Πέμπτη 20 Αυγούστου 2026

και τα λόγια νερουλά...


Δυό αξιολογικές κρίσεις περί δημοτικισμού: «και μέσα στο ίδιο στρατόπεδο, βλέπετε, οι αντιζηλίες είναι αντιζηλίες»:

i. του Αλέξανδρου Πάλλη (για τον Οιδίποδα τού Ζήσιμου Σίδερη) επιστολή προς Γ. Καρατζά: «Τί να σού πώ, συντεκνούλη μου, η μετάφραση τού Σίδερη δεν μ’ αρέσει. Το μέτρο πολύ ακατάλληλο, πάρα πολύ τραγουδιστό και τα λόγια νερουλά. Παραβιάζεται. Τ’ αρχαία δράματα είναι τα βενέτικα· ωραία, και ψιλοκανωμένα. Λίγο ζωηρά αν τα αγγίξεις, γίνονται θρύμματα, κι ο Σίδερης τάπιασε, να πούμε, με σιδερένιο χέρι. Ελπίζω πως με την πείρα που απόχτησε ο Αίας θα βγεί καλύτερος.».

ii. του φοιτητή Κλ. Γεωργιάδη (επιστολή προς Αλ. Πάλλη): «Εγώ μικρό πράμα θα σάς γυρέψω, μα όμως ανεχτίμητο. Ήθελα νάχα ακόμα ένα μετάφρασμα τού Βαγγέλιου μας, το σπουδαίο αφτό βιβλίο Σας, που δεν έχει την τύχη να πουλιέται στα βιβλιοπωλεία τής Αθήνας· […] Αφ’ ού όμως ο δασκαλισμός, το σακατιλίκι αφτό τής Νεώτερης Ελλάδας, μπόδισε την εισαγωγή του βιβλίου σας μέσα στο Έθνο μας, σε Σάς γυρίζω την ελπίδα μου και σάς παρακαλώ να λάβετε την καλωσύνη, να μού στείλετε ένα (ή και δυό αν σάς περισσέβουνται) κι’ έτσι κι’ εγώ να μπορέσω να κάνω ένα διπλό καλό: στη γλώσσα και στους λίγους φίλους μου συμφοιτητάδες πούνε η ψυχή τού Έθνου μας».

*

Και δυό έτερες, πολιτικής υφής, χρονολογικά κατατεθειμένες καίτοι σκόρπια εκ του τεύχους ειλημμένες:

i. του Βαγγέλη Δημητριάδη: «Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι κανένα πεζογράφημα τής φιλολογικής Ελλάδος [περ. έκδοσις Σάμου περιόδου 1947-1948] δεν αναφέρεται στους πολέμους και στα δεινά τής δεκαετίας του 1940, όπως δηλαδή συμβαίνει και με τη γενικότερη τάση των εκπροσώπων τής μη αριστερής λογοτεχνικής παραγωγής στην Αθήνα εκείνης τής περιόδου, συμφωνώντας με την ποιητικά εκφρασμένη άποψη τού Γ. Σεφέρη, ο οποίος είχε ομολογήσει πριν επιστρέψει στην Ελλάδα πως: «… η φρίκη / δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή / γιατί είναι αμίλητη και προχωράει» («Τελευταίος σταθμός, Ποιήματα, σ. 219). Οι εκπρόσωποι τής δεξιάς και φιλελεύθερης ιδεολογίας επί το πλείστον δεν αναφέρονταν στις γύρω τους αναταράξεις και ήταν κλεισμένοι «στον ελεφαντένιο τους πύργο» (Κ. Βάρναλης).».

ii. του Μιχάλη Φύλλα: «Οι επισκέψεις στην ελληνική περιφέρεια, σε συνδυασμό με τις διάφορες εξαγγελίες, δείχνουν μια συστηματική προσπάθεια τής δικτατορίας να αναζητήσει εκεί τα κοινωνικά ερείσματα που χρειαζόταν, αφού η περιφέρεια σαφώς αισθανόταν παραγκωνισμένη σε σχέση με τα αστικά κέντρα.».

περ. Απόπλους (τ. 97-98, Φθιν.-Χειμ. 2023-2024, σσ. 170, 170, 174, 161-162, 156). - Οι κρίσεις των δημοτικιστών ειλημμένες από σχετικό άρθρο του Αριστείδη Βουγιούκα, με τίτλο: «Παλιοί Σαμιώτες υπέρμαχοι του δημοτικισμού και του εκπαιδευτικού δημοτικισμού κ.ά. σχετικά» (ό.π., σσ. 168-180). – Του Βαγγέλη Δημητριάδη, «Ελλάς. Μηνιαία φιλολογική έκδοσις (1947-1948)» (ό.π., σσ. 157-167). - Και του Μιχάλη Φύλλα, «Η επίσκεψη του Στ. Παττακού στη Σάμο το 1968» (ό.π., σσ. 145-156).

