Τρίτη 4 Αυγούστου 2026

στον ‘συνήθη τόπο των εκτελέσεων’ έξω από τα κάστρα...


Φεύγει λοιπόν ο καιρός, οι άνθρωποι πεθαίνουνε-
φαίνεται πήγανε μαζί, μαζί με τόσους άλλους,
δίκαιους και αδίκους, ψηλά, στο χώμα, κόκαλα μονάχα.*

[…] Μετά την απελευθέρωση από τους Γερμανούς, δεν πήγε πολύς καιρός, οργίαζαν οι παρακρατικοί, πάλι· αρχές του ‘47, μια νύχτα μπουκάρανε στο σπιτικό του, τον πήραν, πήραν και άλλα τρία παλληκάρια από διπλανές παράγκες δίχως λόγο εκείνους, και όλους μαζί, έξω από τα τείχη, τούς εκτέλεσαν.

Τούς βρήκαν το πρωί περαστικοί, ειδοποίησαν τα σπίτια τους, οδυρμός. [...]

*

[…] Ο Τάσκος, ο πρωτότοκος γιός, ο πιο ζωηρός, συνδέθηκε με τις πολιτικές οργανώσεις του κόκκινου κόμματος, του εκτός Νόμου· στα δεκαοχτώ του ήταν κιόλας στα μπουντρούμια. Από κεί στη φυλακή της εξορίας, δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος. Αλβανικό μέτωπο, απόδραση και νά τος τώρα, πρώτα χρόνια γερμανικής κατοχής, στέλεχος του Κόμματος κάπου στην περιοχή Πιερίας – Θεσσαλονίκης. Παράτολμος, πανέξυπνος, ρεαλιστής, με πολλά καθήκοντα σε όλα τα παράνομα μερόνυχτά του.

Μετά από δέκα μήνες ριψοκίνδυνων αποστολών, σε κάποιο σημείο έσπασε το «δίχτυ». Κάποιος (μα ποιός;) τον κάρφωσε. Στο σπίτι ενός συντρόφου, κάπου στην περιοχή Δόξα της Σαλονίκης, τον έπιασαν συνεργάτες των Γερμανών. Συνοπτικές οι διαδικασίες, πρόλαβε και τον είδε για λίγο στη φυλακή βουρκωμένη η μάνα, η κυρά-Μαρία. Την άλλη μέρα, 23 του Μάη, τόν πήρε το σκοτάδι. Μαζί με άλλα έξι παλικάρια, στον «συνήθη τόπο των εκτελέσεων» έξω από τα κάστρα του Γεντή Κουλέ, τον εκτέλεσαν.

Η μάνα του δεν εννόησε ποτέ τον θάνατό του. «Γιατί», «γιατί», «γιατί», μονολογούσε πλημμυρισμένη στα δάκρυα. Το κακό ποτέ δεν το συγχώρησε στη ζωή της. Και τότε και αργότερα μηνούσε στον άλλο γιό της, τον Βάσκο, να βρεί οπωσδήποτε το χώμα που σκέπασε, κακήν κακώς, τον αδερφό του, τον πρωτότοκό της.

-Βάσκο, τού μηνούσε, μην ξεχάσεις ποτέ, να βρεις το μέρος που σκότωσαν και θάψανε τον Τάσκο, εκεί ένα κερί ν’ ανάψουμε, η ντούσια [: ψυχή] του να λαφρώσει... [...]

*

κόντευε τα ογδόντα […] Πρώτα πήγαν στο Δημαρχείο του συνοικισμού Συκεών, είχε ορισμένες πληροφορίες για τις εκτελέσεις, τότε. Μπήκαν στη σειρά, ρώτησαν τον αρμόδιο υπάλληλο, άνοιξαν τα κατάστιχα, δεν βρήκαν ίχνος εκεί, τίποτε. Λεπτό προς λεπτό μεγάλωνε η ταραχή του Βάσκου, με προτροπή του υπαλλήλου πήγαν, κατόπιν, στο πιθανό αρμόδιο τμήμα του κεντρικού Δημαρχείου Θεσσαλονίκης, σε κάποια πάροδο της Μοναστηρίου. Εκεί ρώτησαν, από το ένα γραφείο στο άλλο, «ψύλλους στ’ άχυρα» έψαχναν, κάτι όμως άρχιζε να χαράζει.

Στο πρωτόκολλο του έτους 1942, βρέθηκε η σημείωση του γεγονότος εκείνου! Εφτά πολίτες εκτελεσμένοι από τους Γερμανούς, στις 23 Μαΐου του έτους 1942· και τα ονόματά τους, α, β, γ, δ… Πέμπτος στη σειρά Αναστάσιος Καρατζάς – ο Βάσκος κόντευε να λιγοθυμίσει… Για το πού όμως καταχωνιάστηκαν δεν υπήρχε κανένα σημάδι.

