Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2026

η Ήρα αγαπάει πιο πολύ τις Μυκήνες άρα και τους Αχαιούς


συζυγικό καυγαδάκι (δώ βέβαια με τον Δία) μια παλαιά ιστορία!

Ιλιάς Δ Ὁρκίων σύγχυσις. Ἀγαμέμνονος ἐπιπώλησις.

Οἱ δὲ θεοὶ πὰρ Ζηνὶ καθήμενοι ἠγορόωντο
χρυσέῳ ἐν δαπέδῳ, μετὰ δέ σφισι πότνια Ἥβη
νέκταρ ἐῳνοχόει· τοὶ δὲ χρυσέοις δεπάεσσι
δειδέχατ᾽ ἀλλήλους, Τρώων πόλιν εἰσορόωντες.
αὐτίκ᾽ ἐπειρᾶτο Κρονίδης ἐρεθιζέμεν Ἥρην 5
κερτομίοις ἐπέεσσι, παραβλήδην ἀγορεύων·
«δοιαὶ μὲν Μενελάῳ ἀρηγόνες εἰσὶ θεάων,
Ἥρη τ᾽ Ἀργείη καὶ Ἀλαλκομενηῒς Ἀθήνη.
ἀλλ᾽ ἤτοι ταὶ νόσφι καθήμεναι εἰσορόωσαι
τέρπεσθον· τῷ δ᾽ αὖτε φιλομμειδὴς Ἀφροδίτη 10
αἰεὶ παρμέμβλωκε καὶ αὐτοῦ κῆρας ἀμύνει·
καὶ νῦν ἐξεσάωσεν ὀϊόμενον θανέεσθαι.
ἀλλ᾽ ἤτοι νίκη μὲν ἀρηϊφίλου Μενελάου·
ἡμεῖς δὲ φραζώμεθ᾽ ὅπως ἔσται τάδε ἔργα,
ἤ ῥ᾽ αὖτις πόλεμόν τε κακὸν καὶ φύλοπιν αἰνὴν 15
ὄρσομεν, ἦ φιλότητα μετ᾽ ἀμφοτέροισι βάλωμεν.
εἰ δ᾽ αὖ πως τόδε πᾶσι φίλον καὶ ἡδὺ γένοιτο,
ἤτοι μὲν οἰκέοιτο πόλις Πριάμοιο ἄνακτος,
αὖτις δ᾽ Ἀργείην Ἑλένην Μενέλαος ἄγοιτο.»
Ὣς ἔφαθ᾽, αἱ δ᾽ ἐπέμυξαν Ἀθηναίη τε καὶ Ἥρη· 20
πλησίαι αἵ γ᾽ ἥσθην, κακὰ δὲ Τρώεσσι μεδέσθην.
ἤτοι Ἀθηναίη ἀκέων ἦν οὐδέ τι εἶπε,
σκυζομένη Διὶ πατρί, χόλος δέ μιν ἄγριος ᾕρει·
Ἥρῃ δ᾽ οὐκ ἔχαδε στῆθος χόλον, ἀλλὰ προσηύδα·
«αἰνότατε Κρονίδη, ποῖον τὸν μῦθον ἔειπες· 25
πῶς ἐθέλεις ἅλιον θεῖναι πόνον ἠδ᾽ ἀτέλεστον,
ἱδρῶ θ᾽ ὃν ἵδρωσα μόγῳ, καμέτην δέ μοι ἵπποι
λαὸν ἀγειρούσῃ, Πριάμῳ κακὰ τοῖό τε παισίν.
ἕρδ᾽· ἀτὰρ οὔ τοι πάντες ἐπαινέομεν θεοὶ ἄλλοι.»
Τὴν δὲ μέγ᾽ ὀχθήσας προσέφη νεφεληγερέτα Ζεύς· 30
«δαιμονίη, τί νύ σε Πρίαμος Πριάμοιό τε παῖδες
τόσσα κακὰ ῥέζουσιν, ὅ τ᾽ ἀσπερχὲς μενεαίνεις
Ἰλίου ἐξαλαπάξαι ἐϋκτίμενον πτολίεθρον;
εἰ δὲ σύ γ᾽ εἰσελθοῦσα πύλας καὶ τείχεα μακρὰ
ὠμὸν βεβρώθοις Πρίαμον Πριάμοιό τε παῖδας 35
ἄλλους τε Τρῶας, τότε κεν χόλον ἐξακέσαιο.
ἕρξον ὅπως ἐθέλεις· μὴ τοῦτό γε νεῖκος ὀπίσσω
σοὶ καὶ ἐμοὶ μέγ᾽ ἔρισμα μετ᾽ ἀμφοτέροισι γένηται.
ἄλλο δέ τοι ἐρέω, σὺ δ᾽ ἐνὶ φρεσὶ βάλλεο σῇσιν·
ὁππότε κεν καὶ ἐγὼ μεμαὼς πόλιν ἐξαλαπάξαι 40
τὴν ἐθέλω ὅθι τοι φίλοι ἀνέρες ἐγγεγάασι,
μή τι διατρίβειν τὸν ἐμὸν χόλον, ἀλλά μ᾽ ἐᾶσαι·
καὶ γὰρ ἐγὼ σοὶ δῶκα ἑκὼν ἀέκοντί γε θυμῷ·
αἳ γὰρ ὑπ᾽ ἠελίῳ τε καὶ οὐρανῷ ἀστερόεντι
ναιετάουσι πόληες ἐπιχθονίων ἀνθρώπων, 45
τάων μοι περὶ κῆρι τιέσκετο Ἴλιος ἱρὴ
καὶ Πρίαμος καὶ λαὸς ἐϋμμελίω Πριάμοιο.
οὐ γάρ μοί ποτε βωμὸς ἐδεύετο δαιτὸς ἐΐσης,
λοιβῆς τε κνίσης τε· τὸ γὰρ λάχομεν γέρας ἡμεῖς.»
Τὸν δ᾽ ἠμείβετ᾽ ἔπειτα βοῶπις πότνια Ἥρη· 50
«ἤτοι ἐμοὶ τρεῖς μὲν πολὺ φίλταταί εἰσι πόληες,
Ἄργός τε Σπάρτη τε καὶ εὐρυάγυια Μυκήνη
· 52
τὰς διαπέρσαι, ὅτ᾽ ἄν τοι ἀπέχθωνται περὶ κῆρι·
τάων οὔ τοι ἐγὼ πρόσθ᾽ ἵσταμαι οὐδὲ μεγαίρω.
εἴ περ γὰρ φθονέω τε καὶ οὐκ εἰῶ διαπέρσαι, 55
οὐκ ἀνύω φθονέουσ᾽, ἐπεὶ ἦ πολὺ φέρτερός ἐσσι.
ἀλλὰ χρὴ καὶ ἐμὸν θέμεναι πόνον οὐκ ἀτέλεστον·
καὶ γὰρ ἐγὼ θεός εἰμι, γένος δέ μοι ἔνθεν ὅθεν σοί,
καί με πρεσβυτάτην τέκετο Κρόνος ἀγκυλομήτης,
ἀμφότερον, γενεῇ τε καὶ οὕνεκα σὴ παράκοιτις 60
κέκλημαι, σὺ δὲ πᾶσι μετ᾽ ἀθανάτοισιν ἀνάσσεις.
ἀλλ᾽ ἤτοι μὲν ταῦθ᾽ ὑποείξομεν ἀλλήλοισι,
σοὶ μὲν ἐγώ, σὺ δ᾽ ἐμοί
· ἐπὶ δ᾽ ἕψονται θεοὶ ἄλλοι
ἀθάνατοι· σὺ δὲ θᾶσσον Ἀθηναίῃ ἐπιτεῖλαι
ἐλθεῖν ἐς Τρώων καὶ Ἀχαιῶν φύλοπιν αἰνήν, 65
πειρᾶν δ᾽ ὥς κε Τρῶες ὑπερκύδαντας Ἀχαιοὺς
ἄρξωσι πρότεροι ὑπὲρ ὅρκια δηλήσασθαι.»
Ὣς ἔφατ᾽, οὐδ᾽ ἀπίθησε πατὴρ ἀνδρῶν τε θεῶν τε·
αὐτίκ᾽ Ἀθηναίην ἔπεα πτερόεντα προσηύδα·
«αἶψα μάλ᾽ ἐς στρατὸν ἐλθὲ μετὰ Τρῶας καὶ Ἀχαιούς, 70
πειρᾶν δ᾽ ὥς κε Τρῶες ὑπερκύδαντας Ἀχαιοὺς
ἄρξωσι πρότεροι ὑπὲρ ὅρκια δηλήσασθαι

o Ι. Πολυλάς μεταφέρει:

Σύνοδον είχαν οι θεοί στο πλάγι του Κρονίδη,
στο δώμα το χρυσόστρωτον και τους κερνούσε η θεία
Ήβη
το νέκταρ και φαιδροί με τα χρυσά ποτήρια
αντιπροπίναν κι έβλεπαν την πόλιν του Πριάμου.
Και να πειράξ᾽ ηθέλησε την Ήραν ο Κρονίδης 5
και λόγον είπε ανάσκεπον πικρά να την κεντήσει:
«Δύο θεές είναι, θαρρώ, βοηθοί του Μενελάου,
η Άργισσ᾽ Ήρα κ η Αθηνά, η σώστρα των ανδρείων·
αλλά κάθονται ανάμερα και τέρπονται να βλέπουν·
τον άλλον η φιλόγελη θεά τον παραστέκει 10
η Αφροδίτη και κακό να πάθει δεν αφήνει·
και ιδού τώρα τον έσωσε στην ώρα του θανάτου·
αλλ᾽ είναι η νίκη φανερά του ανδρείου Μενελάου.
Και τώρα να σκεφθούμ᾽ εμείς, πώς τούτα θα τελειώσουν
αν πάλιν θα σηκώσουμε φρικτόν πολέμου αγώνα, 15
ή μεταξύ των δυο λαών θα φέρομεν ειρήνην;
Κι αν το δεχθείτε πρόθυμα με την καρδιά σας όλοι,
ας μείν᾽ η πόλις άφθαρτη του γέροντος Πριάμου
κι ας λάβει ο Μενέλαος οπίσω την Ελένην».
Αυτά είπε κι εγόγγυσαν η Αθηνά κι η Ήρα, 20
σιμά καθίζαν κι όλεθρον των Τρώων μελετούσαν

