Κεφ. ΚΑ' [...] Οι τελώναι και αι πόρναι, που παραμένουν σφηνωμένοι στη γή αυτή -με το χρήμα και την σάρκα- μπορούν να νιώσουν, μέσα στον μυχό της ύπαρξής τους, πνιγηρά το αδιέξοδο τού βίου τους. Ετούτο ακριβώς το αδιέξοδο τού παραλόγου τούς ωθεί ενστικτωδώς προς τον Θεό. Είναι η μόνη ανάσα που μπορούν να πάρουν μέσα στον πνιγηρό «κατακλυσμό της αμαρτίας».
Όλοι οι άλλοι -«Γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί», αμέριμνοι και εγκόσμιοι-, έχουν την ψευδαίσθηση μιας σχέσης τους με τον Θεό που όμως δεν είναι οργανική. Δεν νιώθουν πως η σχέση αυτή έχει συντριβεί με την συνειδησιακή τους τύφλωση.
Το μέγα, κρίσιμο υπαρκτικό άθλημα τού σημερινού ανθρώπου -αν όχι, τού ανθρώπου κάθε εποχής: να μην αφήσει ώστε ο κόσμος να τυφλώσει την συνείδησή του. Γιατί η συνείδηση, ως μύχια φωνή τής ψυχής, σε ειδοποιεί πως πίσω από την γοητεία ή την δραματικότητα τού βίου αυτού, υψώνεται η μετά θάνατον πραγματικότητα, η συνάντηση τού Ανθρώπου με τον Θεό -κορύφωση τού υπάρχειν.
*
Κεφ. ΚΒ' Ο λόγος περί των ολίγων που συγκροτούν την μερίδα των εκλεκτών, αυτών που θα εισέλθουν στην βασιλεία του Θεού, αντηχεί βαρύς, καταθλιπτικός, σχεδόν απάνθρωπος.
Βέβαια, όσοι κλητοί δεν ανταποκρίνονται στην θεϊκή πρόσκληση, είναι σωστό να μην συμμετάσχουν στους θεϊκούς γάμους αλλά ένας δυσερμήνευτος πόνος τούς περιβάλλει, ο τυφλός, σχεδόν ενστικτώδης πόνος τού τετελεσμένου. Πρόκειται για τον σπαραγμό τού ανθρώπου καθώς νιώθει να εκπίπτει από την τροχιά που τού χάραξε ο Δημιουργός του.
Πέρα από τα όρια τού κόσμου αυτού δεν υπάρχει μετάνοια -ίσως επειδή έχει εξαντληθεί ο ανθρώπινος χρόνος. Αυτό το πάγωμα, η αδράνεια τής Δημιουργίας όλης συγκλονίζει. Εξάντληση τής Ιστορίας. Άπνοια. Μη - Χρόνος.
Η προετοιμασία των γάμων Θεού και Ανθρώπου είναι η επίγεια ζωή, η επικράτεια του Χρόνου. Η άλλη ζωή, η άχρονη πλέον, είναι η επικράτεια του θεού.
Είμαστε σκιές μέσα στον χρόνο, σκιές βιαστικές, φευγαλέες, καμιά χαρά δεν μπορεί ν' αντέξει τέτοιον σπαραγμό τού όντος που κατευθύνεται στον θάνατό του, στον προθάλαμο τής άλλης ζωής, εκείνης που προγεύονται μονάχα όσοι, έχοντας κατανικήσει το φάσμα τού κόσμου ετούτου, πιστεύουν στην υπέρβαση της θνητότητάς τους, τής χρονικότητας, τής φθοράς τους.
Το γήρας ακριβώς προειδοποιεί για όλα, οξύνοντας την οδύνη τής εγκοσμιότητας, τής μετάβασης προς μια «περιοχή» που επιβλέπει μόνο η πίστη, ποτέ η γνώση.
Ανάγκη, λοιπόν, τραγική να κατανικηθεί η εξουσία της λογικής, να εισέλθει ο άνθρωπος σε κατάσταση μετα-λογική, να ζήσει πλέον ως όν μετα-λογικό, για να κατορθώσει, διά τής πίστης, να επιζήσει μετά θάνατον.
Πάλιν και πολλάκις, ενώπιον τού μυστηρίου τού θανάτου, υπάρχουμε. Και ο χρόνος καταντά μια βίωση οδυνηρή, πικρή και αφόρητη. Ο θάνατος αποκαλύπτεται ως γεγονός «λογικό». Το γήρας όμως, όχι. Είναι η κατάχρηση τού χρόνου.
Κώστας Ε. Τσιρόπουλος, Ανάγνωση του Κατά Ματθαίον Ιερού Ευαγγελίου (έκδ. Ο μικρός Αστρολάβος/14, Αθήνα 2007, σσ. 64-65, 66-68).