακή του συγκέντρωση, στην ατέλειωτη υπομονή του.

*

Αλλά είναι ελάχιστες σκιές στα άκρα ενός τόσο άπλετου φωτός, μιας τόσο μεγάλης διαφάνειας. Είναι αρκετό να δείς πώς λένε ναι. Αντί να συμφωνούν όπως εμείς ανεβοκατεβάζοντας το κεφάλι τους, το γυρνάνε γύρω όπως εμείς λέμε όχι. Ωστόσο η διαφορά στην κίνηση είναι τεράστια. Το όχι του που σημαίνει ναί συνίσταται στο να ταλαντεύουν το κεφάλι (το καστανόχρωμο, κατσαρό τους κεφάλι με το φτωχό μελαμψό δέρμα, στο ωραιότερο χρώμα που μπορεί ακόμη ένα δέρμα να έχει) τρυφερά. Μια κίνηση που αμέσως γίνεται γλυκειά: «Φτωχέ μου, λέω ναί χωρίς να ξέρω αν μπορεί να γίνει». Και αμήχανη: «Γιατί όχι;». Δειλή: «Είναι τόσο δύσκολο». Και συγκαταβατική: «Είμαι όλος δικός σου». Το κεφάλι πάει πάνω κάτω σαν να κόπηκε ευγενικά από τον λαιμό και οι ώμοι ανεβαίνουν λίγο με τον τρόπο ενός νέου κοριτσιού που υπερνικά την ντροπή του και που τώρα δείχνεται στοργικό.

Ειδομένες από απόσταση οι Ινδικές μάζες είναι καρφωμένες στην μνήμη μ’ αυτή την κίνηση τής επιδοκιμασίας και το παιδικό και ακτινοβόλο χαμόγελο στα μάτια που την συνοδεύει.

Είναι η θρησκεία τους σ’ αυτήν την κίνηση.

πρόκειται για το Πύθιο των επιγραφών που μάς πληροφορούν ότι
στον εσωτερικό θάλαμο, ο οποίος είχε άνοιγμα στη στέγη,
υπήρχε ένας φοίνικας χάλκινος (;) και τρία αγάλματα·
υπήρχε επίσης μια κιονοστοιχία εσωτερική σε σχήμα Π
και φωτιά μόνιμα αναμμένη, από την οποία κάθε χρόνο
έρχονταν οι Λήμνιοι κ.ά. να πάρουν το ιερό φώς
για να ανανεώσουν την φωτιά στην εστία της πόλης τους.**

Πιέρ Πάολο Παζολίνι, Το Άρωμα των Ινδιών (έκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 1986 (β΄), σσ. 40, 46, 47, 41). -Το motto εκ του ιδίου (ό.π., σ. 47).

-----

** Το καταληκτικό όμως motto εκ της Φωτεινής Ζαφειροπούλου, Δήλος. Τα μνημεία και το Μουσείο (έκδ. Κρήνη, Αθήνα 2008, σσ. 27).

Κυριακή 21 Ιουνίου 2026

ο κόσμος του 'Υπογείου' και ο 'Έφηβος'


Ο άνθρωπος του υπογείου στον Ντοστογιέφσκι διαθέτει ισχυρή συνείδηση τού εαυτού του, ταυτόχρονα, όμως, στερείται τού μεγάλου δημιουργικού χαρίσματος και ως εκ τούτου ξοδεύεται σε μικρές και μεγάλες αθλιότητες προς τους άλλους, οι οποίες τού προκαλούν και τα μεγαλύτερα δεινά.

Η Ρωσία είναι ένα κράτος τού «υπογείου» και δεν είναι τυχαίο πως ήταν από τα πρώτα που δημιούργησε την πολιτική παρανομία («Γή και βούληση», «Λαϊκή βούληση») και στη συνέχεια, στον 20ο αιώνα πλέον οδήγησε την πολιτική παράνομη δράση στην κορυφή της εξουσίας. Στη συμπεριφορά της Ρωσίας στη διεθνή σκηνή ανιχνεύονται τα χαρακτηριστικά του ανθρώπου του υπογείου που έχει απόλυτη αυτοπεποίθηση, η νέα ενσάρκωση του οποίου κατά τον 21ο αιώνα, ήταν ο πρώτος πολίτης του κράτους.