Κυριακή 16 Αυγούστου 2026

να αποχαιρετήσουν τα κλήματα


Ο Γκέκος πήγαινε πάντα πρώτος και ρύθμιζε τα βήματά του
ανάλογα με το κουράγιο των υποζυγίων που ακολουθούσαν.
Αυτό τού έδινε αυταρέσκεια και υπερηφάνεια
λες και ήταν αρχηγός αγέλης λύκων ή λιονταριών.*

Ουρλιαχτά, φωνές και αλαλαγμοί έρχονταν από την πέρα γειτονιά, ορμούσαν σε σπίτια και σοκάκια, τρόμαζαν τούς ξύπνιους και ξεσήκωναν τούς κοιμισμένους. Όλοι έτρεχαν αλαφιασμένοι προς τη βορινή έξοδο τού χωριού. […] Κανείς δεν πίστεψε ότι γινόταν καυγάς και μάλιστα σήμερα, Μεγάλη Δευτέρα, που η αυτοδικία και τα νεύρα νηστεύουν μαζί με τα αφεντικά τους. […] Πολλοί υποστηρίζουν πως ο Σπύρος έγινε έξυπνος εξαιτίας τής απούσας αίσθησης τής ακοής, η οποία μετέφερε τη δύναμή της στις άλλες αισθήσεις.

Για δυό χρόνια πήγε στο δημοτικό τού χωριού του, οπότε και έμαθε να γράφει και να διαβάζει όπως τ’ άλλα παιδιά. Κεντούσε, έραβε και ύφαινε στον αργαλειό της μάνας του. Ήταν τόσο καλός μάγειρας, ώστε και στα πιο απλά φαγητά έβρισκε τη σωστή αναλογία και την παραμικρή λεπτομέρεια που τα έκανε νοστιμότατα.

*

Οι τρεις νεαροί θα αποχαιρετούσαν οριστικά τα αμπέλια τους στο βουνό. Οι περισσότεροι αμπελοκαλλιεργητές το είχαν ήδη κάνει, μερικοί επειδή γέρασαν, άλλοι που δεν μπορούσαν να υποφέρουν τη ζημιά, όταν τα έξοδα καλλιέργειας έγιναν διπλάσια από τα έξοδα κι αμαξιτός δρόμος που θα μείωνε τα έξοδα ανοίχτηκε μετά από 15 χρόνια.

Όσοι τα καλλιεργούσαν ακόμα, το έκαναν στη μνήμη των προγόνων τους, γιατί από αυτά τα αμπέλια έζησαν οικογένειες και σπούδασαν παιδιά.

Οι τρεις από τέσσερις νεαρούς θα πήγαιναν να σκάψουν τα αμπέλια τους στο βουνό για τελευταία φορά από μεράκι και να αποχαιρετήσουν τα κλήματα, διότι μετά από πεντέξι χρόνια θα έχουν γίνει όμορφο πευκοδάσος. […]

*

[…] Όταν έφτασαν στην κορυφογραμμή Κάτω και Πάνω Λάκκας, ο Σπύρος έστριψε δεξιά και πήγε και κατασκήνωσε κάτω από τη μοναδική και τεράστια καστανιά τής περιοχής. Οι άλλοι δεν ήξεραν τι να κάνουν. Τη λύση την έδωσε ο Γκέκος που πήρε στα δόντια του το καπίστρι ενός γαϊδουριού που σερνόταν στο χώμα και παρέδωσε τετράποδο και αναβάτη στο Σπύρο.

Θαμπώθηκαν όταν είδαν τι είχε ο Σπύρος απλώσει για να φάνε. […]

*

[…] και στο Χριστό, που ήταν ήδη πεθαμένος, κέντησαν τα πλευρά του. Στο μεταξύ ο Νίκος πήγε κοντά στον κορμό τής καστανιάς και έβγαλε τα ρούχα του απ’ τη μέση και πάνω. Ο Δημήτρης πήρε ένα μαχαίρι και το άγγιξε στο πλευρό τού Νίκου. Ταυτόχρονα ο Γιώργος είχε κάνει τις παλάμες του γροθιές και είπε στον Σπύρο να σφίξει τη μια του γροθιά με όλες του τις δυνάμεις.

