Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2026

δάκρυ


Μειλιχίη τε χάρις τε μισέει δύστλητον ανάγκην
Η Αγάπη (ή Χάρη) μισεί το αδυσώπητο Πεπρωμένο *

Το μίσος έχει εισχωρήσει και κόβει τους ερωτικούς δεσμούς που κρατούσαν δεμένη τη σφαίρα. Τα μεγάλα μέλη του κόσμου, τα Στοιχεία, φρίσσουν κι αποχωρίζονται: στην αρχή το πιο αλαφρό, ο αέρας, αρχίζει να περιστρέφεται· έπειτα η φωτιά29. Οι μεγάλες των μάζες, που σχηματίζουν δυό ημισφαίρια με διαφορετική βαρύτητα και πυκνότητα, γεννούνε μια κίνηση στροβιλισμού, που συμπαρασύρει τους ουρανούς.

Η γη, παραμένει στη μέση, συγκρατημένη από την κεντρομόλο δύναμη. Ο ήλιος, μάζα αέρος καμωμένη γυαλί από την ενέργεια της φωτιάς, τη σκεπάζει και τη πυρώνει· κι η προστριβή της ουράνιας σφαίρας, που τη συμπαρασύρει μια ιλιγγιώδης περιστροφή, κάνει να διαρρέει από τη γή το νερό, που ήταν αναμιγμένο μαζί της: γής ιδρώτα θάλασσαν.

Στον ωκεανό, εξατμίζεται ο αέρας που περιείχεν ακόμα, κι η αναθυμίαση αυτή αποτελεί την υγρή ατμόσφαιρα -υγρός αήρ- ξεχωριστή απ’ τον ουράνιον αιθέρα -τιτάν αιθήρ […] (Απ. 38)- κι οπού βαρύτερη απ’ αυτόν, γιατί είναι ανάμιχτη με νερό, κατέχει το διάστημα αναμεταξύ ουρανού και γής.

Τέλος, απάνω στο σύμπαν αυτό ξεπετιέται η βλάστηση της οργανικής ζωής. Στην αρχή, όπως είδαμε, στο περαστικό στάδιο μεταξύ της βασιλείας του Μίσους και της βασιλείας του «Σφαίρου», η ζωή είχεν ήδη εμφανισθεί. Αλλ’ η γένεση τότε ήτανε διαφορετική. Παραγόταν μ’ εκρήξεις κομματιασμένων μαζών, σε τερατώδεις μορφές, άσωτες κι απειρόκαλλες, μέχρις ότου αναπήδησαν οι μορφές που θα μπορούσαν να ζήσουν.

Στο νέο στάδιο, που είναι το δικό μας, η ζωή βλασταίνει και μεγαλώνει με τρόπο αντίθετο, σ’ εξέλιξη συνεχή. Στην αρχή τα φυτά, που είναι πλησιέστερα στην ενότητα του εξαφανισμένου «Σφαίρου»· γιατί τα φύλα, σ’ αυτά, είναι ενωμένα ακόμα. Έπειτα τα ζώα κι ο άνθρωπος.

*

[…] Όπως λέγει ο μύθος των Πυθαγορείων, ο ανθρώπινος άργιλλος είναι μουσκεμένος με τα δάκρυα του Προμηθέα. Νήστις η δακρύων τέγγει κρούνωμα βρότειον.

σημ. 39: Η Νήστις που βρέχει (μουσκεύει) με τα δάκρυά της την ανθρώπινη κρήνη (τον άνθρωπο). - «Νήστις», στον Εμπεδοκλή, είναι το νερό (ή μάλλον, Σικελική θεότητα που παριστάνει το νερό). Κι οι Πυθαγόριοι αποκαλούσανε το νερό «δάκρυ».

*

Η ανάμνηση όμως του «απωλεσθέντος Παραδείσου» του «Σφαίρου», δεν μάς δίνεται ατιμώρητα. Η Κόλαση δεν είναι για τον Εμπεδοκλή, καθώς για τους χριστιανούς, ένας εφιάλτης του μέλλοντος· η Κόλαση είναι παρούσα εδώ, είναι η ζωή μας. Ζούμε στον «άχαρο τόπο, όπου η Σφαγή και το Μίσος και τα σμήνη των άλλων κακών, οι αρρώστιες που μαραζώνουν κι οι σήψεις, όλα τα έργα τής αποσυνθέσεως, τριγυρνάνε μέσα στο σκοτάδι, στο λιβάδι της Δυστυχίας» (Απ. 7).

