Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2026

η δύναμη τής φαντασίας


ΡΕΝΕ: […] Αυτά τα έξι χρόνια η δυστυχία μου κατάφερε τελικά να φτάσει στο ύψος της ακολασίας τού Αλφόνς. Έτσι σκέφτηκα. Ένιωσα την τραγική μοναξιά του στη φυλακή σαν να ήμουν εγώ στη θέση του. Σε όσες ακολασίες κι αν επιδόθηκε, αυτό που έκανε ήταν να αναζητάει κάτι άπιαστο, κι όσες γυναίκες και άντρες κι αν έβαλε στο παιχνίδι, μόνο αυτός συγκρούστηκε κατά μέτωπο με το Αδύνατο. Ο Αλφόνς δεν αγάπησε ποτέ κανέναν. Ούτε κάν εσένα.

ΑΝ, ΜΙΚΡΟΤΕΡΗ ΑΔΕΛΦΗ ΤΗΣ ΡΕΝΕ: Και μάλλον ούτε εσένα, αδελφή μου.

ΡΕΝΕ: Αυτός είναι ίσως κι ο βασικός λόγος που μπορέσαμε κι εμείς να συμφιλιωθούμε.

ΑΝ: Στην πραγματικότητα όμως, αδελφή μου, πιστεύεις ότι εσύ είσαι η μόνη που αγαπάει.

ΡΕΝΕ: Ο καθένας είναι ελεύθερος να φαντάζεται ό,τι θέλει. Η δύναμη τής φαντασίας είναι κάτι που έμαθα από τον Αλφόνς.

ΑΝ: Και με την ευτυχία τί γίνεται;

ΡΕΝΕ: Αυτή ήταν δική μου επινόηση και δεν οφείλει απολύτως τίποτα στις διδασκαλίες του. Η ευτυχία είναι, ας πούμε, μια γυναικεία χειροτεχνία, ένα ατέρμονο κέντημα. Η μοναξιά, η πλήξη, η αγωνία, η θλίψη, οι αποτρόπαιες νύχτες, η φρικιαστική αυγή, όλα αυτά τα υφαίνει βελονιά βελονιά, αφιερώνοντας χρόνο και κόπο, για να κατασκευάσει μια μικρή ταπισερί με θέμα ένα κονό μπουκέτο τριαντάφυλλα. Χάρη στην ικανότητα και την επιμονή της γυναίκας, τα μαρτύρια τής κόλασης είναι δυνατόν να μεταμορφωθούν σε ένα και μοναδικό ρόδο.

ΑΝ: Από δώ και πέρα ο Αλφόνς θα τρώει για πρωινό τη μαρμελάδα τριαντάφυλλο που με τόση φροντίδα ετοίμασε η αδελφή μου.

ΡΕΝΕ: Αχ, αυτή σου η ειρωνεία, Αν.

*

ΑΝ: Δεν έπαιξα ούτε μια φορά τη μάνα μαζί του.

ΡΕΝΕ: Ούτε εγώ, τουλάχιστον με τη θέλησή μου.

ΚΥΡΙΑ ΝΤΕ ΜΟΝΤΡΕΪΓ, ΜΗΤΕΡΑ: Για δες, βλέπω ότι και οι δύο σας κατά παράδοξο τρόπο υποτιμάτε το ρόλο τής μάνας μπροστά στην ίδια σας τη μητέρα. Πείτε ό,τι θέλετε. Η δική μου πικρία για τον Αλφόνς, αυτόν τον άνθρωπο που κακομεταχειρίστηκε τις κόρες που με τόση φροντίδα και αγάπη ανέθρεψα, δεν μπορεί να σβήσει με τίποτα. Θα ήθελα, Ρενέ, αυτό τουλάχιστον να καταλάβεις.

ΡΕΝΕ: Αυτός ο άνθρωπος που λες δεν με κακομεταχειρίστηκε ποτέ.

ΑΝ: Ούτε εμένα.

ΜΟΝΤΡΕΪΓ (Κρύβοντας την πικρία της.): Πολύ ενδιαφέρον. Τί ακριβώς εννοείτε;

ΡΕΝΕ: Ο πόθος του παίρνει φωτιά στην ιδέα τής ιεροσυλίας, ακριβώς όπως το άλογο ερεθίζεται όταν συντρίβει διάφανους κρυστάλλους πάγου κάτω από τις οπλές του. Ακολουθεί πάντα το ίδιο τελετουργικό: Αφήνει το νερό να ποτίσει τη βρόμικη γή μέχρι ο πρωινός παγετός να το μετατρέψει σε εύθραυστους κρυστάλλους, μόνο και μόνο για να τούς ποδοπατήσει στη συνέχεια.

