Τετάρτη 10 Αυγούστου 2022

θεριστές θα είναι τα παιδιά...


Ας μάς δοθούνε λέξεις, τροχισμένες, για να τρυπήσουμε
Το Υπαρκτό. Ας ακούσουν το γέλιο και τα μέσα μας όρια
Του Εαυτού. Η λύση τ' ουρανού περιμένει μες στη φωτιά:
Ένα θαύμα φτιαγμένο από άγνωστο χώμα πως είμαστε.*

Οι θεριστές θα είναι τα παιδιά

Πλατάγιζε σαν μέσα σε όνειρο
Ο τραβηγμένος απ' τα πλοία κάβος
Και δακρυσμένη στο παράθυρο στεκόταν
Η προηγούμενη μέρα
.

Τα χέρια των νεκρών κράταγαν
Τα δωρισμένα απ' τους ανέμους κλειδιά
Κι η σκιά μιας καρδερίνας κελαηδούσε
Στον κήπο των λέξεων
.

Και μάτια
Πού 'καναν το καλοκαίρι να μοιάζει
Με δροσερά χείλη που εύχονται,
Κι άδεια από μνήμες ρυάκια·
Μα ένα ποτάμι θολό μέσα μας
Ακόμα ελπίζει.

Πλέναμε την καρδιά μας σε θάλασσα
ερημική
Κι όταν στραφήκαμε προς την αμμουδιά
Είδαμε τα παιδιά απορημένα·

Η θάλασσα τραγουδά για όλους.
Ο ίσκιος του σύννεφου
είναι συγχώρεση.

Κώστας Λιννός, Μετασχηματισμοί Δ΄, (έκδ. Εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 2018, σσ. 59). -Το motto εκ του ιδίου και δη στιχάκια από το εκτενές «Εγκώμιο για τη Χαμένη εποχή» (ό.π., σ. 60).

Παρασκευή 5 Αυγούστου 2022

απέναντι απ' αυτή τη θάλασσα...


Ο πόλεμος τότε

Ίσως και να μην ξέρουμε πια τί να κάνουμε απέναντι απ' αυτή τη θάλασσα.
Τα κύματα παίζουν με τους ερχομούς
Και το αθάνατο άσμα χαίρεται στο θνητό λαιμό.
Κοιτάζουμε το χέρι που χαϊδεύει τα μαλλιά στο κουρασμένο μέτωπο
Της γυναίκας που θυμάται με μπερδεμένη συγκίνηση τους δρόμους της πατρίδας της.
Αλλά βέβαια δεν μπορεί κανείς να μάθει παρά μόνο να αισθανθεί
Απ' το σχήμα των ρούχων, απ' την αναλαμπή που δίνει στα μάτια
Ο ξερός θάμνος πάνω στο λόφο, πόση αγάπη
Και πόση αλύτρωτη πίκρα
Διπλώνεται μαζί με το σώμα και τη γυμνή σκιά του.
Μ' ένα βλέμμα που εξομολογήθηκε μοναχικά στο νερό τις στεναχώριες
Κοιτάζουμε τώρα τα πεταμένα γράμματα και τις φωτογραφίες μες στη φωτιά
Το πρόσωπο της γυναίκας που τ' ομόρφυνε τόσο η λύπη που κράτησε πολύ μα κάποτε πέρασε.

Έχει μείνει ακόμη λίγη βοή απ' την αλλοτινή θύελλα
Χθεσινό φαγητό στο τραπέζι, πλυμένα σώματα σε φτηνά δωμάτια-
Ίσως να μην ξέρουμε πια τί να κάνουμε απέναντι απ' αυτή τη γυναίκα
Που μάς κοιτάζει χαμογελώντας, δακρυσμένη, περήφανη
-πληγωμένο κύμα μιας ανεκπλήρωτης θάλασσας-
Και παίρνει τη βαλίτσα της και χάνεται
Τα μάτια, τα μάτια, τα μάτια της προσηλώνοντας
Στα χείλη που κάποτε σήμαιναν ελπίδα
Μα τώρα πίστη σε μια φλόγα που αργά και αθόρυβα σβήνει
.

*

Λύτρωση

Άπλωσε τώρα το χέρι σου
Στο τελευταίο χορτάρι της μέρας.
Το νερό τραγουδά
Μια κρυμμένη αλήθεια.
Κοίτα τα σύννεφα
Που αρχίζουν τον ερωτικό τους χορό.
Ξέχνα το όνομα
Ξέχνα τις λέξεις, μη μιλάς
Ψηλά το φώς κι η ερημιά
Νανουρίζουν το θαύμα.