Νέος γύρος στα γραφεία ενός άλλου ορόφου, κάποιος προϊστάμενος, που ζήτησαν τη βοήθειά του, «έχω εξυπηρετήσει και άλλες παρόμοιες υποθέσεις», τούς είπε, «τότε τους εκτελεσμένους κανείς δεν ξέρει πού τους έθαβαν. Ψάξτε στα νεκροταφεία της Αγίας Φωτεινής, της Αγίας Παρασκευής, της Μαλακοπής, της Ευαγγελίστριας, μάλλον εκεί πηγαίνετε, εκεί ψάξτε στ’ αρχεία τους, ίσως βρείτε κάτι». […] έτρεξαν στην Ευαγγελίστρια. Το νεκροταφείο σήμερα δεν λειτουργεί […].

Ο υπάλληλος προθυμοποιήθηκε κατεβάζοντας παλιά, μεγάλου σχήματος, κιτάπια, πάλι και πάλι. Δυό φορές άνοιξε κρύπτες ντουλάπες όπου φυλούσε, κι εκεί, Αρχεία. Στερνά, σε κάποιο παλιό βιβλίο συμβάντων ενταφιασμού κατά το έτος 1942, βρέθηκεν η άκρη: «Μεταφέρθησαν υπό ειδικής γερμανικής υπηρεσίας επτά πτώματα, ήτοι,» (τα ονόματα των εκτελεσμένων, περί το τέλος της λίστας και ο Τάσκος). «Τα οποία και ενταφιάσθησαν», κατέληγε το κείμενο της αναφοράς.

Ο Βάσκος ετοιμόρροπος, ρώτησε αμέσως τον Σωτήρη, «βρε φίλε, μήπως ξέρεις πού περίπου έθαβαν τους σκοτωμένους τότε;». Σηκώθηκεν εκείνος, έδωσε κι αυτός αντίγραφο της πιστοποίησης και λίγο μετά τούς έδειξε έναν χώρο μακριά από τους επώνυμους τάφους, «να, κάπου εκεί, στα όρια του Νεκροταφείου». […]

Μάρκος Μέσκος, Νερό Καρκάγια. Πεζογραφήματα (έκδ. Ίκαρος, Αθήνα 2005, σσ. 49, 94-95, 100, 101-103). – Το motto εκ του ιδίου (ό.π., σ. 106).

Παρασκευή 31 Ιουλίου 2026

νερό του μαύρου βράχου


Συνήθεια ήταν κι αυτή, νά, όπως πίνεις το νερό,
όπως κόβεις μ’ ευλάβεια τη φέτα του ψωμιού
για να μην πεινάς.*

Νερό Καρκάγια, νερό καρά-καγιά, νερό του μαύρου βράχου – δυό συνθηματικές λέξεις που δηλώνουν τα μυστικά θεμέλια της μικρής πόλης (και εκτός των ορίων της) παρατεταμένα.

*

[…] Τότε που κλείνουν οι μέρες λίγο λίγο, οι νύχτες μαυρίζουν πολύ. Μετά βροχές, αέρηδες, παγωνιά. Και χιόνι. Κύκλος και πάλι κύκλος, επάλληλα· κι ο ένας μέσα στον άλλον καθώς οι κορμοί των δέντρων, σφαγμένοι εγκάρσια.

*

[…] απέναντι από την άλλη πλευρά του ποταμού, πάνω στο μονοπάτι που οδηγούσε στο πάρκο, υπήρχε ένα θεόρατο πλατάνι (νερά, χώμα, κορμός δέντρου, μπράτσα, φύλλα· και ήλιος και συννεφιά και άνεμος, νύχτα-μέρα. Και ίσκιος ζωής).

Κάποιος το είχε ανοίξει, τό ‘χε ξεκοιλιάσει μα γύρω γύρω ο κορμός, με τα νερά της χοντρής του φλούδας, στήριζε το δέντρο· και κείνο κρατούσε, ήταν ζωντανό σε όλο το ύψος.

Τώρα, εκεί, στη βάση, μια χωμάτινη φωλιά, ένας κύκλος διαμέτρου δύο μέτρων και. Τον χώρον αυτόν επέλεξεν ο Λάκης για υπνωτήριο, μια σιωπηλή στέγη που μιλούσε στο λήθαργό του. Εκεί το ξαπόσταμά του, ο ύπνος του κάθε νύχτα, «θα περάσει κι αυτή». Τον χωρούσε η «φωλιά» [...]

