Δευτέρα 27 Ιουλίου 2026

δεν γνωρίζαμε ακόμη τα κατοπινά αίματα


Αν υπάρχουν θεοί, μαζί σου θα είναι πάντα,
γιατί είσαι δίκαιος άνθρωπος. Αν δεν υπάρχουν,
τότε τί νόημα έχει αυτός ο μόχθος
που ονομάζουμε ζωή;*

[…] Η απελευθέρωση ήταν πρόσφατη, δεν ήταν μακριά. Μόλις είχεν τελειώσει εκείνη η Κατοχή, δεν γνωρίζαμε ακόμη τα κατοπινά αίματα και τ’ αλλεπάλληλα συρματοπλέγματα. Πιστεύαμε, άκαιρα, ότι τώρα πια καλοσύνεψε ο κόσμος, το κακό χάθηκε πολύ μακριά…

Έτσι ξεθαρρεύαμε.
Σιγά σιγά στήνονταν πάλι οι δουλειές, έστω του ποδαριού και της παράγκας, ξεχέρσωναν οι ξωμάχοι τα κτήματά τους και προπαντός ελευθέρωναν τη γή από τις πάμπολλες νάρκες. Σακατεύτηκαν βέβαια πολλοί, κάποιοι νέοι, όταν βοσκούσαν τα λιγοστά τους ερίφια σε μακρινότερες περιοχές, πατούσαν τις νάρκες και τα σημάδια από τις ανατινάξεις μια ζωή στη γωνιά μαζί τους μαράζι (όταν δεν τύχαινε ο ακαριαίος θάνατος, ο πιο συχνός). […]

*

[…] Απρίλης ήταν. Η νάρκη σκότωσε τον ξάδερφο μια κι όξω, έγινε κομμάτια, μέρες τά ‘ψαχναν για να κάνουν την κηδεία του. Λίγο πιο πέρα από το παραμεθόριο χωριό του Καϊμάκτσαλαν, βοσκώντας λιγοστά γίδια, ο Λιαλιάς ο Αχιλλέας κι ο ξάδερφός του, συνέβη το κακό.

Ο ξάδερφος πάτησε τη νάρκη κι έγινε κομμάτια, ο Λιαλιάς ο Αχιλλέας μετά την έκρηξη έσκουζε στην ερημιά μισοπεθαμένος, έτρεξαν κάποιοι, τελικά τον σήκωσαν, ο πατέρας του όσο γρήγορα μπορούσε τον πέρασε από την άλλη μεριά του βουνού, εκεί τον γιατροπόρεψαν, σταμάτησαν τις αιμορραγίες, σ’ ένα πρόχειρο χειρουργείο έγινε ό,τι έγινε.

Όταν πατέρας και γιος καβάλα στο άλογο γύρισαν πίσω, ο Λιαλιάς ο Αχιλλέας είχε ένα χέρι μόνο, το δεξί, το άλλο σχεδόν σύρριζα κομμένο από τον ώμο· και το ένα μάτι το αριστερό υπήρχε αλλά ήταν γκρίζο, σαν γκαζιά, σαν λευκό κουινάκι, δεν έβλεπε από κεί. […]

*

Ο μπαρμπα-Τρύφων ο Βλαντοβίτης είχε κι άλλον γιο στο Αντάρτικο. Δεν τό ‘παμε τότε. Τυχερός ήταν αυτός, δεν σκοτώθηκε, όπως ο αδερφός του, στον Εμφύλιο· μετά την ήττα οι γνωστοί δρόμοι, μαζί μ’ άλλους συναγωνιστές πέρασε στην Αλβανία, λίγο μετά στο λιμάνι, στην Αυλώνα, και εν συνεχεία στ’ αμπάρια των καραβιών, στριμωγμένοι μέρες και νύχτες αμίλητοι, είχαν εντολές να μην ακούγονται και να μη βλέπονται κυρίως, πέρασαν το Ιόνιο, πέρασαν όλο το Αιγαίο πέλαγος κι όταν έφτασαν στα Δαρδανέλια τότε μόνο ξετρύπωσαν, ξεθάρρεψαν κι ανάψανε τσιγάρο στο κατάστρωμα. Πού πήγαιναν;

Πιάσαν λιμάνι ψηλά στον Εύξεινο Πόντο τριάντα μέρες μετά, άλλες τόσες περίπου χρειάστηκε αλλάζοντας τρένα, προς Ανατολάς πάντα, για να καταλήξουν στην Τασκένδη.

