Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2026

στην καρδιά του έχει ανάψει το άγιο φώς τής αυγής


ΜΟΝΤΡΕΪΓ: Φυσικά. Είναι σαν να τ' ακούω τώρα.
Έτσι ακριβώς είπες: «Ο Αλφόνς είμαι εγώ».
ΡΕΝΕ: Ήταν λάθος. Μια τρομερή παρεξήγηση.
Θα ήταν σωστό να είχα πεί:
«Η Ζυστίν είμαι εγώ».
Ο Αλφόνς, στη φυλακή, απ' την πολλή σκέψη και το γράψιμο
κατέληξε να φυλακίσει κι εμένα σε μία ιστορία.*

ΚΥΡΙΑ ΝΤΕ ΜΟΝΤΡΕΪΓ, ΜΗΤΕΡΑ ΤΗΣ ΡΕΝΕ ΝΤΕ ΣΑΝΤ: Μίλησα εγώ για αίτηση βοηθείας; Ο ίδιος ο Αλφόνς με διαβεβαίωσε σε ένα απ’ τα γράμματά του πως αν μού τύχουν δυσκολίες θα με βοηθήσει με κάθε τρόπο, μεσολαβώντας στη νέα κυβέρνηση για λογαριασμό μου.

ΒΑΡΟΝΗ ΝΤΕ ΣΙΜΙΑΝ: Έτσι σάς έγραψε ο Αλφόνς; Άχ, τί ευγενική καρδιά! Αναγεννήθηκε η αγνή φιγούρα εκείνου τού αξιαγάπητου παιδιού με τα χρυσά μαλλιά· ο μαρκήσιος ντε Σαντ τρέφει αισθήματα στοργής για τους εχθρούς του και θέλει να τα συγχωρέσει όλα. Πρέπει νά ‘χει αναγνωρίσει εξ ολοκλήρου πια τα εγκλήματά του. Η ματωμένη νύχτα έφτασε στο τέλος της και στην καρδιά του έχει ανάψει το άγιο φώς τής αυγής.

Ρενέ, η απόφασή σας [ενν. να μονάσει] είναι ξεκάθαρη πια στα μάτια όλων μας. Αναγνωρίσατε στην καρδιά τού Αλφόνς τις πρώτες αναλαμπές αυτού τού αγίου φωτός και απαρνιέστε τα εγκόσμια, κάνοντας πρώτη ένα βήμα, έτσι ώστε βαθμιαία να οδηγήσετε εκεί και τον μαρκήσιο.

Όταν δεί τον δικό σας ηρωισμό, ο μαρκήσιος δεν θα αγνοήσει τις αναλαμπές αυτού τού φωτός που έχει ξεμυτίσει στην καρδιά του και θα το συνδαυλίσει για να μην σβήσει. Στο τέλος θα ακολουθήσει τα βήματα τής γυναίκας του και θα εισχωρήσει στο κέντρο αυτού τού άπειρου φωτός. Ρενέ, είστε πράγματι ένας καθρέφτης αρετής για όλες τις γυναίκες αυτού τού κόσμου. […]

ΡΕΝΕ; Όμως, κυρία ντε Σιμιάν…

ΣΙΜΙΑΝ: Τί είναι;

ΡΕΝΕ: Ήταν σίγουρα ένα φώς. Αυτό που με έκανε να πάρω την απόφαση να απαρνηθώ τον σύζυγό μου και τα εγκόσμια… Όμως, πώς να το πώ, νιώθω πως αυτό το φώς είναι διαφορετικό από εκείνο για το οποίο μιλούσατε εσείς.

ΣΙΜΙΑΝ: Τί θέλετε να πείτε;

ΡΕΝΕ: Είναι κι αυτό ένα φώς άγιο, μού φαίνεται όμως πως έρχεται από κάπου αλλού…

ΣΙΜΙΑΝ: Μα τί λέτε; Η πηγή τού ιερού φωτός είναι μόνο μία.

ΡΕΝΕ: Έτσι είναι. Έρχεται, υποθέτω από την ίδια πηγή. Όμως ίσως κάπου το φώς αντανακλάται και φτάνει από μια διαφορετική γωνία…

ΣΙΜΙΑΝ (Ανήσυχη.): Και από ποιά κατεύθυνση λέτε πως έρχεται αυτό το φώς;

ΡΕΝΕ: Δεν το ξέρω με σιγουριά, διαβάζοντας όμως εκείνη την τρομερή ιστορία που μού έδωσε ο Αλφόνς στη φυλακή, άρχισα να διαισθάνομαι αόριστα ότι εκείνο το φώς ερχόταν από κάπου αλλού. Εκείνη η φρικιαστική ιστορία που έγραψε είχε τον τίτλο Ζυστίν. […]


Ύστερα απ' αυτό μπορεί κάλλιστα να πεί κανείς πως
έμεινε στο κελί με την ελεύθερη βούλησή του.**

*

[…] ακόμα και οι πιο ταπεινωμένοι και καταφρονεμένοι αυτού τού κόσμου παίρνουν πάλι θάρρος και τρέχουν στο κατόπι του με ενθουσιασμό, μέσα στο πρώτο αχνό φώς τής αυγής, για το πεδίο τής μάχης. Αυτός πετάει. Φτάνει στα ουράνια. Κάτω απ' το στήθος της ασημένιας πανοπλίας, αφού η αιματηρή μάχη τελειώσει, κατοικεί το πεντακάθαρο όραμα τού πιο σιωπηλού συμποσίου μυριάδων πτωμάτων.