Η επίγεια ζωή είναι ο θάνατος. Και το σώμα είναι η σάρκινη φασκιά, που μ’ αυτήν η Φυσώ, η Νεράΐδα της Γένας, μάς έντυσε. Το σώμα είναι η αμφίβροτη χθών, η γή που μάς περισκεπάζει σαν ένα σάβανο.

Το Μίσος μάς διώλεσε, μάς έχει κάμει νεκρούς.

Σκέψη συντριπτική και αφόρητη, αν δεν ξέραμε ότι ο θάνατος αυτός δε θάναι παντοτεινός.

Ο Χρόνος, που μάς κατέβασεν εδώ, θα μάς ξανανεβάσει. Στην Αιώνιά του Επιστροφή, ο παράδεισος του Εμπεδοκλή, δεν είναι μονάχα στο παρελθόν, είναι και στο μέλλον: πίσω από μάς ο χρυσός αιώνας, μπροστά μας οι ουρανοί που ανοίγονται. -Ναι, αλλά πόσο μακρυά μπροστά μας! Κι εδώ κάτου, πάντα

το νοσηρό και καταραμένο λιβάδι της Δυστυχίας, ο Άτης λειμών, το κοσμικό Έλος, με τα μιάσματα της σήψεως!...

Στην ιλιγγιώδη μας πτώση δεν έχουμε αγγίξει ακόμα τον βυθό της αβύσσου. Η πίστη σε μια μέλλουσα ανάσταση της θαμμένης ψυχής αρκεί άραγε για να γλυκάνει τον πόνο εκείνων που έχουνε τη δυστυχία ν’ ανήκουν, καθώς εμείς, σ’ έναν αιώνα που όλο και καταπέφτει;

Κι έπειτα, δεν μάς έχουνε πεί ότι τη νέαν άνοιξη θα τη διαδεχθεί μια νέα κατάπτωση, και το γύρισμα του αδυσώπητου τροχού δεν ανακατεύει στις προσφιλέστερες ελπίδες μας μια γεύση πικράδας;

Ρομαίν Ρολλάν, Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος (μτφρ. Τάκης Μπαρλάς, έκδ. Αστρολάβος / Ευθύνη Αθήνα 1989, σσ. 47-48, 53, 79, 53-54). –Το motto εκ του ιδίου (ό.π., σ. 56).

Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2026

το ποίημα του Εμπεδοκλή


Το ποίημα του Εμπεδοκλή περιέγραφε, σα μιαν εκτεταμένη Εγκυκλοπαιδεία, τον σχηματισμό του δικού μας ζωντανού κόσμου: τις εκλείψεις του ηλίου, τις φάσεις της σελήνης, τις εποχές, τη μετεωρολογία, τον σχηματισμό των κρυστάλλων και των βράχων, που είναι έργο του πυρός, και τη ζωογονία.

Προ πάντων εμελέτησε κατά προτίμηση, ως μαθητής του Αλκμαίωνα, και με αστραπιαίες εκλάμψεις του πνεύματος ανάμεσα από μιαν ομίχλη πλανών, που πολλές ήταν γόνιμες, την ανατομία και τη φυσιολογία του ανθρώπου, τη χημική σύνθεση των οστών, την αναπνοή και την κυκλοφορία του αίματος, τις εκκρίσεις και τους πόρους, τη γένεση των φύλων και την εμβρυολογία, την κατασκευή των αισθητηρίων και ειδικά του οφθαλμού, τη θεωρία των αισθήσεων, την έλξη των ομοίων, την ηδονή και τον πόνο, τέλος τη διανόηση, που την εξηγούσε με το όργανό της, το αίμα: αίμα γαρ ανθρώποις περικάρδιον εστί νόημα, τις πολυποίκιλες σχέσεις του φυσικού και του ηθικού κόσμου – τη μεγαλοφυΐα ακόμα (την καλλιτεχνική, τη ρητορική), καθορισμένη από τα δώρα τα φυσικά, τα όνειρα και την τρέλλα.