Στην τρίτη πολιτεία έμεινε κάπου εννιά μήνες, ανάγκη να μπεί στο Νοσοκομείο εξαιτίας της παλιάς πληγής από τον όλμο στο Βίτσι, τού άνοιξε η οβίδα τα σπλάχνα στην κοιλιά και μπόρεσε κρατώντας τα, παραζαλισμένος, στα χέρια του να τα σώσει· να σώσει και τη ζωή του όταν μετά τη μάχη έτρεξαν οι σύντροφοι και τον σήκωσαν με προσοχή και τον πήγαν στ’ ορεινό, μα τώρα πάλι εξετάσεις πάλι γιατρούς· τον πήγαν στη Μόσχα, γλίτωσε πάλι, από κεί στο Βουκουρέστι, στο Βελιγράδι με άδεια, λίγο λίγο κατέβαινε πιο κοντά στο γεωγραφικό σημείο του χωριού του, ζήτησε να καταλήξει στα Σκόπια· και πήγε τελικά. […]

*

[…] και πέρασαν τα σύνορα, μετά την ήττα, κάπου στην Αλβανία, στην Αυλώνα κατόπιν και στ’ αμπάρια των πλοίων το ταξίδι από το Ιόνιο και το Αιγαίο πέλαγος, τα Δαρδανέλια, τον Βόσπορο· στον αέρα της Μαύρης Θάλασσας αναπνέοντας είδαν τον ήλιο ύστερα από τόσες ημέρες και πέταξαν τα δίκοχά τους ψηλά, τώρα ασφαλείς, τώρα χωρίς χτυποκάρδια στη νέα ζωή, έστω, μακριά από την Πατρίδα – μήτε τώρα…

Έπειτα το αναγκαστικό ταξίδι προς Ανατολάς, προς την έρημο των Ουζμπέκων, στην Τασκένδη καταλήξανε, συμμαζεύτηκαν, άρχισε η ζωή, για πολλούς, από το μηδέν. Σε πολιτείες εμιγκρέδων ζούσαν, το Κόμμα πάντα παρόν, άγρυπνο. Που δεν τού ‘δινε του Βάσκου την έγκριση να σπουδάσει Φιλολογία – μήτε τότε.

Τολμηρός όμως εκείνος πήγε στους Ρώσους διοικητές των Σχολών κι αυτοί τον πέρασαν στις τάξεις των πολιτικών μηχανικών, το Κόμμα τού ‘κανε αυστηρή επίπληξη γιατί παράκουσε τις δικές του διαταγές που τού απαγόρευαν (σχεδόν) να σπουδάσει -πόσες φορές δεν καταράστηκε εκείνο το ντουβαράκι στο χωριό του! [ενν. όπου μετά την απελευθέρωση κατέβηκε στο χωριό του «και μίλησε στη γλώσσα των πατέρων του», ήτοι τα εντόπια!].

Μάρκος Μέσκος, Νερό Καρκάγια. Πεζογραφήματα (έκδ. Ίκαρος, Αθήνα 2005, σσ. 25-26, 66-67, 58-59, 97). –Για την οδό διαφυγής από Αλβανία ίσαμε την Τασκένδη!


-----

* Ευριπίδη, Ιφιγένεια εν Αυλίδι (μτφρ. Παναγιώτα Πανταζή, έκδ. 5η εποχή τέχνης για το Φεστιβάλ Αθηνών-Επιδαύρου, Αθήνα 2022, σ. 87).

