ΚΡΑΥΓΗ ΤΗΣ ΝΕΟΛΑΙΑΣ
Γενιά, που τη σκυτάλη έρχεσαι
σε μάς να παραδώσεις,
πώς έχεις πέσει έτσι τόσο χαμηλά
κι απεγνωσμένα με τα χέρια αψηλά
θες να μάς φτάσεις;
Γενιά, όπου το τρέξιμό σου
προς την ηθική είναι αργό
στο λίγο δρόμο που σού έχει μείνει,
έχεις πέσει...
Τί θα μάς δώσεις τώρα
μια, και δεν μάς έχεις φτάσει;
Μη θέλεις να γυρίσουμε πίσω εμείς;
Αυτό είναι αδύνατο!
*
Γι’ αυτό, χωρίς ιδανικά και ηθική
χωρίς τα παραδείγματα
εμείς οι νέοι πάμε.
*
Γενιά, που τη σκυτάλη έρχεσαι
σ’ εμάς να παραδώσεις
τίποτε δεν μάς έδωσες.
Μάς άφησες χωρίς βοηθό,
και μάς έχεις προδώσει...
*
ΜΙΛΑΕΙ Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
[…]
Μη κυττάξεις το ρούχο μου
πούναι ραμμένο
με μόδα παλιά,
ασιδέρωτο,
μ’ ένα κουμπάκι σπασμένο.
Πόσοι είναι γυμνοί!
Μη μού πείς «δεν κοιμάσαι πολύ...»
Είναι τόσοι που χρόνια ξαπλώνουν
μα το μάτι δεν κλείνουν
από πόνο, από θλίψη.
Μη μού πείς το «Σταμάτα,
πρέπει λίγο να ξαποστάσεις»
γιατί έχω βαριά προσταγή
να βαδίζω συνέχεια.
*
[…]
-Έλα μαζί μου
μάς προσμένουν οι άνθρωποι.
*
ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ
[…]
*
Αν το βράδυ περάσεις στο δρόμο
και δείς τα παράθυρα νάχουνε φώς
και είναι μακρυές οι κουρτίνες
μη φύγεις, μη σταθείς από έξω
σε προσμένει ο ανθρώπινος πόνος
που είν’ δικός σου αδελφός.
Γιώργος Β. Μαυρομάτης, Εσχάτη Ώρα. Στοχασμοί (Ν. Σμύρνη 2024 (β’ - α΄ Ξάνθη 1965), σσ. 29, 64, 65).