Άπλωσε τώρα το χέρι σου
Στο τριμμένο χορτάρι της αγάπης.
Το γυμνό σώμα ας γίνει εξορία
Του καλοκαιριού και της μνήμης.
Μέσ' απ' το σκαμμένο χώμα
Φαίνεται το πρόσωπο
μιας γυναίκας
:
Στήριξέ το δίπλα σου, κοιτάξτε μαζί
Τη θάλασσα, τη βάρκα
Που χάνεται στη σκέψη πριν νυχτώσει.

Μες στο ερημικό σπίτι
Σού χαμογελά μια σκιά·
Απλώνεις τώρα το χέρι σου
Στο λουλουδιασμένο νόημα τ' ουρανού
Και κλείνεις τα μάτια.

Κώστας Λιννός, Μετασχηματισμοί Δ΄, (έκδ. Εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 2018, σσ. 62, 63).

Κυριακή 31 Ιουλίου 2022

του γράψαντος


χρειάστηκε ιδιαίτερη προσοχή
για να προστατευθούν τα αρχαία γράμματα,
που απέδιδαν μια επαινετική ταυτότητα:
ΑΡ[Ι]ΣΤΙ[ΩΝ]
ΚΑΛΟΣ ΕΝ
[ΚΡΑ]ΝΝΩ[Ι]

[...] αρχαίος θαυμαστής του Αριστίωνος *

Παρατηρήσαμε επίσης ότι τρείς λίθοι στην ανατολική άκρη της στοάς είχαν απομακρυνθεί από τη θέση τους κατά τον 6ο μ.Χ. και ανακαλύψαμε αργότερα τον σκελετό ενός άνδρα, που μάλλον ευθύνεται για τους χαμένους λίθους.

Είχε καταφύγει στη στοά κατά τη διάρκεια της σλαβικής επιδρομής της δεκαετίας του 580, παίρνοντας μαζί του μερικά μαγειρικά σκεύη, λυχνάρια, και τις οικονομίες του, που τίς βρήκαμε κάτω από μια πέτρα: η πέτρα ήταν, ως φαίνεται η κρυψώνα ενός πορτοφολιού, που αποσυντέθηκε αφήνοντας τα κέρματά του έκθετα. Ο κάτοχός τους δεν κατάφερε να βγεί από τη στοά ζωντανός.

Πιο ευχάριστες, μάλλον, ήταν οι αποκαλύψεις που ήρθαν στο φώς με τη μορφή δεκάδων χαραγμάτων στους τοίχους της στοάς.

Στο βορινό τοίχο, ακριβώς στην αρχή της ανατολικής εισόδου, για παράδειγμα, έχει μερικώς διατηρηθεί το όνομα: «ΤΕΛΕΣΤΑΣ», που είναι σχεδόν βέβαιο ότι συνδέεται με τον ομώνυμο Ολυμπιονίκη της κατηγορίας παίδων του 340 περίπου π.Χ. Πάνω από το «Τελέστας», το χέρι κάποιου άλλου σκάλισε τη λέξη «ΝΙΚΩ»!

Έξι μέτρα δε εσώτερα
στη στοά, επίσης στο βορινό τοίχο, κάποιος εξέφρασε το θαυμασμό του: «Ακρότατος καλός (=χαριτωμένος)». Και σε απάντησή του, κάποιος άλλος σημείωσε δηκτικά: «Του γράψαντος» (δηλ. εσύ το λές...).

Έτσι, η στοά μάς προσφέρει μια ακόμα σημαντική αποκάλυψη, η οποία δεν προκαλεί έκπληξη, αλλά απλώς αναδεικνύει εμφαντικά την ιστορική συνέχεια μεταξύ ημών και των αρχαίων Ελλήνων: οι άνθρωποι πάντα αρέσκονταν να γράφουν το όνομά τους σε δημόσιους χώρους.

Στέφανος Μίλλερ, Νεμέα. Η κρυπτή Έσοδος (μτφρ. Γ. Κωστούρος, έκδ. Σύλλογος για την Αναβίωση των Νεμέων Αγώνων & Στέφανος Μίλλερ, Νεμέα 2012, σσ. 6-7). -Το motto εκ του ιδίου (ό.π., σ. 21).