λόγον δεν είπεν η Αθηνά και στον πατέρα Δία
από χολήν εμάνιζεν· αλλ᾽ η χολή στης Ήρας
το στήθος δεν εχώρεσε
, και προς εκείνον είπε:
«Τι ΄πες, Κρονίδη τρομερέ; Πώς ν᾽ αφανίσεις θέλεις 25
τους κόπους, τον αγώνα μου, τον ίδρον πόχω ιδρώσει;
Και τ᾽ άλογά μου απόκαμαν, ώσπου να συναθροίσω
τόσον λαόν, στον Πρίαμον κακό και στα παιδιά του
;
Κάμε το, αλλ᾽ όμως οι θεοί δεν συμφωνούμεν όλοι».
Εβάρυνε· και «ω τρομερή», της είπεν ο Κρονίδης, 30
«τι σού ΄καμεν ο Πρίαμος και όλ᾽ η γενεά του
κακό μεγάλο να οργισθείς και τόσο να μανίζεις,
να εξολοθρεύσεις έρριζα την πυργωμένην Τροίαν;
Τες πύλες της αν δεν διαβείς και τα υψηλά της τείχη,
ωμόν να φας τον Πρίαμον και τα παιδιά του κι όλους 35
τους Τρώες, δεν γιατρεύεται το πάθος που σε καίει·
κάμε όπως θέλεις, αλλ᾽ ιδέ μη τούτ᾽ η διαφορά μας
κάποτε ανάψει πόλεμον κακόν ανάμεσόν μας
·
κι έν᾽ άλλο ακόμα θα σου ειπώ, να το φυλάξει ο νους σου·
εάν ποτέ προθυμηθώ να εξολοθρεύσω πόλιν, 40
όπου τυχαίνουν άνθρωποι να ζουν αγαπητοί σου,
μη στην οργήν μου αντισταθείς, αλλ᾽ άφησε να κάμω·
κι εγώ σου την απάφησα με πόνον της ψυχής μου·
και από τες χώρες των θνητών ανθρώπων, όσες είναι
κάτω από τ᾽ άστρα τ᾽ ουρανού και από το φως του ηλίου, 45
ολόψυχα επροτίμησα την Ίλιον την θείαν,
τον Πρίαμον και τον λαόν του δυνατού Πριάμου,
ότι ποτέ δεν έλειψε τραπέζι απ᾽ τον βωμόν μου,
σπονδή και κνίσσα, οι προσφορές που των θεών ανήκουν».
Κι η μεγαλόφθαλμη θεά του απάντησεν η Ήρα: 50
« Απ᾽ όλες υπεραγαπώ τρεις χώρες εις τον κόσμον·
το Άργος, την πλατύδρομην Μυκήνην και την Σπάρτην
·
κατάστρεψέ τες, αν ποτέ κινήσουν την οργήν σου·
δεν θα με ιδείς να υπερμαχώ γι᾽ αυτές ή να γογγύζω,
ότι δεν θα κατόρθωνα ποσώς να σ᾽ αντισκόψω, 55
όσα κι αν έκανα, επειδή πολύ ᾽σαι ανώτερός μου·
αλλά και συ τους κόπους μου να χάσω μη θελήσεις,
ότι κι εγώ είμαι θεός κι απ᾽ την δικήν σου ρίζαν,
εγώ η σεβαστότερη του Κρόνου θυγατέρα
και από το γένος ένδοξη και ότ᾽ είμαι ομόκλινή σου, 60
και συ ᾽σαι πρώτος βασιλεύς των αθανάτων όλων·
αλλά τώρ᾽ ας συγκλίνομεν, εγώ προς σε και πάλιν
συ προς εμέ
κι όλ᾽ οι θεοί θα μάς ακολουθήσουν·
συ στείλ᾽ ευθύς την Αθηνάν στων Αχαιών και Τρώων
τ᾽ αντίμαχα στρατεύματα, να εφεύρει εκείνη τρόπον 65
ώστε τους όρκους πρότερον να παραβούν οι Τρώες,
προσβάλλοντας τους Αχαιούς που επαίρονται στην νίκην».
Σ᾽ αυτά επείσθη των θεών και ανθρώπων ο πατέρας
κι εστράφη προς την Αθηνάν: « Κατέβα ευθύς» τής είπε,
«στ᾽ αντίμαχα στρατεύματα των Αχαιών και Τρώων, 70
κάμε τους όρκους πρότερον να παραβούν οι Τρώες,
προσβάλλοντας τους Αχαιούς που επαίρονται στην νίκην».


Σχόλια του J. La Roche στο αρχαίο κείμενο:

Η ραψωδία αύτη στενώτατα συνδέεταιπρος την Γ εν τα΄τη μεν ο Μενέλαος ενίκησε τονΠάριν και οι Αχαιοί απαιτούσι την Ελένην κατά τας συνθήκας, κατά δε την αρχήν της Δ οι θεοί από του Ολύμπου θεαταί παραστάντες της μονομαχίας ήδη βουλεύονται, αν θ' αποδοθή η Ελένη και θα σωθή η Τροία ή θα συγχυσθώσιν οι όπρκοι και θα εξακολουθήση ο πόλεμος μέχρις αλώσεως της Τροίας.
1-85: Συνέδριον των θεών. Αποστέλλεται η Αθηνά, ίναωθήση τους Τρώας εις παρασπόνδησιν.
2 Ήβη: εν τη Ιλιάδι είναι άγαμος, διό εν τω ουρανώ εκτελεί υπηρεσίας, τας οποίας μεταξύ των ανθρώπων άγαμοι εκτελούσιν, οινοχοεί, λούει Ε 905 πρβλ. Ε 722. Τουναντίον εν υπόπτω τινί χωρίω της Οδυσσείας (λ 603) λέγεται σύζυγος Ηρακλέους. Είναι θυγάτηρ του Διός και της Ήρας. Είναι προσωποποίησις της ήβης, της νεότητος.
6 παραβλήδην αγορεύων: παραβάλλειν (δηλ. λόγον) σημαίνει: ρίπτω προσέτι λόγον, υπαινίσσομαι. Ώστε παραβλήδην αγορεύων = αινικτικώς, σκωπτικώς ομιλών. Ο Ζευς ήθελε να ερεθίση την Ήραν ομιλών ειρωνικώς ή σκωπτικώς. Αληθώς δε η εν τοις επομένοις παραβολή της Ήρας και Αθηνάς προς την Αφροδίτην είναι ουκ ολίγον πειρακτική· πειρακτική δ' είναι και η ιδέα περί ενδεχομένηε ειρηνεύσεως των διαμαχομένων.
7 δοιαί: ο Μενέλαος έχει δύο και ισχυράς προστάτιδας, ο Αλέξανδρος μίαν και ασθενή· αλλ' εκείναι αμέριμνοι κάθηνται εδώ ως θεαταί, ενώ αυτή φροντίζει περί αυτού πάντοτε και ήδη τον έσωσε. Το δοιαί μετ' εμφάσεως προετάχθη κατ' αντιθεσιν προς την μία προστάτιδα του Πάριδος.
8 Αργείη και Αλαλκομενηίς: καλούνται, διότι παλαιότατα κυρία έδρα της λατρείας της Ήρας μεν ήτο το Άργος, της Αθηνάς δε αι Αλαλκομεναί της Βοιωτίας. Κατ' άλλους δε Αλαλκομενηίς = αλαλκούσα, αποκρούουσα, διότι η Αθηνά ήτο πολεμική θεά.
10 τω: εκείνω, δηλ. τω Αλεξάνδρω. Δεν αναφέρει το όνομά του, διότι οι θεοί είχον παραστή θεαταί της μονομαχίας και ήτο γνωστός.
δ' αύτε: αποτελεί αντίθεσιν προς τας δύο προστάτιδας του Μενελάου.
φιλομμειδής: η αγαπώσα τα μειδιάματα. Είναι επίθετον της Αφροδίτης ευστοχώτατον.
14 όπως έσται: πώς η ιστορία αύτη θα αποβή, καταλήξη, τελειώση, δηλ. τί θα κάμωμεν. Διπλωματικώτατος φαίνεται ενταύθα ο Ζευς διότι μετ' επιφυλάξεως μεν και βραδέως, αλλ' ασφαλώς χωρεί εις τον σκοπόν του, τον όλεθρον δηλ. της Τροίας και ικανοποίησν του Αχιλλέως· διότι ενώ υποκρίνεται τον αμερόληπτον, την περί εξακολουθήσεως του πολέμου απόφασιν επαφίνει εις εκείνους, ών γνωστή ήτο η προς τους Τρώας έχθρα και το φιλοπόλεμον.
17 ει δ' αυ πως: αν δε τυχόν, αν ίσως δε. Ο λέγων σκώπτει· διότι σοβαρώς δεν επιθυμεί την ειρήνευσιν των διαμαχομένων, αλλά τον πόλεμον, ίνα δυνηθή να ικανοποιήση τον Αχιλλέα, το οποίον είχεν υποσχεθή. Σκοπός λοιπόν αυτού είναι μόνον να πειράξη την Ήραν (5) ωσαύτως υποκρίνεται ο Ζευς εν 37, 46, 68. Υποκρίνεται υποχώρησινεις το θέλημα της Ήρας, ενώ είναι και ιδικόν του θέλημα.
τόδε: δηλ. φιλότητα βαλείν (16).
πάσι: εντόνως λέγεται τούτο και η ενίσχυσις της φράσεως διά των συνωνύμων φίλον και ηδύ σκοπίμως γίνονται, ίνα την Ήραν ερεθίσωσι.
28 λαόν αγειρούση: η Ήρα λοιπόν περιήλθε την Ελλάδα όλην, ίνα πείση αυτούς να εκστρατεύσουν, βεβαίως δε υπό μορφήν ανθρώπου.
κακά: προς όλεθρον. Είναι κατ' αιτιατικήν παράθεσις της όλης προτάσεως και δη του λαόν αγειρούση, όπως Γ 50.
31 δαιμονίη: ενταύθα = η υπό της εμπαθείας τετυφλωμένη. όρα Α 561.
43 εκών αέκοντί γε θυμώ: ουχί μεν διά της βίας, αλλά χωρίς να θέλω, ή όχι με ευχαρίστησίν μου. Είναι οξύμωρον. Ο Ζευς προσποιείται, ότι άκων δέχεται να καταστραφεί η Τροία χάριν της Ήρας, ενώ προ πολλού έχει αποφασίσει αυτό. Υ 306.
47 ευμμελίω = έχων καλόν δόρυ. Επειδή εκ του δένδρου μελίη εγίνοντο τα δόρατα, μελίη ελέγετο και το δόρυ. Εντεύθεν το ευμμελίης, ό είναι επίθετον ανδρείων πολεμιστών και καταντά ίσον προς το πολεμικός.
48 δαιτός είσης: του ίσου τ. έ. τού προσήκοντος μέρους τού συμποσίου. Επειδή τα συμπόσια συνωδεύοντο πάντοτε υπό θυσίας, ελάμβανον εξ αυτών οι θεοί το μέρος των. Ούτως οι θεοί κατά τας τότε ιδέας ανελάμβανον υποχρεώσεις και ώφειλον απόδοσιν, πρβλ. α 61.
52: Εν Άργει η Ήρα είχε ναόν μεγαλοπρεπέστατον και ετιμάτο εξόχως, διό και Αργείη λέγεται (8). Και εν Σπάρτη υπήρχε ναός της Αργείης Ήρης. Αι Μυκήναι κατεστράφησαν βραδύτερον υπό των Αργείων. Και αι τρεις κατελήφθησαν υπό των Δωριέων, και κατά τον Σχολ. ενταύθα έχομεν υπαινιγμόν περί της καταλήψεως αυτών υπό των Ηρακλειδών.
55 φθονέω: εμποδίζω. Είπε φθονέω, διότι η ικανοποίησις του πάθους του Διός ηδονή τις, την οποίαν φυσικά η ζηλότυπος Ήρα φθονεί και αποκρούει. 59 πρεσβυτάτην: ουχί μεγίστην κατά την ηλικίαν, αλλ' εντιμοτάτην, μάλιστα τιμωένην, διότι ήτο του Διός σύζυγος και η πρώτη των θυγατέρων (Δήμητρος, Εστίας) του Κρόνου. Είναι κατηγορούμενον του με.
αγκυλομήτης: ούτω λέγεται διά την πανουργίαν του.Εκ του αγκύλος και μήτις. Όρα Β 205.
Τα σχόλια από την έκδοση Παπαδήμα: Ομήρου Ιλιάς Α. Καραπαναγιώτου (1893).

Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2026

το σχέδιο Διομήδη και Οδυσσέα


ἤ τινα συλήσων νεκύων κατατεθνηώτων;
Μη δια να γδύσεις σώματα νεκρών εβγήκες τώρα;

Κ 387 *
Ὣς ἔφαθ᾽, οἱ δ᾽ ἄρα πάντες ἀκὴν ἐγένοντο σιωπῇ.
τοῖσι δὲ καὶ μετέειπε βοὴν ἀγαθὸς Διομήδης·
«Νέστορ, ἔμ᾽ ὀτρύνει κραδίη καὶ θυμὸς ἀγήνωρ 220
ἀνδρῶν δυσμενέων
δῦναι στρατὸν ἐγγὺς ἐόντων,
Τρώων· ἀλλ᾽ εἴ τίς μοι ἀνὴρ ἅμ᾽ ἕποιτο καὶ ἄλλος,
μᾶλλον θαλπωρὴ καὶ θαρσαλεώτερον ἔσται.
σύν τε δύ᾽ ἐρχομένω, καί τε πρὸ ὃ τοῦ ἐνόησεν
ὅππως κέρδος ἔῃ· μοῦνος δ᾽ εἴ πέρ τε νοήσῃ, 225
ἀλλά τέ οἱ βράσσων τε νόος, λεπτὴ δέ τε μῆτις.»
Ὣς ἔφαθ᾽, οἱ δ᾽ ἔθελον Διομήδεϊ πολλοὶ ἕπεσθαι.
ἠθελέτην Αἴαντε δύω, θεράποντες Ἄρηος,
ἤθελε Μηριόνης, μάλα δ᾽ ἤθελε Νέστορος υἱός,
ἤθελε δ᾽ Ἀτρεΐδης δουρικλειτὸς Μενέλαος, 230
ἤθελε δ᾽ ὁ τλήμων Ὀδυσεὺς καταδῦναι ὅμιλον
Τρώων· αἰεὶ γάρ οἱ ἐνὶ φρεσὶ θυμὸς ἐτόλμα.
τοῖσι δὲ καὶ μετέειπεν ἄναξ ἀνδρῶν Ἀγαμέμνων·
«Τυδεΐδη Διόμηδες, ἐμῷ κεχαρισμένε θυμῷ,
τὸν μὲν δὴ ἕταρόν γ᾽ αἱρήσεαι, ὅν κ᾽ ἐθέλῃσθα, 235
φαινομένων τὸν ἄριστον, ἐπεὶ μεμάασί γε πολλοί.
μηδὲ σύ γ᾽ αἰδόμενος σῇσι φρεσὶ τὸν μὲν ἀρείω
καλλείπειν, σὺ δὲ χείρον᾽ ὀπάσσεαι αἰδοῖ εἴκων,
ἐς γενεὴν ὁρόων, μηδ᾽ εἰ βασιλεύτερός ἐστιν.»
Ὣς ἔφατ᾽, ἔδεισεν δὲ περὶ ξανθῷ Μενελάῳ. 240
τοῖς δ᾽ αὖτις μετέειπε βοὴν ἀγαθὸς Διομήδης·
«εἰ μὲν δὴ ἕταρόν γε κελεύετέ μ᾽ αὐτὸν ἑλέσθαι,
πῶς ἂν ἔπειτ᾽ Ὀδυσῆος ἐγὼ θείοιο λαθοίμην,
οὗ πέρι μὲν πρόφρων κραδίη καὶ θυμὸς ἀγήνωρ
ἐν πάντεσσι πόνοισι, φιλεῖ δέ ἑ Παλλὰς Ἀθήνη
. 245
τούτου γ᾽ ἑσπομένοιο καὶ ἐκ πυρὸς αἰθομένοιο
ἄμφω νοστήσαιμεν, ἐπεὶ περίοιδε νοῆσαι.»
Τὸν δ᾽ αὖτε προσέειπε πολύτλας δῖος Ὀδυσσεύς·
«Τυδεΐδη, μήτ᾽ ἄρ με μάλ᾽ αἴνεε μήτε τι νείκει·
εἰδόσι γάρ τοι ταῦτα μετ᾽ Ἀργείοις ἀγορεύεις. 250
ἀλλ᾽ ἴομεν· μάλα γὰρ νὺξ ἄνεται, ἐγγύθι δ᾽ ἠώς,
ἄστρα δὲ δὴ προβέβηκε, παροίχωκεν δὲ πλέων νὺξ
τῶν δύο μοιράων, τριτάτη δ᾽ ἔτι μοῖρα λέλειπται.»
Ὣς εἰπόνθ᾽ ὅπλοισιν ἔνι δεινοῖσιν ἐδύτην.
Τυδεΐδῃ μὲν δῶκε μενεπτόλεμος Θρασυμήδης 255
φάσγανον ἄμφηκες —τὸ δ᾽ ἑὸν παρὰ νηῒ λέλειπτο—
καὶ σάκος· ἀμφὶ δέ οἱ κυνέην κεφαλῆφιν ἔθηκε
ταυρείην, ἄφαλόν τε καὶ ἄλλοφον, ἥ τε καταῖτυξ
κέκληται, ῥύεται δὲ κάρη θαλερῶν αἰζηῶν. 259

[...]
τοῖσι δὲ δεξιὸν ἧκεν ἐρωδιὸν ἐγγὺς ὁδοῖο
Παλλὰς Ἀθηναίη
· τοὶ δ᾽ οὐκ ἴδον ὀφθαλμοῖσι 275
νύκτα δι᾽ ὀρφναίην, ἀλλὰ κλάγξαντος ἄκουσαν.
χαῖρε δὲ τῷ ὄρνιθ᾽ Ὀδυσεύς, ἠρᾶτο δ᾽ Ἀθήνῃ· 277