Χάρη σ' αυτόν ζητιάνες και πόρνες πήραν το χρίσμα της αγίας, απλώς και μόνο για να μαστιγωθούν στη συνέχεια. Όμως, μονάχα μια στιγμή αργότερα το όνειρο γίνεται κομμάτια και βγάζει απ' την πόρτα ζητιάνες και πόρνες με κλοτσιές στα πισινά… Στη συνέχεια, μη βρίσκοντας κανέναν να προσφέρει το μέλι της τρυφερότητας που έχουν σταλάξει μέσα του αυτές οι στιγμές ηδονής, επιστρέφει και το αδειάζει όλο σε μένα.

Είναι μια μέλισσα εργάτης τής ηδονής· μαζεύει κάθιδρος κάτω απ’ τον αδυσώπητο καλοκαιρινό ήλιο το μέλι τής τρυφερότητας και έρχεται να μού το παραδώσει, σε μένα που περιμένω στη σκοτεινή και δροσερή φωλιά μου.

Τα αιμάτινα λουλούδια απ' όπου μαζεύει το μέλι δεν είναι σίγουρα οι ερωμένες του. Έχουν χριστεί αγίες, έχουν ποδοπατηθεί, το μέλι τους έχει τρυγηθεί… αυτό είναι όλο. Αν κάποιος υπήρξε αντικείμενο κακομεταχείρισης δεν νομίζετε πως είναι εκείνες;

ΑΝ: Καταφέρνεις πάντα να ωραιοποιείς τον Αλφόνς, αδελφή μου, μέσα απ' την κατανόηση και τις ποιητικές σου εικόνες. Κατανοείς μέσα απ' την ποίηση. Ο μοναδικός ίσως τρόπος να κατανοήσει κανείς αυτό που είναι υπερβολικά ιερό ή βρόμικο.

Σίγουρα όμως αυτό δεν είναι μέθοδος γυναικεία. Εγώ δεν δοκίμασα ποτέ να τόν καταλάβω. Γι' αυτό και ήταν χαλαρός μαζί μου, κι όταν με χάιδευε το έκανε σαν ένας ακόμα συνηθισμένος άντρας, κι εγώ ανταποκρινόμουν σαν μία ακόμα συνηθισμένη γυναίκα.

ΡΕΝΕ: Μια και λες αυτά, τότε θα σού πώ κι εγώ κάποια άλλα. Σε χρησιμοποίησα σαν όργανό μου. Από καιρού εις καιρόν ο Αλφόνς επιθυμούσε να ζεί σαν κοινός άντρας. Επειδή όμως δεν ήταν δυνατόν να το κάνει αυτό μαζί μου, μιά κι εγώ ήξερα ποιός ήταν, διάλεξα εσένα.

ΑΝ: Στις αναμνήσεις σου δεν βλέπω να υπάρχει η Βενετία, αδελφή μου. Λυπάμαι πολύ για σένα! Δεν υπάρχει εκείνη η κόκκινη σαν συκώτι Σελήνη που ανεβαίνει από τα ομιχλώδη κανάλια. Το ανάστατο κρεβάτι, μπροστά σ' ένα παράθυρο απ’ όπου φτάνει απ’ τη γέφυρα η γλυκιά φωνή ενός άντρα με συνοδεία μαντολίνου, […].

Yukio Misima, Η Μαρκησία ντε Σαντ (μτφρ. Παναγιώτης Ευαγγελίδης, έκδ. Άγρα, Αθήνα 2011, σσ. 65-67, 70-72).

Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2026

σαν να περπατάει φορώντας μονάχα ένα διάφανο ύφασμα


ΚΟΜΙΣΣΑ ΝΤΕ ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: […] Θα μού επιτρέψετε να σάς πώ ότι η οικογένειά σας είναι τώρα σαν να περπατάει φορώντας μονάχα ένα διάφανο ύφασμα. Δεν σάς εκπλήσσει πλέον τίποτεα, έτσι δεν είναι;

ΡΕΝΕ, ΜΑΡΚΗΣΙΑ ΝΤΕ ΣΑΝΤ: Έτσι είναι.

ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: Οι ερωτήσεις μου θα ήταν αδιανόητες μέσα σε ένα συνηθισμένο σαλόνι τής καλής κοινωνίας, θέλω όμως εσείς να τίς ακούσετε ουδέτερα, σαν να μιλούσαμε για την καλλιέργεια τής αμπέλου και τα σχετικά λιπάσματα.

ΡΕΝΕ: Εντάξει.

ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: Κατά τη γνώμη μου ο μαρκήσιος ντε Σαντ είναι ένας άνθρωπος για τον οποίο η σκληρότητα είναι συνώνυμο του τρυφερού, και δεν τού είναι δυνατόν να εκφράσει τη γλύκα τής καρδιάς του χωρίς να χρησιμοποιήσει μαστίγιο. (Με αποφασιστικότητα.) Με εσάς τί ακριβώς γίνεται;

ΡΕΝΕ: Ορίστε;

ΣΙΜΙΑΝ: Κυρία ντε Σαιν-Φόν!

ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: Πώς είναι μαζί σας;

ΡΕΝΕ: Αν σάς απαντούσα πως είναι μονάχα τρυφερός, θα βρίσκετε πως αυτή η τρυφερότητά του εμπεριέχει σκληρότητα, κι αν έλεγα πως είναι σκληρός...

ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: Μα πόση σοφία πια μπορείτε να κρύβετε!

ΡΕΝΕ: Θα σάς δώσω μιά απάντηση. Είναι ο σύζυγός μου. Με αγαπάει όπως ένας σύζυγος αγαπάει τη γυναίκα του. Και το συζυγικό μας κρεβάτι να σάς έδειχνα, πάλι δεν θα υπήρχε κάτι που θα σάς ζητούσα να κρατήσετε μυστικό.

ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: Αχ… (Την κοιτάζει με ένταση.) Μα αυτό είναι εξαίσιο. Σ' ένα ζευγάρι με τόσο υπέροχη σχέση η τρυφερότητα είναι περιττή.

ΡΕΝΕ: Ναι, και μ' αυτή την έννοια κι η σκληρότητα επίσης.

[…]

Η Σαιν-Φόν και η Σιμιάν βγαίνουν.

ΡΕΝΕ: Επιτέλους!

ΚΥΡΙΑ ΝΤΕ ΜΟΝΤΡΕΪΓ, ΜΗΤΕΡΑ ΤΗΣ ΡΕΝΕ ΝΤΕ ΣΑΝΤ: Τα έβγαλες πέρα θαυμάσια. Τί υπέροχες απαντήσεις! Ποτέ δεν ήμουν πιο περήφανη για την κόρη μου. Τί έχιδνα όμως! Και να σκεφτείς ότι ζήτησα βοήθεια από μια τέτοια γυναίκα. […]

*

ΡΕΝΕ: […] Ο Αλφόνς είναι μια μουσική που δεν έχει μόνο ένα θέμα. Έχω ορκιστεί πίστη σ’ αυτή τη μουσική. Το θέμα της, τη μια στιγμή ακούγεται τρυφερό και την επομένη το στοιχειώνουν αίμα και μαστίγιο. Ο Αλφόνς δεν μού έχει επιτρέψει ποτέ ν’ ακούσω τον ήχο αυτού τού μαστιγίου. Δεν ξέρω αν είναι από εκτίμηση για μένα ή από περιφρόνηση. Όμως αυτό που έμαθα μια για πάντα από το τελευταίο συμβάν είναι ότι η πίστη τής γυναίκας δεν είναι το αντίτιμο για τούς περιστασιακούς τρυφερούς λόγους ή πράξεις τού συζύγου της, αλλά η άμεση σύνδεσή της με την πεμπτουσία του. Ένα σαρακοφαγωμένο πλοίο μοιράζεται με τα σκουλήκια που το ροκανίζουν την πεμπτουσία τής θάλασσας.

ΜΟΝΤΡΕΪΓ: Εξαπατήθηκες, το ίδιο κι εγώ.

ΡΕΝΕ: Δεν υπάρχει γυναίκα που να εξαπατήθηκε από άντρα, ούτε μία φορά.

ΜΟΝΤΡΕΪΓ: Δεν μιλάμε όμως εδώ για έναν συνηθισμένο άντρα…

ΡΕΝΕ: Όμως εγώ ξέρω ότι ο Αλφόνς είναι κι αυτός άντρας… Όπως είπατε, την εποχή τού γάμου μας, δεν μπορούσα να διανοηθώ τί είδους άντρας ήταν. Και μέχρι πολύ πρόσφατα ακόμα δεν είχα την παραμικρή ιδέα. Πρέπει όμως να πώ πως είχα διαισθανθεί τη φύση του από πολύν καιρό. […]

Yukio Misima, Η Μαρκησία ντε Σαντ (μτφρ. Παναγιώτης Ευαγγελίδης, έκδ. Άγρα, Αθήνα 2011, σσ. 42-43, 52-53).

Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2026

μάς δίνεται δώρο εξ ουρανού στη γέννησή μας


ΚΥΡΙΑ ΝΤΕ ΜΟΝΤΡΕΪΓ, ΜΗΤΕΡΑ ΤΗΣ ΡΕΝΕ ΝΤΕ ΣΑΝΤ: […] Όσο για τη μητέρα τού Αλφόνς, τί έκανε γι' αυτόν; Με τέλεια ψυχρότητα και χωρίς το παραμικρό μητρικό αίσθημα έχει αποσυρθεί σ' ένα μοναστήρι εδώ και δώδεκα χρόνια, και ακόμα και για το γάμο τού γιού της δεν καταδέχτηκε να πουλήσει ένα απ’ τα αμέτρητα διαμάντια της.