Με την παγερή δύναμη τού ξίφους του, ξανακάνει λευκούς τούς υγρούς απ’ το αίμα κρίνους, και το λευκό του άλογο βαμμένο κόκκινο απ' το αίμα φουσκώνει το στήθος σαν πρώρα καραβιού και αρμενίζει στα ουράνια που τα αυλακώνουν αστραπές τού πρωινού.

Εκείνη τη στιγμή ο ουρανός σκίζεται στα δύο και ένα κατακλυσμιαίο φώς, ένα ιερό φώς, τυφλώνει τα μάτια των ανθρώπων που το κοιτάζουν. Αλφόνς. Αυτός ο άνθρωπος είναι ίσως η ουσία αυτού τού φωτός.

ΡΕΝΕ: Ο Αλφόνς έφτιαξε μια σκάλα υπηρεσίας για τον παράδεισο.
ΣΙΜΙΑΝ: Ο Θεός θα καταστρέψει αυτή τη σκάλα.***


Yukio Misima, Η Μαρκησία ντε Σαντ (μτφρ. Παναγιώτης Ευαγγελίδης, έκδ. Άγρα, Αθήνα 2011, σσ. 138-140, 148-149). –Όλα τα motto εκ του ιδίου (ό.π., σσ. 144, 145, 146).

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2026

και δεν καθάρισε μόνο αίματα


Ο Αλφόνς δεν είναι παλιάνθρωπος.
Είναι ένα κατώφλι ανάμεσα σε μένα και στο αδύνατο,
ίσως ανάμεσα σε μένα και στον Θεό. Ένα κατώφλι λερωμένο
από πόδια λασπωμένα και ματωμένα στ' αγκάθια.*

[…]
ΚΥΡΙΑ ΝΤΕ ΜΟΝΤΡΕΪΓ, ΜΗΤΕΡΑ ΤΗΣ ΡΕΝΕ ΝΤΕ ΣΑΝΤ: Άφησέ με να τελειώσω. Ο Αλφόνς ήταν στο δωμάτιο· είχε ριγμένη στους ώμους μία μαύρη βελούδινη κάπα που άφηνε να φαίνεται το λευκό του στήθος. Κάτω από το μαστίγιό του έτρεχαν αλαλιασμένα να γλιτώσουν ολόγυμνα τα πέντε κορίτσια και το αγόρι, ικετεύοντας τη συγγνώμη του. Το μακρύ μαστίγιο φτεροκοπούσε σε κάθε γωνιά τού δωματίου σαν χελιδόνι κάτω από τις αρχαίες μαρκίζες τής οροφής τού πύργου. Ενώ εσύ…

ΡΕΝΕ: Άχ! (Κρύβει το πρόσωπο στα χέρια της.)

ΜΟΝΤΡΕΪΓ: Κρεμόσουν από τον πολυέλαιο τής οροφής, ολόγυμνη. Ήσουν μισολιπόθυμη απ’ την οδύνη και οι σταγόνες τού αίματος στο κορμί σου έλαμπαν στη φλόγα τού τζακιού σαν βρόχινες ψιχάλες σε κλαδιά κύτισου. Ο μαρκήσιος απείλησε με το μαστίγιο το παιδί και το διέταξε να καθαρίσει το σώμα τής μαρκησίας. Ο μικρός, που ακόμα ήταν κοντούλης, χρειάστηκε να ανέβει σε μία καρέκλα και να αρπαχτεί από το κρεμασμένο σου σώμα… και μετά (βγάζει τη γλώσσα της) καθάρισε και την παραμικρή γωνία του κορμιού σου με τη γλώσσα… Και δεν καθάρισε μόνο αίματα…

*

[…]
ΡΕΝΕ: Από εδώ και στο εξής θα σάς το λέω ξανά και ξανά. Με τούς κοπτήρες και τούς κυνόδοντες σας έχετε καταξεσκίσει τον Αλφόνς.

ΜΟΝΤΡΕΪΓ: Θα αστειεύεσαι ασφαλώς. Εκείνος έχει κάνει κομμάτια εσένα. Μ' εκείνα τα απάνθρωπα λευκά κι αστραφτερά δόντια, με τούς κυνόδοντές του.

