Φεύγει λοιπόν ο καιρός, οι άνθρωποι πεθαίνουνε-
φαίνεται πήγανε μαζί, μαζί με τόσους άλλους,
δίκαιους και αδίκους, ψηλά, στο χώμα, κόκαλα μονάχα.*
φαίνεται πήγανε μαζί, μαζί με τόσους άλλους,
δίκαιους και αδίκους, ψηλά, στο χώμα, κόκαλα μονάχα.*
[…] Μετά την απελευθέρωση από τους Γερμανούς, δεν πήγε πολύς καιρός, οργίαζαν οι παρακρατικοί, πάλι· αρχές του ‘47, μια νύχτα μπουκάρανε στο σπιτικό του, τον πήραν, πήραν και άλλα τρία παλληκάρια από διπλανές παράγκες δίχως λόγο εκείνους, και όλους μαζί, έξω από τα τείχη, τούς εκτέλεσαν.
Τούς βρήκαν το πρωί περαστικοί, ειδοποίησαν τα σπίτια τους, οδυρμός. [...]
*
[…] Ο Τάσκος, ο πρωτότοκος γιός, ο πιο ζωηρός, συνδέθηκε με τις πολιτικές οργανώσεις του κόκκινου κόμματος, του εκτός Νόμου· στα δεκαοχτώ του ήταν κιόλας στα μπουντρούμια. Από κεί στη φυλακή της εξορίας, δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος. Αλβανικό μέτωπο, απόδραση και νά τος τώρα, πρώτα χρόνια γερμανικής κατοχής, στέλεχος του Κόμματος κάπου στην περιοχή Πιερίας – Θεσσαλονίκης. Παράτολμος, πανέξυπνος, ρεαλιστής, με πολλά καθήκοντα σε όλα τα παράνομα μερόνυχτά του.
Μετά από δέκα μήνες ριψοκίνδυνων αποστολών, σε κάποιο σημείο έσπασε το «δίχτυ». Κάποιος (μα ποιός;) τον κάρφωσε. Στο σπίτι ενός συντρόφου, κάπου στην περιοχή Δόξα της Σαλονίκης, τον έπιασαν συνεργάτες των Γερμανών. Συνοπτικές οι διαδικασίες, πρόλαβε και τον είδε για λίγο στη φυλακή βουρκωμένη η μάνα, η κυρά-Μαρία. Την άλλη μέρα, 23 του Μάη, τόν πήρε το σκοτάδι. Μαζί με άλλα έξι παλικάρια, στον «συνήθη τόπο των εκτελέσεων» έξω από τα κάστρα του Γεντή Κουλέ, τον εκτέλεσαν.
Η μάνα του δεν εννόησε ποτέ τον θάνατό του. «Γιατί», «γιατί», «γιατί», μονολογούσε πλημμυρισμένη στα δάκρυα. Το κακό ποτέ δεν το συγχώρησε στη ζωή της. Και τότε και αργότερα μηνούσε στον άλλο γιό της, τον Βάσκο, να βρεί οπωσδήποτε το χώμα που σκέπασε, κακήν κακώς, τον αδερφό του, τον πρωτότοκό της.
-Βάσκο, τού μηνούσε, μην ξεχάσεις ποτέ, να βρεις το μέρος που σκότωσαν και θάψανε τον Τάσκο, εκεί ένα κερί ν’ ανάψουμε, η ντούσια [: ψυχή] του να λαφρώσει... [...]
*
κόντευε τα ογδόντα […] Πρώτα πήγαν στο Δημαρχείο του συνοικισμού Συκεών, είχε ορισμένες πληροφορίες για τις εκτελέσεις, τότε. Μπήκαν στη σειρά, ρώτησαν τον αρμόδιο υπάλληλο, άνοιξαν τα κατάστιχα, δεν βρήκαν ίχνος εκεί, τίποτε. Λεπτό προς λεπτό μεγάλωνε η ταραχή του Βάσκου, με προτροπή του υπαλλήλου πήγαν, κατόπιν, στο πιθανό αρμόδιο τμήμα του κεντρικού Δημαρχείου Θεσσαλονίκης, σε κάποια πάροδο της Μοναστηρίου. Εκεί ρώτησαν, από το ένα γραφείο στο άλλο, «ψύλλους στ’ άχυρα» έψαχναν, κάτι όμως άρχιζε να χαράζει.
Στο πρωτόκολλο του έτους 1942, βρέθηκε η σημείωση του γεγονότος εκείνου! Εφτά πολίτες εκτελεσμένοι από τους Γερμανούς, στις 23 Μαΐου του έτους 1942· και τα ονόματά τους, α, β, γ, δ… Πέμπτος στη σειρά Αναστάσιος Καρατζάς – ο Βάσκος κόντευε να λιγοθυμίσει… Για το πού όμως καταχωνιάστηκαν δεν υπήρχε κανένα σημάδι.
Νέος γύρος στα γραφεία ενός άλλου ορόφου, κάποιος προϊστάμενος, που ζήτησαν τη βοήθειά του, «έχω εξυπηρετήσει και άλλες παρόμοιες υποθέσεις», τούς είπε, «τότε τους εκτελεσμένους κανείς δεν ξέρει πού τους έθαβαν. Ψάξτε στα νεκροταφεία της Αγίας Φωτεινής, της Αγίας Παρασκευής, της Μαλακοπής, της Ευαγγελίστριας, μάλλον εκεί πηγαίνετε, εκεί ψάξτε στ’ αρχεία τους, ίσως βρείτε κάτι». […] έτρεξαν στην Ευαγγελίστρια. Το νεκροταφείο σήμερα δεν λειτουργεί […].
Ο υπάλληλος προθυμοποιήθηκε κατεβάζοντας παλιά, μεγάλου σχήματος, κιτάπια, πάλι και πάλι. Δυό φορές άνοιξε κρύπτες ντουλάπες όπου φυλούσε, κι εκεί, Αρχεία. Στερνά, σε κάποιο παλιό βιβλίο συμβάντων ενταφιασμού κατά το έτος 1942, βρέθηκεν η άκρη: «Μεταφέρθησαν υπό ειδικής γερμανικής υπηρεσίας επτά πτώματα, ήτοι,» (τα ονόματα των εκτελεσμένων, περί το τέλος της λίστας και ο Τάσκος). «Τα οποία και ενταφιάσθησαν», κατέληγε το κείμενο της αναφοράς.
Ο Βάσκος ετοιμόρροπος, ρώτησε αμέσως τον Σωτήρη, «βρε φίλε, μήπως ξέρεις πού περίπου έθαβαν τους σκοτωμένους τότε;». Σηκώθηκεν εκείνος, έδωσε κι αυτός αντίγραφο της πιστοποίησης και λίγο μετά τούς έδειξε έναν χώρο μακριά από τους επώνυμους τάφους, «να, κάπου εκεί, στα όρια του Νεκροταφείου». […]
Μάρκος Μέσκος, Νερό Καρκάγια. Πεζογραφήματα (έκδ. Ίκαρος, Αθήνα 2005, σσ. 49, 94-95, 100, 101-103). – Το motto εκ του ιδίου (ό.π., σ. 106).