Ιλιάς Κ 218-259 κλπ

ο Ι. Πολυλάς μεταφέρει:

Είπε, και όλοι εσίγησαν, άφωνοι εμείναν όλοι·
όσο που λόγον άρχισεν ο δυνατός Τυδείδης:
«Με σπρώχνει, Νέστωρ, η καρδιά κι η ανδρική ψυχή μου 220
να μπω στο εχθρικό στράτευμα που ᾽ναι σιμά των Τρώων.
Αλλά θάρρος θερμότερον θα έπαιρνα και τόλμην,
αν είχα και άλλον σύντροφον· όταν πηγαίνουν δύο,
του ενός συμβαίν᾽ η νόησις να έβρει πριν του άλλου
ό,τι συμφέρει
· αλλ᾽ αν το εβρεί και άλλον σιμά δεν έχει, 225
η σκέψις του είναι ισχνότερη και αργότερος ο νους του».
Αυτά ᾽πε, κι ήθελαν πολλοί να τον ακολουθήσουν·
θέλαν οι Αίαντες οι δυο, του Άρη δορυφόροι,
ο Νεστορίδης το ᾽θελε σφοδρώς και ο Μηριόνης,
ήθελεν ο Μενέλαος και ο θείος Οδυσσέας· 230
να εισέλθει και αυτός ήθελε μες στον στρατόν των Τρώων,
ότ᾽ είχε τόλμην πάντοτε η αδάμαστη ψυχή του.
Και προς αυτούς ομίλησεν ο μέγας Αγαμέμνων:
«Τυδείδη πολυαγάπητε, συ διάλεξ᾽ όποιον θέλεις
σύντροφον, τον καλύτερον, και πρόθυμ᾽ είναι τόσοι 235
κι εμπρός μας φανερώθηκαν· πρόσεξε μη το σέβας
σε κάμει τον καλύτερον ν᾽ αφήσεις, και να πάρεις
σύντροφον τον κατώτερον· το γένος μη κοιτάζεις
μηδ᾽ αν βασιλικότερος είναι εις αυτούς κανένας».
Είπε και δια τον αδελφόν Μενέλαον εφοβείτο. 240
Και πάλιν τούς ομίλησεν ο ανδρείος Διομήδης:
«Εάν αφήνετε σ᾽ εμέ να εκλέξω σύντροφόν μου
και πώς θα ελησμονούσα εγώ τον θείον Οδυσσέα,
που τρέχει προθυμότατα η ανδράγαθη καρδιά του
εις κάθε αγώνα, κι η Αθηνά τον έχει αγαπητόν της; 245
Και από τες φλόγες άβλαβοι θα εβγαίναμε και οι δύο,
αν αυτός έλθει, που έχει νουν όσον κανείς δεν έχει».
«Τυδείδη, δεν χρειάζεται», του απάντησ᾽ ο Οδυσσέας,
«μήτε πολύ να μ᾽ επαινείς και μήτε να με ψέγεις,
ότι ομιλείς των Αχαιών, που όλα αυτά γνωρίζουν. 250
Ας πάμε, η νύκτα σώνεται και η χαραυγή σιμώνει,
τ᾽ άστρα επροχώρησαν πολύ, και της νυκτός τα δύο
μέρη επεράσαν
κι έμεινε μόλις το τρίτο ακόμη».
Είπαν κι ευθύς εζώσθηκαν όπλα φρικτά κι οι δύο.
Του Διομήδη, π᾽ άφησεν εις την σκηνήν το ξίφος, 255
έδωκεν άλλο δίστομον ο ανδρείος Θρασυμήδης
και ασπίδα· και τον σκέπασε με κράνος χωρίς κώνον
και χωρίς χαίτην, ταύρινον· καταίτυγα το λέγουν·
τα καλ᾽ αγόρια το φορούν της κεφαλής των σκέπην. 259

[...]
Δεξιά του δρόμου ερωδιόν τούς έστειλε σιμά τους
η Αθηνά, και το πουλί τα μάτια τους δεν είδαν 275
εις το σκοτάδι, αλλ᾽ άκουσαν τον ήχον της φωνής του.
Ο Οδυσσεύς εχάρηκε δια το πουλί κι ευχήθη: 277

-----

* Στο motto ο Οδυσσέας, μόλις που έχει τσακώσει ο Διομήδης τον τρωαδίτη Δόλωνα, κατάσκοπο μέσ' στην νυχτιά. Λίγο ο Δόλων θα προλάβει να ψελλίσει:
[...] ὁ δ᾽ ἄρ᾽ ἔστη τάρβησέν τε
βαμβαίνων —ἄραβος δὲ διὰ στόμα γίγνετ᾽ ὀδόντων— 375
χλωρὸς ὑπαὶ δείους· τὼ δ᾽ ἀσθμαίνοντε κιχήτην,
χειρῶν δ᾽ ἁψάσθην· ὁ δὲ δακρύσας ἔπος ηὔδα·
«ζωγρεῖτ᾽, αὐτὰρ ἐγὼν ἐμὲ λύσομαι· ἔστι γὰρ ἔνδον
χαλκός τε χρυσός τε πολύκμητός τε σίδηρος,
τῶν κ᾽ ὔμμιν χαρίσαιτο πατὴρ ἀπερείσι᾽ ἄποινα, 380
εἴ κεν ἐμὲ ζωὸν πεπύθοιτ᾽ ἐπὶ νηυσὶν Ἀχαιῶν.»

ο Ι. Πολυλάς μεταφέρει:

κι εκείνος εσταμάτησε κι εψέλλιζ᾽ από τρόμον
χλωμός και μες στο στόμα του τα δόντι᾽ αντικτυπιόνταν. 375
Λεχάζοντας τον πρόφθασαν εκείνοι και τον πιάσαν.
«Αχ! πάρετέ με ζωντανόν», δακρύζοντας τους είπε·
«κι εξαγοράν θα λάβετε· ότι απ᾽ τους θησαυρούς μου,
χάλκινα σκεύη και χρυσά και σίδερο εργασμένο,
τα λύτρα ο πατέρας μου περίσσια θα σας δώσει 380
αν μάθει ότ᾽ είμαι ζωντανός στων Αχαιών τα πλοία».

[...]

Ἦ, καὶ ὁ μέν μιν ἔμελλε γενείου χειρὶ παχείῃ
ἁψάμενος
λίσσεσθαι, ὁ δ᾽ αὐχένα μέσσον ἔλασσε 455
φασγάνῳ ἀΐξας
, ἀπὸ δ᾽ ἄμφω κέρσε τένοντε·
φθεγγομένου δ᾽ ἄρα τοῦ γε κάρη κονίῃσιν ἐμίχθη.
τοῦ δ᾽ ἀπὸ μὲν κτιδέην κυνέην κεφαλῆφιν ἕλοντο
καὶ λυκέην καὶ τόξα παλίντονα καὶ δόρυ μακρόν·
καὶ τά γ᾽ Ἀθηναίῃ ληΐτιδι δῖος Ὀδυσσεὺς 460
ὑψόσ᾽ ἀνέσχεθε χειρὶ καὶ εὐχόμενος ἔπος ηὔδα·
«χαῖρε, θεά, τοῖσδεσσι· σὲ γὰρ πρώτην ἐν Ὀλύμπῳ
πάντων ἀθανάτων ἐπιδωσόμεθ᾽· ἀλλὰ καὶ αὖτις
πέμψον ἐπὶ Θρῃκῶν ἀνδρῶν ἵππους τε καὶ εὐνάς.» 464

ο Ι. Πολυλάς μεταφέρει:

Και ως άπλωνε το χέρι
ο Δόλων στο πηγούνι του να τον εξιλεώσει
,
όρμησε με την μάχαιραν επάνω του ο Τυδείδης, 455
του εχώρισε τον λάρυγγα κι εκόπηκαν τα νεύρα,
κι ενώ μιλούσ᾽ εκύλησε στο χώμα η κεφαλή του.
Και αυτοί το λυκοτόμαρο του επήραν και το κράνος,
το τόξ᾽ οπισθοτέντωτο και το μακρύ κοντάρι·
προς την νικήτραν Αθηνά τα σήκωσ᾽ ο Οδυσσέας 460
ψηλά στο χέρι κι έκαμεν ευχήν: «Με τούτα χαίρου,
θεά, τα λάφυρα, και σε των αθανάτων πρώτην
με δώρα θα τιμήσομεν· και τώρα οδήγησέ μας
στους ίππους και στο στράτευμα των μαχητών της 464
Θράκης».

Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2026

δαὴρ αὖτ᾽ ἐμὸς ἔσκε κυνώπιδος


Ιλιάς Γ 146-160: σεβάσμιοι Τρώες γέροντες ομιλητές
πάνω στα τείχη της Τροίης, όπ' έρχεται κι η Ελένη
:

Οἱ δ᾽ ἀμφὶ Πρίαμον καὶ Πάνθοον ἠδὲ Θυμοίτην 146
Λάμπον τε Κλυτίον θ᾽ Ἱκετάονά τ᾽, ὄζον Ἄρηος,
Οὐκαλέγων τε καὶ Ἀντήνωρ, πεπνυμένω ἄμφω,
ἥατο δημογέροντες ἐπὶ Σκαιῇσι πύλῃσι,
γήραϊ δὴ πολέμοιο πεπαυμένοι, ἀλλ᾽ ἀγορηταὶ 150
ἐσθλοί, τεττίγεσσιν ἐοικότες, οἵ τε καθ᾽ ὕλην
δενδρέῳ ἐφεζόμενοι ὄπα λειριόεσσαν ἱεῖσι·
τοῖοι ἄρα Τρώων ἡγήτορες ἧντ᾽ ἐπὶ πύργῳ.
οἱ δ᾽ ὡς οὖν εἴδονθ᾽ Ἑλένην ἐπὶ πύργον ἰοῦσαν,
ἦκα πρὸς ἀλλήλους ἔπεα πτερόεντ᾽ ἀγόρευον· 155
«οὐ νέμεσις Τρῶας καὶ ἐϋκνήμιδας Ἀχαιοὺς
τοιῇδ᾽ ἀμφὶ γυναικὶ πολὺν χρόνον ἄλγεα πάσχειν·
αἰνῶς ἀθανάτῃσι θεῇς εἰς ὦπα ἔοικεν·
ἀλλὰ καὶ ὧς τοίη περ ἐοῦσ᾽ ἐν νηυσὶ νεέσθω,
μηδ᾽ ἡμῖν τεκέεσσί τ᾽ ὀπίσσω πῆμα λίποιτο.» 160


ο Ι. Πολυλάς μεταφέρει:
Και ο Πρίαμος, ο Πάνθοος, ο Λάμπος, ο Θυμοίτης, 146
ο Ικετάων, βλάστημα του Άρη, και ο Κλυτίος,
και δύο φρονιμότατοι Αντήνωρ και Ουκαλέγων,
όλοι των Τρώων αρχηγοί και σύμβουλοι εκαθόνταν
στον πύργον των Σκαιών Πυλών
, που γέροντες ως ήσαν 150
είχαν αφήσει τ᾽ άρματα, αλλ᾽ ήσαν δημηγόροι
εξαίρετοι και ομοίαζαν τους τσίτσικες που χύνουν
από το πυκνό φύλλωμα την ιλαρή λαλιά τους.
Κι άμ᾽ είδαν, ως εσίμωνε στον πύργον την Ελένην,
συνομιλούσαν σιγανά με λόγια πτερωμένα: 155
«Κρίμα δεν έχουν οι Αχαιοί, δεν έχουν κρίμα οι Τρώες
χάριν ομοίας γυναικός τόσον καιρόν να πάσχουν·
τωόντι ομοιάζει ωσάν θεάς η τρομερή θωριά της·
αλλά και ως είναι ασύγκριτη καλύτερα να φύγει
παρά να μείνει συμφορά
σ᾽ εμάς και στα παιδιά μας». 160


Προσφωνεί ο Πρίαμος την Ελένη πάνω στα τείχη:

«δεῦρο πάροιθ᾽ ἐλθοῦσα, φίλον τέκος, ἵζευ ἐμεῖο, 162-163
όφρα ίδη πρότερόν τε πόσιν πηούς τε φίλους τε

«Προχώρησε, παιδί μου, εδώ κοντά μου να καθίσεις
τον πρώτον άνδρα σου να ιδείς, τους συγγενείς και φίλους· 162-163

Η απάντηση της Ελένης:

δαὴρ αὖτ᾽ ἐμὸς ἔσκε κυνώπιδος, εἴ ποτ᾽ ἔην γε.» 180

και ανδράδελφον, έναν καιρόν, εγώ τον είχα η σκύλα»! 180


Σχόλια του J. La Rocheστο αρχαίο κείμενο:
147 Οι τρεις ούτοι είναι αδελφοί του Πριάμου.
148 Ο Αντήνωρ είναι ο επισημότατος των τρωικών γερόντων και συχνά αναφέρεται εν Ιλιάδι. Ένδεκα αυτού υιοί μάχονται εν τω στρατώ, ο Αγήνωρ, Ακάμας, Αρχέλοχος, Δημολέων, Ελικάων, Ιφιδάμας, Κόων, Λαοδάμας, Λαοδόκος, Πήδαιος, Πόλυβος. Τούτων επτά εφονεύθησαν.
πέπνυμαι: είναι παρακείμενος του πνείω (πνέω) και σημαίνει: είμαι εμπνευσμένος, επομ. εχω νουν. η μετοχή πεπνυμένος = συνετός.
149 είατο = ήντο (153).
δημογέροντες: ηγεμόνες της χώρας, ούτως ονομάζεται και ο Ίλος ο οικιστής της Ιλίου Λ 372. Η λέξις και το αξίωμα δημογέρων εσώζετο εν Ελλάδι επί Τούρκων..
επί Σκαιήσι πύλησι: επί του πύργου, του επί της πύλης. Εντεύθεν αι γυναίκες και οι γέροντες εθεώντο τας εν τη πεδιάδι μάχας.
150 γήραϊ = διά το γήρας.
δη = ήδη.
151 Πολύ ωραίον εύρισκον οι αρχαίοι το τερέτισμα του τέττιγος και ετέρποντο εις αυτό. Ησιόδου Έργα και ημέραι 582: «ηχέτα τέττιξ δενδρέω εφεζόμενος λιγυρήν καταχεύετ' αοιδήν». Ασπ. 393. Ψευδοανακρ. 32: «μακαρίζομέν σε τέττιξ, ότι δενδρέων επ' άκρων ολίγην δρόσον πεπωκώς βασιλεύς όπως αείδεις». και «φιλέουσι μεν σε μούσαι, φιλέει δε Φοίβος αυτός, λιγυρήν δέδωκεν οίμην». Η παραβολή γίνεται διά την ευφωνίαν και διά την μονότονων ησυχίαν γερόντων και τεττίγων και διά το άσπαστον του λόγου αυτών.
152 λειριόεσσαν: όπως Ησιόδου Θεογονίαν 41. Από του καθαρού και λευκού χρώματος των λειρίωνεγένετο μεταφορά εις την οξείαν και ευκρινή γωνήν των τεττίγων, «από των ορωμένων επί τα ακουόμενα», από του χρώματος εις τους ήχους. Απολλ. Ροδ. IV, 903: «ίεσαν εκ στομάτων όπα λείριον». δηλ. λεπτήν και ευάρεστον, όπως το λείριον εις τον οφθαλμόν ευαρεστεί.
ιείσι: εκπέμπουσι, κάμνουν ν' αντηχή. Και οι μεθ' Όμηρον συνάπτουν με το ίημι τας λέξεις φωνήν, φθογγάς, γλώσσαν.
153 τοίσι: κατηγ. του ηγήτορες.
άρα = λοιπόν, ανακεφαλαιώνει και παραπέμπει εις την παραβολήν.
154 είδονθ': του είδομαι β΄ αόριστος ειδόμην και ιδόμην.
155 ήκα: σιγανά· διότι ησχύνοντο θαυμάζοντες κάλλος γυναικώνπαρ' ώραν. Εξ αχρ. επιθέτου ηκύς γίνεται το ήκα (όπως τάχα, ώκα) ήσσων, ήκιστα.
156 Δεν ηδύνατο ο ποιητής το κάλλος της Ελένης να εκθειάση καλλίτερον, παρά εισάγων συνετούς γέροντας αποθαυμάζοντας αυτήν. Δεν τα λέγει ο Πάρις, δεν τα λέγει νέος τις, δεν τα λέγει τις του όχλου αλλά γέροντες συνετώτατοι του Πριάμου πάρεδροι. Το ψυχρόν λοιπόν γήρας συγχωρεί χάριν αυτής τον πόλεμον, το χυθέν αίμα, τα δάκρυα.Όρα, ότι ο Όμηρος δεν εισέρχεται εις λεπτομερείας του κάλλους, όπως οι σημερινοί, αλλά μάς παρουσιάζει την εκ του κάλλους εντύπωσιν.
ου νέμεσις (εστι): ώφειλεν ο ποιητής να μεταχειρισθή την φράσιν ταύτην, διότι το μεμεσίζομαι (= κατακρίνω) δεν έχει παθητικόν τύπον, πρβλ. Η 409, όπου το φειδώ γίγνεται κείται ως παθητικόν του φείδομαι.
157 τοιήδε: το δε είναι δεικτικόν: διά τοιαύτην δα, οποία ήτο προ αυτών.
158: ασύνδετος αιτιολογία των ηγουμένων. αινώς: δεινώς, σφόδρα, φοβερά. Χρησιμεύει προς επίτασιν συνήθως των ρημάτων του ψυχικου πάθους δείδω, χώομαι, ήδομαι, ίεμαι ή επιθέτων ή επιρρημάτων.
εις ώπα: κατά την όψιν, κατά πρόσωπων. Ωραίαι γυναίκες παραβάλλονται προς θεάς, ιδίως προς την Άρτεμιν και Αφροδίτην.
159-160: παράδοξοι είναι ούτοι λόγοι· διότι υποθέτουσιν, ότι οι γέροντες εγνώριζον της μονομαχίας. Αλλά δεν εγνώριζον.
160 οπίσσω: κατόπιν, ύστερον, εν τω μέλλοντι.
πήμα: είναι κατηγορουμενον: ως βλάβη, δυστύχημα.
162: Η σειρά των λέξεων είναι: δεύρο ελθούσα ίζευ πάροιθεν εμείο. Το δεύρο εκ του ελθούσα, το εμείο εκ του πάροιθεν εξαρτάται.
ελθούα φίλον τέκος: η συμφωνία έχει γείνη κατά το φυσικόν γένος, όπως φίλε τέκνον.
πάροιθ' εμείο: έμπροσθέν μου. Ο Πρίαμος λοιπόν θα βλέπη άνωθεν του ώμου της Ελένης.
163 ίδη: ο 'Ομηρος προτιμά τους μέσους τύπους του ρήματος τούτου· όθεν έχει συχνότερον το ιδέσθαι, ίδωμαι, ίδηται, ίδησθε, ίδοιτο παρά ιδείν, ιδέειν, ίδω, ίδωμι, ίδη, ίδητε, ίδοι. ουδέποτε έχει ίδης, αλλά ίδη, ίδηαι. Μετοχήν όμως έχει μόνον την ιδών. Ωσαύτως τους διαφόρους τύπους του ορώμαι έχει με ενεργητικήν σημασίαν. πόσις = σύζυγος, κύριος, ανήρ. Κυρίως ήν πότις = ισχυρός, πρβλ. τα potior, potens.
πηός: συγγενής αξ αγχιστείας, συμπέθερος.
180 εμός κυνώπιδος: τίθεται γενική ως παράθεσις της εν τη κτητική αντωνυμία λανθανο΄θυσης γενικής της προσωπικής αντωνυμίας.
έσκε: θαμιστικός παρατατικός του ειμί.
ει ποτ' εήν γε: αν ποτε ήμην. Ταύτα λέγει η Ελένη θλιβερώς αναμιμνησκομένη το ευτυχές παρελθόν. = αν ημην ποτέ, και αν δεν ήτο μάλλον όνειρον πλάνον. Οι τοιούτοι λόγοι είναι κραυγή της συνειδήσεως πονούσης· διότι αναμιμνήσκεται ευτυχίαν παρελθούσαν, την οποίαν και αυτός ο αναφωνών διά το λυπηρόν παρόν δυσκολεύεται να πιστεύση, ότι υπήρξέ ποτε. Ούτως ο Νέστωρ ενθυμούμενος τα νιάτα του λέγει ώς έον, εί ποτ' έον γε μετ' ανδράσιν = «τοιούτος ήμην, αν ήμην βέβαια καμμίαν φοράν μεταξύ των ανδρών» Λ 762.