*

Πρακτικός γιατρός […] (γιατροπόρεψε πολλές νύχτες Αντάρτες, ήταν λοιπόν «συμπαθών»). Καλός Σαμαρείτης εκείνος πήγαινε όπου τού ζητούσαν, δεν κοίταγε προηγουμένως την ταυτότητα κανενός πληγωμένου, κανενός!

Πιο πολύ δεν εννόησεν κι ο αρμόδιος Ιατρικός σύλλογος Θεσσαλονίκης, του Ορθοπεδικού τμήματος κυρίως, που ανησύχησε, για λόγους ανταγωνιστικούς, από την παρουσία και το «κύρος» ενός φυλακισμένου χωρικού, δήθεν γιατρού.

Τον επισκέφθηκαν λοιπόν στο κελί του, να δούνε από κοντά το «φαινόμενο», εκείνος τούς υποδέχτηκε χαμογελώντας, «καλώς τα παιδιά», αμέσως η Επιτροπή των Θεσσαλονικέων ιατρών ζήτησεν εξηγήσεις, ιδίως να τούς δείξει τί και πώς ακριβώς «δουλεύει».

Τί να σάς δείξω, ρώτησε ο κυρ-Χρήστος, να… Στο περβάζι του παραθύρου κούρνιαζε ένα γατί που τού ‘καμνε συντροφιά· το πήρε, το εξάρθρωσε τελείως, εκείνο «νιάου», και το απίθωσε χαλάκι στα πόδια τους.

Κοιτάχτηκαν τα μέλη της Επιτροπής μεταξύ τους, «πάρτε το γατί και κάντε το να περπατήσει πάλι» ξαναμίλησε ο Ρουσουλέντσης, «θέλουμε καιρό, χειρουργείο, γύψο» ψέλλισαν οι άλλοι, δεν άφησε το γατί να υποφέρει περισσότερο ο μπαρμπα-Χρήστος, το πήρε μαλακά, ξανάβαλε τα πάντα στη θέση του σώματός του και το άφησε να φύγει από το παράθυρο.

Η Επιτροπή, περίπου ντροπιασμένη, γύρισε πίσω άπρακτη· ο Ρουσουλέντσης οχτώ μήνες μετά αποφυλακίστηκε […].

*

[…] χελώνες, λαγοί· κι όλα τα πουλιά! Αετοί, πελαργοί, γκαβράνια, κάργες, γκουγκούφες, χελιδόνια, τρυγόνια, πάπιες, χήνες, λαϊνάρια, σπίνοι, σουσουράδες, κότσυφες, συκοφάγοι, κίσσες, καρδερίνες, γαρδέλια, σπούργοι. Και δρυοκολάπτες - «πώς χτυπούν τον κορμό των δέντρων σημαίνοντας συναγερμό, ανήσυχα τα μερμήγκια πανικοβάλλονται τρέχοντας πάνω κάτω και τότε ο δρυοκολάπτης αμολάει τη γλώσσα του στις κρύπτες των μερμηγκιών, εκείνα διστάζουν στην αρχή μα σε λίγο, τί ωραίος μεζές, λένε, πλησιάζουν, ο δρυοκολάπτης απ’ έξω ακίνητος, εκείνα ανεβαίνουν στη γλώσσα πίνοντας πρώτα την υγρασία της και τότε το φτυάρι της γλώσσας, σαν ένα τεράστιο φορτωμένο βαγόνι με μυρμήγκια, βρίσκεται αστραπιαία στον οισοφάγο τού πουλιού· έτσι ο κατεργάρης, ο δρυοκολάπτης, γεμίζει το στομάχι του». Μάς μάγευε ο κυρ-Γιάννης!

Μάρκος Μέσκος, Νερό Καρκάγια. Πεζογραφήματα (έκδ. Ίκαρος, Αθήνα 2005, σσ. 11, 14, 55, 42-43 87). – Το motto εκ του ιδίου (ό.π., σ. 13).

Δευτέρα 27 Ιουλίου 2026

δεν γνωρίζαμε ακόμη τα κατοπινά αίματα


Αν υπάρχουν θεοί, μαζί σου θα είναι πάντα,
γιατί είσαι δίκαιος άνθρωπος. Αν δεν υπάρχουν,
τότε τί νόημα έχει αυτός ο μόχθος
που ονομάζουμε ζωή;*

[…] Η απελευθέρωση ήταν πρόσφατη, δεν ήταν μακριά. Μόλις είχεν τελειώσει εκείνη η Κατοχή, δεν γνωρίζαμε ακόμη τα κατοπινά αίματα και τ’ αλλεπάλληλα συρματοπλέγματα. Πιστεύαμε, άκαιρα, ότι τώρα πια καλοσύνεψε ο κόσμος, το κακό χάθηκε πολύ μακριά…