Πέμπτη 23 Ιουλίου 2026

ένα μουσουλμανικό μαυσωλείο


Να η είσοδος του κοιμητηρίου. Ακόμη καμιά εικοσαριά βήματα
κι ο νεκρός θα είναι στι σπίτι του. Καθόλου δάκρυα. Έρχεται
από μόνος του με γρήγορο βηματισμό και μ’ εκείνο το λουλουδάκι στο πέτο.
[…] Θολωτά κτίσματα με ένα προσκυνητάρι, το μικρό κιγκλίδωμα
και λίγα λουλούδια τριγύρω.
Για τους νεκρούς είναι ακριβώς μια αξιοζήλευτη κατοικία αυτό το κοιμητήριο.
Μακριά από το χωριό, οι ζωντανοί έρχονται σπάνια. […] *

Φθάσαμε στην Άγκρα. Τυχαία σχηματισμένα περίχωρα, διαφορετικά από οπουδήποτε αλλού, με αποικιακά δημόσια κτίρια ενός μόνου ορόφου, άσπρα και εγκαταλελειμμένα μέσα στην λέπρα και τις τρώγλες.

Μπουλούκια γυναικών ντυμένων σε πράσινο Σάρι, βιολεττί Σάρι, κόκκινο Σάρι, όλες με βραχιόλια στους καρπούς και στους αστραγάλους οι οποίες δούλευαν μανιωδώς στο μέσον πένθιμων σκονισμένων τετραγώνων. Μικρές γέφυρες πάνω από ποτάμια Γένεσης με τις κοίτες τους στεγνές και στρωμένες με ρούχα κάθε χρώματος, που γυάλιζαν σε ένα πνιγηρό χειμωνιάτικο ήλιο πάνω στις πέτρες, πάνω στο καμμένο χορτάρι.

Αποβλακωμένες αγελάδες, ομάδες μαθητών, άνδρες πάνω σε μεγάλα ποδήλατα με ένα σεντόνι ανάμεσα στα πόδια τους που φτερούγιζε θλιβερά στον άνεμο.

Στην Άγκρα υπάρχει το Τατζ Μαχάλ. Ο Άγιος Πέτρος της Ινδίας. Στην πραγματικότητα είναι ένας ναός ή καλύτερα ένα Μουσουλμανικό -όχι Ινδουϊστικό- μαυσωλείο. Αλλά αποτελεί ωστόσο την εθνική αρχιτεκτονική φιγούρα, το έμβλημα της Air India, το όνειρο των Εγγλέζων άγαμων κυριών.

Εκεί βγάζεις τα παπούτσια σου στην αχανή αυλή μπροστά, και με τον μόλις και μετά βίας θυμό που προκάλεσε η αφαίρεση των παπουτσιών σου για εκατοστή φορά, εισέρχεσαι ανάμεσα σε ομάδες τουριστών που είναι ντυμένοι σαν ζητιάνοι -και σε ζητιάνους που είναι σοβαροί σαν τουρίστες.

*

[…] στις πλευρές, κατά μήκος των μαρμάρινων τοίχων οι τέσσερις πόρτες από μάρμαρο και απέναντι το μεγάλο μαρμάρινο οικοδόμημα ανάλογο με τα δικά μας βαπτιστήρια με ένα μιναρέ μαρμάρινο. Ολόκληρο ακτινοβολεί, άσπρο και ψυχρό, με φόντο τον ουρανό που πίσω του ξεχύνεται πάνω από την στροφή του μεγάλου ποταμού.

Ένα αληθινό παγωμένο παλάτι. Η μουσουλμανική ποίηση, πρακτική και ανεικονική την ίδια στιγμή, πραγματική και αντιρεαλιστική την ίδια στιγμή, μοιάζει σαν να βρίσκεται στην Ινδία σε ένα κόσμο που δεν είναι δικός της. Ο πτωματώδης αισθησιασμός του Ινδικού τοπίου ανέχεται σαν ξένο σώμα στους Σαλγάρειους χώρους του μνημεία των Μουσουλμάνων κατακτητών, κλεισμένα στην αφηρημένη λειτουργική γεωμετρία τους, σαν εξωραϊσμένες φυλακές.