Τετάρτη 27 Ιουλίου 2022

εγώ με το κρύο αγάλλομαι


[...] πετάχτηκε μια κατσαρίδα με τα κατσαριδόπουλά της. Έκανε,
λοιπόν, κι αυτή ό,τι θά 'κανε από ένστικτο ο καθένας μας·
άρπαξε την παντόφλα της, για να τα λειώσει,
αλλά την σταμάτησε η βροντερή φωνή της κυρίας:
-Μη, προς θεού, Ελένη μου! Ξεχνάς πως έχεις κι εσύ παιδιά;*

Ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω γιατί οι άνθρωποι αποστρέφονται και μισούν τόσο πολύ τον χειμώνα. Εγώ με το κρύο αγάλλομαι, ενώ η ζέστη δεν μ' αφήνει να ανασάνω. Όσο πιο πολύ καπλαντισμένος με σύννεφα και μαύρος είναι ο ουρανός τόσο πιο πολύ ευφραίνομαι. Δυό είναι οι μουσικές των στοιχείων της φύσης, που ξεπερνούν τις μουσικές του ανθρώπου: του αγέρα και της βροχής.

Με τη βροχή νιώθω σαν νά 'μαι η ίδια η γή που ποτίζεται και ξεδιψά, με τον αγέρα ξαναζωντανεύω. Και τί θαλπωρή τα χειμωνιάτικα βράδια να τραντάζει το σπίτι από τ' αγριοαγκαλιάσματα του αγέρα και της βροχής κι εσύ να χουχουλιάζεις κάτω από το πουπουλένιο σου πάπλωμα μ' ένα βιβλίο στο χέρι, να ξαραθυμά το σώμα κι η ψυχή να αγαλλιά αντί να ψήνεσαι σαν τσιππούρα στη σχάρα, τυλιγμένη σ' ένα σεντόνι σουφτή απ' τον ιδρώτα, στριφογυρνώντας ξάγρυπνη μέχρι να βγεί ο ήλιος, μόνο και μόνο για να δριμώσει κι άλλο το μαρτύριο. Ιδρώνω και που το γράφω! Όσο για εκείνα τα διαβολομηχανήματα, τα κλιματιστικά, εμένα μ' αρρωσταίνουν και μόνο που τα βλέπω.

Μ' άλλα λόγια τον χειμώνα έρχομαι στα ίσα μου, την άνοιξη και το καλοκαίρι χάνω τα νερά μου, ούτε να σκεφτώ δεν μπορώ.

Εκείνα τα «παμφάγα μεσημέρια» του καλοκαιριού, «όταν με το γιγάντιο δαυλό του βάνει φωτιά στα πάντα ο θεός», καταπώς λέει ο ποιητής, με αποδιοργανώνουν και η ευτυχία (;) που διακρίνω να ζωγραφίζεται στα ζαβλακωμένα πρόσωπα των ανθρώπων μέσα στο κόχλασμα και το τσιτσίρισμα της ζέστης, μ' εξοργίζει· πολύ με τυραννά εμένα «το κεντρί της φωτιάς». Αδύνατον, τελικά, να καταλάβω γιατί δεν αρέσει στους ανθρώπους ο χειμώνας, αλλά παθιάζονται με τα ιδρωμένα καλοκαίρια και τις μυρωδιές της άνοιξης που θυμίζουν κρεβατοκάμαρα κοκότας.

*

[...] Αλλά να, αυτή τη ζεστασιά είναι που χρειαζόμαστε, τις περιελίξεις και τις συστροφές των σωμάτων, την επαφή όταν ένας όμοιός μας μάς κάνει την τιμή και τη χάρη να έχει κι αυτός την ανάγκη μας. Άλλωστε, τί άλλο έχομε πάρεξ αυτό που χαρίζομε;

Αχ! Οι προεξοχές, οι εσοχές, τα αραβουργήματα της τριχοφυΐας, ο ίουλος του προσώπου, τα σγουρά και τα μαύρα τσουλούφια, ο χείμαρρος των χρυσών μαλλιών στον τράχηλο· τα μάτια, το φώς τους που καλεί και που διώχνει, το στόμα που ανοίγει τριαντάφυλλο φύλλο το φύλλο, η βρύση του λαιμού και το κύπελλο του αφαλού μας, η βεργολυγερή μέση με τα δυο μονοπάτια προς την ήβη και τα δυό λακκουβάκια πίσω, όταν ζούληξε ο γλύπτης θεός τον πηλό του για να τόν δοκιμάσει·

οι αλαβάστρινες λαγόνες, οι ρωμαλέοι, χνουδωτοί γλουτοί, οι δυο κολώνες των ποδιών όπου φυτρώνει ο κισσός στη γλάστρα των σφυρών κι αναρριχιέται, το μετάξι του δέρματος στον κρυφό θησαυρό του καθενός μας· οι καμπύλες και οι κοιλότητες του σώματός μας, τα λαγκάδια και τα λαγκαδάκια του, οι μυρωδιές του, όποια τελοσπάντων γλυκιά παγίδα στήνει η ζωή, προτού αρχινήσει το ξεφτέρι της, ο Χρόνος με τα σύνεργά του, την σταδιακή αποψίλωση και μάς σκυλέψει ολότελα.