Τα σχόλια από την έκδοση Παπαδήμα: Ομήρου Ιλιάς Α. Καραπαναγιώτου (1893).

Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2026

στα δύο στρατόπεδα: ομιλών Νέστωρ & προφητείες Έλενου απ’ την άλλη καλών για αντίσταση και προσευχής θυσία


Νέστωρ δ᾽ Ἀργείοισιν ἐκέκλετο μακρὸν ἀΰσας·
«ὦ φίλοι ἥρωες Δαναοί, θεράποντες Ἄρηος,
μή τις νῦν ἐνάρων ἐπιβαλλόμενος μετόπισθε
μιμνέτω, ὥς κε πλεῖστα φέρων ἐπὶ νῆας ἵκηται,
ἀλλ᾽ ἄνδρας κτείνωμεν· ἔπειτα δὲ καὶ τὰ ἕκηλοι  70
νεκροὺς ἂμ πεδίον συλήσετε τεθνηῶτας.»
Ὣς εἰπὼν ὄτρυνε μένος καὶ θυμὸν ἑκάστου.
ἔνθα κεν αὖτε Τρῶες ἀρηϊφίλων ὑπ᾽ Ἀχαιῶν
Ἴλιον εἰσανέβησαν ἀναλκείῃσι δαμέντες
,
εἰ μὴ ἄρ᾽ Αἰνείᾳ τε καὶ Ἕκτορι εἶπε παραστὰς  75
Πριαμίδης Ἕλενος, οἰωνοπόλων ὄχ᾽ ἄριστος·
«Αἰνεία τε καὶ Ἕκτορ, ἐπεὶ πόνος ὔμμι μάλιστα
Τρώων καὶ Λυκίων ἐγκέκλιται, οὕνεκ᾽ ἄριστοι
πᾶσαν ἐπ᾽ ἰθύν ἐστε μάχεσθαί τε φρονέειν τε,
στῆτ᾽ αὐτοῦ, καὶ λαὸν ἐρυκάκετε πρὸ πυλάων  80
πάντῃ ἐποιχόμενοι, πρὶν αὖτ᾽ ἐν χερσὶ γυναικῶν
φεύγοντας πεσέειν, δηΐοισι δὲ χάρμα γενέσθαι.
αὐτὰρ ἐπεί κε φάλαγγας ἐποτρύνητον ἁπάσας,
ἡμεῖς μὲν Δαναοῖσι μαχησόμεθ᾽ αὖθι μένοντες,
καὶ μάλα τειρόμενοί περ· ἀναγκαίη γὰρ ἐπείγει·  85
Ἕκτορ, ἀτὰρ σὺ πόλιν δὲ μετέρχεο, εἰπὲ δ᾽ ἔπειτα
μητέρι σῇ καὶ ἐμῇ· ἡ δὲ ξυνάγουσα γεραιὰς
νηὸν Ἀθηναίης γλαυκώπιδος ἐν πόλει ἄκρῃ
,
οἴξασα κληῗδι θύρας ἱεροῖο δόμοιο,
πέπλον, ὅς οἱ δοκέει χαριέστατος ἠδὲ μέγιστος  90
εἶναι ἐνὶ μεγάρῳ καί οἱ πολὺ φίλτατος αὐτῇ,
θεῖναι Ἀθηναίης ἐπὶ γούνασιν ἠϋκόμοιο,
καί οἱ ὑποσχέσθαι δυοκαίδεκα βοῦς ἐνὶ νηῷ
ἤνις ἠκέστας ἱερευσέμεν, αἴ κ᾽ ἐλεήσῃ
ἄστυ τε καὶ Τρώων ἀλόχους καὶ νήπια τέκνα
,  95
ὥς κεν Τυδέος υἱὸν ἀπόσχῃ Ἰλίου ἱρῆς,
ἄγριον αἰχμητήν, κρατερὸν μήστωρα φόβοιο,
ὃν δὴ ἐγὼ κάρτιστον Ἀχαιῶν φημι γενέσθαι.
οὐδ᾽ Ἀχιλῆά ποθ᾽ ὧδέ γ᾽ ἐδείδιμεν, ὄρχαμον ἀνδρῶν,
ὅν πέρ φασι θεᾶς ἐξ ἔμμεναι· ἀλλ᾽ ὅδε λίην 100
μαίνεται, οὐδέ τίς οἱ δύναται μένος ἰσοφαρίζειν

Ιλιάς Ζ 66-101


ο Ι. Πολυλάς μεταφέρει:
Και ο Νέστωρ μεγαλόφωνα προς τους Αργείους είπε:
«Ήρωες, φίλοι Δαναοί, θεράποντες του Άρη,
τώρα δια λάφυρα κανείς οπίσω ας μη ξεμείνει,
δια να γυρίσει με πολλά στα γρήγορα καράβια,
αλλ᾽ άνδρες ας φονεύομε· κατόπι με ησυχίαν  70
τα λείψανα θα γδύσετε στρωμένα στην πεδιάδα».
Είπε και εις όλους άναψε το θάρρος της ανδρείας.
Και τότε απ᾽ την σφοδρήν ορμήν των Αχαιών οι Τρώες
στην Ίλιον πάλε ανέβαιναν ανάνδρως συντριμμένοι,
αν ο Πριαμίδης Έλενος, καλός ορνεοσκόπος,  75
δεν έρχονταν στον Έκτορα να ειπεί και στον Αινείαν:
«Αφού σ᾽ όλους ανάμεσα τους Τρώας και Λυκίους,
Αινεία κι Έκτωρ, εις εσάς ο αγώνας κρέμετ᾽ όλος,
ότ᾽ είσθε και στον πόλεμον κι εις πάσαν σκέψιν πρώτοι,
σταθείτε αυτού και τον λαόν κρατείτε πανταχόθεν  80
εμπρός στες πύλες και προτού κυνηγημένοι πέσουν
στων γυναικών τες αγκαλιές και όλοι χαρούν οι εχθροί μας.
Και αφού τες φάλαγγες εσείς παρακινήσετ᾽ όλες,
εμείς εδώ θα μείνομε την μάχην να κρατούμε,
αν και μ᾽ αγώνα φοβερόν, ότι το θέλ᾽ η ανάγκη.  85
Και συ στην πόλιν ν᾽ ανεβείς και λέγε της μητρός μας
επάνω εις την ακρόπολιν αυτή να συναθροίσει
τες σεβαστές γερόντισσες και τον ναόν τον θείον
της γλαυκομάτας Αθηνάς με το κλειδί ν᾽ ανοίξει
,
και απ᾽ όσους πέπλους διαλεκτούς στο δώμα της φυλάγει  90
τον μέγαν, τον λαμπρότερον, τον ακριβότερόν της
στης καλοπλέξουδης θεάς τα γόνατα να θέσει,
και δώδεκα να υποσχεθεί χρονιάρικες μοσχάρες
θυσίαν, ίσως η θεά να ελεηθεί θελήσει
την πόλιν, τες γυναίκες μας και τα μικρά παιδιά μας
,  95
και απ᾽ την αγίαν Ίλιον μακρύνει τον Τυδείδην,
τον άγριον πολεμιστήν, δεινόν φυγής εργάτην,
που εδείχθηκε των Αχαιών ο πρώτος στην ανδρείαν.
Τόσο δεν μας ετρόμαζεν ο μέγας Αχιλλέας,
αν κι εγεννήθη από θεάν, ως λέγουν, αλλά τούτου100
η μάνητα είναι ακράτητη και αντίσταση δεν έχει».