[…] Θέλει να μάς κάμει να εννοήσουμε πως η άπειρη ποικιλία του κόσμου μπορεί να παραχθεί από το συγκέρασμα των τεσσάρων μόνο Στοιχείων; Καταφεύγει στην τέχνη των ζωγράφων της εποχής του, ανθρώπων σοφών κι επιδέξιων στο έργο τους (ανέρες αμφί τέχνης από μήτιος ευ δεδαώτες), που για να «ποικίλουν τα αναθήματα», μεταχειρίζονται μια πυξίδα με τέσσερα μόνο χρώματα -άσπρα, μαύρο, κίτρινο και κόκκινο- διαλύουν τεχνικά τα «πολύχρωμα φάρμακα», τ’ ανακατεύουν αρμονικά, τα μεν πλέω, άλλα δ’ ελάσσω, και κατασκευάζουν μ’ αυτά εικόνες όμοιες με κάθε πνεύμα -είδεα πάσιν αλίγκια-, τα δέντρα και τους άντρες και τις γυναίκες και τα θηρία, και τους υδατοθρέμμονας ιχθύς και τους θεούς τους δολιχαίονας, τους τιμήσι φερίστους.

Θέλει να εξηγήσει γιατί η γη παραμένει μετέωρη μέσα στο στροβιλισμό του αέρος και του ελαφρότεροτ πυρός, που την περιστοιχίζει; Θυμάται τους ταχυδακτυλουργούς που περιστρέφουν μικρά δοχεία γεμάτα νερό, χωρίς το νερό να χύνεται.

[…] το έργο της Φιλίας, που αναμιγνύει και συμπυκνώνει τα διαχωρισμένα Στοιχεία, παρομοιάζεται με την αγροτική εικόνα της πιτυάς που πήζει το γάλα -ός δ’ ότ’ οπός γάλα λευκόν, εγόμφησε και έδησε.

Πολλές φορές η ενόραση του καλλιτέχνη υποβάλλει στον σοφό τη γόνιμη διαίσθηση: «Οι τρίχες και τα φύλλα και τα πυκνά φτερά των πουλιών και τα λέπια, είναι ένα και το αυτό» (Ταυτά τρίχες και φύλλα και οιωνών πυκνά πτερά και φλονίδες γίγνονται επί στιβαροίσι μέλεσσιν. Απ. 82). […] Στο βλέμμα του ποιητή της Σικελίας αρχίζει να σχεδιαγράφεται η συγκριτική μορφολογία.

σημ. 29: Ο Αριστοτέλης, στο σύστημα του Εμπεδοκλή αποδίνει επικρατέστερη θέση στη φωτιά. Λέγει ότι τα τέσσερα στοιχεία περιορίζονται σε δύο, γιατί η φωτιά αντιπαρατάσσεται πάντοτε στα άλλα δύο, ενωμένα.

Ρομαίν Ρολλάν, Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος (μτφρ. Τάκης Μπαρλάς, έκδ. Αστρολάβος / Ευθύνη Αθήνα 1989, σσ. 48-49, 50-51, 51, 52, 78, 79).

Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2026

οι τέσσερες πράξεις του δράματος σ’ έναν ρυθμό κυματιστόν


Το ποίημα του Εμπεδοκλή αρχίζει από την περίοδο του Μίσους. Ο Κόσμος έχει απονεκρωθεί· τα Στοιχεία [σημ. 22: «ριζώματα πάντων» (οι ρίζες κάθε ζωής)], ξένα το ένα προς το άλλο, δεν έχουν αναμεταξύ τους καμμιά συναλλαγή, καμμιά επικοινωνία. Κατά συνέπεια, ούτε ίχνος ζωής. […]

Καθένα από τα διαχωρισμένα Στοιχεία σχηματίζει μια μάζα ομοιογενή. Τα μεν αποφεύγουν τα δε. Κι η Αγάπη, αποκηρυγμένη, σχηματίζει την εξωτερική ζώνη του Χάους και το πολιορκεί.