Έτσι ξεθαρρεύαμε.
Σιγά σιγά στήνονταν πάλι οι δουλειές, έστω του ποδαριού και της παράγκας, ξεχέρσωναν οι ξωμάχοι τα κτήματά τους και προπαντός ελευθέρωναν τη γή από τις πάμπολλες νάρκες. Σακατεύτηκαν βέβαια πολλοί, κάποιοι νέοι, όταν βοσκούσαν τα λιγοστά τους ερίφια σε μακρινότερες περιοχές, πατούσαν τις νάρκες και τα σημάδια από τις ανατινάξεις μια ζωή στη γωνιά μαζί τους μαράζι (όταν δεν τύχαινε ο ακαριαίος θάνατος, ο πιο συχνός). […]

*

[…] Απρίλης ήταν. Η νάρκη σκότωσε τον ξάδερφο μια κι όξω, έγινε κομμάτια, μέρες τά ‘ψαχναν για να κάνουν την κηδεία του. Λίγο πιο πέρα από το παραμεθόριο χωριό του Καϊμάκτσαλαν, βοσκώντας λιγοστά γίδια, ο Λιαλιάς ο Αχιλλέας κι ο ξάδερφός του, συνέβη το κακό.

Ο ξάδερφος πάτησε τη νάρκη κι έγινε κομμάτια, ο Λιαλιάς ο Αχιλλέας μετά την έκρηξη έσκουζε στην ερημιά μισοπεθαμένος, έτρεξαν κάποιοι, τελικά τον σήκωσαν, ο πατέρας του όσο γρήγορα μπορούσε τον πέρασε από την άλλη μεριά του βουνού, εκεί τον γιατροπόρεψαν, σταμάτησαν τις αιμορραγίες, σ’ ένα πρόχειρο χειρουργείο έγινε ό,τι έγινε.

Όταν πατέρας και γιος καβάλα στο άλογο γύρισαν πίσω, ο Λιαλιάς ο Αχιλλέας είχε ένα χέρι μόνο, το δεξί, το άλλο σχεδόν σύρριζα κομμένο από τον ώμο· και το ένα μάτι το αριστερό υπήρχε αλλά ήταν γκρίζο, σαν γκαζιά, σαν λευκό κουινάκι, δεν έβλεπε από κεί. […]

*

Ο μπαρμπα-Τρύφων ο Βλαντοβίτης είχε κι άλλον γιο στο Αντάρτικο. Δεν τό ‘παμε τότε. Τυχερός ήταν αυτός, δεν σκοτώθηκε, όπως ο αδερφός του, στον Εμφύλιο· μετά την ήττα οι γνωστοί δρόμοι, μαζί μ’ άλλους συναγωνιστές πέρασε στην Αλβανία, λίγο μετά στο λιμάνι, στην Αυλώνα, και εν συνεχεία στ’ αμπάρια των καραβιών, στριμωγμένοι μέρες και νύχτες αμίλητοι, είχαν εντολές να μην ακούγονται και να μη βλέπονται κυρίως, πέρασαν το Ιόνιο, πέρασαν όλο το Αιγαίο πέλαγος κι όταν έφτασαν στα Δαρδανέλια τότε μόνο ξετρύπωσαν, ξεθάρρεψαν κι ανάψανε τσιγάρο στο κατάστρωμα. Πού πήγαιναν;

Πιάσαν λιμάνι ψηλά στον Εύξεινο Πόντο τριάντα μέρες μετά, άλλες τόσες περίπου χρειάστηκε αλλάζοντας τρένα, προς Ανατολάς πάντα, για να καταλήξουν στην Τασκένδη.

Στην τρίτη πολιτεία έμεινε κάπου εννιά μήνες, ανάγκη να μπεί στο Νοσοκομείο εξαιτίας της παλιάς πληγής από τον όλμο στο Βίτσι, τού άνοιξε η οβίδα τα σπλάχνα στην κοιλιά και μπόρεσε κρατώντας τα, παραζαλισμένος, στα χέρια του να τα σώσει· να σώσει και τη ζωή του όταν μετά τη μάχη έτρεξαν οι σύντροφοι και τον σήκωσαν με προσοχή και τον πήγαν στ’ ορεινό, μα τώρα πάλι εξετάσεις πάλι γιατρούς· τον πήγαν στη Μόσχα, γλίτωσε πάλι, από κεί στο Βουκουρέστι, στο Βελιγράδι με άδεια, λίγο λίγο κατέβαινε πιο κοντά στο γεωγραφικό σημείο του χωριού του, ζήτησε να καταλήξει στα Σκόπια· και πήγε τελικά. […]

