Βάλετε έναν κρητικό χωριάτικο γάμο δίπλα στη συνηθισμένη γαμήλια τελετή της Αθήνας. Νομίζεις πως όλα γίνονται εκεί βιαστικά, όταν στην Κρήτη ένας γάμος είναι «μίμησις πολέμου» που κρατάει μερικά μερόνυχτα. Η φάρα του γαμπρού και η δικολογιά της νύφης δεν κάνουν οικονομία στο μπαρούτι. Δε λείπει από το παιγνίδι τους ούτε η «τζόγια», το στεφάνι της νίκης! Ο τόνος της ζωής στην Κρήτη οδηγεί άσφαλτα στην εποποιΐα.
*
Κατά τη συγγραφή του «Χρονικού», προσαρμόζοντας το λόγο μου στην κατάλληλη μορφή, περιορίστηκα να κοιτάξω μ' επιμονή τα πράγματα και να τα ονομάσω με ακρίβεια.
Όπου η ροή του χρόνου είναι σιγανή, ο άνθρωπος δεν περισπάται από πολλά. Αυτό τού επιτρέπει να εισχωρεί στην ουσία των αψύχων, όπως έκαμε λ.χ. ο Βαν Γκογκ όταν ζωγράφισε τη γνωστή ψάθινη καρέκλα του, που σε κάνει ν' ανατριχιάζεις με την ενάργειά της.
Ο φωτογραφικός φακός δεν μπορεί να συλλάβει την πλησμονή που δείχνουν κάποτε τα πράγματα, επειδή η ψυχική τους φόρτιση οφείλεται στον άνθρωπο που τα κοιτάζει.
Είτε επικός είναι ο συγγραφέας είτε χρονικογράφος, ο τόνος της ζωής μπορεί να υψώσει στον υπερθετικό βαθμό τα ονόματα των πραγμάτων.
*
[...] ο συγγραφέας δεν παρέλειψε να υποδείξει τα χρονικά όρια της αφήγησής του.
Η πιο απομακρυσμένη χρονολογία του είναι το 1898, η χρονιά που ο Πρίγκιπας Γεώργιος κατέβηκε στο νησί ως Αρμοστής των «Προστατίδων Δυνάμεων», κομίζοντας μιαν ελευθερία υπό όρους: η Κρήτη δεν είχε πάψει να βρίσκεται υπό την επικυριαρχία του Σουλτάνου.
Η άλλη περιοριστική χρονολογία μες στο «Χρονικό» είναι το 1924, το έτος που έγινε η ανταλλαγή των πληθυσμών.
Ανάμεσα στις δύο χρονολογίες παρεμβάλλεται μια γενεά ανθρώπων, μια «φύλλων γενεή» καθ' Όμηρον. Τότε ακριβώς παρατηρείται η οικονομική παρακμή του τόπου. Ο καθένας μπορεί ν' αναρωτηθεί: παρακμή, την ώρα που η Κρήτη ανακτά την ελευθερία της;
Μάλιστα, η ελευθερία πληρώνεται ακριβά. Όσο παρέμενε υπόδουλη στον Τούρκο, η Κρήτη χρησίμευε ως διαμετακομιστικός σταθμός ανάμεσα σε δυό Αυτοκρατορίες, την Αυστροουγγρική και την Οθωμανική.
Από το Τριέστι έως τη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη, οι ξένοι είχαν τις παραθαλάσσιες πόλεις μας ως κέντρα ανεφοδιασμού των πλοίων τους και ως βολικά εμπορεία. Όταν η θαλάσσια αυτή επικοινωνία κόπηκε, επειδή το Κρητικό Πέλαγο έγινε ελληνικό, οι ανταλλαγές με τη φτωχή Ελλάδα δεν έφτασαν ν' αναπληρώσουν το παλιό εμπορικό και ναυτιλιακό κύκλωμα.
Από την άλλη μεριά, η αποχώρηση των ξένων στρατευμάτων και ναυτικών αγημάτων στέρησε το νησί από το χρυσάφι των παρεπίδημων καταναλωτών, και συνάμα έκαμε να διαλυθεί ένα εύπορο κοινωνικό στρώμα από διοικητικούς υπαλλήλους, προμηθευτές, μεσάζοντες και κερδοσκόπους.
Από τη μια μέρα στην άλλη, η οικονομία της Κρήτης συμπιέστηκε στα ασφυκτικά όρια μιάς γεωργικής κοινωνίας χωρίς διεξόδους.
Παντελής Πρεβελάκης, Το Ρέθεμνος ως ύφος ζωής (έκδ. Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 1977, σσ. 21-22, 22, 23-24).