Αλλά να, που με το πέρασμα του καιρού κάποια ρωγμή σχηματίζεται στο κλεισμένο δοχείο του κόσμου, γεμάτο από το Μίσος. Στάζει απ’ έξω και διαρρέει βραδύτατα. Αλλ’ όσο η στάθμη του κατεβαίνει «τόσο εισρέει ολοένα ορμητικά το καθάριο κύμα του αθάνατου Έρωτα». Στο πέρασμά του, τα διαχωρισμένα Στοιχεία συμπλησιάζουν και σμίγουνε.

Ένα αυλάκι ζωής ανοίγει κάτω απ’ το υνί. Η αμοιβαία πίεση των δυό αντιπάλων Δυνάμεων μεταδίνει στο αδρανές χάος τον στροβιλισμό της κινήσεως. Στην αρχή, ο Έρωτας διευθύνεται κατ’ ευθείαν στο κέντρο του κόσμου, απ’ όπου το Μίσος αποσύρεται· κι από τον αρχικό αυτό πυρήνα, πρώτη εστίαν ενότητος, ανακτά λίγο-λίγο, βήμα προς βήμα, όλη την άλλη του επικράτεια. Μεταξύ των δυό κοσμικών δυνάμεων αρχίζει μια πάλη γιγαντιαία.

Οι αντίπαλοι πότε συσφίγγονται και πότε αποχωρίζονται, για να πάρουν αναπνοή. Ο κόσμος που σχηματίζεται έτσι, μέσα στη σύρραξη, συμμερίζεται τα ελαττώματά της· τα πρώτα δημιουργήματα διατηρούν για πολύ τη διπλή σφραγίδα της λύσσας των παλαιστών που συμπλέκονται. […] το Μίσος παραμένει ακόμα κυρίαρχο, αναπηδούν στην αρχή τερατώδη σχεδιαγράμματα ζωής […].

Τ’ απροσάρμοστα αυτά τέρατα που, βροντομαχώντας, ανοίγουν ψηλαφητά νέους δρόμους μέσα στη ζωή, εξαφανίζονται. Νέα σχήματα τα διαδέχονται, ανεξάντλητα· η Αρμονία, νικήτρια, απλώνεται στον κόσμο και τα παρασκευάζει· κι αιφνίδια αναπαράγονται οργανισμού καμωμένοι για να ζήσουν και να διατηρηθούν. […]

Και τώρα το Μίσος έχει φύγει στα ακρότατα όρια του κύκλου. Η νίκη είναι πλήρης. Ο Έρωτας βασιλεύει. Είναι ο θεϊκός «Σφαίρος», ο κόσμος τέλειος. […]

Γεμίζει το σύμπαν, που στα σύνορά του απωθημένο το Μίσος, συμμαζεύει μάταια τις κομμένες κλωστές από το αραχνένιο του υφάδι.

Τίποτε όμως δεν είναι τόσο αιώνιο σαν τον αιώνιο Νόμο, τον αδυσώπητο, που κάνει να γυρίζει η ρόδα του κόσμου. Έπειτα από ένα όνειρο, δέκα φορές χιλιόχρονο, ολυμπιακής χαράς, όπου οι πνοές της ζωής φαίνονται μετεωρισμένες, κι έχει πάψει ν’ ακούεται το εκκρεμές του χρόνου, η σιωπηλή βελόνα συνεχίζει το δρόμο της […].

Η τέταρτη περίοδος του κόσμου αρχίζει: η περίοδος της κατακτήσεως του κόσμου από το Μίσος. Έχει για μάς μια μελαγχολική γοητεία. Είναι η περίοδος που ζούμε.

*

[…] Την περιγράφει δυό φορές, στα δυό του ποιήματα
– εξωτερικά, με την αδιάφορη γαλήνη του σοφού που εποπτεύει θεωρητικά τη ζωή
- εσωτερικά, με τη φρίσσουσα συγκίνηση της καρδιάς που νοιώθει να συμπαρασύρεται από τον αδυσώπητο νόμο.

Ρομαίν Ρολλάν, Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος (μτφρ. Τάκης Μπαρλάς, έκδ. Αστρολάβος / Ευθύνη Αθήνα 1989, σσ. 42-43, 76, 43, 43-44, 45, 46, 47).

Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2026

ο τραγικός κύκλος του κόσμου


[…] το υπερφυσικό συμπόσιο της Ιωνίας προεδρεύεται από την ωραία θεότητα της Χάρης και της Αρμονίας (Χάρις, Φιλότης, Αρμονία)· κι ολόγυρα, ίδιο ουράνιο τόξο, όλες οι ποικιλόχρωμες δυνάμεις της Φύσεως, όλες οι ψυχές, όλοι οι «δαίμονες», ίσαμε χθες εχθρικοί μεταξύ τους, ενώνονται τώρα για να φωτοστεφανώσουν την ωραία θεά «συνυφαίνοντας με τις αντιθέσεις των την ωραιότερην αρμονία» -«εκ των διαφερόντων καλλίστην αρμονίην», όπως λέγει ο Ηράκλειτος.

*

Δύο Ποιήματα. Οι δύο όψεις της ίδιας τραγωδίας. […] Τα πρόσωπα του δράματος: τα Στοιχεία της φύσεως, και οι κοσμικές Δυνάμεις.
Τέσσερα Στοιχεία: ο Αϊδωνεύς (η Γη), η Νήστις (το Νερό, η Ήρα (ο Αέρας), ο Ζευς (η Φωτιά).
Δυό Δυνάμεις: η Αγάπη (Φιλία, Φιλότης, Χάρις, Αρμονία) και το Μίσος (Κότος, Νείκος, Έρις).

- Όλα εξ ίσου συνειδητά, όπως και η ουσία ολόκληρη. Όλα, πρωταρχικές μορφές ξεχωριστών και γιγαντιαίων προσωπικοτήτων. Τιτάνες, πνεύματα (δαίμονες), αθάνατοι θεοί (θεοί δολιχαίονες).
- Το σύνολό τους, που οι συνδυασμοί του κι οι αριθμητικές αναλογίες του ποικίλουν στο άπειρο, συναπαρτίζει το «θείον ζώον», τον κόσμο, που αποτελούν τα φρίσσοντα μέλη του […].

Το δράμα:
Ο εξοντωτικός αγώνας των δύο Δυνάμεων που εξεγείρουν, αποσυνθέτουν, διαλύουνε τα Στοιχεία. Ο σκοτεινός νόμος που κυβερνάει τους γίγαντες αυτούς· και η διαμαρτυρία της παγκόσμιας ψυχής εναντίον της αδυσώπητης Ανάγκης, που την αποστρέφεται και την υφίσταται· η αιώνια προσμονή της για μιαν υπέρτατη λύτρωση· η αιώνια λαχτάρα της για την Αγάπη και την Ειρήνη. […].

*

«Είναι κάποιος χρησμός της Ειμαρμένης, πανάρχαιο και αιώνιο ψήφισμα των θεών, σφραγισμένο με μεγάλους όρκους, αν κάποια ψυχή, που τής έλαχεν ο κλήρος της ζωής, αμαρτήσει και μιανθεί με φονικό αίμα ή γίνει επίορκη, να περιπλανιέται για δέκα χιλιάδες χρόνια μακρυά απ’ τους Μακαρίους, και να ξαναγεννιέται μέσα στο χρόνο παίρνοντας όλες τις θνητές μορφές και αλλάζοντας όλους τους πολυστέναχτους δρόμους της ζήσης.

Γι’ αυτό η δύναμη του Αιθέρα τη βυθίζει μέσα στη θάλασσα, η θάλασσα την ξερνάει απάνω στη Γη, η Γη τη ρίχνει μέσα στις φλόγες του πύρινου Ήλιου, που την ξανατινάζει μέσα στην άβυσσο του Αιθέρα· ο ένας την παίρνει από τον άλλο κι όλοι την αποδιώχνουν με βδελυγμία.

Μια τέτοια ψυχή είμαι τώρα κι εγώ, εξόριστος από τους θεούς και πλάνητας, γιατί παρασύρθηκα από το μαινόμενο Μίσος...». [σημ. 18: Το θαυμάσιο αυτό απόσπασμα, με τους παθητικούς τόνους, αναφέρεται συχνά από τους αρχαίους συγγραφείς. Το βρίσκουμε ολόκληρο, πλατειά σχολιασμένο στον Πλούταρχο].