ΡΕΝΕ: Δεν υπάρχει τίποτε σ’ αυτόν που να μοιάζει με κυνόδοντες. Το μόνο που έχει είναι μαστίγιο, μαχαίρι, σχοινί και άλλα παλιά όργανα βασανιστηρίων, σαν να λέμε εργαλεία επινοημένα απ' τον άνθρωπο. Καθόλου διαφορετικά από τα δικά μας, τα γυναικεία εργαλεία ομορφιάς, τον καθρέφτη, την πούδρα, το κραγιόν, τα αρώματα… Εσείς αντίθετα ήσασταν εφοδιασμένη με κυνόδοντες από γεννησιμιού σας. Τα στρογγυλά σας στήθη είναι κυνόδοντες. Οι μηροί σας, που έχουν διατηρήσει τη λάμψη τους παρ’ όλα τα χρόνια, είναι κυνόδοντες. Ναι, όλο σας το σώμα, από την κορφή ώς τα νύχια, είναι θωρακισμένο με τα γυαλιστερά αγκάθια τής υποκρισίας, που έχουν την ικανότητα να διατρυπάνε όλους όσοι πλησιάζουν και να τούς σκοτώνουν από ασφυξία.

ΜΟΝΤΡΕΪΓ: Μη ξεχνάς ότι βύζαξες κι ανατράφηκες απ' το γάλα αυτού τού στήθους.

ΡΕΝΕ; Πώς μπορώ να ξεχάσω. Και στις δυό μας τρέχει το ίδιο αίμα και έχουμε και οι δυό το ίδιο γυναικείο κορμί. Το δικό μου στήθος όμως δεν είναι μοντέλο υποκρισίας, χτισμένο από υλικά συμβατά με τις γνώμες και τις επιθυμίες τού κόσμου. Ο πατέρας μου πήρε χαρά απ' το στήθος σας, επειδή ήσασταν ένα ζευγάρι που νοιαζόταν πιο πολύ για τις συμβάσεις παρά για τον έρωτα.

Yukio Misima, Η Μαρκησία ντε Σαντ (μτφρ. Παναγιώτης Ευαγγελίδης, έκδ. Άγρα, Αθήνα 2011, σσ. 99-100, 103-104). –Στο εκ του ιδίου motto η Ρενέ απευθύνεται στην μητέρα της, Κυρία ντε Μοντρέϊγ (ό.π., σσ. 101-102).

Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2026

ο πιο μοναχικός άνθρωπος τού κόσμου


Άχ, η λέξη πίστη στο στόμα σου ηχεί παράδοξα αισχρή.*

ΚΟΜΙΣΣΑ ΝΤΕ ΣΑΙΝ-ΦΟΝ (Στη Μοντρέϊγ.): […] μείνετε όμως ήσυχη. Σάς διαβεβαιώνω πως σήμερα ο γαμπρός σας βρίσκεται σε ένα κελί σαν βαθύ πηγάδι, με διπλή σιδερένια πόρτα, όπου ακόμα και ο φεγγίτης είναι προστατευμένος από ένα σιδερένιο πλέγμα. Αυτή τη φορά δεν θα τού είναι εύκολο να ξεφύγει.

Σιωπή.

ΑΝ (Ξαφνικά προχωράει μπροστά.): Κυρία ντε Σαιν-Φόν, είπατε πριν ότι βρεθήκατε κοντά στο σπίτι μας στη διάρκεια τού περιπάτου σας.

ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: Ναι, έτσι είναι.

ΑΝ: Θα θέλατε να συνεχίζατε αυτόν τον περίπατο μαζί μου;

ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: Γιατί όχι. Θα είμαι ευτυχής να περιπατήσω μαζί με ένα τόσο χαριτωμένο και όμορφο όργανο όπως εσείς. Κάποτε χρησιμέψατε ως όργανο στην αδελφή σας, σήμερα είστε το όργανο της μητέρας σας, μπορείτε λοιπόν την επόμενη φορά να γίνετε και δικό μου.

ΑΝ (Με προσποιητή ευθυμία.): Κάντε με λοιπόν τραπέζι ή συρτάρι και χρησιμοποιήστε με όπως σάς αρέσει.

ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: Τι λογικό κορίτσι που είστε, αλήθεια. Εξοπλισμένη με ένα ζευγάρι φτερά που ξεδιπλώνετε για να πετάξετε μακριά από δυσάρεστες καταστάσεις. Αυτά τα φτερά είναι χωρίς αμφιβολία το μόνο πράγμα που σάς ανήκει ολοκληρωτικά. […]

*

ΡΕΝΕ: Έ, λοιπόν, ναί, Ποτέ δεν ένιωσα τόσο έντονα πως η καρδιά του Αλφόνς ήταν και δική μου καρδιά, όσο τότε που οι τοίχοι τής φυλακής είχαν μπεί ανάμεσά μας. Οι εκατοντάδες εκκλήσεις μου είχαν απορριφθεί, και κάθε βράδυ, στον πύργο τής Λα Κοστ, χωρίς κανέναν να μού πεί τί να κάνω, το μόνο που στοίχειωνε τη σκέψη μου ήταν πώς να βοηθήσω τον σύζυγό μου να δραπετεύσει. Μοναχικοί στοχασμοί.