Ακόμη και μέσα στους Ινδούς Μουσουλμάνους υπάρχει κάτι το διχασμένο. Σαν ένα ξένο σώμα να έχει μπεί μέσα τους, η ζωή μιάς άλλης φύσης να έχει κεντρωθεί στη φύση τους. […] Εάν ο Ινδός χάσει την ανασφάλειά του, την ευγένειά του, το εύθραυστό του, την παθητικότητά του, τί θα απογίνει; Το Κοράνι σκληραίνει. Αποκαλύπτει βεβαιότητες, ενισχύει την ταυτότητα. Γι’ αυτόν τον λόγο δεν αισθάνομαι άνετα με τους Ινδούς της Μουσουλμανικής Θρησκείας […].

*

Κάθε φορά που κάποιος πηγαίνει να επισκεφθεί ένα μνημείο στη Ινδία, πέφτει δέσμιος του ξεναγού και ακολούθως τού πλήθους των ζητιάνων. Ένας ειρηνικός ταραξίας των ρουπιών και των ψιλών νομισμάτων. Στην «νεκρούπολη» της Άγκρας πέσαμε δέσμιοι του Abdullah, ενός μικρόσωμου Ινδού έφηβου Μουσουλμάνικου θρησκεύματος. Έπειτα προστέθηκε σ’ αυτόν, καθώς περνούσαμε κατά μήκος των αυλών και των προαυλίων, από τις εξωτερικές σκάλες και τα σκαλοπάτια, ένας Ινδουϊστής συνάδελφος, ο Bupati.

Ο Abdullah ήταν αναίσχυντος, ο Bupati συνεσταλμένος· ο Abdullah ένοιωσε κούραση από το να μάς ακολουθεί και ο Bupati δεν θα μάς είχε ποτέ εγκαταλείψει. Ο Abdullah έδειξε μια κάποια ειρωνεία για τον απροκάλυπτο θαυμασμό μας και ο Bupati ήταν πάντοτε δίπλα μας· στο τέλος ο Abdullah ζήτησε φιλοδώρημα, για εκείνον και για μια γυναίκα που ήρθε να μάς προσφέρει μερικά αρωματικά φρύγανα· ο Bupati εντούτοις δεν ζήτησε τίποτε και χαμήλωσε τα μάτια του εκτείνοντας απλώς ένα ευγενικό χέρι.

Πιέρ Πάολο Παζολίνι, Το Άρωμα των Ινδιών (έκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 1986 (β΄), σσ. 114-116, 116-117, 118-119).

-----
* Το motto εκ του Luigi Pirandello, Από μόνος του (έκδ. manifesto, Αθήνα 2024, σσ. 18, 19).

Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

ακτινοβολούν φώτα


Παρατηρήσαμε τα παιδιά που μάζευαν την κοπριά των αγελάδων απ’ τον δρόμο, τοποθετώντας την σε επίπεδα πλατιά καλάθια… Παρατηρήσαμε τις ομάδες των νεαρών Μουσουλμάνων με τα βιβλία τους κάτω από τα μπράτσα τους… Παρατηρήσαμε ένα αποχωρητήριο, δύο ψηλούς τοίχους μισό μέτρο πάνω από τις παρειές του αυλακιού, ανάμεσα στους οποίους οι Ινδοί κατουρούσαν καθισμένοι όπως είναι η συνήθειά τους… Παρατηρήσαμε τα κοράκια, πανταχού παρόντα στην Ινδία, με το ανώφελο σκούξιμό τους… Διασχίσαμε ολόκληρη την πόλη που όπως όλες οι Ινδικές πόλεις, είναι μια αδιαμόρφωτη μάζα γύρω από μία αγορά.

*

Καθώς η βάρκα απομακρύνεται φανερώνεται η όχθη στην ολότητά της. Ψηλά πάνω σε απόσταση ακτινοβολούν φώτα και εκεί υψώνεται το περίγραμμα ενός είδους πολιτείας του Άδη αλλά σε σεμνότερες αναλογίες, σχεδόν επαρχιώτικη. Είναι οι τοίχοι από τα παλάτια που οι μαχαραγιάδες και οι πλούσιοι κτίζουν για τον εαυτό τους με σκοπό να έρθουν να πεθάνουν στον Γάγγη.