Έτσι λοιπόν, σαν άλλη παραμάνα ενός, προβληματικού για τούς γονείς του, γιού, όταν ο Αλφόνς ερωτεύθηκε μια ηθοποιό με το όνομα Κολέτ, έγινα εγώ ο πυροσβέστης τού πάθους τους, και όταν πριν από τέσσερα χρόνια είχε τραβήγματα με την υπόθεση τής Αρκέιγ, πάλι εγώ πέτυχα τη χάρη τού βασιλιά και τον έβγαλα μόλις έπειτα από επτά μήνες εγκλεισμού,ενώ στη συνέχεια ξόδεψα ολόκληρη περιουσία για να βουλώσω τα στόματα του κόσμου.

ΒΑΡΟΝΗ ΝΤΕ ΣΙΜΙΑΝ: Και τί ήταν αυτή η υπόθεση της Αρκέιγ;

(Η Κόμισσα ντε Σαιν-Φον πλαταγίζει βίαια το μαστίγιό της.)

ΣΙΜΙΑΝ: Ά, περί αυτού πρόκειται πάλι…

ΜΟΝΤΡΕΪΓ (Πικραμένη): Μού είναι αδύνατον να σάς παραβγώ κυρία Σαιν-Φόν. Ό,τι και να γίνει, είστε πάντα πολύ καλά πληροφορημένη. Η υπόθεση της Αρκέιγ, πριν από τέσσερα χρόνια, με τις φρικτές ακολασίες που επέβαλε σε μια νεαρή ζητιάνα που τη μάζεψε απ' το δρόμο, μοιάζει με πταίσμα μπροστά στην τωρινή ιστορία […]

*

ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: Αν δεν με απατά η μνήμη μου, το οικόσημο της οικογένειας των Σαντ είναι ένας δικέφαλος αετός. Ο αετός του μαρκήσιου ντε Σαντ έχει πάντα ψηλά και τα δυό κεφάλια. Το ένα είναι το περήφανο κεφάλι ενός οίκου που χρονολογείται από τον 12ο αιώνα, το άλλο είναι το κεφάλι του Κακού που αναδύεται μέσα απ' τη λάσπη των απαρχών τού ανθρώπου.

Εσείς, κυρία μου, εδώ και εννέα χρόνια πολεμάτε ασταμάτητα να σκοτώσετε το ένα κεφάλι για να μπορέσει να ζήσει το άλλο. Ένας πόλεμος που υπερβαίνει τις δυνάμεις σας και είναι απ' την αρχή καταδικασμένος. Γιατί δεν αφήνετε να ζήσουν και τα δύο κεφάλια; Δεν βλέπετε ότι φυτρώνουν από το ίδιο σώμα;

*
[…]

ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: Πώς μπορεί κανείς να πείσει έναν άρρωστο να γιατρευτεί ενάντια στη θέλησή του από μία αρρώστια που τού δίνει τόσες ηδονές; Η ιδιαιτερότητα τής ασθένειας του μαρκήσιου είναι η ευχαρίστηση που τού προσφέρει. Όσο αποτροπιαστική κι αν μοιάζει στα μάτια των άλλων, η αρρώστια αυτή είναι ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα για εκείνους που έχει μολύνει.

ΜΟΝΤΡΕΪΓ: Τώρα που το σκέφτομαι, τα σημερινά συμπτώματα ήταν ορατά από πολύ παλιά. Οι καρποί που τώρα βαραίνουν τα κλαδιά γεμάτοι ώριμους δηλητηριώδεις χυμούς ήταν εκείνη την εποχή πράσινα φρούτα. Έπρεπε πάση θυσία να τούς είχα κόψει τότε.

ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: Αν τούς είχατε κόψει ο μαρκήσιος θα είχε πεθάνει. Αυτά τα φρούτα ήταν πορτοκάλια που μέσα τους έρρεε κόκκινο αίμα. Έτσι δεν είναι, κυρία; Είμαι αυθεντία στα θέματα τής ακολασίας γι’ αυτό ακούστε με προσεκτικά.

Αυτό που ονομάζουμε βίτσιο είναι από μόνο του ένα τέλειο βασίλειο εξοπλισμένο με όλα τα χρειαζούμενα, χωρίς να τού λείπει απολύτως τίποτα. […] Με παρακολουθείτε; Αυτό το μεγάλο βασίλειο μάς δίνεται δώρο εξ ουρανού στη γέννησή μας, κι όσα παράξενα κι αν τύχουν στο διάβα μας μετά, δεν υπάρχει τίποτα που να μην προέρχεται από την επικράτειά του.

[…] Το επεισόδιο της Μασσαλίας ήταν ένα φυσικό γεγονός, τόσο φυσικό όσο και όταν ένα παιδάκι ξεκολλάει τα φτερά μιας πεταλούδας. [...]

