Άχ, η λέξη πίστη στο στόμα σου ηχεί παράδοξα αισχρή.*
ΚΟΜΙΣΣΑ ΝΤΕ ΣΑΙΝ-ΦΟΝ (Στη Μοντρέϊγ.): […] μείνετε όμως ήσυχη. Σάς διαβεβαιώνω πως σήμερα ο γαμπρός σας βρίσκεται σε ένα κελί σαν βαθύ πηγάδι, με διπλή σιδερένια πόρτα, όπου ακόμα και ο φεγγίτης είναι προστατευμένος από ένα σιδερένιο πλέγμα. Αυτή τη φορά δεν θα τού είναι εύκολο να ξεφύγει.
Σιωπή.
ΑΝ (Ξαφνικά προχωράει μπροστά.): Κυρία ντε Σαιν-Φόν, είπατε πριν ότι βρεθήκατε κοντά στο σπίτι μας στη διάρκεια τού περιπάτου σας.
ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: Ναι, έτσι είναι.
ΑΝ: Θα θέλατε να συνεχίζατε αυτόν τον περίπατο μαζί μου;
ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: Γιατί όχι. Θα είμαι ευτυχής να περιπατήσω μαζί με ένα τόσο χαριτωμένο και όμορφο όργανο όπως εσείς. Κάποτε χρησιμέψατε ως όργανο στην αδελφή σας, σήμερα είστε το όργανο της μητέρας σας, μπορείτε λοιπόν την επόμενη φορά να γίνετε και δικό μου.
ΑΝ (Με προσποιητή ευθυμία.): Κάντε με λοιπόν τραπέζι ή συρτάρι και χρησιμοποιήστε με όπως σάς αρέσει.
ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: Τι λογικό κορίτσι που είστε, αλήθεια. Εξοπλισμένη με ένα ζευγάρι φτερά που ξεδιπλώνετε για να πετάξετε μακριά από δυσάρεστες καταστάσεις. Αυτά τα φτερά είναι χωρίς αμφιβολία το μόνο πράγμα που σάς ανήκει ολοκληρωτικά. […]
*
ΡΕΝΕ: Έ, λοιπόν, ναί, Ποτέ δεν ένιωσα τόσο έντονα πως η καρδιά του Αλφόνς ήταν και δική μου καρδιά, όσο τότε που οι τοίχοι τής φυλακής είχαν μπεί ανάμεσά μας. Οι εκατοντάδες εκκλήσεις μου είχαν απορριφθεί, και κάθε βράδυ, στον πύργο τής Λα Κοστ, χωρίς κανέναν να μού πεί τί να κάνω, το μόνο που στοίχειωνε τη σκέψη μου ήταν πώς να βοηθήσω τον σύζυγό μου να δραπετεύσει. Μοναχικοί στοχασμοί.
Κατέστρωνα σχέδια και, σαν να επινοούσα κινήσεις στη σκακιέρα, έβαζα τα πιόνια από ελεφαντόδοντο να συγκρούονται μεταξύ τους σε όλους τους πιθανούς συνδυασμούς· όταν κουραζόμουν να σκέφτομαι, στο ξαναμμένο μου μυαλό το ελεφαντόδοντο αποκτούσε ένα κόκκινο θάμπος τού αχάτη, κι ένιωθα τότε πιο κοντά από ποτέ την καρδιά τού άντρα μου.
Και ξαφνικά κατάλαβα. Έτσι πρέπει χωρίς αμφιβολία να ένιωθε κι εκείνος όταν ονειρευόταν το επόμενο έγκλημά του, ωθώντας το σιγά σιγά όλο και πιο κοντά στα σύνορα τού αδύνατου, προβάλλοντας στο μυαλό του το ένα μετά το άλλο τα σχέδια με μαθηματική ακρίβεια στη προσπάθειά του να φτάσει στα άκρα τού βίτσιου.
Ναί, έτσι ήταν, χωρία αμφιβολία. Ο Αλφόνς, που μυστικά, στην απομόνωσή του, κατέστρωνε και τελειοποιούσε τα σχέδια αυτών των εγκλημάτων, ήταν ο πιο μοναχικός άνθρωπος τού κόσμου.
[…]
*
ΚΥΡΙΑ ΝΤΕ ΜΟΝΤΡΕΪΓ, ΜΗΤΕΡΑ ΤΗΣ ΡΕΝΕ ΝΤΕ ΣΑΝΤ: Σταμάτα πια να κοπανάς τη λέξη πίστη! Κάθε φορά που βγαίνει απ’ τα χείλη σου ηχεί όλο και πιο αποκρουστική. Σε ρώτησα. Τί είδους ευτυχία;
ΡΕΝΕ: Θα σάς το πώ λοιπόν αφού επιμένετε τόσο. Η ευτυχία ο άντρας μου να ξεπορτίζει με το που πέφτει η νύχτα, κάθε νύχτα. Η ευτυχία να έχω στα μάτια μου ολοζώντανη την εικόνα του να πλησιάζει ένα αναμμένο κούτσουρο στην πλάτη μιας γυμνής δεμένης γυναίκας μέσα σε ένα ζεστό δωμάτιο, την ίδια στιγμή που εγώ τουρτουρίζω απ’ το χειμωνιάτικο αγιάζι στον πύργο της Λα Κοστ, κουκουλωμένη κάτω απ’ τα σκεπάσματά μου.
Η ευτυχία να βλέπω να απλώνεται ολόγυρά μου το ένα μετά το άλλο τα αιμοσταγή του σκάνδαλα σαν ουρές από πορφυρά φορέματα σε τελετή στέψης.
Η ευτυχία τής συζύγου τού πυργοδεσπότη να περπατάει κάτω απ’ τα υπόστεγα,κλεφτά και με χαμηλωμένα μάτια, στους δρόμους τής πόλης τού αφέντη της. Η ευτυχία τής φτώχειας. Η ευτυχία τής ντροπής… Αυτή η ευτυχία θα είναι η ανταμοιβή μου για την απελευθέρωση τού Αλφόνς. […]
Yukio Misima, Η Μαρκησία ντε Σαντ (μτφρ. Παναγιώτης Ευαγγελίδης, έκδ. Άγρα, Αθήνα 2011, σσ. 86-87, 90-91, 96-97). –Στο εκ του ιδίου motto η Κυρία ντε Μοντρέϊγ απευθύνεται στην κόρη της Ρενέ ντε Σαντ (ό.π., σ. 93).