Και να οι τέσσερες πράξεις, με τις οποίες, σαν ένα κυκλοτερό κύμα, από τη μια στην άλλη θάλασσα, ο τραγικός κύκλος του κόσμου κυλάει παντοτεινά.

[…] ένας ρυθμός κυματιστός ισορροπεί αναμεταξύ τους τη διάρκεια των τεσσάρων περιόδων και τις αντιπαρατάσσει κατά ζεύγη.
- Δυό περίοδοι πληθώρας: η βασιλεία του Μίσους, και η κυριαρχία της Αγάπης.
Και δυό μεταβατικές: από το Μίσος στην Αγάπη, κι από την Αγάπη στο Μίσος -που αποτελούν μια διπλή Γένεση. […]

Ρομαίν Ρολλάν, Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος (μτφρ. Τάκης Μπαρλάς, έκδ. Αστρολάβος / Ευθύνη Αθήνα 1989, σσ. 69, 41, 42-43).

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2026

δυό όψεις της ίδιας τραγωδίας


τα ορφικά μυστήρια γιορτάζανε την ονειρευτήν αυτή επικοινωνία,
το Μυστικό Δείπνο των ψυχών του σύμπαντος απολυτρωμένου.*

Δυό ποιήματα. Οι δυό όψεις της ίδιας τραγωδίας. Το ένα – το Περί Φύσεως: το φτερούγισμα του πνεύματος που ολογυρνά αποπάνω, που δεσπόζει το δράμα και το κατοπτεύει από ψηλά.

Το άλλο – οι Καθαρμοί: η ανάταση της ψυχής που παλεύει κι απολυτρώνεται.

*

Η ψυχή! Τί παράξενο μυστήριο, αλήθεια, στη θεωρία του Εμπεδοκλή. Καθώς παρατηρεί ο Μπινιόνε, η ψυχή δεν παρουσιάζεται παρά μια μόνη φορά στα δυό ποιήματά του, με το ομηρικό νόημα «ζωή».

Η ζωϊκή αυτή και συνειδητή ψυχή, είναι μια ψυχή φυσική, που όργανό της είναι το αίμα, κι οπού πεθαίνει συγχρόνως μ’ αυτό, ή καλλίτερα μετασχηματίζεται, γιατί:

«Δεν υπάρχει ούτε γέννηση ούτε θάνατος κανενός όντος θνητού, αλλά μόνο ανάμιξη και διαχωρισμός των αναμιγμένων· κι αυτό οι άνθρωποι το ονόμασαν γέννηση». ([…] μόνον μίξις τε διάλλαξίς τε μιγέντων / εστί, φύσις δ’ επί τοις ονομάζεται ανθρώποισιν […] Απ. 8).

Κι αλλού: «Όταν τα Στοιχεία σμίγουνε κι ανεβαίνουνε στο φώς του αιθέρα σε σχήματα ανθρώπων ή δέντρων ή πουλιών, αυτό το λένε γέννηση· κι όταν πάλι αποχωρίζονται, αυτό το καλούνε ανάρμοστα κακορίζικο θάνατο· μονάχα για ν’ ακολουθήσω τη συνήθεια, μεταχειρίζομαι κι εγώ τους όρους αυτούς». […] Απ. 9.

*

Αλλά υπάρχει για τον Εμπεδοκλή, καθώς για όλους τους μεγάλους διανοητές κι οραματιστές του καιρού του, προ πάντων για τους Πυθαγορείους, μια άλλη ψυχή υπερφυσική, μυστική, που την καλεί «δαίμονα».

Είναι ξεχωριστή από την απλή συνείδηση των αισθήσεων και του νού, που αποτελεί ένα παγκόσμιο χαρακτηριστικό της ουσίας και μετασχηματίζεται στο άπειρο.

Οι δαίμονες, οι μυστικές ψυχές, επιζούν πέρα από τον θάνατο· κι ο θάνατος είναι γι’ αυτές μια μεταμόρφωση· τότε ενώνεται με την «ιεράν φρένα», το άγιον Πνεύμα που γεμίζει το σύμπαν
 -με την Αγάπη που αγωνίζεται, μ’ αυτές και διά μέσου αυτών, να πραγματοποιήσει την πανευτυχισμένη ενότητα του «Σφαίρου»- τον «ευδαίμονα θεόν», όπως τον καλεί ο Αριστοτέλης.