Μιχαήλ Επστάϊν, «Ο ρωσικός αντι-κόσμος. Πολιτική στα όρια της Αποκάλυψης», εν Ανθίβολα (μτφρ. Δημ. Β. Τριανταφυλλίδης, τεύχος 6, Δεκέμβριος 2024, σ. 87).

*

[…] με αφορμή την παλαιότερη διάκριση του Τζωρτζ Στάϊνερ κατά την οποία ο Ντοστογιέφσκι μπορεί να θεωρηθεί ως μεγάλος δραματουργός, ενώ ο Τολστόι ως μεγάλος επικός, νομίζω ότι και στον Έφηβο το δραματουργικό στοιχείο είναι εντονότατο τόσο στην εξέλιξη όσο και στην τελική, αριστοτελικής καταγωγής, κάθαρση.

[…] στον Έφηβο ο Ντοστογιέφσκι προσεγγίζει ζητήματα ανθρωπολογικά, το ζήτημα της ύπαρξης του Θεού και της ελευθερίας του ανθρώπου, μέσα από τις θυελλώδεις σχέσεις των μελών (και κυρίως του πατέρα και του γιού) μιας ρωσικής οικογένειας των τελευταίων δεκαετίας του 19ου αι., ενώ παράλληλα ενδιαφέρεται να επανεξετάσει και τη σχέση της Ρωσίας με την Ευρώπη, αφού κάθε ανθρωπολογικός τύπος, κυρίως δε ο Βερσίλωφ και ο Μακάρ, φαίνεται να εκφράζει τους δύο αυτούς γεωγραφικούς-πολιτισμικούς χώρους.

Σε όλα λοιπόν αυτά, και βεβαίως και σε άλλα, νομίζω ότι βρίσκεται αυτός ο θησαυρός του Εφήβου για τον οποίο μίλησε ο Νικολάε Στάινχαρτ.

«Είναι αλήθεια ότι ο Έφηβος, ως λογοτεχνικό έργο,
δεν είναι το καλύτερο στη σειρά των αριστουργημάτων του Ντοστογιέφσκι.
Κι όμως, σ’ αυτή τη δευτερεύουσας σημασίας θέση,
έκρυψε ο Ντοστογιέφσκι τον θησαυρό του»
Νικολάε Στάινχαρτ, Το Ημερολόγιο της ευτυχίας
(έκδ. Μαΐστρος, Αθήνα 2006, σ. 266) *


Δημήτρης Μπαλτάς, «Η ανθρωπολογία του Εφήβου του Ντοστογιέφσκι», εν Ανθίβολα (μτφρ. Δημ. Β. Τριανταφυλλίδης, τεύχος 6, Δεκέμβριος 2024, σσ. 182, 187). - Κι η κατακλείδα εκ του ιδίου (ό.π., σ. 187).

Τετάρτη 17 Ιουνίου 2026

μια υπαρξιακή ματιά


Οι λέξεις είναι πράξεις.
{Φιλοσοφικές έρευνες, παρ. 546}
Γύρω στα 1945 *


[…] Η χριστιανική αγάπη δεν ενώνει την ανθρωπότητα αθροιστικά, αλλά μέσα από τη δημιουργία μιας κοινότητας, η οποία αντιστέκεται στη λογική του κόσμου και της φίλαυτης ιδιοτέλειας, γίνεται έτσι η αυθεντική εκκλησιαστική ανθρωπότητα και κατ’ ελπίδα θείας οικονομίας σώζει εντέλει ως «μικρά ζύμη» τη σύνολη ανθρωπότητα. [...]