*

[…] και πέρασαν τα σύνορα, μετά την ήττα, κάπου στην Αλβανία, στην Αυλώνα κατόπιν και στ’ αμπάρια των πλοίων το ταξίδι από το Ιόνιο και το Αιγαίο πέλαγος, τα Δαρδανέλια, τον Βόσπορο· στον αέρα της Μαύρης Θάλασσας αναπνέοντας είδαν τον ήλιο ύστερα από τόσες ημέρες και πέταξαν τα δίκοχά τους ψηλά, τώρα ασφαλείς, τώρα χωρίς χτυποκάρδια στη νέα ζωή, έστω, μακριά από την Πατρίδα – μήτε τώρα…

Έπειτα το αναγκαστικό ταξίδι προς Ανατολάς, προς την έρημο των Ουζμπέκων, στην Τασκένδη καταλήξανε, συμμαζεύτηκαν, άρχισε η ζωή, για πολλούς, από το μηδέν. Σε πολιτείες εμιγκρέδων ζούσαν, το Κόμμα πάντα παρόν, άγρυπνο. Που δεν τού ‘δινε του Βάσκου την έγκριση να σπουδάσει Φιλολογία – μήτε τότε.

Τολμηρός όμως εκείνος πήγε στους Ρώσους διοικητές των Σχολών κι αυτοί τον πέρασαν στις τάξεις των πολιτικών μηχανικών, το Κόμμα τού ‘κανε αυστηρή επίπληξη γιατί παράκουσε τις δικές του διαταγές που τού απαγόρευαν (σχεδόν) να σπουδάσει -πόσες φορές δεν καταράστηκε εκείνο το ντουβαράκι στο χωριό του! [ενν. όπου μετά την απελευθέρωση κατέβηκε στο χωριό του «και μίλησε στη γλώσσα των πατέρων του», ήτοι τα εντόπια!].

Μάρκος Μέσκος, Νερό Καρκάγια. Πεζογραφήματα (έκδ. Ίκαρος, Αθήνα 2005, σσ. 25-26, 66-67, 58-59, 97). –Για την οδό διαφυγής από Αλβανία ίσαμε την Τασκένδη!


-----

* Ευριπίδη, Ιφιγένεια εν Αυλίδι (μτφρ. Παναγιώτα Πανταζή, έκδ. 5η εποχή τέχνης για το Φεστιβάλ Αθηνών-Επιδαύρου, Αθήνα 2022, σ. 87).

Πέμπτη 23 Ιουλίου 2026

ένα μουσουλμανικό μαυσωλείο


Να η είσοδος του κοιμητηρίου. Ακόμη καμιά εικοσαριά βήματα
κι ο νεκρός θα είναι στι σπίτι του. Καθόλου δάκρυα. Έρχεται
από μόνος του με γρήγορο βηματισμό και μ’ εκείνο το λουλουδάκι στο πέτο.
[…] Θολωτά κτίσματα με ένα προσκυνητάρι, το μικρό κιγκλίδωμα
και λίγα λουλούδια τριγύρω.
Για τους νεκρούς είναι ακριβώς μια αξιοζήλευτη κατοικία αυτό το κοιμητήριο.
Μακριά από το χωριό, οι ζωντανοί έρχονται σπάνια. […] *

Φθάσαμε στην Άγκρα. Τυχαία σχηματισμένα περίχωρα, διαφορετικά από οπουδήποτε αλλού, με αποικιακά δημόσια κτίρια ενός μόνου ορόφου, άσπρα και εγκαταλελειμμένα μέσα στην λέπρα και τις τρώγλες.

Μπουλούκια γυναικών ντυμένων σε πράσινο Σάρι, βιολεττί Σάρι, κόκκινο Σάρι, όλες με βραχιόλια στους καρπούς και στους αστραγάλους οι οποίες δούλευαν μανιωδώς στο μέσον πένθιμων σκονισμένων τετραγώνων. Μικρές γέφυρες πάνω από ποτάμια Γένεσης με τις κοίτες τους στεγνές και στρωμένες με ρούχα κάθε χρώματος, που γυάλιζαν σε ένα πνιγηρό χειμωνιάτικο ήλιο πάνω στις πέτρες, πάνω στο καμμένο χορτάρι.

Αποβλακωμένες αγελάδες, ομάδες μαθητών, άνδρες πάνω σε μεγάλα ποδήλατα με ένα σεντόνι ανάμεσα στα πόδια τους που φτερούγιζε θλιβερά στον άνεμο.

Στην Άγκρα υπάρχει το Τατζ Μαχάλ. Ο Άγιος Πέτρος της Ινδίας. Στην πραγματικότητα είναι ένας ναός ή καλύτερα ένα Μουσουλμανικό -όχι Ινδουϊστικό- μαυσωλείο. Αλλά αποτελεί ωστόσο την εθνική αρχιτεκτονική φιγούρα, το έμβλημα της Air India, το όνειρο των Εγγλέζων άγαμων κυριών.

