Ο ήλιος της Ελλάδας πλησίαζε στο ζενίθ, όταν ήταν παιδί. Η νεανική καρδιά του λαχτάρισε με τις ενδοξότερες συγκινήσεις της ελληνικής πατρίδας. Ήταν δώδεκα χρονών όταν νίκησε την Ασία στη Σαλαμίνα και την Αφρική στην Ιμέρα (480) –η παράδοση, που αναφέρει ο Ηρόδοτος, θέλει να πιστεύει ότι συντελέσθηκαν κι οι δυό την ίδιαν ημέρα-, κι η απήχηση των επικών αυτών αγώνων χύθηκε αργότερα σ’ ένα από τα ποιήματά του αφιερωμένο στην εκστρατεία του Ξέρξη.
Η μια από τις δυό δίδυμες νίκες, εκείνη της Ιμέρας, είχε θριαμβευτή της τον ηγεμόνα του Ακράγαντος, τον σοφό τύραννο Θήρωνα, και γέμισε την πολιτεία με λάφυρα και με σκλάβους.
Η νεότητα του Εμπεδοκλή, καταγομένου από λαμπροτάτη γενηά, άνθισε στις μεγαλειώδεις ώρες που η πόλη του, γιομάτη από πλούτη και φδόξα, μεθυσμένη από ηδονή, «φίλη της αίγλης» -φιλάγλαος Ακράγας- καταχτούσε την ελευθερία και σφυροκοπούσε, με τα χέρια μυριάδων σκλάβων από την Καρχηδόνα, τη διακοσμητική των ναών της, κι ο Πίνδαρος την τραγουδούσε ως «την ομορφότερη από τις πολιτείες των ανθρώπων» -βροτεάν πολίων καλλίστην (Πύθια, ΧΙΙ).
*
[…] είναι σα μιαν αψίδα μαγική που ενώνει την Ανατολή με τη Δύση, και το παρόν με το παρελθόν. Αγγίζει όλους τους κόσμους και μετέχει σ’ αυτούς: Είναι κατά το ήμισυ θρυλικός· η σκέψη του έχει τις ρίζες της μεσ’ στα όνειρα της Ασίας, στις κοσμογονίες του Ιράν, στο μαζδεϊσμό και τη λατρεία του Μίθρα· συγγενεύει με τον ορφισμό της Μεγάλης Ελλάδας, το χειμωνιάτικο αυτό έαρ (έαρ Φεβρουαρίου) του χριστιανισμού, που αγνοείται ακόμα· έχει την ηχώ του ώς μέσα στις Ινδίες […].
Κι είναι συγχρόνως ισορροπημένος καλά πάνω στο έδαφος της επιστήμης· είν’ ένας πρόδρομος του ατομισμού του Επίκουρου, ανοίγει το δρόμο στη σύγχρονη βιολογία· θέτει τα πρώτα αξιώματα του δαρβινικού μεταμορφισμού […]. Σ’ αυτόν συναπαντιούνται τα δυόμεγάλα ρεύματα της επιστήμης του καιρού του: η Πειραματική επιστήμη, που την εγκαινίασε ο γιατρός Αλκμαίων ο Κροτονιάτης,αι η μυστικιστική επιστήμη του Πυθαγόρα, που την εδοξολόγησε κατανυχτικά στο ποίημά του «Καθαρμοί». (Εμπεδ., Απ. 129).
*
Οι βιογράφοι του μάς θυμίζουνε, αλληλοδιαδόχως, με τις διάφορες απόψεις της πολύμορφης μεγαλυφυΐας του, τον Πλάτωνα του Τιμαίου, τον Λουκρήτιο, τον Ιταλό σκαπανέα της νέας επιστήμης του Βάκωνα και του Γαλιλαίου, τα μυστικιστικά φτερουγίσματα της επιστήμης του Νεύτωνα, τον Λεονάρδο, τον Γκαίτε, τον Σλέγκελ, τον Νοβάλις, προ πάντων τον Σοπενχάουερ, που ο τελευταίος και τελειότερος ιστορικός του Εμπεδοκλή, ο Έκτωρ Μπινιόνε, φέρνει περιέργως στο φώς τις γραμμές της πνευματικής του συγγένειας με τον σικελό διανοητή, δείχνοντας το παράλληλο της φιλοσοφικής των θέσεως στην ιστορία του πνεύματος. […]
*
Είναι άνθρωπος πίστεως και θέτει το ποίημά του Περί φύσεως κάτω από την αιγίδα της Ευσέβειας (Εμπεδ., Απ. 4). Είναι θαυματουργός και κάνει μαγικούς εξορκισμούς· διηγούνται ότι ανέσταινε τους νεκρούς κι ότι, όπως ο Πρόσπερος, μπορούσε να επιβάλλεται στα στοιχεία. Αλλ’ είναι συνάμα γιατρός και μηχανικός, προσεχτικός παρατηρητής της πραγματικότητας, σε τρόπο που να την κυριαρχεί, ένας από τους πρώτους πού ‘καναν χρήση του επιστημονικού πειραματισμού.
Είναι ρήτορας ισχυρός και λαοπρόβλητος: ο Αριστοτέλης τον θεωρεί ως τον εισηγητή της σικελικής ρητορικής, που ο Γοργίας μετέφερε στην Αθήνα. Τέλος μετέχει δραστικά στους αγώνες της πολιτείας, και μ’ ένα πνεύμα εντελώς νεωτεριστικό, αποφασιστικά δημοκρατικό […].
*
Ο Εμπεδοκλής έλεγε για τους συμπολίτες του: «Είναι ακόρεστοι για χαρά σαν να επρόκειτο να πεθάνουν αύριο και χτίζουνε τα μέγαρά τους σαν να επρόκειτο να ζήσουν αιώνια».
Ο ίδιος συμμεριζότανε τη μανία τους για την επιδειχτική χλιδή και την πολυτέλεια· έβγαινε στους δρόμους του Ακράγαντος, δορυφορούμενος από νεαρούς δούλους, με χρυσό ανάδεμα στην κόμη του, στεφανωμένος με δάφνη, φορώντας μπρούτζινα σανδάλια, με ύφος ατάραχο κι ηγεμονικό.
Εβδομήντα χρόνια μετά τον θρίαμβό του στην Ιμέρα,
ο Ακράγας καταστρεφόταν από την Καρχηδόνα, με τη σειρά της νικήτρια.*
ο Ακράγας καταστρεφόταν από την Καρχηδόνα, με τη σειρά της νικήτρια.*
Ρομαίν Ρολλάν, Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος (μτφρ. Τάκης Μπαρλάς, έκδ. Αστρολάβος / Ευθύνη Αθήνα 1989, σσ. 34-35, 31, 31-32, 32-33, 36). Κι η κατακλείδα εκ του ιδίου (ό.π., σ. 37).