Το ποίημα του Εμπεδοκλή αρχίζει από την περίοδο του Μίσους. Ο Κόσμος έχει απονεκρωθεί· τα Στοιχεία [σημ. 22: «ριζώματα πάντων» (οι ρίζες κάθε ζωής)], ξένα το ένα προς το άλλο, δεν έχουν αναμεταξύ τους καμμιά συναλλαγή, καμμιά επικοινωνία. Κατά συνέπεια, ούτε ίχνος ζωής. […]
Καθένα από τα διαχωρισμένα Στοιχεία σχηματίζει μια μάζα ομοιογενή. Τα μεν αποφεύγουν τα δε. Κι η Αγάπη, αποκηρυγμένη, σχηματίζει την εξωτερική ζώνη του Χάους και το πολιορκεί.
Αλλά να, που με το πέρασμα του καιρού κάποια ρωγμή σχηματίζεται στο κλεισμένο δοχείο του κόσμου, γεμάτο από το Μίσος. Στάζει απ’ έξω και διαρρέει βραδύτατα. Αλλ’ όσο η στάθμη του κατεβαίνει «τόσο εισρέει ολοένα ορμητικά το καθάριο κύμα του αθάνατου Έρωτα». Στο πέρασμά του, τα διαχωρισμένα Στοιχεία συμπλησιάζουν και σμίγουνε.
Ένα αυλάκι ζωής ανοίγει κάτω απ’ το υνί. Η αμοιβαία πίεση των δυό αντιπάλων Δυνάμεων μεταδίνει στο αδρανές χάος τον στροβιλισμό της κινήσεως. Στην αρχή, ο Έρωτας διευθύνεται κατ’ ευθείαν στο κέντρο του κόσμου, απ’ όπου το Μίσος αποσύρεται· κι από τον αρχικό αυτό πυρήνα, πρώτη εστίαν ενότητος, ανακτά λίγο-λίγο, βήμα προς βήμα, όλη την άλλη του επικράτεια. Μεταξύ των δυό κοσμικών δυνάμεων αρχίζει μια πάλη γιγαντιαία.
Οι αντίπαλοι πότε συσφίγγονται και πότε αποχωρίζονται, για να πάρουν αναπνοή. Ο κόσμος που σχηματίζεται έτσι, μέσα στη σύρραξη, συμμερίζεται τα ελαττώματά της· τα πρώτα δημιουργήματα διατηρούν για πολύ τη διπλή σφραγίδα της λύσσας των παλαιστών που συμπλέκονται. […] το Μίσος παραμένει ακόμα κυρίαρχο, αναπηδούν στην αρχή τερατώδη σχεδιαγράμματα ζωής […].
Τ’ απροσάρμοστα αυτά τέρατα που, βροντομαχώντας, ανοίγουν ψηλαφητά νέους δρόμους μέσα στη ζωή, εξαφανίζονται. Νέα σχήματα τα διαδέχονται, ανεξάντλητα· η Αρμονία, νικήτρια, απλώνεται στον κόσμο και τα παρασκευάζει· κι αιφνίδια αναπαράγονται οργανισμού καμωμένοι για να ζήσουν και να διατηρηθούν. […]
Και τώρα το Μίσος έχει φύγει στα ακρότατα όρια του κύκλου. Η νίκη είναι πλήρης. Ο Έρωτας βασιλεύει. Είναι ο θεϊκός «Σφαίρος», ο κόσμος τέλειος. […]
Γεμίζει το σύμπαν, που στα σύνορά του απωθημένο το Μίσος, συμμαζεύει μάταια τις κομμένες κλωστές από το αραχνένιο του υφάδι.
Τίποτε όμως δεν είναι τόσο αιώνιο σαν τον αιώνιο Νόμο, τον αδυσώπητο, που κάνει να γυρίζει η ρόδα του κόσμου. Έπειτα από ένα όνειρο, δέκα φορές χιλιόχρονο, ολυμπιακής χαράς, όπου οι πνοές της ζωής φαίνονται μετεωρισμένες, κι έχει πάψει ν’ ακούεται το εκκρεμές του χρόνου, η σιωπηλή βελόνα συνεχίζει το δρόμο της […].
Η τέταρτη περίοδος του κόσμου αρχίζει: η περίοδος της κατακτήσεως του κόσμου από το Μίσος. Έχει για μάς μια μελαγχολική γοητεία. Είναι η περίοδος που ζούμε.
*
[…] Την περιγράφει δυό φορές, στα δυό του ποιήματα
– εξωτερικά, με την αδιάφορη γαλήνη του σοφού που εποπτεύει θεωρητικά τη ζωή
- εσωτερικά, με τη φρίσσουσα συγκίνηση της καρδιάς που νοιώθει να συμπαρασύρεται από τον αδυσώπητο νόμο.
Ρομαίν Ρολλάν, Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος (μτφρ. Τάκης Μπαρλάς, έκδ. Αστρολάβος / Ευθύνη Αθήνα 1989, σσ. 42-43, 76, 43, 43-44, 45, 46, 47).