Είναι οι ναοί, οι καλύβες, τα προστατευτικά τείχη. Αλλά όλα σκαρφαλωμένα με το ζόρι, συσσωρευμένα σε ένα απερίγραπτο χάος. Κάτω χαμηλά λάμπουν οι φωτιές πάνω σε μία άλλη αποβάθρα όμοια με εκείνη που μόλις αφήσαμε. Τώρα την πλησιάζουμε. Ένα κομμάτι μαύρης κεκλιμένης όχθης γεμάτης πλεούμενα.

Φθάνουμε κάτω από τις φωτιές. Είναι νεκρικές πυρές. Τρεις, δύο ψηλές όσο το ύψος μιας κινητής σκάλας και μία χαμηλότερη, λίγα μέτρα από την επιφάνεια του νερού.

Κατεβαίνουμε από την λικνιζόμενη βάρκα και περνώντας από τις καρίνες των άλλων πλεούμενων περιφερόμαστε ανάμεσα στην τέφρα και τα καμίνια, ακολουθώντας ένα τοίχο που μοιάζει να επέζησε σεισμού. Φθάνουμε από δύο σκάλες σε ένα ορθογώνιο χώρο όπου καίνε δύο πυρές.

Γύρω από τις πυρές βλέπουμε πολλούς Ινδούς να κάθονται συσπειρωμένοι με τα συνηθισμένα τους κουρέλια. Κανείς δεν κλαίει, κανείς δε λυπάται, κανείς δε νοιάζεται να συνδαυλίσει την φωτιά. Μοιάζουν όλοι να περιμένουν απλώς να τελειώσει η φωτιά μόνη της, χωρίς ανυπομονησία, χωρίς τουλάχιστον ένα αίσθημα πόνου, σκοτούρας ή περιέργειας.

Περπατούμε ανάμεσά τους κι εκείνοι ήσυχοι, ευγενικοί και αδιάφοροι μάς αφήνουν να περάσουμε μέχρι την άκρη τής πυράς. Δεν μπορείς να ξεχωρίσεις τίποτε, μόνο μία ποσότητα ξύλων, καλοκομμένων και καλοστοιβαγμένων στο μέσον της οποίας βρίσκεται ξαπλωμένος ο νεκρός.

Αλλά τώρα καίγεται ολόκληρος και τα μέλη δεν διακρίνονται από τα μικρά κλαδιά. Δεν υπάρχει κανένα άρωμα εκτός από εκείνο το λεπτό της φωτιάς.

Επειδή ο αέρας είναι κρύος πλησιάζουμε ενστικτωδώς με τον Μοράβια τις πυρές και καθώς προχωρούμε συνειδητοποιούμε ότι καταλαμβανόμαστε από το ευχάριστο αίσθημα που έχουν οι άνθρωποι όταν στέκονται γύρω από μια φωτιά τον χειμώνα, με δάκτυλα μουδιασμένα, απολαμβάνοντας το να στέκονται εκεί με μια ομάδα περιστασιακούς φίλους στα πρόσωπα των οποίων, στα ρούχα των οποίων, ατάραχα η φλόγα ζωγραφίζει την βαρειά της αγωνία.

Κι έτσι άνετα, μέσα στην ζεστασιά, βλέπουμε τον φτωχό νεκρό από κοντά να καίγεται εκεί, χωρίς να στενοχωρεί κανένα. Ποτέ, σε κανένα μέρος, σε καμιά χρονική στιγμή, σε κανένα συμβάν κατά την παραμονή μας στην Ινδία δεν νοιώσαμε τέτοια βαθειά αίσθηση επικοινωνίας, γαλήνης και -σχεδόν- χαράς.

Πιέρ Πάολο Παζολίνι, Το Άρωμα των Ινδιών (έκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 1986 (β΄), σσ. 79, 130-133).

Τετάρτη 15 Ιουλίου 2026

εκφρασμένη η αληθινή καλωσύνη


Το ταβάνι είναι είκοσι μέτρα ψηλά και όλο είναι διάτρητο από συμμετρικά παράθυρα, ορθογώνια ή σχήματος ημισελήνου, ανοιχτά. Μέσα στο κρύο της νύχτας… Από κάτω σχεδόν θλίψη. Μια μεγάλη αίθουσα αναμονής, άσπρη, με ένα πορτραίτο του Γκάντι στον τοίχο.