*

[…] Οφείλουμε όλοι να αγωνισθούμε για ν’ απολυτρωθούμε από το Μίσος -ρύσον ημάς από του πονηρού- και να κατακτήσουμε την ειρήνη. Γιατί η θεία ενότητα δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά μόνον απ’ όλους.

Γι’ αυτό ο Εμπεδοκλής αναρριπίζει επίμονα ό,τι μπορεί ν’ ανάψει μέσα στις καρδιές το πάθος της Αγάπης -από τις μορφές τις πιο στοιχειώδεις, τον ερωτικό Πόθο της σαρκικής ενώσεως δύο όντων σε ένα- ως το ιδανικό όραμα της παγκόσμιας αδελφότητας και του βασιλείου της Ουρανικής Αφροδίτης.

[…] Στην αδελφότητα αυτή όλα τα όντα έχουνε δικαιώματα, γιατί για τον Εμπεδοκλή κανένα ζώο δε στερείται λογικού. Τα φυτά ακόμα «έχουν επιθυμίες, αισθάνονται, χαίρουν και πονούν». Γι’ αυτό απεχθάνεται κάθε προσβολή της ζωής. Καταδικάζει τον πόλεμο, όσο και τις αιματηρές θυσίες, το παγκόσμιο αυτό μακελειό.

[…] Στη λατρεία που ονειρεύεται της ιδανικής Κύπριδος «οι βωμοί δε μιαίνονται με αίμα… κι οι άνθρωποι θεωρούν ανόσιο ν’ αποσπάσουν από το σώμα την ψυχή και να καταβροχθίσουν τα μέλη του» […] Απ. 129.

Εγκωμιάζει, σύμφωνα με τους θεσμούς των Πυθαγορείων, τις αθώες θυσίες με «ζώα γραπτά», (Εικόνες [αγάλματα] ζώων) με άκρατη σμύρνα, με μοσκολίβανο, με τους καρπούς της γής και το ξανθό μέλι.

*

Είναι φυτοφάγος, ή τουλάχιστον έγινε αργότερα, κι είναι μετανοημένος που μίανε με αίμα το στόμα του.

Στους μυημένους φαίνεται πως δίδασκε την εγκράτεια των σαρκικών ηδονών. Η ηθική του, ηθική απόλυτης «αυταπαρνήσεως» απ’ αγάπη, είναι το πέρασμα από τον ανατολικόν ασκητισμό στο χριστιανισμό.

Κι όπως στις δυό απολυτρωτικές θρησκείες, που αναπήδησαν από τις απέραντες καρδιές του Βούδα και του Ιησού, η πίστη του Εμπεδοκλή γκρεμίζει τα τείχη της Πολιτείας, εξαλείφει τις θρησκείες τις εθνικές, κι αγκαλιάζει την οικουμένη σε μιαν αδελφότητα δοκιμασίας κι αγάπης.

Ρομαίν Ρολλάν, Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος (μτφρ. Τάκης Μπαρλάς, έκδ. Αστρολάβος / Ευθύνη Αθήνα 1989, σσ. 41, 64-65, 66, 66-67, 67, 68, 68-69). -Το motto εκ του ιδίου (ό.π., σ. 69).

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2026

να επικοινωνήσει πραγματικά και σαρκικά με κάθε τι που ζεί και πονεί και πεθαίνει...


Αλλ’ ο Εμπεδοκλής δεν είναι μονάχα ένας επιστήμονας κι ένας σοφός, είναι κι ένας απόστολος. Πιστεύει στην αποστολή του. Και δεν την εγκαταλείπει ποτέ. Ανοίγει τα χέρια του σ’ όλους· στον πολυαγαπημένο του μαθητή, καθώς και στον ταπεινόν όχλο.