Κατέστρωνα σχέδια και, σαν να επινοούσα κινήσεις στη σκακιέρα, έβαζα τα πιόνια από ελεφαντόδοντο να συγκρούονται μεταξύ τους σε όλους τους πιθανούς συνδυασμούς· όταν κουραζόμουν να σκέφτομαι, στο ξαναμμένο μου μυαλό το ελεφαντόδοντο αποκτούσε ένα κόκκινο θάμπος τού αχάτη, κι ένιωθα τότε πιο κοντά από ποτέ την καρδιά τού άντρα μου.

Και ξαφνικά κατάλαβα. Έτσι πρέπει χωρίς αμφιβολία να ένιωθε κι εκείνος όταν ονειρευόταν το επόμενο έγκλημά του, ωθώντας το σιγά σιγά όλο και πιο κοντά στα σύνορα τού αδύνατου, προβάλλοντας στο μυαλό του το ένα μετά το άλλο τα σχέδια με μαθηματική ακρίβεια στη προσπάθειά του να φτάσει στα άκρα τού βίτσιου.

Ναί, έτσι ήταν, χωρία αμφιβολία. Ο Αλφόνς, που μυστικά, στην απομόνωσή του, κατέστρωνε και τελειοποιούσε τα σχέδια αυτών των εγκλημάτων, ήταν ο πιο μοναχικός άνθρωπος τού κόσμου.
[…]

*

ΚΥΡΙΑ ΝΤΕ ΜΟΝΤΡΕΪΓ, ΜΗΤΕΡΑ ΤΗΣ ΡΕΝΕ ΝΤΕ ΣΑΝΤ: Σταμάτα πια να κοπανάς τη λέξη πίστη! Κάθε φορά που βγαίνει απ’ τα χείλη σου ηχεί όλο και πιο αποκρουστική. Σε ρώτησα. Τί είδους ευτυχία;

ΡΕΝΕ: Θα σάς το πώ λοιπόν αφού επιμένετε τόσο. Η ευτυχία ο άντρας μου να ξεπορτίζει με το που πέφτει η νύχτα, κάθε νύχτα. Η ευτυχία να έχω στα μάτια μου ολοζώντανη την εικόνα του να πλησιάζει ένα αναμμένο κούτσουρο στην πλάτη μιας γυμνής δεμένης γυναίκας μέσα σε ένα ζεστό δωμάτιο, την ίδια στιγμή που εγώ τουρτουρίζω απ’ το χειμωνιάτικο αγιάζι στον πύργο της Λα Κοστ, κουκουλωμένη κάτω απ’ τα σκεπάσματά μου.

Η ευτυχία να βλέπω να απλώνεται ολόγυρά μου το ένα μετά το άλλο τα αιμοσταγή του σκάνδαλα σαν ουρές από πορφυρά φορέματα σε τελετή στέψης.

Η ευτυχία τής συζύγου τού πυργοδεσπότη να περπατάει κάτω απ’ τα υπόστεγα,κλεφτά και με χαμηλωμένα μάτια, στους δρόμους τής πόλης τού αφέντη της. Η ευτυχία τής φτώχειας. Η ευτυχία τής ντροπής… Αυτή η ευτυχία θα είναι η ανταμοιβή μου για την απελευθέρωση τού Αλφόνς. […]

Yukio Misima, Η Μαρκησία ντε Σαντ (μτφρ. Παναγιώτης Ευαγγελίδης, έκδ. Άγρα, Αθήνα 2011, σσ. 86-87, 90-91, 96-97). –Στο εκ του ιδίου motto η Κυρία ντε Μοντρέϊγ απευθύνεται στην κόρη της Ρενέ ντε Σαντ (ό.π., σ. 93).

Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2026

έχω πια σιχαθεί τις τακτικές του έρωτα


ΚΟΜΙΣΣΑ ΝΤΕ ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: Έχω πια σιχαθεί τις τακτικές του έρωτα, τις διαβολικές ίντριγκες, τα θέατρα των μεταμφιέσεων στα πρότυπα της βασίλισσας Μαργκό, τις κρυφές εκδρομές στις απολαύσεις του υποκόσμου.

Ακόμα και η κακή μου φήμη με κουράζει. Και αμαρτία να το πεί κανείς είναι απλώς και μόνο κάτι που αρχίζει και τελειώνει στην κρεβατοκάμαρα, κι αγάπη να το βαφτίσουμε, έχει μόνο τη γεύση μελιού ανακατωμένου με στάχτη. Αν όμως προσθέταμε στο μείγμα και μία δόση ιερού… […]

[…] Όταν, κυρία, η ηδονή φτάσει στο σημείο να χρειάζεται όλο και πιο πολλά καρυκεύματα, ο νούς γυρίζει στις απολαύσεις που μάς έδιναν οι παιδικές τιμωρίες και νιώθουμε ανικανοποίητοι γιατί κανείς πια δεν μάς τίς επιβάλλει. […]

*

ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: […] Παρεξήγησα μάλλον τον μαρκήσιο ντε Σαντ, πίστεψα πως είναι ένας ξανθός τιμωρός με λευκά χέρια, κάποιος που πλαταγίζει ένα μαστίγιο, ένας δήμιος, ένας αντιπρόσωπος του Θεού. Τώρα ξέρω ότι έκανα λάθος. Ο μαρκήσιος είναι απλώς ένας σύντροφος, ένα ακόμα μέλος της αδελφότητάς μου.