Ενός Γκάντι γυμνού σαν σκουλήκι, με ένα πολύ καθαρό κομμάτι λινού υφάσματος γύρω από το ισχύο και γυαλιά στην φάτσα, ελκυστικός όσο μια χελώνα.

*

Η αδελφή Τερέζα είναι μεγάλη στην ηλικία, με σκούρο δέρμα, διότι είναι Αλβανή, ψηλή, στεγνή, με δύο σχεδόν ανδρικά μήλα στο πρόσωπο και μια ευγενική ματιά που «βλέπει» τα πάντα καθώς κοιτάει. Μοιάζει εντυπωσιακά με μια διάσημη Αγία Άννα, τού Μιχαήλ Άγγελου. Και στα χαρακτηριστικά της είναι εκφρασμένη η αληθινή καλωσύνη, όπως περιγράφτηκε από τον Προυστ για την γριά Φρανσουάζ. Καλωσύνη χωρίς συναισθηματικά πρόσθετα, χωρίς προσδοκίες, ήσυχη συνάμα και εφησυχαστική, δυνατή και χρήσιμη.

*

Οι άνθρωποι της Ινδίας που εντρύφησα, ακόμη κι αν έχουν στην κατοχή τους κάτι ή εκτελούν εκείνο το λειτούργημα που καλείται «διακυβέρνηση», γνωρίζουν πως δεν υπάρχει ελπίδα. Μόλις και μετά βίας βρήκαν κάποια ελευθερία από την κόλαση με την βοήθεια μιας σύγχρονης πολιτιστικής χειραφέτησης, αλλά γνωρίζουν πως πρέπει να παραμείνουν στην κόλαση.

Ο ορίζοντας και τής πιο ασαφούς αναγέννησης δεν είναι ορατός σ’ αυτήν την γενιά ούτε κάν στην επόμενη και ποιός ξέρει σε ποιά από τις επόμενες. Η απουσία κάθε πραγματοποιήσιμης ελπίδας ωθεί την Ινδική μεσαία τάξη όπως είπα προηγουμένως, να κλείνεται σ’ εκείνη την μικρή βεβαιότητα που κατέχει. Την οικογένεια. Στριμώχνονται σ’ αυτήν για να μην βλέπουν ή να μην βλέπονται.

*

Μέσα σε ατμόσφαιρα Λεοπάρδαλης μερικά παιδιά παίζουν μπροστά από το σπίτι των γονιών τους. Ένα πολύ μικροκαμωμένο παιδί κρύβεται μέσα σε ένα υπόστεγο και γρήγορα το βρίσκουν. Το άλλο, λίγο πιο μικροκαμωμένο, μάς κοιτάζει γεμάτο γλυκύτητα. Κοντά υπάρχουν επίσης μια κατσίκα με μικρά που ακόμη θήλαζαν, ένα σκυλί και ένας μικρός παπαγάλος σε ένα κλουβί κρεμασμένο στα κλαδιά του banjan μπροστά από το σπίτι.

Ο Μοράβια δεν κρύβει την έντονη συμπάθειά του για ένα από τα μικρά κατσίκια που πηδάει τριγύρω όλο ζωντάνια φωνάζοντας την μητέρα του. «Μα, Μα...»

Θα ήθελα να το πιάσω για να το χαϊδέψω αλλά ξεφεύγει. Έπειτα το κυνηγάει το παιδί που επιστρέφει σ’ εμάς με το κατσικάκι στην αγκαλιά του. Το κατσίκι είναι πολύ άσπρο, το παιδί πολύ μαύρο. Και τα δύο έχουν το ίδιο ευγενικό βλέμμα στα μάτια τους.

Πιέρ Πάολο Παζολίνι, Το Άρωμα των Ινδιών (έκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 1986 (β΄), σσ. 124-125, 52, 81, 126).