Το σώμα μας είμαστε εμείς. Τελεία. Κι ας μη βλέπομε απ' αυτό παρά το περίβλημα, ό,τι μάς κολακεύει. Όσα μνημεία και να μάς στήσουν, δεν υπάρχομε χωρίς εκείνο. Κακά 'ν' τα ψέματα: Μόνο το χάδι, το φιλί είναι το κλειδί, που μπορεί να μάς δώσει πίσω την χαμένη Πατρίδα, αλλά στη ζωή, κακορίζικα κι ανάποδα, ερωτευόμαστε ανθρώπους που δε' μάς θένε και μάς ερωτεύονται άλλοι που δεν τούς θέλομε.

Μήπως η θάλασσα φταίει για τις τρικυμίες και τα ναυάγια
που προκαλεί; Όλοι αυτήν κατηγορούν,
κανείς δεν τα βάζει με τον άνεμο που την ταράζει.**

Παναγιώτης Κουσαθανάς, Η Ξυλόκατα και άλλες παγίδες (έκδ. Ίνδικτος, Αθήνα 2004, σσ. 74, 130). -Το motto εκ του ιδίου (ό.π., σ. 13). Κι η κατακλείδα από τον ίδιο (ό.π., σ. 29).

Σάββατο 23 Ιουλίου 2022

ηττημένος


ΛΑΒΡΑΝΔΑ
Ηρόδοτος, Ε΄ 119

Ώρα καταμεσήμερη
κούφια φωνή που δεν αφήνει λάμψη
θαρρείς δεν είναι κάτι ν' ακουστεί ή να σαλέψει.


Ύστερα πήρα το λασπόδρομο της νύχτας
να πάω κατά τα Λάβρανδα
μες στα γυμνά πλατάνια, ηττημένος.
Και οι λεύκες φυλλουριάζανε
να παρηγορηθεί ο μισθοφόρος.

Εδώ τελειώνει ο πλατανιάς
κι αρχίζει η θάλασσα
που άλλο δεν υπόσχεται, μονάχα πίκρα.
Πώς έφτασα, Θεέ, στην εξορία.

Έπειτα ανέβηκα ψηλά στον άσπρο φάρο·
πίσω απ' τις κουρτίνες του το φώς
μιας καιομένης βάτου, σ' εγκαρδίωνε.

Η φαροφύλακας μικρή δώδεκα χρόνων
αγνάντευε προς χάρη μου στα μέρη της Λυδίας'
να ιδεί αν φαίνεται ο Ερμής
με το καλό μαντάτο.

*

ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΤΕΣ ΣΤΟΝ ΑΓΝΩΣΤΟ
16 Απριλίου 2011, του Λαζάρου

Στον Δημήτρη Μαλακάση

Διάβηκαν την Αμαλίας οι Μεσολογγίτες
και φτάσανε στον Άγνωστο ν' αφήσουν το στεφάνι,
ειρηνοφόρο Σάββατο, ημέρα του Λαζάρου.

Μπροστά οι νεολαίοι με τις φέρμελες
τους ντουλαμάδες, τα πισλιά και τις κουμπούρες,
κι από κοντά οι όμορφες Μεσολογγίτισσες,
όχι ζητιάνες τώρα όπως τότε,
μα με βαριά μετάξια και βελούδα
και γελεκάκια χρυσοκέντητα και ζώνες διαμαντένιες.
Και παραπίσω οι άντρες του Μεσολογγιού
αργαστηριάρηδες, εμπόροι και γραμματισμένοι,
στους μαύρους τούτους χρόνους της χρεοκοπίας.
Κι αφού διέσχισαν αμίλητοι το δρόμο
κρατώντας τις σημαίες και τα λάβαρα
κατ' απομίμηση λαβάρων της Εξόδου,
ανέβηκαν στο ιερό επίπεδο του Αγνώστου
ν' αφήσουν το στεφάνι τους από κλαδιά φοινίκων.

