Υπήκουε
στο θαρραλέο και τρυφερό
όνομα τής δημοκρατίας·
όμως εμείς -ορθώς-
φρονούσαμε πως ήτον
«η εφέντρα των αστεριών».*
στο θαρραλέο και τρυφερό
όνομα τής δημοκρατίας·
όμως εμείς -ορθώς-
φρονούσαμε πως ήτον
«η εφέντρα των αστεριών».*
LACRYMOSA
Το ποίημα όλο τυφλές σημειώσεις συλλαβίζει
κι είναι στα μέλη σου περίπλοκο το χάδι.
Οι νότες μόνο τού κορμιού σου στο σκοτάδι,
κι η θαμπή νύχτα, θολό τζάμι που ραγίζει.
Σκιρτά στιγμή λευκή, στιγμή σαν σπυρί ρύζι·
και λαμπυρίζει ο ήσυχος πόθος σου σαν λάδι.
Θαρρώ στο βάθος, απροσδόκητο ρημάδι
το ποίημά μου, ένας μαύρος ίσκιος να καπνίζη.
Μα όπως θεωρώ τον ενεστώτα τής μορφής σου
ανθός το κύμα ν' αναδεύεται μαζί σου,
σεμνή ως ακούω την χεληδόνα τής ματιάς σου,
αισθάνομαι να παύουν οι άρρητοί μου πόνοι,
σ’ ακούω, χαρά κι υπομονή να με τελειώνη:
το ποίημα υπάρχει· προσευχή στην μοναξιά σου.
*
Ο ΘΕΙΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ
[…]
Κι ερχόσουν στα όνειρά μας με Cadillac και Super Boing,
[…]
Σε καρτερούσαμε μ' όλα τα φώτα τής νύχτας τού San Francisco,
μ' όλη την μεγαλοπρέπεια των σαλονιών τού Waldorf Astoria,
αντανακλώντας στους καθρέφτες τού υπερωκεάνειου Atlantic
τον ίσκιο σου, εγκυρώτερον κι απ' την Δευτέρα Παρουσία.
Εδώ θα στέργιωνες. Υποκείμενος στοργής κι οικογενειακής φροντίδος,
καθήμενος στην κορυφή τής τράπεζας, εκ δεξιών τού παππού,
να λες το φώς, την δόξα τού καρπού τής λεμονιάς
μετρώντας τις ώρες τού μεσημεριού στο χρυσό ωρολόι τής τσέπης.
Άνοιξε κι έκλεισ’ ο καιρός, ξανά. Ο λίγος ήλιος
χυμάει φρενιάζοντας στα πεζοδρόμια τής Κωλέττη.
Ακούγω μόνον τις μυλόπετρες τής μνήμης:
σπυρί σπυρί σ' αλέθουν κι αφανίζομαι.
Καιρό με μάθαν να μιλώ,
τώρα διαβάζω να σωπαίνω.
ΑΛΕΞΗΣ ΦΩΚΑΣ, CARMINA **
τώρα διαβάζω να σωπαίνω.
ΑΛΕΞΗΣ ΦΩΚΑΣ, CARMINA **
Ηλίας Λάγιος, Το βιβλίο της Μαριάννας (έκδ. Ίκαρος, Αθήνα 2007, σσ. 43, 31). -Στο motto εκ του ιδίου το ποίημα «ΟΝΟΜΑΚΛΗΤΩΡ» (ό.π., σ. 42). Κι κατακλείδα ομοίως, εκ του ποιήματος «ΖΩΔΙΑ» (ό.π., σ. 63).