«Όταν μπαίνω στις θαλερές πολιτείες, άντρες και γυναίκες με δοξάζουνε και μ’ ακολουθάνε αμέτρητοι, ρωτώντας με με δίψα για τον δρόμο που φέρνει στη σωτηρία· άλλοι ζητάνε χρησμούς· κι άλλοι, καρφωμένοι από καιρό στον αβάσταχτο πόνο, λιτανεύουν το λόγο που θεραπεύει τους άρρωστους» ([…] αν ίκωμαι ες άστεα τηλεθόωντα / ανδράσι ηδέ γυναιξί σεβίζομαι [...] Απ. 112).

*

[…] περιγράφει με αυταρέσκεια την θριαμβευτική είσοδό του σε κάποια πόλη, τις ομόθυμες αυτές τιμές, για τις οποίες κρίνει τον εαυτό του άξιο, και την ενθουσιαστική υποδοχή των μαθητών του, που τον εξυψώνει στην ίδια του συνείδηση, και τού δίνει την εντύπωση ότι δεν είναι πια θνητός, αλλά θεός -χαίρετ’ εγώ δ’ ύμμιν θεός άμβροτος, ουκέτι θνητός («Χαίρετε! Δεν είμαι πια θνητός, αλλά θεός αθάνατος» Απ. 112).

*

[…] πιστεύει, όπως ο Πυθαγόρας και οι Ινδοί, στην μετεμψύχωση, στη μεταμόρφωση της ψυχής, διά μέσου των αιώνων, από ένα είδος σε άλλο, από τη μια ζωή σε μιαν άλλη ζωή, χωρίς να συναποκομίζει μαζί της παρά τις αρετές της και τα ελαττώματα,

εξαγοράζοντας τη σωτηρία της με δοκιμασίες χιλιόχρονες, κι υποχρεωμένη, στο δρόμο αυτό του σταυρού, τον ατερμάτιστο, να επικοινωνήσει πραγματικά και σαρκικά με κάθε τι που ζεί και πονεί και πεθαίνει μέσα στο Σύμπαν.

Ήδη γάρ ποτε γενόμην κούρος τε κόρη τε, θάμνος τ’ οιωνός τε και είν’ αλλί έλλοπος ιχθύς. «Υπήρξα κιόλας κάποτε και κορίτσι κι αγόρι και δέντρο και πουλί και άφωνο ψάρι στη θάλασσα» Απ. 117).

*

[…] δεν ανοίγει μονάχα στους ανθρώπους τη βασιλεία των ουρανών, αλλά προσπαθεί συγχρόνως να τούς κάμει πιο κατοικήσιμη τη βασιλεία της γής. Καταστέλλει τον λιμό· καθαρίζει από τα έλη την περιφέρεια του Σελινούντος· προστατεύει τον Ακράγαντα από τους ανέμους· […]

Το στοργικό πνεύμα του Εμπεδοκλή είναι καταδεχτικό προς τους αδυνάτους. Όπως ο Πυθαγόρας κι ο Ιησούς, δεν αποκλείει τις γυναίκες από την πολιτεία του, κι είναι μαθήτριές του. […]

[…] έχουν παρατηρήσει ότι κι ο Θεός του Εμπεδοκλή -εκείνος που σώζει τον κόσμο- είναι μια γυναίκα. Παντού αντικαθιστά τον Έρωτα των Ορφικών με μια γυναικεία προσωποποίηση: Φιλία, Φιλότης, Αρμονία, Χάρις, Αφροδίτη, Κύπρις.

*

Για το μεγάλο πλήθος των «πολυδάκρυτων» (ανδρών τε πολυκλαύτων τε γυναικών Απ. 62) ανθρώπων, και για να σώσει το πλήθος αυτό, έγραψε το ποίημά του «Καθαρμοί».

Ο επιστήμονας, ο μύστης, που στο «Περί Φύσεως» αποκαλύπτει τα μυστικά του σ’ ένα μονάχα μαθητή, απευθύνεται τώρα, από το υψηλότερο βήμα του ελληνικού κόσμου, από την Ολυμπία, όπου το ποίημά του τραγουδήθηκε από τον ραψωδό Κλεομένη, σ’ όλη την ανθρωπότητα.

Ρομαίν Ρολλάν, Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος (μτφρ. Τάκης Μπαρλάς, έκδ. Αστρολάβος / Ευθύνη Αθήνα 1989, σσ. 62, 60, 60-61, 63, 64).