Κια η μαρμαρένια εθνική ψυχή απ' την κορνίζα της
αδάκρυτη τούς κοίταζε μα πικραμένη,
που ήρθε πάλι ο Κιουταχής και ρήμαξε τη χώρα
βαστώντας κοφτερό σπαθί του χρέους τα κιτάπια.

Θανάσης Παπαθανασόπουλος, Το ανθισμένο δέντρο (έκδ. Νέος Αστρολάβος / Ευθύνη 5, Αθήνα 2012, σσ. 74, 75).

Τετάρτη 20 Ιουλίου 2022

να χορεύουν στη γής και να τη σηκώνουν στον ουρανό


Το θέμα του βιβλίου προέκυψε από ερώτηση που υπέβαλαν ένα χρόνο πριν
μαθητές του Δημοτικού Σχολείου Αγίας Νάπας σε πρόσφυγα από την Αμμόχωστο.
Καταγράφω την απάντηση όπως τη συγκράτησα:
«Τα πρώτα είκοσι χρόνια έλπιζα. Μετά συνειδητοποίησα πως
πάει πια... "Δαμέ θα πεθάνω", είπα... Κι έπιασα να χτίζω σπίτι.*

[...]

Πήγε στον πόλεμο ο Μιχάλης. Τα νιάτα είναι για τις πλατείες, τα πανηγύρια, τις εκδρομές. Να χορεύουν στη γής και να τη σηκώνουν στον ουρανό. Ν' αστράφτουν οι ματιές και ν' ανασταίνουν τις ελπίδες, να χτίζουν όνειρα και με τα όνειρα να χτίζουν.

Πήγε στον πόλεμο ο Μιχάλης. Και ποιός έμαθε γι' αυτόν ή για τους άλλους τί έγινε στις μάχες; Ήξερε ο Μιχάλης να σκοτώνει; Ο Μιχάλης ήξερε να βουτά στη θάλασσα με τα χέρια διάπλατα και να βγαίνει οργιές μακριά και να ρουφά ουρανό και φώς. Ο Μιχάλης ήξερε να βουτά τις αδελφές του και να τίς πετά ψηλά και να τίς γυρίζει γύρω γύρω ακολουθώντας ένα ρυθμό που μόνο αυτός άκουγε αλλά όλοι τον ένιωθαν στην παρουσία του. Ο Μιχάλης ήξερε ν' αγκαλιάζει, να δουλεύει, να πεισμώνει, να προσεύχεται , να βρίζει, να παίζει ποδόσφαιρο, να τραγουδά. [...]

*

[...] είμαστε στο «μας» και ποιοί είναι στο «τους»... Αυτό κι αν θέλει διάβασμα! Ρε κουμπάρε, ξέρεις ποιοί ήταν χωρισμένοι; Οι Μακαριακοί με τους Εθνικόφρονες, αυτοί είχαν ξεχωριστά καφενεία. Με τους Τουρκοκύπριους δεν ήμαστε χωρισμένοι. Ήταν έμποροι Ελληνοκύπριοι, ήταν έμποροι Τουρκοκύπριοι... Εμείς βιοπαλαιστές ήμαστε όλοι. Και οι Τουρκοκύπριοι πούθε ήταν;

Οι περισσότεροι ήταν «λινομπάμπακες» και άλλοι παιδιά στρατιωτικών που ήρθαν τον καιρό των Οθωμανών. Έχει στα αρχεία της Αρχιεπισκοπής καταλόγους με αυτούς που δήλωναν Τούρκοι για να μην πληρώνουν χαράτσι. Ο παππούς μου είχε φίλο που τον έλεγαν Μαχμούμ στα τουρκικά και Μιχάλη σε μάς. Στην Αγγλοκρατία που μπορούσε, φανερώθηκε χριστιανός.

Κι όλοι δε λαλούμε και τώρα «πέρκι-μου» και «πέρκι»;
Τούτες οι λέξεις έχουν το δικό τους χρώμα. Και μένα μ' αρέσει αυτό.
Λες «κιοφτές» και σού μυρίζει κιόλας.**


Νεκτάριος Στελλάκης, Πόσο κρατά η ελπίδα; (έκδ. Καλειδοσκόπιο, Αθήνα 2021, σσ. 10-11, 36). -Το motto εκ του ιδίου (ό.π., σ. 6). Κι η κατακλείδα ομοίως (ό.π., σ. 37).