Παρατηρήσαμε τα παιδιά που μάζευαν την κοπριά των αγελάδων απ’ τον δρόμο, τοποθετώντας την σε επίπεδα πλατιά καλάθια… Παρατηρήσαμε τις ομάδες των νεαρών Μουσουλμάνων με τα βιβλία τους κάτω από τα μπράτσα τους… Παρατηρήσαμε ένα αποχωρητήριο, δύο ψηλούς τοίχους μισό μέτρο πάνω από τις παρειές του αυλακιού, ανάμεσα στους οποίους οι Ινδοί κατουρούσαν καθισμένοι όπως είναι η συνήθειά τους… Παρατηρήσαμε τα κοράκια, πανταχού παρόντα στην Ινδία, με το ανώφελο σκούξιμό τους… Διασχίσαμε ολόκληρη την πόλη που όπως όλες οι Ινδικές πόλεις, είναι μια αδιαμόρφωτη μάζα γύρω από μία αγορά.
*
Καθώς η βάρκα απομακρύνεται φανερώνεται η όχθη στην ολότητά της. Ψηλά πάνω σε απόσταση ακτινοβολούν φώτα και εκεί υψώνεται το περίγραμμα ενός είδους πολιτείας του Άδη αλλά σε σεμνότερες αναλογίες, σχεδόν επαρχιώτικη. Είναι οι τοίχοι από τα παλάτια που οι μαχαραγιάδες και οι πλούσιοι κτίζουν για τον εαυτό τους με σκοπό να έρθουν να πεθάνουν στον Γάγγη.
Είναι οι ναοί, οι καλύβες, τα προστατευτικά τείχη. Αλλά όλα σκαρφαλωμένα με το ζόρι, συσσωρευμένα σε ένα απερίγραπτο χάος. Κάτω χαμηλά λάμπουν οι φωτιές πάνω σε μία άλλη αποβάθρα όμοια με εκείνη που μόλις αφήσαμε. Τώρα την πλησιάζουμε. Ένα κομμάτι μαύρης κεκλιμένης όχθης γεμάτης πλεούμενα.
Φθάνουμε κάτω από τις φωτιές. Είναι νεκρικές πυρές. Τρεις, δύο ψηλές όσο το ύψος μιας κινητής σκάλας και μία χαμηλότερη, λίγα μέτρα από την επιφάνεια του νερού.
Κατεβαίνουμε από την λικνιζόμενη βάρκα και περνώντας από τις καρίνες των άλλων πλεούμενων περιφερόμαστε ανάμεσα στην τέφρα και τα καμίνια, ακολουθώντας ένα τοίχο που μοιάζει να επέζησε σεισμού. Φθάνουμε από δύο σκάλες σε ένα ορθογώνιο χώρο όπου καίνε δύο πυρές.
Γύρω από τις πυρές βλέπουμε πολλούς Ινδούς να κάθονται συσπειρωμένοι με τα συνηθισμένα τους κουρέλια. Κανείς δεν κλαίει, κανείς δε λυπάται, κανείς δε νοιάζεται να συνδαυλίσει την φωτιά. Μοιάζουν όλοι να περιμένουν απλώς να τελειώσει η φωτιά μόνη της, χωρίς ανυπομονησία, χωρίς τουλάχιστον ένα αίσθημα πόνου, σκοτούρας ή περιέργειας.
Περπατούμε ανάμεσά τους κι εκείνοι ήσυχοι, ευγενικοί και αδιάφοροι μάς αφήνουν να περάσουμε μέχρι την άκρη τής πυράς. Δεν μπορείς να ξεχωρίσεις τίποτε, μόνο μία ποσότητα ξύλων, καλοκομμένων και καλοστοιβαγμένων στο μέσον της οποίας βρίσκεται ξαπλωμένος ο νεκρός.
Αλλά τώρα καίγεται ολόκληρος και τα μέλη δεν διακρίνονται από τα μικρά κλαδιά. Δεν υπάρχει κανένα άρωμα εκτός από εκείνο το λεπτό της φωτιάς.
Επειδή ο αέρας είναι κρύος πλησιάζουμε ενστικτωδώς με τον Μοράβια τις πυρές και καθώς προχωρούμε συνειδητοποιούμε ότι καταλαμβανόμαστε από το ευχάριστο αίσθημα που έχουν οι άνθρωποι όταν στέκονται γύρω από μια φωτιά τον χειμώνα, με δάκτυλα μουδιασμένα, απολαμβάνοντας το να στέκονται εκεί με μια ομάδα περιστασιακούς φίλους στα πρόσωπα των οποίων, στα ρούχα των οποίων, ατάραχα η φλόγα ζωγραφίζει την βαρειά της αγωνία.
Κι έτσι άνετα, μέσα στην ζεστασιά, βλέπουμε τον φτωχό νεκρό από κοντά να καίγεται εκεί, χωρίς να στενοχωρεί κανένα. Ποτέ, σε κανένα μέρος, σε καμιά χρονική στιγμή, σε κανένα συμβάν κατά την παραμονή μας στην Ινδία δεν νοιώσαμε τέτοια βαθειά αίσθηση επικοινωνίας, γαλήνης και -σχεδόν- χαράς.
Πιέρ Πάολο Παζολίνι, Το Άρωμα των Ινδιών (έκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 1986 (β΄), σσ. 79, 130-133).