*

ΜΟΝΤΡΕΪΓ: […] Όπως όμως γνωρίζετε, οι προσπάθειές μου ήταν μάταιες, το Ανώτατο Δικαστήριο της Αίξ καταδίκασε τον Αλφόνς στην ποινή τού αποκεφαλισμού, επειδή όμως ο κατηγορούμενος είχε εξαφανιστεί, στις 12 τού περασμένου μήνα αντί για τον Αλφόνς έκαψαν στην πυρά ένα πορτρέτο του, στη μεγάλη πλατεία της Αίξ. Απ’ το Παρίσι, όπου βρισκόμουν εκείνη τη μέρα, νόμιζα πως έφτανε στ’ αυτιά μου η ηχώ των ιαχών τού όχλου κι έβλεπα τις φλόγες να γλείφουν το τρυφερό χαμόγελο και να καταβροχθίζουν τα χρυσά μαλλιά τού γαμπρού μου…

ΣΙΜΙΑΝ: Οι φλόγες τής κόλασης έκαναν την εμφάνισή τους στη Γή.

ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: «Κι άλλα ξύλα!», «Πιό δυνατή φωτιά!», έτσι πρέπει να κραύγαζε το πλήθος. Η πυρά είναι πιο πολύ από κάθε άλλο οι φλόγες τού φθόνου τού λαού. Για τις ακολασίες που τού είναι απαγορευμένες.

[…]

ΣΙΜΙΑΝ: «Πιό δυνατή φωτιά!». Όχι, αυτή ήταν μια πυρά εξαγνισμού. Με το κάψιμο τού πορτέτου τού μαρκήσιου όλα τα εγκλήματά του εξιλεώθηκαν.

ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: «Πιό δυνατή φωτιά!». Οι φλόγες θα πρέπει να μαστίγωναν αλύπητα τα λευκά καλοθρεμμένα μάγουλα και τα ξανθά μαλλιά του. […] Είμαι σίγουρη ότι το πορτρέτο του πρέπει να είχε ένα χαμόγελο χαραγμένο στα χείλη. Η παγερή του ηδυπάθεια πρέπει να δίψαγε για φλόγες.

Yukio Misima, Η Μαρκησία ντε Σαντ (μτφρ. Παναγιώτης Ευαγγελίδης, έκδ. Άγρα, Αθήνα 2011, σσ. 29-30, 31-32, 32-33, 33, 34-35, 35, 36).

Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2026

ακόμα και το βίτσιο μεταμορφώνεται σε θαύμα


Η πρόθεσή σας να θέσετε το βίτσιο
στην υπηρεσία της αρετής είναι αξιοθαύμαστη.*

ΚΟΜΙΣΣΑ ΝΤΕ ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: […] Διώχνει τις άλλες κοπέλες και μένει μόνος με την κοπέλα και τον υπηρέτη τους, τούς ξαπλώνει και τους δύο στο κρεβάτι και ενώ μαστιγώνει με το ένα χέρι το κορίτσι (πλαταγίζει το μαστίγιο) με το άλλο… καταλαβαίνετε, ερεθίζει τον υπηρέτη. Με το ένα χέρι το κορίτσι (πλαταγίζει εξακολουθητικά το μαστίγιο) με το άλλο τον υπηρέτη…

ΒΑΡΟΝΗ ΝΤΕ ΣΙΜΙΑΝ: Ώ Θεέ μου! (Σταυροκοπιέται και προσεύχεται.)

ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: Μπορείτε να σταυροκοπιέστε όσο θέλετε. Όταν το κάνετε, τ' αυτιά σας μένουν ανοιχτά, έτσι δεν είναι; (Η Σιμιάν ξαναβουλώνει τ’ αυτιά της βιαστικά.) Όσο τα βουλώνετε παραμελείτε τα χριστιανικά σας καθήκοντα, όπως βλέπετε. (Η Σιμιάν σπεύδει να κάνει το σταυρό της.) Συμπέρασμα, πρέπει να υποταχτείτε στη θέληση τού Θεού που σάς λέει να καλμάρετε και ν’ ακούσετε. (Η Σιμιάν παραιτείται κι ακούει.) … Λοιπόν, ο Αλφόνς, σαν να ήταν ο ίδιος υπηρέτης, αποκαλεί συνέχεια τον υποτακτικό του «Κύριε μαρκήσιε», ενώ οι άλλοι αποκαλούν τον ίδιο «Λαφλέρ».

Στη συνέχεια, αφού παρακαλεί τον υπηρέτη να βγεί έξω, ο Αλφόνς βγάζει μία κρυστάλλινη μπομπονιέρα με χρυσή μπορντούρα και προσφέρει στο κορίτσι κουφέτα με γεύση μάραθου, λέγοντάς του ότι είναι φάρμακο για τα αέρια, γι' αυτό και να μην διστάσει να φάει όσα θέλει.