[…] Η Σάντρα απλώς δεν θέλει η ευτυχία της να είναι βασισμένη πάνω στη δυστυχία ενός άλλου ανθρώπου. Τελικά προτιμά να χάσει αυτή τη δουλειά της εντελώς. Φεύγει, όμως, ευτυχισμένη γιατί έδωσε έναν αγώνα και γιατί έλαβε την υποστήριξη των μισών συναδέλφων της, οι οποίοι έβαλαν την αγάπη πάνω από τη φιλαυτία, πράγμα που ήταν πάρα πολύ δύσκολο και μάλλον ενάντια στις πιθανότητες.

Η ταινία δείχνει πώς θα ήταν ένα χριστιανικό «happy ending». Η ηρωΐδα έχει ηττηθεί μέσα στην ιστορία, έχει χάσει την παρτίδα του παιχνιδιού. Όμως ο αγώνας την έχει αλλάξει. Από εκεί που ήταν μία αδύναμη γυναίκα με ψυχολογικά προβλήματα έχει αποκτήσει ψυχικό σθένος. Είναι ηττημένη αλλά όχι απελπισμένη. Λέει ότι είναι ευτυχισμένη […].

[…] οι αδελφοί Νταρντέν εκφεύγουν από ένα κοσμικό αριστερό όραμα εγκαινιασμένης εσχατολογίας και διανοίγονται περισσότερο προς μια χριστιανική εσχατολογική διαλεκτική μεταξύ ήττας στον κόσμο και νίκης στην αγάπη. […] Κατά έναν χριστιανικό τρόπο η αξία του προσώπου τίθεται πάνω από αυτήν της προόδου μέσω ανηλεούς απρόσωπου ανταγωνισμού. Οι αδελφοί Νταρντέν καταθέτουν έτσι μια υπαρξιακή ματιά στα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα της σύγχρονης Ευρώπης.

Η μεγαλύτερη ευτυχία του ανθρώπου είναι η αγάπη.
Λέμε για το σχιζοφρενή: δεν αγαπάει,
δε μπορεί ν’ αγαπήσει, δε θέλει ν’ αγαπήσει·
και πού είναι η διαφορά;
1948 **


Διονύσιος Σκλήρης, «Ο υπαρξιακός κοινωνικός χριστιανισμός των αδελφών Νταρντέν», εν Ανθίβολα (τεύχος 6, Δεκέμβριος 2024, σσ. 225, 226, 227).

-----
* Το πρώτο motto εκ του Ludwig Wittgenstein, Πολιτισμός & Αξίες (μτφρ. Μ. Δραγώνα-Μονάχου – Κ. Κωβαίος, έκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1986, 2000β, σ. 76). Το δεύτερο motto επίσης του ιδίου (ό.π., σ. 116). Συνομιλεί εγκάρδια μετά τούτου εδωδά.

Σάββατο 13 Ιουνίου 2026

κάποτε πετούσαν σαν πουλιά


Όταν στερέψουν οι πηγές
η λέξη «νερό» δεν θά 'χει πλέον σημασία.*

Τα λόγια κάποτε πετούσαν σαν πουλιά.
Και κάποιοι τότε σκέφτηκαν
να στήσουν ξόβεργες επάνω στο χαρτί
και να τα φυλακίσουν
στο σώμα των γραμμάτων και των λέξεων
στα τείχη των γραπτών κειμένων
για να μη φύγουν πια ποτέ ξανά.

*

Μ' αυτό το ποίημα πλαγιάσαμε μαζί
άπειρες νύχτες του χειμώνα.
Την ώρα που έσβηνα το φώς
το αγκάλιαζε η σκέψη μου
κι ύστερα ένιωθα την κάθε λέξη του
να με χαϊδεύει μέσα στο σκοτάδι.

*

Έγραφαν κάποτε οι ποιητές
με μια γραφίδα από φτερό τις λέξεις
και μερικές φορές περνούσαν
από τον ουρανό στη γή
κι απ' τον αέρα στη γραφή
η απόλαυση της πτήσης
ένας διάχυτος φόβος της πτώσης
και μια κρυμμένη μες στα γράμματα
πνοή ελευθερίας
.