Αμέσως ξεπήδησε νερό και αίμα. Ο Σπύρος έβγαλε μια δυνατή κραυγή και έπεσε λιπόθυμος. Ο Γιώργος τον καθησύχασε λέγοντάς του ότι αυτό που έβγαινε από τη γροθιά του ήταν αίμα και νερό σαν αυτό που βγήκε από τα πλευρά τού Χριστού, όταν τον παρακέντησαν και έγινε τόση ζημιά στα χέρια του, επειδή ήταν τρυφερά και ευαίσθητα και είχε να σκάψει τώρα και έξι μήνες. Ο Σπύρος φιλούσε τα χέρια του Γιώργου […]

Σταμάτης Δανάς, «Άφες αυτοίς» (περ. Απόπλους, τ. 97-98, Φθιν.-Χειμ. 2023-2024, σσ. 105-116 -εδώ αποσπάσματα από σσ. 105, 109-110, 111, 111-112) για την μοναδική ενάργεια με την οποία μεταδίδει εικόνες και νοήματα σαμιώτικης ηθογραφίας! Αφορμή λαβών από το σκάλισμα των ορεινών αμπελιών της νήσου! Και πόσες αρετές κρύβει στην πλοκή του! -Το motto εκ του ιδίου (ό.π., σ. 110).

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2026

και λίγη ποίησις κ.ά.


Παρά το πλούσιο ιστορικό υλικό δημοσιεύεται στο ίδιο τεύχος (100ο) του σαμιώτικου περιοδικού Απόπλους κι αρκετή ποίηση:

σ. 421: ποίηση Πάνου Κυπαρίσση: «ΑΜΦΙΣΗΜΙΑ / Φοράει πράσινα ο γκρεμός/ και κάποτε μες στ' άνθη // Περιμένει»

σ. 422: ποίηση Γιώργου Γώτη, καβαφικής πνοής, επιλεγομένη «Καλόν εντάφιον...»! «Καλόν εντάφιον η βασιλείη εστί / είπεν η Θεοδώρα απευθυνομένη / στον αυτοκράτορα Ιουστυινιανό / [...] όταν / δειλιάζοντας για να σωθούν [...]».

σ. 508: ποίηση Έλενας Χουσνή, «ΦΟΡΕΙΣ»! «Φορείς ένα σκισμένο νυφικό / σε συνοδεύουνε οι τοπικοί φορείς / Κανείς δεν σού αγγίζει τα μαλλιά / μόνο στο πλάι σου βαδίζει ένα κανίς / Μιλιά δεν βγάζουν ώρα τώρα οι φορείς / [...] / Με νυφικό στο τέλος της πομπής».

σ. 510: γράφει ο Ανδρέας Καπετάνιος, «ΙΧΝΗ»: «Δυόμισι πλάκες του πεζοδρομίου / δρασκέλισα / να μην πατήσω τον έρωτα / που χάραξες στο τσιμέντο // κάποτε».

σ. 563: ποίηση Τζόυ Γαλανός, «ΔΕΝΤΡΑ»! «Δεντρα βάει άλλο, δεντρά βηξε ποτέ, εμείς τα καταφέραμε, ό,τι καταφέραμε. / Δεντρα υμάτισες εσύ την ψυχή μου, μόνο την πληγή μου έξυσες. / Δεντρά πηκα να σού φανερώσω το είναι μου, δεντρά πηκες και εσύ να μη δείς, να δείς ό,τι σού αρέσει, να διαλέξεις και εγώ να στο φωτίσω. / Δεντρά φηκες με τη σάρκα μου, μόνο τη ζωή μου στο πιάτο σού πρόσφερα. / Δεντρα ύλισα μόνο μια φορά τον πόνο, μα πώς να καταλάβει. / [...] / Δέντρα δεν είμαστε να ριζώνουμε στο χώμα, μα στις καρδιές των ανθρώπων βρίσκουμε εύφορο έδαφος, λίπασμα και ζεστασιά.».

