Ο Αλφόνς δεν είναι παλιάνθρωπος.
Είναι ένα κατώφλι ανάμεσα σε μένα και στο αδύνατο,
ίσως ανάμεσα σε μένα και στον Θεό. Ένα κατώφλι λερωμένο
από πόδια λασπωμένα και ματωμένα στ' αγκάθια.*
Είναι ένα κατώφλι ανάμεσα σε μένα και στο αδύνατο,
ίσως ανάμεσα σε μένα και στον Θεό. Ένα κατώφλι λερωμένο
από πόδια λασπωμένα και ματωμένα στ' αγκάθια.*
[…]
ΚΥΡΙΑ ΝΤΕ ΜΟΝΤΡΕΪΓ, ΜΗΤΕΡΑ ΤΗΣ ΡΕΝΕ ΝΤΕ ΣΑΝΤ: Άφησέ με να τελειώσω. Ο Αλφόνς ήταν στο δωμάτιο· είχε ριγμένη στους ώμους μία μαύρη βελούδινη κάπα που άφηνε να φαίνεται το λευκό του στήθος. Κάτω από το μαστίγιό του έτρεχαν αλαλιασμένα να γλιτώσουν ολόγυμνα τα πέντε κορίτσια και το αγόρι, ικετεύοντας τη συγγνώμη του. Το μακρύ μαστίγιο φτεροκοπούσε σε κάθε γωνιά τού δωματίου σαν χελιδόνι κάτω από τις αρχαίες μαρκίζες τής οροφής τού πύργου. Ενώ εσύ…
ΡΕΝΕ: Άχ! (Κρύβει το πρόσωπο στα χέρια της.)
ΜΟΝΤΡΕΪΓ: Κρεμόσουν από τον πολυέλαιο τής οροφής, ολόγυμνη. Ήσουν μισολιπόθυμη απ’ την οδύνη και οι σταγόνες τού αίματος στο κορμί σου έλαμπαν στη φλόγα τού τζακιού σαν βρόχινες ψιχάλες σε κλαδιά κύτισου. Ο μαρκήσιος απείλησε με το μαστίγιο το παιδί και το διέταξε να καθαρίσει το σώμα τής μαρκησίας. Ο μικρός, που ακόμα ήταν κοντούλης, χρειάστηκε να ανέβει σε μία καρέκλα και να αρπαχτεί από το κρεμασμένο σου σώμα… και μετά (βγάζει τη γλώσσα της) καθάρισε και την παραμικρή γωνία του κορμιού σου με τη γλώσσα… Και δεν καθάρισε μόνο αίματα…
*
[…]
ΡΕΝΕ: Από εδώ και στο εξής θα σάς το λέω ξανά και ξανά. Με τούς κοπτήρες και τούς κυνόδοντες σας έχετε καταξεσκίσει τον Αλφόνς.
ΜΟΝΤΡΕΪΓ: Θα αστειεύεσαι ασφαλώς. Εκείνος έχει κάνει κομμάτια εσένα. Μ' εκείνα τα απάνθρωπα λευκά κι αστραφτερά δόντια, με τούς κυνόδοντές του.
ΡΕΝΕ: Δεν υπάρχει τίποτε σ’ αυτόν που να μοιάζει με κυνόδοντες. Το μόνο που έχει είναι μαστίγιο, μαχαίρι, σχοινί και άλλα παλιά όργανα βασανιστηρίων, σαν να λέμε εργαλεία επινοημένα απ' τον άνθρωπο. Καθόλου διαφορετικά από τα δικά μας, τα γυναικεία εργαλεία ομορφιάς, τον καθρέφτη, την πούδρα, το κραγιόν, τα αρώματα… Εσείς αντίθετα ήσασταν εφοδιασμένη με κυνόδοντες από γεννησιμιού σας. Τα στρογγυλά σας στήθη είναι κυνόδοντες. Οι μηροί σας, που έχουν διατηρήσει τη λάμψη τους παρ’ όλα τα χρόνια, είναι κυνόδοντες. Ναι, όλο σας το σώμα, από την κορφή ώς τα νύχια, είναι θωρακισμένο με τα γυαλιστερά αγκάθια τής υποκρισίας, που έχουν την ικανότητα να διατρυπάνε όλους όσοι πλησιάζουν και να τούς σκοτώνουν από ασφυξία.
ΜΟΝΤΡΕΪΓ: Μη ξεχνάς ότι βύζαξες κι ανατράφηκες απ' το γάλα αυτού τού στήθους.
ΡΕΝΕ; Πώς μπορώ να ξεχάσω. Και στις δυό μας τρέχει το ίδιο αίμα και έχουμε και οι δυό το ίδιο γυναικείο κορμί. Το δικό μου στήθος όμως δεν είναι μοντέλο υποκρισίας, χτισμένο από υλικά συμβατά με τις γνώμες και τις επιθυμίες τού κόσμου. Ο πατέρας μου πήρε χαρά απ' το στήθος σας, επειδή ήσασταν ένα ζευγάρι που νοιαζόταν πιο πολύ για τις συμβάσεις παρά για τον έρωτα.
Yukio Misima, Η Μαρκησία ντε Σαντ (μτφρ. Παναγιώτης Ευαγγελίδης, έκδ. Άγρα, Αθήνα 2011, σσ. 99-100, 103-104). –Στο εκ του ιδίου motto η Ρενέ απευθύνεται στην μητέρα της, Κυρία ντε Μοντρέϊγ (ό.π., σσ. 101-102).