*

Από κάθε δέντρο που έβλεπα
στη σχεδόν έρημη διαδρομή
έκοβα κι ένα φύλλο.
Τα άφησα όλα μαζί να στεγνώσουν
σε ένα παλιό βιβλίο.
Εκεί ξεχάστηκαν για χρόνια
ώσπου ήρθες και άνοιξες το βιβλίο.
Γέμισε το δωμάτιο λέξεις.
Το κάθε φύλλο έλεγε την ιστορία του
κι εμείς ακούγαμε σιωπηλοί.

Κάποτε άνοιγαν οι λέξεις μας
όλες τις πόρτες του σπιτιού.**


Διονύσης Στεργιούλας, Ακραία λεκτικά φαινόμενα (έκδ. Νησίδες, Θεσ/νίκη 2025, σσ. 26, 29, 29, 15-16). -Το motto αλλά και η κατακλείδα εκ του ιδίου (ό.π., σ. 17).

Τρίτη 9 Ιουνίου 2026

ψηλότερη απ' τα Μετέωρα


ΘΕΟΦΙΛΟΣ, Ι

Μα ναί. Ψηλότερη απ' τα Μετέωρα
η λεβέντισσά μου η Σαρακατσάνισσα
.
Δεν ψήλωσε από λάθος ή από τύχη.
Έτσι την είδα κι έτσι τη ζωγράφισα.

Λέω ψηλότερος ο άνθρωπος κι από βουνό
αν μέσα του φυσάει αέρας
, τον σηκώνει,
δροσίζει το μυαλό του, τον φτερώνει,
και φτάνει πια ν' αγγίξει ουρανό.

Τα δάχτυλά μου σκέφτονται και νιώθουν.
Τον κόσμο που ιστορούν τον αναγνώθουν
συλλαβή τη συλλαβή. Γράμμα το γράμμα.
Μ' ευλάβεια και σέβας. Σαν το Θείο Δράμα.

Ένα πρωτάκι πάντα μου στης πλάσης το σχολείο.
Θαυμάζω και απορώ. Και αγαπάω.
Τα πάντα και τους πάντες αγαπάω.
Καίει η καρδιά μου, χώρο δεν έχει για το κρύο.

*

ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ, ΙΙ


[...]
Ο πιο μικρός;
Ο Γιάννης Βλαχογιάννης.
Εκ Ναυπάκτου.
Ναι, πλην Επαχτίτης.
Διορθωτής αυτός. Ξεφτέρι.
Δεν είχε ακόμα εικοσιπενταρίσει,
κι ας έλεγε ότι γεννήθηκε το 1821.
Ανάμεσά μας στα σκαλιά του χρόνου,
που κατεβαίνουν, μόνο ματεβαίνουν,
οι δυό μας χρονογράφοι.
Συνομήλικοι σχεδόν.
Ο Κονδυλάκης στα τριάντα του
κι ο Παλαμάς ετών τριανταδύο.
[...]
Ώσπου έσπαγε τη σιωπή ο πιο μικρός
[...]
να μάθει κιόλας θέλοντας
απ' την Αρτία Τριάδα.

Παντελής Μπουκάλας, Τρείς επί τρία. Εννιά ποιήματα για τον Χαλεπά, τον Θεόφιλο, και τον Παπαδιαμάντη (έκδ. Άγρα, Αθήνα 2025, σσ. 19, 28, 29).

Παρασκευή 5 Ιουνίου 2026

στα οστά και τα δόντια καθενός μας


Ένα πολύτιμο αρχείο των εμπειριών μιας ζωής, ακόμη και πριν από τη γέννηση, καταγράφεται στα οστά και τα δόντια καθενός μας. Γραμμένα στα οστά και στα δόντια μας είναι η ηλικία, το φύλο, το ανάστημα, η διατροφή, οι ασθένειες, τα τραύματα, οι ιατρικές παρεμβάσεις, οι κακουχίες και πολλά άλλα.

Οι ανώνυμοι σκελετοί από το προϊστορικό παρελθόν έχουν να διηγηθούν ενδιαφέρουσες ιστορίες που μπορούν να διαβαστούν και να ερμηνευτούν από τους φυσικούς ανθρωπολόγους.

