Μειλιχίη τε χάρις τε μισέει δύστλητον ανάγκην
Η Αγάπη (ή Χάρη) μισεί το αδυσώπητο Πεπρωμένο *
Η Αγάπη (ή Χάρη) μισεί το αδυσώπητο Πεπρωμένο *
Το μίσος έχει εισχωρήσει και κόβει τους ερωτικούς δεσμούς που κρατούσαν δεμένη τη σφαίρα. Τα μεγάλα μέλη του κόσμου, τα Στοιχεία, φρίσσουν κι αποχωρίζονται: στην αρχή το πιο αλαφρό, ο αέρας, αρχίζει να περιστρέφεται· έπειτα η φωτιά29. Οι μεγάλες των μάζες, που σχηματίζουν δυό ημισφαίρια με διαφορετική βαρύτητα και πυκνότητα, γεννούνε μια κίνηση στροβιλισμού, που συμπαρασύρει τους ουρανούς.
Η γη, παραμένει στη μέση, συγκρατημένη από την κεντρομόλο δύναμη. Ο ήλιος, μάζα αέρος καμωμένη γυαλί από την ενέργεια της φωτιάς, τη σκεπάζει και τη πυρώνει· κι η προστριβή της ουράνιας σφαίρας, που τη συμπαρασύρει μια ιλιγγιώδης περιστροφή, κάνει να διαρρέει από τη γή το νερό, που ήταν αναμιγμένο μαζί της: γής ιδρώτα θάλασσαν.
Στον ωκεανό, εξατμίζεται ο αέρας που περιείχεν ακόμα, κι η αναθυμίαση αυτή αποτελεί την υγρή ατμόσφαιρα -υγρός αήρ- ξεχωριστή απ’ τον ουράνιον αιθέρα -τιτάν αιθήρ […] (Απ. 38)- κι οπού βαρύτερη απ’ αυτόν, γιατί είναι ανάμιχτη με νερό, κατέχει το διάστημα αναμεταξύ ουρανού και γής.
Τέλος, απάνω στο σύμπαν αυτό ξεπετιέται η βλάστηση της οργανικής ζωής. Στην αρχή, όπως είδαμε, στο περαστικό στάδιο μεταξύ της βασιλείας του Μίσους και της βασιλείας του «Σφαίρου», η ζωή είχεν ήδη εμφανισθεί. Αλλ’ η γένεση τότε ήτανε διαφορετική. Παραγόταν μ’ εκρήξεις κομματιασμένων μαζών, σε τερατώδεις μορφές, άσωτες κι απειρόκαλλες, μέχρις ότου αναπήδησαν οι μορφές που θα μπορούσαν να ζήσουν.
Στο νέο στάδιο, που είναι το δικό μας, η ζωή βλασταίνει και μεγαλώνει με τρόπο αντίθετο, σ’ εξέλιξη συνεχή. Στην αρχή τα φυτά, που είναι πλησιέστερα στην ενότητα του εξαφανισμένου «Σφαίρου»· γιατί τα φύλα, σ’ αυτά, είναι ενωμένα ακόμα. Έπειτα τα ζώα κι ο άνθρωπος.
*
[…] Όπως λέγει ο μύθος των Πυθαγορείων, ο ανθρώπινος άργιλλος είναι μουσκεμένος με τα δάκρυα του Προμηθέα. Νήστις η δακρύων τέγγει κρούνωμα βρότειον.
σημ. 39: Η Νήστις που βρέχει (μουσκεύει) με τα δάκρυά της την ανθρώπινη κρήνη (τον άνθρωπο). - «Νήστις», στον Εμπεδοκλή, είναι το νερό (ή μάλλον, Σικελική θεότητα που παριστάνει το νερό). Κι οι Πυθαγόριοι αποκαλούσανε το νερό «δάκρυ».
*
Η ανάμνηση όμως του «απωλεσθέντος Παραδείσου» του «Σφαίρου», δεν μάς δίνεται ατιμώρητα. Η Κόλαση δεν είναι για τον Εμπεδοκλή, καθώς για τους χριστιανούς, ένας εφιάλτης του μέλλοντος· η Κόλαση είναι παρούσα εδώ, είναι η ζωή μας. Ζούμε στον «άχαρο τόπο, όπου η Σφαγή και το Μίσος και τα σμήνη των άλλων κακών, οι αρρώστιες που μαραζώνουν κι οι σήψεις, όλα τα έργα τής αποσυνθέσεως, τριγυρνάνε μέσα στο σκοτάδι, στο λιβάδι της Δυστυχίας» (Απ. 7).
Η επίγεια ζωή είναι ο θάνατος. Και το σώμα είναι η σάρκινη φασκιά, που μ’ αυτήν η Φυσώ, η Νεράΐδα της Γένας, μάς έντυσε. Το σώμα είναι η αμφίβροτη χθών, η γή που μάς περισκεπάζει σαν ένα σάβανο.
Το Μίσος μάς διώλεσε, μάς έχει κάμει νεκρούς.
Σκέψη συντριπτική και αφόρητη, αν δεν ξέραμε ότι ο θάνατος αυτός δε θάναι παντοτεινός.
Ο Χρόνος, που μάς κατέβασεν εδώ, θα μάς ξανανεβάσει. Στην Αιώνιά του Επιστροφή, ο παράδεισος του Εμπεδοκλή, δεν είναι μονάχα στο παρελθόν, είναι και στο μέλλον: πίσω από μάς ο χρυσός αιώνας, μπροστά μας οι ουρανοί που ανοίγονται. -Ναι, αλλά πόσο μακρυά μπροστά μας! Κι εδώ κάτου, πάντα
το νοσηρό και καταραμένο λιβάδι της Δυστυχίας, ο Άτης λειμών, το κοσμικό Έλος, με τα μιάσματα της σήψεως!...
Στην ιλιγγιώδη μας πτώση δεν έχουμε αγγίξει ακόμα τον βυθό της αβύσσου. Η πίστη σε μια μέλλουσα ανάσταση της θαμμένης ψυχής αρκεί άραγε για να γλυκάνει τον πόνο εκείνων που έχουνε τη δυστυχία ν’ ανήκουν, καθώς εμείς, σ’ έναν αιώνα που όλο και καταπέφτει;
Κι έπειτα, δεν μάς έχουνε πεί ότι τη νέαν άνοιξη θα τη διαδεχθεί μια νέα κατάπτωση, και το γύρισμα του αδυσώπητου τροχού δεν ανακατεύει στις προσφιλέστερες ελπίδες μας μια γεύση πικράδας;
Ρομαίν Ρολλάν, Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος (μτφρ. Τάκης Μπαρλάς, έκδ. Αστρολάβος / Ευθύνη Αθήνα 1989, σσ. 47-48, 53, 79, 53-54). –Το motto εκ του ιδίου (ό.π., σ. 56).