Είναι γνωστό ότι για τους αρχαίους Έλληνες ο δωρικός και ο ιωνικός κίονας αντιπροσώπευαν αντίστοιχα το άρρεν και το θήλυ.
Ο μεν δωρικός κίονας, που ονομάστηκε έτσι επειδή πρωτοεμφανίστηκε σε πόλεις των Δωριέων, έδινε, κατά τον Βιτρούβιο, «στους ναούς τις αναλογίες, τη στιβαρότητα και την ομορφιά τού ανδρικού σώματος».
Ο δε ιωνικός κίονας, που ονομάστηκε έτσι επειδή τον χρησιμοποίησαν πρώτοι οι Ίωνες, όντας πιο ραδινός στην όψη από τον δωρικό, έχει πιο γυναικεία χάρη. Πάντα κατά τον Βιτρούβιο, «στη βάση του κίονα τοποθέτησαν, σαν υπόδημα, μία σπείρα, και δεξιά και αριστερά από το κιονόκρανο δύο έλικες, που κρέμονται σαν βόστρυχοι γυναικείας κόμης· τα μέτωπα τα διακόσμησαν με κυμάτια και έγκαρπα στη θέση καλοχτενισμένων μαλλιών· [έκαναν τέλος] τις ραβδώσεις του κορμού του κίονα να κατεβαίνουν σαν πτυχές εσθήτας».
Έτσι οι αρχαίοι επινόησαν αρχικά δύο κίονες: «τον έναν ανδρικό, γυμνό, χωρίς διάκοσμο, και τον άλλο με γυναικεία κομψότητα και στολίδια και με γυναικείες αναλογίες».
Και ο κορινθιακός κίονας, ο μεταγενέστερος από τους τρείς ρυθμούς της αρχαιοελληνικής αρχιτεκτονικής και θεωρούμενος η εξέλιξη του ιωνικού ρυθμού; Ο Βιτρούβιος αναφέρει ότι «ο τρίτος ρυθμός, που ονομάζεται 'κορινθιακός', μιμείται την παρθενική λεπτότητα, καθώς οι παρθένες, τρυφερές στα χρόνια, έχουν λεπτότερα μέλη και τα στολίδια τους έχουν μεγαλύτερη χάρη».
Μετά την αντιστοίχιση του δωρικού κίονα με το άρρεν και του ιωνικού με το θήλυ, διερωτώμαι μήπως ο κορινθιακός αντιστοιχεί στο άφυλο όν, σε εκείνο που υπερβαίνει τα χαρακτηριστικά των δύο φύλων.
Και εν πάση περιπτώσει, τί γύρευε ένας κορινθιακός κίονας στο βάθος του ναού του Επικουρίου Απόλλωνος,
ο οποίος προσαγορευόταν επίσης Αλεξίκακος, όπως και από τους Αθηναίους, δηλαδή αυτό ςπου διώχνει το κακό, επειδή απέτρεψε απ' αυτούς την αρρώστια, Αποτρόπαιος, Παιήν, ως ιατρός των θεών, Καθάρσιος, Νουσολύτης (ο από νόσου απαλλάττων) και Σωτήρ;
[...] δεν στερείται σημασίας η αντιστοιχία την οποία βλέπει για τους τρείς ρυθμούς ο ελευθεροτεκτονισμός, αυτό το χωνευτήρι αρχαίων παραδόσεων. Σύμφωνα λοιπόν με την τεκτονική παράδοση, ο δωρικός κίονας συμβολίζει την ισχύ, ο ιωνικός τη σοφία και ο κορινθιακός το κάλλος.
*
Ο κίονας χρησίμευε αρχιτεκτονικά ως στήριγμα στέγης. Συμβολικά υποστηρίζει τα άνω και τα συνδέει με τα κάτω. Στην ελληνορωμαϊκή τέχνη δεν περιοριζόταν όμως σ' έναν καθαρά αρχιτεκτονικό ρόλο, αλλά χρησίμευε και ως αναθηματικό μνημείο. [...]
Λόγω της καθετότητάς του, ο κίονας είναι ανοδικό σύμβολο. Αντιστοιχεί στη σπονδυλική στήλη του ανθρώπινου σώματος, τον αξονικό δηλαδή σκελετό του κορμιού, ο οποίος, όπως και στον κίονα, αποτελείται από τους σπονδύλους που συνδέονται με τους μεσοσπονδύλιους δίσκους, υποστηρίζει την κεφαλή και συνδέει με τον κορμό τα άνω και κάτω άκρα μέσω της ωμικής και της πυελικής ζώνης και εγκλείει και προστατεύει τον νωτιαίο μυελό.
Εφόσον λοιπόν δεχτούμε ότι ο κίονας συμβολίζει τον άνθρωπο σε μία καθετότητα και εναρμόνιση ολόκληρου τού είναι του με την «ευθεία αίσθηση», τότε λογικά το κιονόκρανο που επιστέφει τον κίονα ισοδυναμεί με το ανθρώπινο κεφάλι.
[σημ. 30: Ως προς την «ευθεία αίσθηση» έχω να επισημάνω ότι κατερχόμενη ως ακτίνα φωτός που ενώνει τα άνω με τα κάτω, διασπά τον ΦΟ!ΒΟ, αποκαλύπτοντας, φανερώνοντας τον ΦΟΙΒΟ. Και όντως, μόνο το φώς εκμηδενίζει το σκότος, το φώς έξω βάλλει το φόβο].
Όσον αφορά τον άνθρωπο ο οποίος συμβολιζόταν μυστικά από τον μοναδικό κορινθιακό κίονα που υπήρχε στο ναό του Επικουρίου Απόλλωνος, και δη στο σηκό, αντί κατά πάσα πιθανότητα του λατρευτικού αγάλματος του θεού, βλέπουμε ότι το κεφάλι του, εν προκειμένω το κιονόκρανο, ήταν ζωσμένο από φύλλα ακανθών. Ποιός όμως θα μπορούσε να ήταν ο εξέχων άνθρωπος, αυτό το Όν, ώστε να τιμηθεί με τόσο υψηλό τρόπο; Και ποιά η σχέση του με τον Απόλλωνα;
Μήπως κάποιοι έλληνες μύστες είχαν φροντίσει να προεικονιστεί, τέσσερις αιώνες νωρίτερα, σε τούτο το τέμενος του Απόλλωνος Σωτήρος, που προσωποποίησε στην αρχαιότητα τον Έλληνα Θείο Λόγο, το μαρτύριο του νέου Σωτήρος, του Ιησού, ιστορικής ενσάρκωσης του Θείου Λόγου στην εξελληνισμένη γή της Παλαιστίνης [...];
Φοίβος Πιομπίνος, Απόλλων Σωτήρ ο έλλην λόγος (έκδ. Εκδόσεις του Φοίνικα, Αθήνα 2018, σσ. 31-33, 33, 33-34, 34-35 και σημ. 30, σ. 51).