*

Το 1990 στην Ελεύθερνα βρέθηκε ακόμη ένα υποτιθέμενο θύμα ανθρωποθυσίας από τον καθηγητή Σταμπολίδη [...]. Επρόκειτο για έναν ακέφαλο ανδρικό σκελετό σε ταφικό πλαίσιο, δίπλα στην πυρά ενός πολεμιστή, που χρονολογήθηκε τον 8ο αιώνα π.Χ. Το κλειδί για την απόδειξή του ήταν ανατομικό.

Το αφύσικο σχήμα C του προφίλ τής σπονδυλικής στήλης τού ακέφαλου θύματος ερχόταν σε αντίθεση με το επιπεδωμένο σχήμα S ενός φυσιολογικού προφίλ μιάς σπονδυλικής στήλης.

Αποδείκνυε, πέρα από κάθε αμφιβολία, ότι ο άνδρας είχε καθηλωθεί με τα χέρια και τα πόδια δεμένα πίσω από την πλάτη του. Το σώμα είναι παραμείνει δεμένο και μετά την εκτέλεση, διατηρώντας έτσι αυτή την αφύσικη σωματική στάση. Ήταν η αδιαμφισβήτητη απόδειξη ότι ο άνδρας είχε εκτελεστεί δίπλα στην πυρά.

Η περίπτωση αυτή έγινε καλύτερα αποδεκτή χάρη σε ένα καλοδιατυπωμένο σενάριο. Ήταν θυσία στην κηδεία ενός ήρωα, θαμμένου με το σπαθί του, με παραλληλισμούς από την περιγραφή τής πυράς τού Πατρόκλου στα ομηρικά έπη. [...]

*

Η αρχαιοβοτανική μελέτη από τη Δρ Σαρπάκη παρείχε σημαντικές και γοητευτικές πληροφορίες που υποδείκνυαν ότι τα φρέσκα σταφύλια και τα σύκα, που είχαν καεί στην πυρά, προσδιόριζαν εποχικά το γεγονός μεταξύ τέλους Αυγούστου και αρχών Σεπτεμβρίου, όταν αυτά τα φρούτα είναι στην εποχή τους.

Πέρα από αυτό, το αποτύπωμα των φλογών υποδείκνυε ένα μελτέμι, τον βορειοανατολικό άνεμο που φυσά τον Αύγουστο, δημιουργώντας έτσι μια ζωντανή και πειστική εικόνα του συγχρονισμού αυτού του δραματικού γεγονότος.

P.J.P. McGregor, Ανθρωποθυσία. Το αρχαιολογικό πλαίσιο της ελληνικής μυθολογίας (έκδ. Κέδρος - Εταιρεία Μεσογειακής Ανθρωπολογίας, Αθήνα 2024, σσ. 7-9, 41-45, 45).

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2026

πόσο τ' αθάνατο πονεί


Η ΜΑΝΑ ΤΟΥ ΙΟΥΔΑ

Την άφησαν να σούρνεται στ' ανώνυμο
της ερημιάς το πλήθος.

Παρών κανείς, να μοίραζε τ' αβάσταχτο
μαζί της που την έσφαζε μαντάτο
για τον υγιό που γίνηκε κλαρί
κι ο δάσκαλος πάνω σ' αυτό ένα φύλλο.

Θρηνούσε και τους δυό σαν την αμνάδα
κι άπλωνε τα μαλλιά της ώς τα σύννεφα
πλεγμένα μ' αστραπόβροντα π' ανοίγουν
δρόμο για την ανάσταση νεκρών.

-Γυναίκα, η θεία μάνα του Σωτήρος
τ' αμαρτωλό σπλαγχνίζεταί σου σπλάχνο,
που σ' έχει παραδώσει και προδώσει.