Σχόλια του J. La Roche στο αρχαίο κείμενο:
66 εκέκλετο: αντί εκεκέλετο, είναι αναδιπλασιασμένος και συγκεκομμένος β΄ αόριστος του κέλομαι.
αύσας: του ήυσα του αύω = φωνάζω.
67 Τοιαύτη είναι η προς τους πολεμιστάς προσφώνησις, όρα Β 79.
68 έναρα: λεία, όπλα φονευθέντος εχθρού, όρα Α 191.
ενάρων επιβαλλόμενος: ρηχνόμενος εις τα έναρα. Έλαβε γενικήν ως αφής.
70 τα: τα έναρα.
έκηλος = ήσυχος. Είχε F, διό δεν εξεθλίβη το α του τα.
71 αμ πεδίον = ανά πεδίον. Της εργασίας και του κόπου δεν εξήρεσεν εαυτόν ο Νέστωρ ειπών κτείνωμεν, την εντεύθεν όμως υλικήν ωφέλειαν, ως συνετός στρατηγός, αφίνει όλην εις τους στρατιώτας λέγων συλήσετε.
συλήσετε μέλλων του συλάω, Έλαβε δύο αιτιατικάς, τα - νεκρούς· διοτι είναι εκδύσεως σημαντικόν.
72 Συχνός στίχος μετά παρακέλευσιν πολεμιστών.
73-118 Κατά συμβουλήν του μάντεως Έλενου ο Έκτωρ έρχεται εις την πόλιν, ίνα διατάξη τας Τρωάδας να παρακαλέσουν την Αθηνάν.
73 αύτε = πάλιν, όπως άλλοτε, ότε ήν παρών και ο Αχιλλεύς. υπ' Αχαιών: ποιητικόν αίτιον του εισανέβησαν, περιέχοντος παθητικήν έννοιαν, όρα Α 242.
74 εισανέβησάν κεν = ηναγκάσθησαν αν εισαναβήναι. Η εις την Ίλιον είσοδος ήν συγχρ'ονως και άνοδος· διότι αφ' υψηλού έκειτο. Διά τούτο έλαβε και την ανά το ρήμα.
αναλκείησι: αίτιον αναγκαστικόν του δαμέντες. αναλκείη είναι αφηρημένον του άναλκις. Ο πληθυντικός των αφηρημένων τίθεται διά τας εν διαφόροις περιστάσεσιν ή προσώποις, όπως εδώ, εμφανίσεις αυτών.
76 οιωνοπόλος: (πολέω, πέλομαι) = ο αναστρεφόμενος με τους οιωνούς.
όχα Εκ του έχω, συχνότερον λέγεται έξοχα = εξόχως, λίαν, μόνον μετά του άριστος τίθεται. Η τοιαύτη σημασία της ρίζας οχ- του έχω φαίνεται και εις τα σύνθετα εξέχω, υπερέχω, υπέροχος.
77 Προς τω Έκτορι αναφέρει τον Αινείαν ως τον επισημότατονμετ' αυτόν Τρώα και μέγιστα ενδιαφερόμενον.
επεί...: ταύτα αιτιολογούσι το διατί προς αυτούς μάλιστα αποτείνεται.
πόνος: πολεμική εργασία, πολεμικός αγών, αγών μάχης.
78 Τρώων και Λυκίων: γενική του όλου. Οι Λύκιοι ήσαν οι επισημότεροι των επικούρων· διό προς τω Τρώων ετέθη και Λυκίων, το μέρος δηλ. αντί του όλου επικούρων.
εγκέκλιται = επίκειται, βαρύνει. Εξ αυτού εξαρτάται το ύμμι.
ούνεκα: εκ των ού ένεκα, κατ' αρχάς εσήμαινεν: ένεκα του οποίου. είτα απολεσθείσης της αναφορικής σημασίας σημαίνει α΄) διότι, β΄) ότι.
79 πάσαν επί ιθύν: διά πάντα σκοπόν, προς πάσαν επιχείρησιν. Το μάχεσθαι είναι επεξήγησις του ιθύν. ιθύς είναι επίθετον (= ευθύς), ουσιαστικόν (= ευθύτης), επίρρημα ιθύς και ιθύ (= κατ' ευθείαν, κατεπάνω.
80 πυλάων: των Σκαιών πυλών. Η προς την πεδιάδα πύλη, ήτις εις τρία χωρία (Ε 789, Χ 194, 413) λέγεται και πύλαι Δαρδάνιαι. Άλλας πύλας ο Όμηρος δεν αναφέρει.
ερυκάκετε: προστακτική του αορ. ηρύκακον ερύκακον του ερύκω = κρατήσατε, σταματήσατε.
81 εν χερσί γυναικών πεσέειν: προς ανακούφισιν από του καμάτου και της φυγής. Είναι υβριστική έκφρασι αισχίστην φυγήν δηλούσα· διότι το παλληκάρι ουδέποτε αφίνει τα όπλα, ίνα καταφύγη εις το άσυλον του οίκου, ως ο Πάρις εν τη ραψωδία Γ.
γυναικών: πλησίον ήσαν αύται και περί τας Σκαιάς πύλας, ίνα ερωτώσι πάντα προσεχόμενον.
82 φεύγοντας: κατά σύνεσιν αναφέρεται εις τον λαόν (80).
πεσέειν = πεσείν του έπεσον.
δηίοισι: τα ηί πάσχουσι συνίζησιν.
84 ημείς μεν: αντιτίθεται προς το ατάρ συ (86) = οι άλλοι μεν ημείς.
αύθι: αυτού, επί του πεδίου της μάχης. Προήλθεν εκ του αυτόθι διά συγκοπής.
85 τειρώ -όμαι = καταβασανίζω, κατατρύχω.
επείγει: απολύτως κείται. Ευκόλως όμως εννοείται: ημάς.
87 μητέρι σή και εμή: εις την κοινήν ημών μητέρα.
ή δε: υποκείμενο κατ' οομαστικήν του θείναι (92) διότι τούτο αναπληροί προστακτικήν.
ξυνάγουσα = μεθ' εαυτής άγουσα. Κατ' ενεστώτα ετέθη, διότι εκφράζει πράξιν, η οποία ήρχισε μεν πρότερον, αλλ' εξακολουθεί να ήναι σύγχρονος προς την κυρίαν θείναι, ενω το οίξα σα είναι πράξις ηγουμένη.
88 νηόν: αιτιατική απρόθετος δηλούσα τέρμα. Ο Όμηρος λέγει νηός όχι ναός. Εκ του ναίω = κατοικώ, σημαίνει λοιπόν οίκον, κατ' εξοχήν δε τον οίκον θεού, τον ναόν.
γλαυκώπις: εκ του γλαυκός (= λαμπρός, σπινθηροβόλος) και ωψ. Έχουσα αστράπτοντας οφθαλμούςΕίναι επίθετον της Αθηνάς αλλά ευρίσκεται και μόνον του ως ουσιαστικόν, Θ 373 κ.α..
πόλει άκρη = ακροπόλει, Περγάμω.
89 οίγνυμι αόριστος ώιξα και ώξα, μετοχή οίξας -ασα.
. οίξασα = διατάξασα ν' ανοίξουν. Εν 298 ανοίγει η Θεανώ.
κληίς: ήτο α) μοχλός κλείων έσωθεν τηνν θύραν β) δρεπανοειδές εκ μετάλλου όργανον, δι' ού έξωθεν απωθούντες τον μοχλόν ήνοιγον.
ιερός δόμος = νηός (88).
90 πέπλος: παν ύφασμα, όθεν κάλυμμα, σκέπασμα, είτα γυναικείος επενδύτης. Ην εσθής γυναικεία ποδήρης συγκρατουμένη μεν διά περονών ουχί μακράν των ώμων, έχουσα δε σχισμήν ανοικτήν εις μίαν των πλευρών. Αφελκομένων των περονων κατωλίσθαινεν ο πέπλος.
91 μέγαρον: ενταύθα γυναικείος θάλαμος. Εκ του μέγας· σημαίνει κυρίως μέγα δωμάτιον λ.χ. το ενδιαίτημα των ανδρών το μέγιστον της οικίας, αλλά και τον γυναικείον θάλαμον. Κατά πληθυντικόν σημαίνει την κατοικίαν εν γένει, τα παλάτια.
οι αυτοί = εαυτή. Αι αυτοπαθείς αντωνυμίαι είναι αναλελυμέναι.
92 θείναι υποσχέσθαι: απαρέμφατα αντί προστακτικών.
επί γούνασιν: επί των γονάτων του καθημένου της Αθηνάς αγάλματος, ό ήτο ξύλινον. ξόανα δε τα τοιαύτα εκαλούντο και ως λίαν άμορφα τα ενέδυον και εκάλλυνον ανθρωπίνως. Τοιούτον σκοπόν είχεν η αφιέρωσις του πέπλου. Και επί της ιστορικής εποχής εσώζοντο ξόανα λίαν τιμώμενα, καλλυνόμενα δε και ενδυόμενα. Τα σωζόμενα λίθινα της Αθηνάς αγάλματα, όντα μίμησις των έτι αρχαιοτέρων ξοάνων, καθημένην επίσης παριστώσι την θεάν.
93 υποσχέσθαι: αντικ.: ιερευσέμεν, ού αντικείμενον βους.
94 ήνις συνηρημένον αντί ήνιας = λαμπράς.
ήκεστος ηκέστη = ακέντητος, αδάμαστος. Κυρίως ην άκεστος εκ του στερητικού α και κεστός, ό εκ του κεντέω). Την ηκέστην βουν λέγει και αδμήτην Κ 293. Αμφότερα σημαίνουσι την μη υποβληθείσαν έτι εις εργασίαν και ζυγόν, ότε ην άχρηστος προς θυσίαν.
ιερευσέμεν = θύσειν. Υποκ. ημάς. ιερεύω = σφάζω, θυσιάζω.
αι κ' ελεήση: πλαγία ερώτησις εξαρτωμένη εκ προτάσεων περιεχουσών έννοιαν αποπείρας.
97 μήστωρα φόβοιο = ο σκεπτόμενος την φυγήν (των άλλων), όπως λέγεται μήδεσθαί τινι όλεθρον = σκέπτομαι την καταστροφήν τινός.
99 ποτε ότε, δηλ. ελάμβανε μέρος εις τας μάχας.
ώδε: τόσον πολύ, όπως τώρα.
100 όν περ: τον οποίον όμως, μόλα ταύτα.
θεάς: εξαρτάται εκ της προθέσεως του εξέμμεναι. Ως υιός θεάς φυσικόν είναι να ήναι επίφοβος.
εξέμμεναι αντί εξείναι.
101 μένος: αιτιατική αναφοράς.
ισοφαρίζειν: εκ των ίσος φέρειν. Ενηλλάχθη το α προς το ε, ως εν τω φαρέτρη. = αντιπαραβάλλομαι, αμιλλώμαι.

