Συνήθεια ήταν κι αυτή, νά, όπως πίνεις το νερό,
όπως κόβεις μ’ ευλάβεια τη φέτα του ψωμιού
για να μην πεινάς.*
όπως κόβεις μ’ ευλάβεια τη φέτα του ψωμιού
για να μην πεινάς.*
Νερό Καρκάγια, νερό καρά-καγιά, νερό του μαύρου βράχου – δυό συνθηματικές λέξεις που δηλώνουν τα μυστικά θεμέλια της μικρής πόλης (και εκτός των ορίων της) παρατεταμένα.
*
[…] Τότε που κλείνουν οι μέρες λίγο λίγο, οι νύχτες μαυρίζουν πολύ. Μετά βροχές, αέρηδες, παγωνιά. Και χιόνι. Κύκλος και πάλι κύκλος, επάλληλα· κι ο ένας μέσα στον άλλον καθώς οι κορμοί των δέντρων, σφαγμένοι εγκάρσια.
*
[…] απέναντι από την άλλη πλευρά του ποταμού, πάνω στο μονοπάτι που οδηγούσε στο πάρκο, υπήρχε ένα θεόρατο πλατάνι (νερά, χώμα, κορμός δέντρου, μπράτσα, φύλλα· και ήλιος και συννεφιά και άνεμος, νύχτα-μέρα. Και ίσκιος ζωής).
Κάποιος το είχε ανοίξει, τό ‘χε ξεκοιλιάσει μα γύρω γύρω ο κορμός, με τα νερά της χοντρής του φλούδας, στήριζε το δέντρο· και κείνο κρατούσε, ήταν ζωντανό σε όλο το ύψος.
Τώρα, εκεί, στη βάση, μια χωμάτινη φωλιά, ένας κύκλος διαμέτρου δύο μέτρων και. Τον χώρον αυτόν επέλεξεν ο Λάκης για υπνωτήριο, μια σιωπηλή στέγη που μιλούσε στο λήθαργό του. Εκεί το ξαπόσταμά του, ο ύπνος του κάθε νύχτα, «θα περάσει κι αυτή». Τον χωρούσε η «φωλιά» [...]
*
Πρακτικός γιατρός […] (γιατροπόρεψε πολλές νύχτες Αντάρτες, ήταν λοιπόν «συμπαθών»). Καλός Σαμαρείτης εκείνος πήγαινε όπου τού ζητούσαν, δεν κοίταγε προηγουμένως την ταυτότητα κανενός πληγωμένου, κανενός!
Πιο πολύ δεν εννόησεν κι ο αρμόδιος Ιατρικός σύλλογος Θεσσαλονίκης, του Ορθοπεδικού τμήματος κυρίως, που ανησύχησε, για λόγους ανταγωνιστικούς, από την παρουσία και το «κύρος» ενός φυλακισμένου χωρικού, δήθεν γιατρού.
Τον επισκέφθηκαν λοιπόν στο κελί του, να δούνε από κοντά το «φαινόμενο», εκείνος τούς υποδέχτηκε χαμογελώντας, «καλώς τα παιδιά», αμέσως η Επιτροπή των Θεσσαλονικέων ιατρών ζήτησεν εξηγήσεις, ιδίως να τούς δείξει τί και πώς ακριβώς «δουλεύει».
Τί να σάς δείξω, ρώτησε ο κυρ-Χρήστος, να… Στο περβάζι του παραθύρου κούρνιαζε ένα γατί που τού ‘καμνε συντροφιά· το πήρε, το εξάρθρωσε τελείως, εκείνο «νιάου», και το απίθωσε χαλάκι στα πόδια τους.
Κοιτάχτηκαν τα μέλη της Επιτροπής μεταξύ τους, «πάρτε το γατί και κάντε το να περπατήσει πάλι» ξαναμίλησε ο Ρουσουλέντσης, «θέλουμε καιρό, χειρουργείο, γύψο» ψέλλισαν οι άλλοι, δεν άφησε το γατί να υποφέρει περισσότερο ο μπαρμπα-Χρήστος, το πήρε μαλακά, ξανάβαλε τα πάντα στη θέση του σώματός του και το άφησε να φύγει από το παράθυρο.
Η Επιτροπή, περίπου ντροπιασμένη, γύρισε πίσω άπρακτη· ο Ρουσουλέντσης οχτώ μήνες μετά αποφυλακίστηκε […].
*
[…] χελώνες, λαγοί· κι όλα τα πουλιά! Αετοί, πελαργοί, γκαβράνια, κάργες, γκουγκούφες, χελιδόνια, τρυγόνια, πάπιες, χήνες, λαϊνάρια, σπίνοι, σουσουράδες, κότσυφες, συκοφάγοι, κίσσες, καρδερίνες, γαρδέλια, σπούργοι. Και δρυοκολάπτες - «πώς χτυπούν τον κορμό των δέντρων σημαίνοντας συναγερμό, ανήσυχα τα μερμήγκια πανικοβάλλονται τρέχοντας πάνω κάτω και τότε ο δρυοκολάπτης αμολάει τη γλώσσα του στις κρύπτες των μερμηγκιών, εκείνα διστάζουν στην αρχή μα σε λίγο, τί ωραίος μεζές, λένε, πλησιάζουν, ο δρυοκολάπτης απ’ έξω ακίνητος, εκείνα ανεβαίνουν στη γλώσσα πίνοντας πρώτα την υγρασία της και τότε το φτυάρι της γλώσσας, σαν ένα τεράστιο φορτωμένο βαγόνι με μυρμήγκια, βρίσκεται αστραπιαία στον οισοφάγο τού πουλιού· έτσι ο κατεργάρης, ο δρυοκολάπτης, γεμίζει το στομάχι του». Μάς μάγευε ο κυρ-Γιάννης!
Μάρκος Μέσκος, Νερό Καρκάγια. Πεζογραφήματα (έκδ. Ίκαρος, Αθήνα 2005, σσ. 11, 14, 55, 42-43 87). – Το motto εκ του ιδίου (ό.π., σ. 13).