Γύρω από τον οκνηρό σκύλο [ενν. τον θεό] που παίρνει το υπνάκι του, εκείνοι που μαστιγώνουν και εκείνοι που μαστιγώνονται, εκείνοι που τιμωρούν και εκείνοι που τιμωρούνται, δεν είναι τίποτε παραπάνω από ευσεβείς προβοκάτορες, ισόβαθμοι μεταξύ τους.

Ο ένας προκαλεί με το να μαστιγώνει, ο άλλος με το να μαστιγώνεται, ο ένας με το χύνει αίμα, ο άλλος με το να χύνει το αίμα του, μα ό,τι και να κάνουν, ο σκύλος δεν λέει ν’ ανοίξει τα μάτια. Ο μαρκήσιος ντε Σαντ και εγώ είμαστε μέλη τής ίδιας αδελφότητας.

ΚΥΡΙΑ ΝΤΕ ΜΟΝΤΡΕΪΓ, ΜΗΤΕΡΑ ΤΗΣ ΡΕΝΕ ΝΤΕ ΣΑΝΤ: Και πώς το ανακαλύψατε αυτό;

ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: Δεν το ανακάλυψα, το αισθάνθηκα…

ΜΟΝΤΡΕΪΓ: Πότε;

ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: Πότε το ένιωσα; Όταν έγινα τραπέζι.

ΜΟΝΤΡΕΪΓ: Τραπέζι, είπατε;

Οι δύο αδελφές εκπλήσσονται και
κάτι ψιθυρίζουν μεταξύ τους
.

ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: Δεν νομίζω πως χρειάζεται μετάφραση, κάθε άνθρωπος μπορεί να γίνει τραπέζι. Για να πώ τα πράγματα με το όνομά τους, αυτό εδώ το κορμί ξεγυμνώθηκε και χρησιμοποιήθηκε ως βωμός για μία λειτουργία.

[…] Με τοποθέτησαν πάλλευκη και γυμνή επάνω σε ένα μαύρο σάβανο. Έκλεισα τα μάτια και ένιωσα το αστραφτερό θαύμα της γύμνιας μου σε όλη τη δόξα τής λευκότητάς της. Κι αυτή η αίσθηση δεν διέφερε πολύ από εκείνη κάθε συνηθισμένης γυναίκας όταν κλείνει τα μάτια και νιώθει τα πάντα μέσα απ’ το γυμνό της δέρμα.

Ανάμεσα στο λαιμό και στην κοιλιά μου απλώθηκε μία μικρή πετσέτα. Ένιωσα τη δροσιά ενός φρεσκοπλυμένου σεντονιού. Ανάμεσα στα δυό μου στήθη τοποθετήθηκε ένας ασημένιος σταυρός. Παρόμοια αίσθηση με εκείνη όταν κάποιος παιχνιδιάρης κύριος μετά τον έρωτα ακουμπάει στο ίδιο σημείο ένα αχλάδι. Στο κενό ανάμεσα στου μηρούς μου τοποθετήθηκε ένα ασημένιο δισκοπότηρο. Η αίσθηση του ψυχρού ήταν ίδια με εκείνη ενός δοχείου νυκτός από Σςεβρ πορσελάνη… Δεν υπήρχε όμως τίποτε που να με κάνει να ριγώ απ’ τη χαρά τής βεβήλωσης.

Όταν πλησίασε η ώρα τής τελετής με έβαλαν να κρατάω στα χέρια μου αναμμένα κεριά. Η φλόγα τους έλαμπε μακρινή και το κερί που έσταζε έμοιαζε κι αυτό ν’ ανήκει σ’ έναν άλλον κόσμο. Την εποχή του Λουδοβίκου του 14ου λένε πως θυσίαζαν πραγματικά νεογέννητα, σήμερα όμως που ακόμα και η μαύρη λειτουργία έχει παρακμάσει, χρησιμοποίησαν ένα αρνάκι.

Τη στιγμή που ο ιερέας πρόφερε τις λέξεις «Ιησού Χριστέ», και πάνω απ' το κεφάλι μου το θλιμμένο βέλασμα του αμνού μετατράπηκε ξαφνικά σε παράξενο βογκητό, πιο καυτό κι από τον ιδρώτα οποιουδήποτε εραστή, πιο πλουσιοπάροχο απ’ τον ιδρώτα που χύθηκε ποτέ επάνω μου από κάποιον άντρα, το αίμα τού αμνού άρχισε να στάζει απ’ το δισκοπότηρο στο στήθος και στην κοιλιά, ανάμεσα στους μηρούς.