2015

*

ΔΕΛΦΟΙ


Καλέ μου εξηγητή, παρακαλώ σε, πες μου
γιατί ο Απόλλων εισέ τούτη τη σπηλιά
είχε σαράντα κόρες ανυφάντρες
και διατί σιμά στην Κασταλία
ο Αγαμέμνων φύτεψε πλατάνια;

Το λέω αυτό, καθώς σάμπως απρόθυμη
μού φάνηκε η Πυθία.
Σε ξεσκισμένα εγώ θωρώ πανιά
πιασμένη την ανάσα της
και στην τραυλή της τη φωνή
το χθόνιο φώς σαπίζει
.

Εκείνος χαμογέλασε και είπε:
«Αν ίσως και οι θεοί
γίνουν κοινοί θεοί,
θα νιώσουν κι αυτοί πόσο
τ' αθάνατο πονεί
.»

2011

Κυριάκος Χαραλαμπίδης, Ηλίου και Σελήνης άλως (έκδ. Ίκαρος, Αθήνα 2017, σσ. 53, 75).

Πέμπτη 28 Μαΐου 2026

πλήρως αρεστή στους ουρανούς


Συνήθιζε να τη φιλά συχνά στο στόμα
για να βεβαιωθεί εκ του σύνεγγυς αν είναι
τα χείλη πόσιμο νερό κι οι οφθαλμοί αμπελώνας.*

ΚΑΡΠΟΛΑΤΡΕΙΑ

Θωμάς, του Διδασκάλου ζηλωτής,
τού μπήκε ο πειρασμός να ονειρευτεί
το στήθος
της Μαγδαληνής.

Χάρη σ' αυτό θ' ακολουθούσε εις τέλος
τον αρχηγό του Μαρτυρίου, θα έχυνε
υγρά οφθαλμών σ' ανείπωτη λατρεία,
ποθώντας να συνήρμοζε τη «συνουσία»
στο «καθ' ομοίωσιν» - αλλιώτικα, τη «μέθεξη»
με την εικόνα Εκείνου, που την ταύτιζε
μετά της γυναικός την οπτασία
.

Αλλ' όταν η οσία παρουσιάστη
ολόγυμνη έμπροσθέν του
,
ευτύς αυτός τής είπε πως επείσθη
και ούτε που την άγγιξε είν' αλήθεια.

Το θείο εφηβαίο της τού χαμογέλασε
κι από εφτά τον πέρασε ουρανούς
αμόλυντης, αδιάφθορης θυσίας.

Πέτρος που το κατάλαβε βγάνει μαχαίρι
σαν έτοιμος από καιρό και πάντα πρώτος.
Κάνει να κάνει θρύψαλα τ' ανόσιο πάθος
μά τονε πρόλαβε του Διδασκάλου βλέμμα.

Κι αν ερωτάς τί έπραξε η οσία
Μαγδαληνή, δεν ξέρω, δε διασώζεται
στον Κώδικα ντα Βίντσι τι το σχετικό.
Πέρ' απ' αυτό, τ' Απόκρυφα Ευαγγέλια
του Ψευδαριστοφάνους και των άλλων
τα σύλησαν στις μέρες μας οι τυμβωρύχοι.

2014

*

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ

Γυναίκα πλήρως αρεστή στους ουρανούς.
Στη λάμα των ματιών της γράφονται τα χείλη της,
οι συλλαβές, τα σύμφωνα, ο μυστικός
συσχετισμός ημίρρευστων εικόνων,
το βόδι π' αγκαλιάζει το μουλάρι,
η φλόγα, η τρυφερότητα του κόρφου.
τ' αργό της βλέμμα, ο τόνος των αισθήσεων.

Φεγγάρι που ξεπρόβαλε με μίσχο από δαντέλα,
και τ' αργυρό του πρόσωπο τρίβεται στις μασχάλες
αγαπημένης γυναικός. Εγώ ειμί.

2015

Κυριάκος Χαραλαμπίδης, Ηλίου και Σελήνης άλως (έκδ. Ίκαρος, Αθήνα 2017, σσ. 50-51, 52). -Το motto εκ του ιδίου από το ποίημα «Μαγδαληνή μαθήτρια» (ό.π., σ. 40).