ΘΕΟΦΙΛΟΣ, Ι
Μα ναί. Ψηλότερη απ' τα Μετέωρα
η λεβέντισσά μου η Σαρακατσάνισσα.
Δεν ψήλωσε από λάθος ή από τύχη.
Έτσι την είδα κι έτσι τη ζωγράφισα.
Λέω ψηλότερος ο άνθρωπος κι από βουνό
αν μέσα του φυσάει αέρας, τον σηκώνει,
δροσίζει το μυαλό του, τον φτερώνει,
και φτάνει πια ν' αγγίξει ουρανό.
Τα δάχτυλά μου σκέφτονται και νιώθουν.
Τον κόσμο που ιστορούν τον αναγνώθουν
συλλαβή τη συλλαβή. Γράμμα το γράμμα.
Μ' ευλάβεια και σέβας. Σαν το Θείο Δράμα.
Ένα πρωτάκι πάντα μου στης πλάσης το σχολείο.
Θαυμάζω και απορώ. Και αγαπάω.
Τα πάντα και τους πάντες αγαπάω.
Καίει η καρδιά μου, χώρο δεν έχει για το κρύο.
*
ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ, ΙΙ
[...]
Ο πιο μικρός;
Ο Γιάννης Βλαχογιάννης.
Εκ Ναυπάκτου.
Ναι, πλην Επαχτίτης.
Διορθωτής αυτός. Ξεφτέρι.
Δεν είχε ακόμα εικοσιπενταρίσει,
κι ας έλεγε ότι γεννήθηκε το 1821.
Ανάμεσά μας στα σκαλιά του χρόνου,
που κατεβαίνουν, μόνο ματεβαίνουν,
οι δυό μας χρονογράφοι.
Συνομήλικοι σχεδόν.
Ο Κονδυλάκης στα τριάντα του
κι ο Παλαμάς ετών τριανταδύο.
[...]
Ώσπου έσπαγε τη σιωπή ο πιο μικρός
[...]
να μάθει κιόλας θέλοντας
απ' την Αρτία Τριάδα.
Παντελής Μπουκάλας, Τρείς επί τρία. Εννιά ποιήματα για τον Χαλεπά, τον Θεόφιλο, και τον Παπαδιαμάντη (έκδ. Άγρα, Αθήνα 2025, σσ. 19, 28, 29).