*

Ενώ, σσ. 472-488: Werner Transier, «Η Σάμος με τα μάτια ενός ξένου», ένθα (σσ. 474-477) και μπόλικες σημειώσεις έτους 1973, πρώτο ταξίδι του ερευνητή των ελληνιστικών και ρωμαϊκών επιγραφών της νήσου, με πολλές φρέσκιες εντυπώσεις από τα αξιοθέατα μνημεία του νησιού:

σ. 474: «Τη δεύτερη μέρα της παραμονής μας στη Σάμο, η πρώτη μας εκδρομή μάς οδήγησε στην Άμπελο, το βουνό πάνω από το Πυθαγόρειο. Εκεί επισκεφθήκαμε το μοναστήρι της Παναγίας Σπηλιανής. Μπήκαμε προσεκτικά στη σπηλιά στο υγρό έδαφος. Ακόμη και η πρώτη ματιά έδειξε ότι βλέπαμε έναν αρχαίο χώρο λατρείας. Μέσα και κοντά στο μικρό παρεκκλήσι του σπηλαίου χρησιμοποιήθηκαν αρχαίες πέτρες και κολόνες. Η πηγή, από την οποία αναβλύζει φρέσκο και καθαρό νερό, περιβάλλεται επίσης από αρχαίες πέτρες». Και: «Η περιήγηση ολοκληρώθηκε στην Ακρόπολη με τα ερείπια του παλατιού του Αντωνίου και της Κλεοπάτρας, το οποίο κατοικήθηκε επίσης από Ρωμαίους αυτοκράτορες κατά τις επισκέψεις τους στο νησί τον 1ο και 2ο αι. μ.Χ. Πάνω από το ανάκτορο τής ρωμαϊκής εποχής διακρίνονταν τα θεμέλια της πρωτοβυζαντινής βασιλικής, πιθανότατα της εκκλησίας των πρώτων επισκόπων του νησιού. Επισκεφθήκαμε την εκκλησία της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, χτισμένη σε ανάμνηση της νίκης των Σαμιωτών επί των Τούρκων το 1824, και το κάστρο του Λογοθέτη Λυκούργου».

σ. 475: «Συνεχίσαμε στους πρόποδες των αμπελώνων προς το Καρλόβασι, διασχίσαμε το αραιοκατοικημένο δασικό τοπίο προς τον Πύργο και στη συνέχεια φτάσαμε στο μοναστήρι της Μεγάλης Παναγιάς [...]. Εντυπωσιάστηκα από τις εικόνες και τις τοιχογραφίες του ναού, ιδιαίτερα από την απεικόνιση της σταύρωσης του Αγίου Πέτρου στο νάρθηκα [...]».

σσ. 476-477: «Τέλος επισκεφθήκαμε το Ηραίον. Ο μοναδικός κίονας του ναού, η Κολόνα, είναι ορατός από μακρυά. Εκείνη την εποχή, η είσοδος στο Ηραίο ήταν στα δυτικά κοντά στα θεμέλια του μεγάλου ναού της Ήρας από την εποχή του Πολυκράτη. Τα άλλα ερείπια καθιστούν σαφές ότι το Ηραίο ανήκε όχι μόνο στην Ήρα, αλλά και ότι εκεί λατρεύονταν και άλλοι θεοί και θεές. Το Ηραίο δεν ήταν μόνο θρησκευτικό, αλλά και ένα οικονομικό κέντρο του νησιού. Οι πρώτοι χριστιανοί έχτισαν μια εκκλησία από τις πέτρες του ιερού για να αφαιρέσουν τη δύναμη της Ήρας και των άλλων θεοτήτων τού ιερού».

Ενώ κατά την περιπετειώδη αναχώρηση με πλοίο, λόγω σφοδρής κακοκαιρίας από το νησί, στο φθινοπωρινό ταξίδι έτους 1977, καταγράφει: «Η ηρεμία στο θυελλώδες ταξίδι διακόπηκε μόνο όταν περάσαμε από μακριά το νησί της Τήνου με το μοναστήρι της Παναγίας. Πολλοί συνέρρευσαν στο κατάστρωμα στο ύπαιθρο για να χαιρετήσουν τη Θεοτόκο» (σ. 481).

Τέλος, συγκρατώ στην σ. 548: τη σημείωση νο.5 στο άρθρο του Μάριου Βακίρη με τίτλο «Φιλοσοφικές αντιλήψεις στο έργο του Ηροδότου», αναφορικά με το γνωστό περιστατικό του Σόλωνα με τον Κροίσο: «Το περιστατικό που περιγράφει ο Ηρόδοτος δεν είναι πραγματικό. Στην πραγματικότητα ο Σόλων ταξίδεψε πέρα από την πατρίδα του και επέστρεψε στην Αθήνα πολύ πριν από την άνοδο του Κροίσου στην Λυδία», και παραπέμπει στο βιβλίο του James Romm, Ηρόδοτος. Η ζωή και το έργο του (έκδ. Τυπωθήτω 2004, σ. 101).