Η ψυχρή μου καρδιά, που μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν μοιρασμένη ανάμεσα σε μία παιχνιδιάρικη διάθεση και στην περιέργεια, για πρώτη φορά ένιωσε να τυλίγεται από τη φλόγα μιας άγριας χαράς. Πάνω στα τεντωμένα μου χέρια, που έμοιαζαν με αισχρή απομίμηση τής σταύρωσης, έσταζε το καυτό υγρό από τα κεριά που τρεμόσβηναν και κατάλαβα μεμιάς πως η φωτιά στα δυό μου χέρια ήταν ο μυστικός συμβολισμός των καρφιών.

Δεν σάς τα λέω όμως αυτά από ματαιοδοξία. Θέλω μόνο να καταλάβετε ότι εγώ, από έναν δρόμο αντίθετο από εκείνον τού Αλφόνς, έφτασα να γνωρίσω τις εκστάσεις του.

Ο Αλφόνς κατατρύχεται από το πάθος να κοιτάζει, εγώ να με κοιτάζουν. Οι εμπειρίες του καθενός μας διαφέρουν. Όταν όμως το αίμα του αμνού πλημμύρισε το γυμνό μου σώμα σαν βροχή, κατάλαβα ποιός ήταν ο Αλφόνς.

ΡΕΝΕ: Και ποιός ήταν λοιπόν κατά τη γνώμη σας;

ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: Ο Αλφόνς ήταν εγώ.

ΜΟΝΤΡΕΪΓ: Τί;

[…]

Yukio Misima, Η Μαρκησία ντε Σαντ (μτφρ. Παναγιώτης Ευαγγελίδης, έκδ. Άγρα, Αθήνα 2011, σσ. 75-76, 76, 77-78, 78-80).

Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2026

η δύναμη τής φαντασίας


ΡΕΝΕ: […] Αυτά τα έξι χρόνια η δυστυχία μου κατάφερε τελικά να φτάσει στο ύψος της ακολασίας τού Αλφόνς. Έτσι σκέφτηκα. Ένιωσα την τραγική μοναξιά του στη φυλακή σαν να ήμουν εγώ στη θέση του. Σε όσες ακολασίες κι αν επιδόθηκε, αυτό που έκανε ήταν να αναζητάει κάτι άπιαστο, κι όσες γυναίκες και άντρες κι αν έβαλε στο παιχνίδι, μόνο αυτός συγκρούστηκε κατά μέτωπο με το Αδύνατο. Ο Αλφόνς δεν αγάπησε ποτέ κανέναν. Ούτε κάν εσένα.

ΑΝ, ΜΙΚΡΟΤΕΡΗ ΑΔΕΛΦΗ ΤΗΣ ΡΕΝΕ: Και μάλλον ούτε εσένα, αδελφή μου.

ΡΕΝΕ: Αυτός είναι ίσως κι ο βασικός λόγος που μπορέσαμε κι εμείς να συμφιλιωθούμε.

ΑΝ: Στην πραγματικότητα όμως, αδελφή μου, πιστεύεις ότι εσύ είσαι η μόνη που αγαπάει.

ΡΕΝΕ: Ο καθένας είναι ελεύθερος να φαντάζεται ό,τι θέλει. Η δύναμη τής φαντασίας είναι κάτι που έμαθα από τον Αλφόνς.

ΑΝ: Και με την ευτυχία τί γίνεται;

ΡΕΝΕ: Αυτή ήταν δική μου επινόηση και δεν οφείλει απολύτως τίποτα στις διδασκαλίες του. Η ευτυχία είναι, ας πούμε, μια γυναικεία χειροτεχνία, ένα ατέρμονο κέντημα. Η μοναξιά, η πλήξη, η αγωνία, η θλίψη, οι αποτρόπαιες νύχτες, η φρικιαστική αυγή, όλα αυτά τα υφαίνει βελονιά βελονιά, αφιερώνοντας χρόνο και κόπο, για να κατασκευάσει μια μικρή ταπισερί με θέμα ένα κονό μπουκέτο τριαντάφυλλα. Χάρη στην ικανότητα και την επιμονή της γυναίκας, τα μαρτύρια τής κόλασης είναι δυνατόν να μεταμορφωθούν σε ένα και μοναδικό ρόδο.

ΑΝ: Από δώ και πέρα ο Αλφόνς θα τρώει για πρωινό τη μαρμελάδα τριαντάφυλλο που με τόση φροντίδα ετοίμασε η αδελφή μου.

ΡΕΝΕ: Αχ, αυτή σου η ειρωνεία, Αν.

*

ΑΝ: Δεν έπαιξα ούτε μια φορά τη μάνα μαζί του.

ΡΕΝΕ: Ούτε εγώ, τουλάχιστον με τη θέλησή μου.

ΚΥΡΙΑ ΝΤΕ ΜΟΝΤΡΕΪΓ, ΜΗΤΕΡΑ: Για δες, βλέπω ότι και οι δύο σας κατά παράδοξο τρόπο υποτιμάτε το ρόλο τής μάνας μπροστά στην ίδια σας τη μητέρα. Πείτε ό,τι θέλετε. Η δική μου πικρία για τον Αλφόνς, αυτόν τον άνθρωπο που κακομεταχειρίστηκε τις κόρες που με τόση φροντίδα και αγάπη ανέθρεψα, δεν μπορεί να σβήσει με τίποτα. Θα ήθελα, Ρενέ, αυτό τουλάχιστον να καταλάβεις.