Σάββατο 11 Ιουλίου 2026

άπειρη πλαστικότητα των πραγμάτων


Οι ναοί μπροστά μας με τα δύο τμήματά τους,
(το ένα μεγάλο με το ingam μέσα,
το άλλο αντιμέτωπο και μικρότερο,
κάτι περισσότερο από μία σκεπή,
για να καλύψει την φοβερή αγελάδα από πέτρα
που αντικρύζει το ingam),
απλωμένοι στο χρυσό φώς τού ήλιου, ήσαν μιας ανεξάντλητης ομορφιάς.*

Αληθινά δεν γνωρίζω τί μπορεί να είναι η Ινδική θρησκεία. […] Γνωρίζω πως στο βάθος ο Βραχμανισμός μιλάει για μια αρχική ζωϊκή δύναμη, μια δυνατή πνοή «ανέμου» που ύστερα εκδηλώνεται και συγκεκριμενοποιείται στην άπειρη πλαστικότητα των πραγμάτων. Με άλλα λόγια είναι λίγο σαν την ατομική θεωρία. […]

Προσπάθησα να μιλήσω γι’ αυτό με πολλούς Ινδουϊστές, αλλά κανένας δεν έχει και την πιο παραμικρή ιδέα περί τούτου. Ο καθένας έχει την δική του λατρεία, Βισνού, Σίβα ή Κάλι και με πίστη ακολουθεί τα τελετουργικά της.

Για τα τελευταία, μπορώ απλά και μόνο να περιοριστώ σε μερικές περιγραφές, σαν εκείνες που έχω κάνει. Ωστόσο ένα πράγμα μπορώ να πώ. Ότι οι Ινδουϊστές είναι οι πιο καλωσυνάτοι, γλυκείς και πράοι άνθρωποι που είναι δυνατόν να ξέρω.

Καμιά βία δεν υπάρχει στις ρίζες τους, ο λόγος ακριβώς τής ύπαρξής τους. Ίσως μερικές φορές να υποστηρίζουν την αδυναμία τους με θεατρινισμό ή ανειλικρίνεια.

*

[…] Την επόμενη μέρα στο Κατζουράχο είχαμε την ευκαιρία να δούμε άλλον ένα απ’ αυτούς τους αγίους. Το Κατζουράχο είναι το πιο όμορφο μέρος της Ινδίας, στην πραγματικότητα το μόνο ίσως μέρος που μπορείς να πείς όμορφο με την δυτική αντίληψη της λέξης.

[…] μια καλύβα σε καλή κατάσταση, κατασκευασμένη από πέτρες. Μέσα στην καλύβα μια φωτιά και μερικά έπιπλα. Κάποιος έκανε βιαστικές κινήσεις σαν να κατατρυχόταν βασανιστικά από καθήκοντα. Ήταν ένας άνδρας γύρω στα σαράντα με περιποιημένη μαύρη γενειάδα και ένα μαύρο μουστάκι σε στυλ ντ’ Αρτανιάν.

Το παρουσιαστικό του αμέσως με απώθησε. Παρατηρώντας τον καλά έβλεπες πως στην ουσία δεν έκανε τίποτα, δεν ασχολείτο μες το άναμμα της φωτιάς, με μαγείρεμα φασολιών ή οτιδήποτε άλλο. Ακόμη πως με προσοχή, ακρίβεια και αφοσίωση κάποιου που κάνει μια δουλειά που θεωρείται απαραίτητη, έπαιρνε μέρος σε μια ιεροτελεστία. Κινείτο σαν τρελλός γύρω στην καλύβα, σταματούσε, άγγιζε αντικείμενα, έκανε χειρονομίες, έσκυβε προς τη γή.

Τον αφήσαμε εκεί παγιδευμένο στην μανιακή του συγκέντρωση, στην ατέλειωτη υπομονή του.