Εκεί βγάζεις τα παπούτσια σου στην αχανή αυλή μπροστά, και με τον μόλις και μετά βίας θυμό που προκάλεσε η αφαίρεση των παπουτσιών σου για εκατοστή φορά, εισέρχεσαι ανάμεσα σε ομάδες τουριστών που είναι ντυμένοι σαν ζητιάνοι -και σε ζητιάνους που είναι σοβαροί σαν τουρίστες.

*

[…] στις πλευρές, κατά μήκος των μαρμάρινων τοίχων οι τέσσερις πόρτες από μάρμαρο και απέναντι το μεγάλο μαρμάρινο οικοδόμημα ανάλογο με τα δικά μας βαπτιστήρια με ένα μιναρέ μαρμάρινο. Ολόκληρο ακτινοβολεί, άσπρο και ψυχρό, με φόντο τον ουρανό που πίσω του ξεχύνεται πάνω από την στροφή του μεγάλου ποταμού.

Ένα αληθινό παγωμένο παλάτι. Η μουσουλμανική ποίηση, πρακτική και ανεικονική την ίδια στιγμή, πραγματική και αντιρεαλιστική την ίδια στιγμή, μοιάζει σαν να βρίσκεται στην Ινδία σε ένα κόσμο που δεν είναι δικός της. Ο πτωματώδης αισθησιασμός του Ινδικού τοπίου ανέχεται σαν ξένο σώμα στους Σαλγάρειους χώρους του μνημεία των Μουσουλμάνων κατακτητών, κλεισμένα στην αφηρημένη λειτουργική γεωμετρία τους, σαν εξωραϊσμένες φυλακές.

Ακόμη και μέσα στους Ινδούς Μουσουλμάνους υπάρχει κάτι το διχασμένο. Σαν ένα ξένο σώμα να έχει μπεί μέσα τους, η ζωή μιάς άλλης φύσης να έχει κεντρωθεί στη φύση τους. […] Εάν ο Ινδός χάσει την ανασφάλειά του, την ευγένειά του, το εύθραυστό του, την παθητικότητά του, τί θα απογίνει; Το Κοράνι σκληραίνει. Αποκαλύπτει βεβαιότητες, ενισχύει την ταυτότητα. Γι’ αυτόν τον λόγο δεν αισθάνομαι άνετα με τους Ινδούς της Μουσουλμανικής Θρησκείας […].

*

Κάθε φορά που κάποιος πηγαίνει να επισκεφθεί ένα μνημείο στη Ινδία, πέφτει δέσμιος του ξεναγού και ακολούθως τού πλήθους των ζητιάνων. Ένας ειρηνικός ταραξίας των ρουπιών και των ψιλών νομισμάτων. Στην «νεκρούπολη» της Άγκρας πέσαμε δέσμιοι του Abdullah, ενός μικρόσωμου Ινδού έφηβου Μουσουλμάνικου θρησκεύματος. Έπειτα προστέθηκε σ’ αυτόν, καθώς περνούσαμε κατά μήκος των αυλών και των προαυλίων, από τις εξωτερικές σκάλες και τα σκαλοπάτια, ένας Ινδουϊστής συνάδελφος, ο Bupati.

Ο Abdullah ήταν αναίσχυντος, ο Bupati συνεσταλμένος· ο Abdullah ένοιωσε κούραση από το να μάς ακολουθεί και ο Bupati δεν θα μάς είχε ποτέ εγκαταλείψει. Ο Abdullah έδειξε μια κάποια ειρωνεία για τον απροκάλυπτο θαυμασμό μας και ο Bupati ήταν πάντοτε δίπλα μας· στο τέλος ο Abdullah ζήτησε φιλοδώρημα, για εκείνον και για μια γυναίκα που ήρθε να μάς προσφέρει μερικά αρωματικά φρύγανα· ο Bupati εντούτοις δεν ζήτησε τίποτε και χαμήλωσε τα μάτια του εκτείνοντας απλώς ένα ευγενικό χέρι.

Πιέρ Πάολο Παζολίνι, Το Άρωμα των Ινδιών (έκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 1986 (β΄), σσ. 114-116, 116-117, 118-119).

-----
* Το motto εκ του Luigi Pirandello, Από μόνος του (έκδ. manifesto, Αθήνα 2024, σσ. 18, 19).

Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

ακτινοβολούν φώτα


Παρατηρήσαμε τα παιδιά που μάζευαν την κοπριά των αγελάδων απ’ τον δρόμο, τοποθετώντας την σε επίπεδα πλατιά καλάθια… Παρατηρήσαμε τις ομάδες των νεαρών Μουσουλμάνων με τα βιβλία τους κάτω από τα μπράτσα τους… Παρατηρήσαμε ένα αποχωρητήριο, δύο ψηλούς τοίχους μισό μέτρο πάνω από τις παρειές του αυλακιού, ανάμεσα στους οποίους οι Ινδοί κατουρούσαν καθισμένοι όπως είναι η συνήθειά τους… Παρατηρήσαμε τα κοράκια, πανταχού παρόντα στην Ινδία, με το ανώφελο σκούξιμό τους… Διασχίσαμε ολόκληρη την πόλη που όπως όλες οι Ινδικές πόλεις, είναι μια αδιαμόρφωτη μάζα γύρω από μία αγορά.

*

Καθώς η βάρκα απομακρύνεται φανερώνεται η όχθη στην ολότητά της. Ψηλά πάνω σε απόσταση ακτινοβολούν φώτα και εκεί υψώνεται το περίγραμμα ενός είδους πολιτείας του Άδη αλλά σε σεμνότερες αναλογίες, σχεδόν επαρχιώτικη. Είναι οι τοίχοι από τα παλάτια που οι μαχαραγιάδες και οι πλούσιοι κτίζουν για τον εαυτό τους με σκοπό να έρθουν να πεθάνουν στον Γάγγη.

Είναι οι ναοί, οι καλύβες, τα προστατευτικά τείχη. Αλλά όλα σκαρφαλωμένα με το ζόρι, συσσωρευμένα σε ένα απερίγραπτο χάος. Κάτω χαμηλά λάμπουν οι φωτιές πάνω σε μία άλλη αποβάθρα όμοια με εκείνη που μόλις αφήσαμε. Τώρα την πλησιάζουμε. Ένα κομμάτι μαύρης κεκλιμένης όχθης γεμάτης πλεούμενα.

Φθάνουμε κάτω από τις φωτιές. Είναι νεκρικές πυρές. Τρεις, δύο ψηλές όσο το ύψος μιας κινητής σκάλας και μία χαμηλότερη, λίγα μέτρα από την επιφάνεια του νερού.

Κατεβαίνουμε από την λικνιζόμενη βάρκα και περνώντας από τις καρίνες των άλλων πλεούμενων περιφερόμαστε ανάμεσα στην τέφρα και τα καμίνια, ακολουθώντας ένα τοίχο που μοιάζει να επέζησε σεισμού. Φθάνουμε από δύο σκάλες σε ένα ορθογώνιο χώρο όπου καίνε δύο πυρές.

Γύρω από τις πυρές βλέπουμε πολλούς Ινδούς να κάθονται συσπειρωμένοι με τα συνηθισμένα τους κουρέλια. Κανείς δεν κλαίει, κανείς δε λυπάται, κανείς δε νοιάζεται να συνδαυλίσει την φωτιά. Μοιάζουν όλοι να περιμένουν απλώς να τελειώσει η φωτιά μόνη της, χωρίς ανυπομονησία, χωρίς τουλάχιστον ένα αίσθημα πόνου, σκοτούρας ή περιέργειας.

Περπατούμε ανάμεσά τους κι εκείνοι ήσυχοι, ευγενικοί και αδιάφοροι μάς αφήνουν να περάσουμε μέχρι την άκρη τής πυράς. Δεν μπορείς να ξεχωρίσεις τίποτε, μόνο μία ποσότητα ξύλων, καλοκομμένων και καλοστοιβαγμένων στο μέσον της οποίας βρίσκεται ξαπλωμένος ο νεκρός.

Αλλά τώρα καίγεται ολόκληρος και τα μέλη δεν διακρίνονται από τα μικρά κλαδιά. Δεν υπάρχει κανένα άρωμα εκτός από εκείνο το λεπτό της φωτιάς.

Επειδή ο αέρας είναι κρύος πλησιάζουμε ενστικτωδώς με τον Μοράβια τις πυρές και καθώς προχωρούμε συνειδητοποιούμε ότι καταλαμβανόμαστε από το ευχάριστο αίσθημα που έχουν οι άνθρωποι όταν στέκονται γύρω από μια φωτιά τον χειμώνα, με δάκτυλα μουδιασμένα, απολαμβάνοντας το να στέκονται εκεί με μια ομάδα περιστασιακούς φίλους στα πρόσωπα των οποίων, στα ρούχα των οποίων, ατάραχα η φλόγα ζωγραφίζει την βαρειά της αγωνία.

Κι έτσι άνετα, μέσα στην ζεστασιά, βλέπουμε τον φτωχό νεκρό από κοντά να καίγεται εκεί, χωρίς να στενοχωρεί κανένα. Ποτέ, σε κανένα μέρος, σε καμιά χρονική στιγμή, σε κανένα συμβάν κατά την παραμονή μας στην Ινδία δεν νοιώσαμε τέτοια βαθειά αίσθηση επικοινωνίας, γαλήνης και -σχεδόν- χαράς.