ΣΙΜΙΑΝ: Αχ…

ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: Στην πραγματικότητα ήταν αφροδισιακές καραμέλες. Αφροδισιακές καραμέλες με επικάλυψη μείγματος ξερής κανθαριδίνης. Φαντάζομαι πως τις γνωρίζετε…

ΣΙΜΙΑΝ: Μα πώς θα μπορούσα να γνωρίζω εγώ κάτι τέτοιο;

ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: Θα κάνατε καλά πού και πού να τίς δοκιμάζατε. Η Μαριάν έφαγε επτά-οκτώ από δαύτες. Και αφού τίς έφαγε, ήταν η σειρά τού μαρκήσιου να…

ΣΙΜΙΑΝ: Τί έκανε ο Αλφόνς μετά;

ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: Τής υποσχέθηκε ένα λουδοβίκι με τον όρο να τον αφήσει να τής κάνει κάποιο πράγμα.

ΣΙΜΙΑΝ: Κάποιο πράγμα;

ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: «Κάποιο πράγμα» που είμαι σίγουρη αρέσει και σε σάς. Όταν την ανατολή ο ήλιος φωτίζει το μπροστινό μέρος τού αγάλματος μιας Αφροδίτης, στο κέντρο ενός μεγάλου κήπου, οι αστραφτερές του ακτίνες διαπερνάνε τη σχισμή των χιονάτων μαρμάρινων μηρών. Ποιό είναι τώρα το σημείο στο κορμί της θεάς το οποίο διαπερνάει η τελευταία ακτίνα τού ήλιου όταν έχει κάνει τον κύκλο του γύρω από τον κήπο σε μισή μέρα, και ετοιμάζεται να πλαγιάσει πίσω από το δάσος;

ΣΙΜΙΑΝ (Αφού σκέφτεται για λίγο): Άαα! Άαα! Εννοείτε τη δουλειά τού σατανά. Μα αυτό είναι φρικτό έγκλημα. Οδηγεί αναπόφευκτα στο θάνατο τής πυράς…

ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: Λίγο αργότερα ο Αλφόνς έβγαλε ένα πολυχρησιμοποιημένο και γεμάτο αίματα μαστίγιο εφοδιασμένο με αιχμηρά δόντια και ζήτησε απ' την κοπέλα ν' αρχίσει να τον χτυπάει.

ΣΙΜΙΑΝ: Να λοιπόν που εν τέλει κάποια ίχνη συνείδησης επιβιώνουν μέσα του. Θέλησε να διώξει τον σατανά επιβάλλοντας μια τιμωρία στον ίδιο του τον εαυτό.

ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: Μα όχι, πρόκειται μόνο για το ότι μπορούσε να είναι πιο σίγουρος για τον πόνο που ένιωθε ο ίδιος από ό,τι για εκείνον των άλλων. Ναι, αυτός ο άνθρωπος διακατέχεται από έναν ιδιαίτερα ασυνήθιστο πόθο για βεβαιότητα… […]

*

ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: Τού άρεσαν πάντα οι αριθμού. Τίποτε δεν κατέχει τη βεβαιότητα των αριθμών· εξάλλου όταν οι αριθμοί αυξάνονται και φτάνουν σε ουρανομήκη μεγέθη ακόμα και το βίτσιο μεταμορφώνεται σε θαύμα.

ΣΙΜΙΑΝ: Τί θέση έχει η λέξη θαύμα σε κάτι τέτοιο;

ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: Το θαύμα του μαρκήσιου ντε Σαντ είναι αποτέλεσμα τής συσσώρευσης βεβαιοτήτων, και υλοποιείται μόνον όταν οι πέντε γνωστές στον άνθρωπο αισθήσεις έχουν φτάσει στα όριά τους. Καμία σχέση με τα θαύματα που κάθονται και περιμένουν οι οκνηροί. […]

Yukio Misima, Η Μαρκησία ντε Σαντ (μτφρ. Παναγιώτης Ευαγγελίδης, έκδ. Άγρα, Αθήνα 2011, σσ. 16-18, 19). –Στο εκ του ιδίου motto η Κόμισσα ντε Σαιν-Φόν απευθύνεται στην Κυρία ντε Μοντρέιγ, μητέρα της Ρενέ (ό.π., σ. 38).

Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2026

μόνο τα ήθη των δημοσίων ανδρών έχουν επίπτωση στη γενική διοίκηση


Προς την Κυρία ντε Σαντ
Αρχές Νοεμβρίου 1783

[…] Αν λοιπόν, όπως διατείνεστε, η ελευθερία μου εξαγοράζεται με θυσία των αρχών μου ή των ορέξεών μου, μπορούμε να αποχαιρετιστούμε για πάντα, γιατί στη θέση τους θα θυσίαζα χίλιες ζωές και χίλιες ελευθερίες, αν τίς είχα. Ακολουθώ αυτές τις αρχές και αυτές τις ορέξεις μέχρι φανατισμού και ο φανατισμός είναι το προϊόν τής καταδίωξης των τυράννων μου.