Επισημάνσεις φυλλομετρώντας το επετειακόν καίτοι θερινό αυτό προ διετίας τεύχος 100 του νησιωτικού Απόπλου! Τόμος 100ος! συλλεκτικός! πολύτιμος! ένα παραθύρι στο Αιγαίο με το εξώφυλλο ολόγιομο πυκνά πυκνά με ξηραμένα τ' άνθη in situ αγριοράδικα του είδους taraxacum officinalis!

Σάββατο 8 Αυγούστου 2026

από τα Αρχεία ΓΑΚ περί της Σαμιακής Επανάστασης


Απόπλους, τ. 100, σ. 376: αρχειακή εκ των ΓΑΚ Σάμου καταγραφή σε ημερολόγιο από 29 Ιουλίου έως 25 Αυγούστου, σε άρθρο της Κατερίνας Καριωτόγλου (σσ. 373-382), επισημαίνει: «έφθασεν εις την Σάμον ο βυζαντινός στόλος συνιστώμενος από 200 περίπου πλοία μικρά μεγάλα...». Ως βυζαντινός εννοείται εδώ ο οθωμανικός στόλος! Παρακάτω επισημαίνεται: «ενώ στη μικρασιατική ακτή διακρίνεται ένας μεγάλος αριθμός Οθωμανών»!

Ενώ από το μείζον άρθρο (σσ. 392-401) της δ/ντριας των ΓΑΚ Σάμου κ. Αγγέλας Χατζημιχάλη, με τίτλον «Ιστορίες πολέμου. Σάμος 1821-1824)»: αντλώ δέκα (10) κατ' ελάχιστον γλαφυρότατα αρχειακά τεκμήρια, ως επί το πλείστον αντλημένα από την έκδοση του Χρ. Λάνδρου, Αρχείο Σαμιακής Επανάστασης 1821 (έκδ. Απόπλους 2021):

σ. 393: «Ήδη έχει καταγραφεί μια μεγάλη πρώιμη εξέγερση το έτος 1805 που το σημαντικότερο αίτημα ήταν ο έλεγχος της οικονομικής διαχείρισης των προυχόντων. (Σημ. 1: Αλέξης Σεβαστάκης, Το κίνημα των Καρμανιόλων στη Σάμο.)». [...]

σ. 393: «...Η συρροή πολυάριθμων προσφύγων δημιούργησε στη Σάμο που είχε περιορισμένα μέσα διατροφής και πενιχρά οικονομικά οξύτατο επισιτιστικό πρόβλημα. ...Το μαχητικό πνεύμα των Σαμίων δεν δίστασε ούτε μια στιγμή. Θα άρπαζαν την τροφή τους από τον εχθρό κάνοντας επιδρομές στη Μικρά Ασία! (Σημ. 2: Μιχ. Β. Σακελλαρίου, Ένας συνταγματικός δημοκρατικός ηγέτης κατά την επανάσταση του '21. Ο Λυκούργος Λογοθέτης της Σάμου. ΠΕΚ)».

σ. 393: «7 Ιουλίου 1821. Εξεδώσαμεν ένα γράμμα εις τον οικονόμον του θεολόγου Άνθιμον διά να στείλη δύο φορτώματα σιτάρι και άλλα δύο κριθάρι, διά να τρώγη ο κόσμος, οπού εσυνάχθησαν εις την φύλαξιν της πατρίδος μας... Εστείλαμε το αυτό και εις το μετόχιο του αγίου Γεωργίου της Μεγάλης Παναγίας να φέρουν 3 γομάρια σιτάρι διά τους ανθρώπους». Αρχειακό απότμημα εκ των ΓΑΚ Σάμου, δημοσιευμένο από τον Χρ. Λάνδρο, για τον απόηχο τής πρώτης μεγάλης επίθεσης. (Σημ. 3: Χρ. Λάνδρος, Αρχείο Σαμιακής Επανάστασης 1821, Απόπλους 2021)».

σ. 394: «και έφερον γαλήνην εις τα πράγματα τής Σάμου, ώστε ουκ εμολύνθη το έδαφος αυτής με αίμα πατριωτικόν εις το ενιαύσιον εκείνο τής διοικήσεώς μου διάστημα.» (Σημ. 4: Μιχ. Β. Σακελλαρίου, Ένας συνταγματικός δημοκρατικός ηγέτης κατά την επανάσταση του '21. Ο Λυκούργος Λογοθέτης της Σάμου. ΠΕΚ)». Απόλογος του Λογοθέτη για την ευθύνη της Καταστροφής της Χίου.