Τα σχόλια από την έκδοση Παπαδήμα: Ομήρου Ιλιάς Α. Καραπαναγιώτου (1893).

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2026

νύχτα έρχεται η νύχτα


Ο θάνατος είναι αρρώστια στοργική.
Μάς απαλλάσσει, τελικά, απ' της ζωής το αίνιγμα
όπως μια γρίπη άκακη
λυτρώνει απ' τη μελέτη το πρωτάκι.*

Ο ΜΑΤ

Αυτός που αντέχει το κατώτερο
αντέχει κι όλα τ' άλλα.
Κομμάτια κρέας κρέμονται
από τη φόδρα του κορμιού
κι όμως πηγαίνει μόνος του.
Αδιάφορα βαδίζει, ακέραιος
μέσα στη νύχτα τού ενός
κι απ' των πολλών το σκότος βγαίνει
.

*

Καθώς αρχίζει ετούτο το γραφτό
βλέπω κιόλας το χορτάρι.
Να ξεφυτρώνει ακάθεκτο
ανάμεσα στις λέξεις
και να τίς αχρηστεύει.

*

Κι ένιωσα, ξαφνικά, ένα κενό
λες κι ήμουν μόνο το παλτό μου.

*

Η ΝΥΧΤΑ ΠΑΙΖΕΙ ΜΕ ΤΑ ΚΟΥΜΠΙΑ

Η νύχτα είναι θεογκόμενα· νταλίκα ακυβέρνητη, σε λασπωμένο δρόμο. Έρχεται κατά πάνω μας, μία ολόκληρη ζωή, κι οι λυπημένοι δε μπορούν, δε θέλουν να την αποφύγουν. Τινάζονται κάθε φορά, μ' όλα τα σωθικά τους σε διάρκεια, σ' αυτό τ' αέναο δυστύχημα και κείνη -αδιάφορη- παίζει με τα κουμπιά· αλλάζει τις συχνότητες και βγάζει τις φωνές τους, δήθεν σαν τραγούδια, σε άλλα μήκη.

*

Η ΝΥΧΤΑ

Η νύχτα, νύχτα έρχεται
και φεύγει πάλι νύχτα.
Σαν τραίνο φεύγει αδειανό
χωρίς κανέναν μέσα.
Κλέβει μονάχα μυστικά
τα πάει στον πίσω χρόνο.

*

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

Βροχές παλιές με βρέχουνε· με βρέχει ο πίσω χρόνος. Ρετάλια τα μαλλιά μου, ασπρίσαν πια και κρέμομαι σαν τον Αβεσαλώμ. Από τη μνήμη κρέμομαι. Πηγαίνω, πέρα-δώθε, στο κενό κι ο εχθρός μου ολοένα πλησιάζει.

*

Ο ΧΡΟΝΟΣ ΕΙΝΑΙ ΣΠΛΑΧΝΙΚΟΣ

Ζωή αβάσταχτη
σαν το παλιό βαρύ παλτό.
Ο χρόνος είναι σπλαχνικός.
Ράφτης είναι κι εργάζεται
από τη μέσα σου μεριά.
Τραβάει κάθε τόσο τις κλωστές
και λίγο-λίγο με ξηλώνει
.

*

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟ

Στα πιο απίθανα σημεία
μέσα σε κόσμο πολύ
σε δρόμους κεντρικούς ή σε πλατείες
όλο και κάποιος πέφτει, μόνος του
και μένει εκεί για πάντα
.


Σκιά θανάτου σαν ρητό.
Διακλαδίζεται στη λογική
και στις γωνιές αφήνει αίμα.**


Νίκος Χουλιαράς, Ο χρόνος είναι πάντα με το μέρος του. Ποιήματα και Εικόνες (έκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1989, σσ. 64, 69, 73, 61, 56, 45, 17, 28). -Το αρκτικό motto, όπως και η κατακλείδα, εκ του ιδίου (ό.π., σσ. 80, 36).

Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026

η κορύφωση τού υπάρχειν


Κεφ. ΚΑ' [...] Οι τελώναι και αι πόρναι, που παραμένουν σφηνωμένοι στη γή αυτή -με το χρήμα και την σάρκα- μπορούν να νιώσουν, μέσα στον μυχό της ύπαρξής τους, πνιγηρά το αδιέξοδο τού βίου τους. Ετούτο ακριβώς το αδιέξοδο τού παραλόγου τούς ωθεί ενστικτωδώς προς τον Θεό. Είναι η μόνη ανάσα που μπορούν να πάρουν μέσα στον πνιγηρό «κατακλυσμό της αμαρτίας».

Όλοι οι άλλοι -«Γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί», αμέριμνοι και εγκόσμιοι-, έχουν την ψευδαίσθηση μιας σχέσης τους με τον Θεό που όμως δεν είναι οργανική. Δεν νιώθουν πως η σχέση αυτή έχει συντριβεί με την συνειδησιακή τους τύφλωση.

Το μέγα, κρίσιμο υπαρκτικό άθλημα τού σημερινού ανθρώπου -αν όχι, τού ανθρώπου κάθε εποχής: να μην αφήσει ώστε ο κόσμος να τυφλώσει την συνείδησή του. Γιατί η συνείδηση, ως μύχια φωνή τής ψυχής, σε ειδοποιεί πως πίσω από την γοητεία ή την δραματικότητα τού βίου αυτού, υψώνεται η μετά θάνατον πραγματικότητα, η συνάντηση τού Ανθρώπου με τον Θεό -κορύφωση τού υπάρχειν.

*

Κεφ. ΚΒ' Ο λόγος περί των ολίγων που συγκροτούν την μερίδα των εκλεκτών, αυτών που θα εισέλθουν στην βασιλεία του Θεού, αντηχεί βαρύς, καταθλιπτικός, σχεδόν απάνθρωπος.

Βέβαια, όσοι κλητοί δεν ανταποκρίνονται στην θεϊκή πρόσκληση, είναι σωστό να μην συμμετάσχουν στους θεϊκούς γάμους αλλά ένας δυσερμήνευτος πόνος τούς περιβάλλει, ο τυφλός, σχεδόν ενστικτώδης πόνος τού τετελεσμένου. Πρόκειται για τον σπαραγμό τού ανθρώπου καθώς νιώθει να εκπίπτει από την τροχιά που τού χάραξε ο Δημιουργός του.

Πέρα από τα όρια τού κόσμου αυτού δεν υπάρχει μετάνοια -ίσως επειδή έχει εξαντληθεί ο ανθρώπινος χρόνος. Αυτό το πάγωμα, η αδράνεια τής Δημιουργίας όλης συγκλονίζει. Εξάντληση τής Ιστορίας. Άπνοια. Μη - Χρόνος.

Η προετοιμασία των γάμων Θεού και Ανθρώπου είναι η επίγεια ζωή, η επικράτεια του Χρόνου. Η άλλη ζωή, η άχρονη πλέον, είναι η επικράτεια του θεού.

Είμαστε σκιές μέσα στον χρόνο, σκιές βιαστικές, φευγαλέες, καμιά χαρά δεν μπορεί ν' αντέξει τέτοιον σπαραγμό τού όντος που κατευθύνεται στον θάνατό του, στον προθάλαμο τής άλλης ζωής, εκείνης που προγεύονται μονάχα όσοι, έχοντας κατανικήσει το φάσμα τού κόσμου ετούτου, πιστεύουν στην υπέρβαση της θνητότητάς τους, τής χρονικότητας, τής φθοράς τους.

Το γήρας ακριβώς προειδοποιεί για όλα, οξύνοντας την οδύνη τής εγκοσμιότητας, τής μετάβασης προς μια «περιοχή» που επιβλέπει μόνο η πίστη, ποτέ η γνώση.

Ανάγκη, λοιπόν, τραγική να κατανικηθεί η εξουσία της λογικής, να εισέλθει ο άνθρωπος σε κατάσταση μετα-λογική, να ζήσει πλέον ως όν μετα-λογικό, για να κατορθώσει, διά τής πίστης, να επιζήσει μετά θάνατον.

Πάλιν και πολλάκις, ενώπιον τού μυστηρίου τού θανάτου, υπάρχουμε. Και ο χρόνος καταντά μια βίωση οδυνηρή, πικρή και αφόρητη. Ο θάνατος αποκαλύπτεται ως γεγονός «λογικό». Το γήρας όμως, όχι. Είναι η κατάχρηση τού χρόνου.

Κώστας Ε. Τσιρόπουλος, Ανάγνωση του Κατά Ματθαίον Ιερού Ευαγγελίου (έκδ. Ο μικρός Αστρολάβος/14, Αθήνα 2007, σσ. 64-65, 66-68).