*

Αλλά είναι ελάχιστες σκιές στα άκρα ενός τόσο άπλετου φωτός, μιας τόσο μεγάλης διαφάνειας. Είναι αρκετό να δείς πώς λένε ναι. Αντί να συμφωνούν όπως εμείς ανεβοκατεβάζοντας το κεφάλι τους, το γυρνάνε γύρω όπως εμείς λέμε όχι. Ωστόσο η διαφορά στην κίνηση είναι τεράστια. Το όχι του που σημαίνει ναί συνίσταται στο να ταλαντεύουν το κεφάλι (το καστανόχρωμο, κατσαρό τους κεφάλι με το φτωχό μελαμψό δέρμα, στο ωραιότερο χρώμα που μπορεί ακόμη ένα δέρμα να έχει) τρυφερά. Μια κίνηση που αμέσως γίνεται γλυκειά: «Φτωχέ μου, λέω ναί χωρίς να ξέρω αν μπορεί να γίνει». Και αμήχανη: «Γιατί όχι;». Δειλή: «Είναι τόσο δύσκολο». Και συγκαταβατική: «Είμαι όλος δικός σου». Το κεφάλι πάει πάνω κάτω σαν να κόπηκε ευγενικά από τον λαιμό και οι ώμοι ανεβαίνουν λίγο με τον τρόπο ενός νέου κοριτσιού που υπερνικά την ντροπή του και που τώρα δείχνεται στοργικό.

Ειδομένες από απόσταση οι Ινδικές μάζες είναι καρφωμένες στην μνήμη μ’ αυτή την κίνηση τής επιδοκιμασίας και το παιδικό και ακτινοβόλο χαμόγελο στα μάτια που την συνοδεύει.

Είναι η θρησκεία τους σ’ αυτήν την κίνηση.

πρόκειται για το Πύθιο των επιγραφών που μάς πληροφορούν ότι
στον εσωτερικό θάλαμο, ο οποίος είχε άνοιγμα στη στέγη,
υπήρχε ένας φοίνικας χάλκινος (;) και τρία αγάλματα·
υπήρχε επίσης μια κιονοστοιχία εσωτερική σε σχήμα Π
και φωτιά μόνιμα αναμμένη, από την οποία κάθε χρόνο
έρχονταν οι Λήμνιοι κ.ά. να πάρουν το ιερό φώς
για να ανανεώσουν την φωτιά στην εστία της πόλης τους.**

Πιέρ Πάολο Παζολίνι, Το Άρωμα των Ινδιών (έκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 1986 (β΄), σσ. 40, 46, 47, 41). -Το motto εκ του ιδίου (ό.π., σ. 47).

-----

** Το καταληκτικό όμως motto εκ της Φωτεινής Ζαφειροπούλου, Δήλος. Τα μνημεία και το Μουσείο (έκδ. Κρήνη, Αθήνα 2008, σσ. 27).

Τρίτη 7 Ιουλίου 2026

μικρό μου κρινάκι στη γλάστρα


ΣΧΟΛΕΙΟ

Μικρά παιδάκια
μπλε οι ποδιές,
άσπροι γιακάδες,
τσάντες, βιβλία,
χαρτιά, μολύβια,
πολύ χαρά,
όλο παιχνίδι,
άλφα και βήτα,
ένα και ένα
και ξενοιασιά.

Θέλω κι εγώ σχολείο να πάω
νάχω εκείνη την ξενοιασιά
[...]

*

ΦΙΛΙΑ ΧΩΡΙΣ ΧΡΙΣΤΟ


Βαδίζουμε οι δυό σιωπηλοί
ο αγέρας είναι κρύος το βράδυ,
τα σύννεφα μαύρα, καμμιά αναλαμπή
το φεγγάρι κι αυτό έχει χαθεί.

Ερείπια πολλά, δεξιά-αριστερά μας.
Ερείπια πολλά απλωμένα βαθειά
στην καρδιά.

Βαδίζουμε οι δυό σιωπηλοί
το κρύο το νιώθουμε πολύ
το κρύο του αγέρα,
το κρύο πούν’ μες στην ψυχή.

[…]

*

[…]
Το χέρι του άπλωσε ο ήλιος
και με αποχαιρέτισε.
-Θα φύγω, μούπε, για να ξεκουραστώ.
Το μικρό μου κρινάκι στη γλάστρα
έκλαιγε για τον αποχωρισμό,
και το δάκρυ του γύρω σκόρπισε ευωδία.
[…]

Γιώργος Β. Μαυρομάτης, Εσχάτη Ώρα. Στοχασμοί (Ν. Σμύρνη 2024 (β’ - α΄ Ξάνθη 1965), σσ. 44, 48, 61).