Όσο συνεχίζουν τις διώξεις τους τόσο ριζώνουν στην καρδιά μου αυτές οι αρχές, και διακηρύσσω ανοιχτά ότι δεν χρειάζεται να μού μιλήσουν ποτέ για ελευθερία, αν η ελευθερία μου δεν εξαγοράζεται με το χαμό τους. Το δηλώνω σε σάς. Θα το δηλώσω στον Κύριο Λε Νουάρ. Θα το δηλώσω σε όλο τον κόσμο. Ούτε μπροστά στο ικρίωμα δεν θα αλλάξω γνώμη.

Αν οι αρχές και οι προτιμήσεις μου δεν συμβιβάζονται με τους γαλλικούς νόμους, δεν ζητώ κάν να μείνω στη Γαλλία. Υπάρχουν στην Ευρώπη συνετές κυβερνήσεις που δεν ταπεινώνουν τους ανθρώπους για τις προτιμήσεις τους και δεν τούς φυλακίζουν για τις απόψεις τους. Εκεί θα πάω να ζήσω και θα είμαι ευτυχής.

Το κράτος δεν το βλάπτουν οι απόψεις και τα ελαττώματα των ιδιωτών, μόνο τα ήθη των δημοσίων ανδρών έχουν επίπτωση στη γενική διοίκηση. Αν ένας ιδιώτης πιστεύει ή δεν πιστεύει στον Θεό, αν σέβεται και τιμά μια πουτάνα ή τής δίνει εκατό κλοτσιές στην κοιλιά, τούτη ή εκείνη η συμπεριφορά ούτε θα διαφυλάξει ούτε θα καταστρέψει τη συγκρότηση του κράτους.

Αν όμως ο άρχοντας που πρέπει να μεριμνά για τον εφοδιασμό μιας πρωτεύουσας διπλασιάσει τις τιμές των τροφίμων επειδή οι προμηθευτές τού δίνουν μέρος των κερδών, αν ο υπεύθυνος τού δημοσίου ταμείου αφήνει να υποφέρουν εκείνους που θα έπρεπε να μισθοδοτεί επειδή εκμεταλλεύεται ο ίδιος τα χρήματα, αν ο διαχειριστής μιας πολυάνθρωπης οικίας που ανήκει στο κράτος αφήσει να πεθάνουν της πείνας οι δύστυχοι στρατιωτικοί που μένουν σ’ αυτή επειδή θέλει να οργανώσει ο ίδιος για την οικογένειά του ένα πλουσιοπάροχο γεύμα την Τσικνοπέμπτη, το παράπτωμα αυτό θα συγκλονίσει το κράτος από τη μία άκρη στην άλλη· τα πάντα αλλοιώνονται, τα πάντα υποβιβάζονται.

Παρ’ όλα αυτά ο καταχραστής θριαμβεύει, την ώρα που ο άλλος σαπίζει στη φυλακή: Ένα κράτος πλησιάζει την καταστροφή του, έλεγε ο καγκελάριος Ολιβιέ, στο παρλαμέντο του Ερρίκου Β΄, όταν τιμωρεί μονάχα τον αδύναμο, και ο νεόπλουτος κακοποιός μένει ατιμώρητος με το χρυσάφι του.

Ας διορθώσει πρώτα ο βασιλιάς τα δεινά τής κυβέρνησής του, ας ξεπληρώσει τις καταχρήσεις της, ας κρεμάσει τους υπουργούς που τον εξαπατούν ή τον κλέβουν, προτού καταστείλει τις απόψεις ή τις προτιμήσεις των υπηκόων του!

Επαναλαμβάνω ακόμη μια φορά αυτές οι προτιμήσεις, αυτές οι απόψεις δεν πρόκειται να κλονίσουν το θρόνο του, ενώ οι αχρειότητες εκείνων που βρίσκονται κοντά του αργά ή γρήγορα θα τόν ανατρέψουν. […]

Μαρκήσιος ντε Σαντ, επιστολή «προς την Κυρία ντε Σαντ», εν Yukio Misima, Η Μαρκησία ντε Σαντ (μτφρ. Παναγιώτης Ευαγγελίδης, έκδ. Άγρα, Αθήνα 2011, σσ. 165-167).

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2026

κριτική απέναντι στην εκάστοτε εξουσία


«Αυτός που δεν βοηθά μόνο αυτούς που αδικούνται,
αλλά και φροντίζει να μη τούς αδικήσει κανείς,

αυτός σωστός θα ήταν να ονομάζεται όχι μόνο άρχοντας δραστήριος
αλλά και σοφός νομοθέτης,
γιατί το ένα το κάνει με αρχηγική δύναμη,
ενώ το άλλο με ψυχική σύνεση».*

Αν κάτι τον κάνει [ενν. τον Ισίδωρο Πηλουσιώτη] να ξεχωρίζει, αυτό είναι σίγουρα η ακούραστη γραφή του. Για παράδειγμα, κάνει λόγο γι’ αυτόν ο Μέγας Φώτιος και αναφέρει ότι είναι κορυφαίος στην επιστολογραφία, καθώς οι επιστολές του είναι παραδείγματα προς μίμηση, όσον αφορά τη φρασεολογία και το ύφος γραφής [πβ. το 2.44 της επιστολής του Φωτίου στο PG 102:861].