ΡΕΝΕ: Αυτός ο άνθρωπος που λες δεν με κακομεταχειρίστηκε ποτέ.

ΑΝ: Ούτε εμένα.

ΜΟΝΤΡΕΪΓ (Κρύβοντας την πικρία της.): Πολύ ενδιαφέρον. Τί ακριβώς εννοείτε;

ΡΕΝΕ: Ο πόθος του παίρνει φωτιά στην ιδέα τής ιεροσυλίας, ακριβώς όπως το άλογο ερεθίζεται όταν συντρίβει διάφανους κρυστάλλους πάγου κάτω από τις οπλές του. Ακολουθεί πάντα το ίδιο τελετουργικό: Αφήνει το νερό να ποτίσει τη βρόμικη γή μέχρι ο πρωινός παγετός να το μετατρέψει σε εύθραυστους κρυστάλλους, μόνο και μόνο για να τούς ποδοπατήσει στη συνέχεια.

Χάρη σ' αυτόν ζητιάνες και πόρνες πήραν το χρίσμα της αγίας, απλώς και μόνο για να μαστιγωθούν στη συνέχεια. Όμως, μονάχα μια στιγμή αργότερα το όνειρο γίνεται κομμάτια και βγάζει απ' την πόρτα ζητιάνες και πόρνες με κλοτσιές στα πισινά… Στη συνέχεια, μη βρίσκοντας κανέναν να προσφέρει το μέλι της τρυφερότητας που έχουν σταλάξει μέσα του αυτές οι στιγμές ηδονής, επιστρέφει και το αδειάζει όλο σε μένα.

Είναι μια μέλισσα εργάτης τής ηδονής· μαζεύει κάθιδρος κάτω απ’ τον αδυσώπητο καλοκαιρινό ήλιο το μέλι τής τρυφερότητας και έρχεται να μού το παραδώσει, σε μένα που περιμένω στη σκοτεινή και δροσερή φωλιά μου.

Τα αιμάτινα λουλούδια απ' όπου μαζεύει το μέλι δεν είναι σίγουρα οι ερωμένες του. Έχουν χριστεί αγίες, έχουν ποδοπατηθεί, το μέλι τους έχει τρυγηθεί… αυτό είναι όλο. Αν κάποιος υπήρξε αντικείμενο κακομεταχείρισης δεν νομίζετε πως είναι εκείνες;

ΑΝ: Καταφέρνεις πάντα να ωραιοποιείς τον Αλφόνς, αδελφή μου, μέσα απ' την κατανόηση και τις ποιητικές σου εικόνες. Κατανοείς μέσα απ' την ποίηση. Ο μοναδικός ίσως τρόπος να κατανοήσει κανείς αυτό που είναι υπερβολικά ιερό ή βρόμικο.

Σίγουρα όμως αυτό δεν είναι μέθοδος γυναικεία. Εγώ δεν δοκίμασα ποτέ να τόν καταλάβω. Γι' αυτό και ήταν χαλαρός μαζί μου, κι όταν με χάιδευε το έκανε σαν ένας ακόμα συνηθισμένος άντρας, κι εγώ ανταποκρινόμουν σαν μία ακόμα συνηθισμένη γυναίκα.

ΡΕΝΕ: Μια και λες αυτά, τότε θα σού πώ κι εγώ κάποια άλλα. Σε χρησιμοποίησα σαν όργανό μου. Από καιρού εις καιρόν ο Αλφόνς επιθυμούσε να ζεί σαν κοινός άντρας. Επειδή όμως δεν ήταν δυνατόν να το κάνει αυτό μαζί μου, μιά κι εγώ ήξερα ποιός ήταν, διάλεξα εσένα.

ΑΝ: Στις αναμνήσεις σου δεν βλέπω να υπάρχει η Βενετία, αδελφή μου. Λυπάμαι πολύ για σένα! Δεν υπάρχει εκείνη η κόκκινη σαν συκώτι Σελήνη που ανεβαίνει από τα ομιχλώδη κανάλια. Το ανάστατο κρεβάτι, μπροστά σ' ένα παράθυρο απ’ όπου φτάνει απ’ τη γέφυρα η γλυκιά φωνή ενός άντρα με συνοδεία μαντολίνου, […].

Yukio Misima, Η Μαρκησία ντε Σαντ (μτφρ. Παναγιώτης Ευαγγελίδης, έκδ. Άγρα, Αθήνα 2011, σσ. 65-67, 70-72).

Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2026

σαν να περπατάει φορώντας μονάχα ένα διάφανο ύφασμα


ΚΟΜΙΣΣΑ ΝΤΕ ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: […] Θα μού επιτρέψετε να σάς πώ ότι η οικογένειά σας είναι τώρα σαν να περπατάει φορώντας μονάχα ένα διάφανο ύφασμα. Δεν σάς εκπλήσσει πλέον τίποτεα, έτσι δεν είναι;

ΡΕΝΕ, ΜΑΡΚΗΣΙΑ ΝΤΕ ΣΑΝΤ: Έτσι είναι.

ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: Οι ερωτήσεις μου θα ήταν αδιανόητες μέσα σε ένα συνηθισμένο σαλόνι τής καλής κοινωνίας, θέλω όμως εσείς να τίς ακούσετε ουδέτερα, σαν να μιλούσαμε για την καλλιέργεια τής αμπέλου και τα σχετικά λιπάσματα.

ΡΕΝΕ: Εντάξει.

ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: Κατά τη γνώμη μου ο μαρκήσιος ντε Σαντ είναι ένας άνθρωπος για τον οποίο η σκληρότητα είναι συνώνυμο του τρυφερού, και δεν τού είναι δυνατόν να εκφράσει τη γλύκα τής καρδιάς του χωρίς να χρησιμοποιήσει μαστίγιο. (Με αποφασιστικότητα.) Με εσάς τί ακριβώς γίνεται;

ΡΕΝΕ: Ορίστε;

ΣΙΜΙΑΝ: Κυρία ντε Σαιν-Φόν!

ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: Πώς είναι μαζί σας;

ΡΕΝΕ: Αν σάς απαντούσα πως είναι μονάχα τρυφερός, θα βρίσκετε πως αυτή η τρυφερότητά του εμπεριέχει σκληρότητα, κι αν έλεγα πως είναι σκληρός...

ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: Μα πόση σοφία πια μπορείτε να κρύβετε!

ΡΕΝΕ: Θα σάς δώσω μιά απάντηση. Είναι ο σύζυγός μου. Με αγαπάει όπως ένας σύζυγος αγαπάει τη γυναίκα του. Και το συζυγικό μας κρεβάτι να σάς έδειχνα, πάλι δεν θα υπήρχε κάτι που θα σάς ζητούσα να κρατήσετε μυστικό.

ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: Αχ… (Την κοιτάζει με ένταση.) Μα αυτό είναι εξαίσιο. Σ' ένα ζευγάρι με τόσο υπέροχη σχέση η τρυφερότητα είναι περιττή.

ΡΕΝΕ: Ναι, και μ' αυτή την έννοια κι η σκληρότητα επίσης.

[…]

Η Σαιν-Φόν και η Σιμιάν βγαίνουν.

ΡΕΝΕ: Επιτέλους!

ΚΥΡΙΑ ΝΤΕ ΜΟΝΤΡΕΪΓ, ΜΗΤΕΡΑ ΤΗΣ ΡΕΝΕ ΝΤΕ ΣΑΝΤ: Τα έβγαλες πέρα θαυμάσια. Τί υπέροχες απαντήσεις! Ποτέ δεν ήμουν πιο περήφανη για την κόρη μου. Τί έχιδνα όμως! Και να σκεφτείς ότι ζήτησα βοήθεια από μια τέτοια γυναίκα. […]

*

ΡΕΝΕ: […] Ο Αλφόνς είναι μια μουσική που δεν έχει μόνο ένα θέμα. Έχω ορκιστεί πίστη σ’ αυτή τη μουσική. Το θέμα της, τη μια στιγμή ακούγεται τρυφερό και την επομένη το στοιχειώνουν αίμα και μαστίγιο. Ο Αλφόνς δεν μού έχει επιτρέψει ποτέ ν’ ακούσω τον ήχο αυτού τού μαστιγίου. Δεν ξέρω αν είναι από εκτίμηση για μένα ή από περιφρόνηση. Όμως αυτό που έμαθα μια για πάντα από το τελευταίο συμβάν είναι ότι η πίστη τής γυναίκας δεν είναι το αντίτιμο για τούς περιστασιακούς τρυφερούς λόγους ή πράξεις τού συζύγου της, αλλά η άμεση σύνδεσή της με την πεμπτουσία του. Ένα σαρακοφαγωμένο πλοίο μοιράζεται με τα σκουλήκια που το ροκανίζουν την πεμπτουσία τής θάλασσας.

ΜΟΝΤΡΕΪΓ: Εξαπατήθηκες, το ίδιο κι εγώ.

ΡΕΝΕ: Δεν υπάρχει γυναίκα που να εξαπατήθηκε από άντρα, ούτε μία φορά.

ΜΟΝΤΡΕΪΓ: Δεν μιλάμε όμως εδώ για έναν συνηθισμένο άντρα…

ΡΕΝΕ: Όμως εγώ ξέρω ότι ο Αλφόνς είναι κι αυτός άντρας… Όπως είπατε, την εποχή τού γάμου μας, δεν μπορούσα να διανοηθώ τί είδους άντρας ήταν. Και μέχρι πολύ πρόσφατα ακόμα δεν είχα την παραμικρή ιδέα. Πρέπει όμως να πώ πως είχα διαισθανθεί τη φύση του από πολύν καιρό. […]

Yukio Misima, Η Μαρκησία ντε Σαντ (μτφρ. Παναγιώτης Ευαγγελίδης, έκδ. Άγρα, Αθήνα 2011, σσ. 42-43, 52-53).