Πιέρ Πάολο Παζολίνι, Το Άρωμα των Ινδιών (έκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 1986 (β΄), σσ. 79, 130-133).

Τετάρτη 15 Ιουλίου 2026

εκφρασμένη η αληθινή καλωσύνη


Το ταβάνι είναι είκοσι μέτρα ψηλά και όλο είναι διάτρητο από συμμετρικά παράθυρα, ορθογώνια ή σχήματος ημισελήνου, ανοιχτά. Μέσα στο κρύο της νύχτας… Από κάτω σχεδόν θλίψη. Μια μεγάλη αίθουσα αναμονής, άσπρη, με ένα πορτραίτο του Γκάντι στον τοίχο.

Ενός Γκάντι γυμνού σαν σκουλήκι, με ένα πολύ καθαρό κομμάτι λινού υφάσματος γύρω από το ισχύο και γυαλιά στην φάτσα, ελκυστικός όσο μια χελώνα.

*

Η αδελφή Τερέζα είναι μεγάλη στην ηλικία, με σκούρο δέρμα, διότι είναι Αλβανή, ψηλή, στεγνή, με δύο σχεδόν ανδρικά μήλα στο πρόσωπο και μια ευγενική ματιά που «βλέπει» τα πάντα καθώς κοιτάει. Μοιάζει εντυπωσιακά με μια διάσημη Αγία Άννα, τού Μιχαήλ Άγγελου. Και στα χαρακτηριστικά της είναι εκφρασμένη η αληθινή καλωσύνη, όπως περιγράφτηκε από τον Προυστ για την γριά Φρανσουάζ. Καλωσύνη χωρίς συναισθηματικά πρόσθετα, χωρίς προσδοκίες, ήσυχη συνάμα και εφησυχαστική, δυνατή και χρήσιμη.

*

Οι άνθρωποι της Ινδίας που εντρύφησα, ακόμη κι αν έχουν στην κατοχή τους κάτι ή εκτελούν εκείνο το λειτούργημα που καλείται «διακυβέρνηση», γνωρίζουν πως δεν υπάρχει ελπίδα. Μόλις και μετά βίας βρήκαν κάποια ελευθερία από την κόλαση με την βοήθεια μιας σύγχρονης πολιτιστικής χειραφέτησης, αλλά γνωρίζουν πως πρέπει να παραμείνουν στην κόλαση.

Ο ορίζοντας και τής πιο ασαφούς αναγέννησης δεν είναι ορατός σ’ αυτήν την γενιά ούτε κάν στην επόμενη και ποιός ξέρει σε ποιά από τις επόμενες. Η απουσία κάθε πραγματοποιήσιμης ελπίδας ωθεί την Ινδική μεσαία τάξη όπως είπα προηγουμένως, να κλείνεται σ’ εκείνη την μικρή βεβαιότητα που κατέχει. Την οικογένεια. Στριμώχνονται σ’ αυτήν για να μην βλέπουν ή να μην βλέπονται.

*

Μέσα σε ατμόσφαιρα Λεοπάρδαλης μερικά παιδιά παίζουν μπροστά από το σπίτι των γονιών τους. Ένα πολύ μικροκαμωμένο παιδί κρύβεται μέσα σε ένα υπόστεγο και γρήγορα το βρίσκουν. Το άλλο, λίγο πιο μικροκαμωμένο, μάς κοιτάζει γεμάτο γλυκύτητα. Κοντά υπάρχουν επίσης μια κατσίκα με μικρά που ακόμη θήλαζαν, ένα σκυλί και ένας μικρός παπαγάλος σε ένα κλουβί κρεμασμένο στα κλαδιά του banjan μπροστά από το σπίτι.

Ο Μοράβια δεν κρύβει την έντονη συμπάθειά του για ένα από τα μικρά κατσίκια που πηδάει τριγύρω όλο ζωντάνια φωνάζοντας την μητέρα του. «Μα, Μα...»

Θα ήθελα να το πιάσω για να το χαϊδέψω αλλά ξεφεύγει. Έπειτα το κυνηγάει το παιδί που επιστρέφει σ’ εμάς με το κατσικάκι στην αγκαλιά του. Το κατσίκι είναι πολύ άσπρο, το παιδί πολύ μαύρο. Και τα δύο έχουν το ίδιο ευγενικό βλέμμα στα μάτια τους.

Πιέρ Πάολο Παζολίνι, Το Άρωμα των Ινδιών (έκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 1986 (β΄), σσ. 124-125, 52, 81, 126).