Νωρίτερα από αυτή την αναφορά, όμως, υπάρχει μεγάλο αίνιγμα για το πώς γνωρίζουν και για ποιον λόγο τον Ισίδωρο τον Πηλουσιώτη οι χριστιανοί στην Κωνσταντινούπολη. Το αινιγματικό της προσωπικότητας του Πηλουσιώτη μεγαλώνει ακόμα περισσότερο καθώς συνειδητοποιεί κανείς το γεγονός ότι ανά τους αιώνες έχουμε χτίσει ένα corpus πάνω από 3000 επιστολών, γραμμένων από τον ίδιο. Εντούτοις, γνωρίζουμε ελάχιστα γι’ αυτόν.

Για την ευρεία και αντιφατική χρήση τού έργου τού Πηλουσιώτη θα φέρω μόνο το εξής παράδειγμα. Μια πλειάδα επιστολών του αναφέρεται ενάντια στο ζήτημα τού Νεστοριανισμού. Εντούτοις, χρησιμοποιήθηκε ο λόγος του, συγχεόμενος με το θεολογικό πνεύμα τού Σεβήρου Αλεξανδρείας, εναντίον τού Ιωάννη Γραμματικού κατά την Εικονομαχία.

Με τη σειρά του τον χρησιμοποίησε και ο Ιωάννης ο Γραμματικός για να καταδικάσει τις εικονόφιλες απόψεις. Αυτό δε σημαίνει ότι θεολογικά ο Ισίδωρος Πηλουσιώτης ήταν σε σύγχυση, αλλά ότι ένα απαράβατο τμήμα της πνευματικής του ιδιοσυγκρασίας ήταν η κριτική απέναντι στην εκάστοτε εξουσία.

Εξ άλλου, είναι γνωστή η ιστορία ότι, παρόλο που αντίκρουσε θεολογικά τον Νεστόριο, προσπάθησε να πείσει τον Κύριλλο Αλεξανδρείας να μην τού φερθεί σκληρά, στέλνοντάς τον εκτός Εκκλησίας και να αναθεωρήσει.

Αυτό το βασικό χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς του, δηλαδή η κριτική στην εξουσία, διαπερνά, αν διαβάσουμε προσεκτικά, όλο του το έργο και ειδικά τις επιστολές του, που αναφέρονται σε παιδαγωγικά ζητήματα.

Το δεύτερο, για εμένα, σημαντικό χαρακτηριστικό τής πνευματικής του προσωπικότητας, είναι η δύναμη που δίνει στο Λόγο αλλά και στην απλή αλήθεια. Σε μια από τις επιστολές του θαυμάζει τον Φίλωνα τον Αλεξανδρέα, καθώς, παρότι ήταν ζηλωτής Εβραίος ο ίδιος, επειδή αναζητούσε την αλήθεια και μέσα του μιλούσε ο Λόγος -άρα αναγνώριζε την Αγία Τριάδα- στο έργο μετά θάνατον που άφησε πίσω του φτάνει να στέκεται κριτικός απέναντι στην ίδια του την θρησκεία.

*

Το βιβλίο […] αναγνωρίζει τις παραπάνω αρετές του Ισίδωρου Πηλουσιώτη και κινείται πάνω σε αυτές. Δίνει μεγάλη σημασία ο συγγραφέας στην ανάδειξη της πλευράς τού κοινωνικού αγωνιστή ερημίτη, ειδικά στα ζητήματα που σχετίζονται με τον πλούτο, την αποστέρηση τού μισθού αλλά και τη σχέση τής ιεραρχίας με τη δημοκρατία. […] εκδίδεται σε μια εποχή πνευματικής κρίσης, στην οποία οι αξίες τής πνευματικότητας και τής κοινωνικής προσφοράς έχουν αντικατασταθεί από έναν εμμονικό, κακώς εννοούμενο, «γεροντισμό», ο οποίος αρνείται την προς τα έξω προσφορά και στρέφεται σε έναν διαρκή αναστοχασμό τού ανθρώπου με τον εαυτό του […].

Νίκος Βασιλόπουλος, «Πρόλογος», εν Γεώργιος-Νεκτάριος Παναγιωτίδης, Πολιτική Θεολογία και Κοινωνική Διδασκαλία Αγίου Ισιδώρου του Πηλουσιώτη. Στον κορμό της Ορθόδοξης Κοινωνικής Παράδοσης (έκδ. Χριστιανική, Αθήνα 2019, σσ. 8-9, 9-10). – Στο motto απόλογος (ΕΠΕ 3, Επιστολή 133, σ. 314) του Πηλουσιώτη (ό.π., σ. 29).