σ. 394: «Η Τοπική Διοίκησις δίδει την άδειαν εις τον πλοίαρχον [...] να περιέλθη εις πειρατείαν κατά των εχθρών οθωμανών με το πλοίον του [...]. Παρακαλούνται όλαι αι ομογενείς και φιλικαί εξουσίαι να τω αφήσωσιν ελευθέραν την διάβασιν με πάσαν συγχωρημένην και αζημίωτον βοήθειαν. Εκ του Γενικού Διοικητηρίου, Λ. Λυκούργος» (Σημ. 5: Χρ. Λάνδρος, Αρχείο Σαμιακής Επανάστασης 1821, Απόπλους 2021)».

σ. 395: «έφτασαν εδώ έν ρωσικόν βεργαντίνο [...] φορτωμένον από Κουσάντασι διά Κωνσταντινούπολιν, το οποίον η Γουλέτα Κουρσάρικη Γραικική [...] το έφερεν επί λόγω ότι το φορτίον του σιτάρι είναι ιστιράς (αγορά της Υψηλής Πύλης) και εκ τούτου να το κάμη πρέζα» (Σημ. 6: Χρ. Λάνδρος, Αρχείο Σαμιακής Επανάστασης 1821, Απόπλους 2021). Με λίγα λόγια να το πλιατσικολογήσει».

σ. 395: «αν δεν φέρετε γρόσια, γράφουν, σάς λέγομεν ότι τα αρμαμέντα θέλουν εξαρματώσει και θέλει μείνει η Πατρίς αφύλακτος και τότε εμπορεί να εύρη ευκαιρίαν ο εχθρός και να περάση επάνω εις την Σάμον όσα στρατεύματα θέλει, και συλλογισθήτε το καλά» (Σημ. 7: Χρ. Λάνδρος, Αρχείο Σαμιακής Επανάστασης 1821, Απόπλους 2021). Ο λόγος της συλλογής των γροσίων ήταν προφανής».

σ. 397: κι αναφορικά με τις προετοιμασίες για την ναυμαχία: «Επειδή ο εχθρός δεν έρχεται καθώς την πρώτην φοράν αλλά με δυνάμεις μεγάλας και με άλλα μέσα., διά τούτον σάς παραγγέλλομεν να έχητε κάθε υποταγήν, και ευπείθειαν εις όλους τους ανωτέρους σας, και να έχητε τα άρματά σας παστρικά και έτοιμα έχοντες πάντοτε μαζύ σας τουλάχιστον τέσσαρες ή πέντε τζακουμόπετρες και εξήντα φυσέκια τουλάχιστον ο καθένας...» (Σημ. 13: Μιχ. Β. Σακελλαρίου, Ένας συνταγματικός δημοκρατικός ηγέτης κατά την επανάσταση του '21. Ο Λυκούργος Λογοθέτης της Σάμου. ΠΕΚ)».

σ. 397: ένας «Ψαριανός προτιμούσε προτιμούσε να κλέβει το βιός των άλλων χριστιανών. Επτά βόδια μοναστηριακά έκλεψε από τους Λειψούς της Πάτμου «πράγμα ενάντιον και εις την μερικήν ημών πατρίδα». Καλείται να επιστρέψει τα βόδια «διότι αλλέως θα πληρώσει τα διπλά και θα ατιμάσει το υποκείμενόν του» (Σημ. 14: Χρ. Λάνδρος, Αρχείο Σαμιακής Επανάστασης 1821, Απόπλους 2021)».

σ. 398: «Στις 15 Αυγούστου ημέρα Παρασκευή της Παναγίας «υπήγεν ο Διοικητής και αντάμωσεν τους κυρίους ναυάρχους εντός του πλοίου του Ψαριανού ναυάρχου ν. Αποστόλη εις τον Μεσόκαμπον. Τη αυτή ημέρα εδόθησαν προς αυτούς αρκετά βόδια, και κατζίκια σταλθέντα από τα χωρία». (Σημ. 16: Χρ. Λάνδρος, Αρχείο Σαμιακής Επανάστασης 1821, Απόπλους 2021)».

Επισημάνσεις φυλλομετρώντας το επετειακόν καίτοι θερινό προ διετίας αυτό τεύχος 100 του νησιωτικού Απόπλου! με θέμα τα 200 χρόνια της Ναυμαχίας της Σάμου που τής χάρισε μια κάποια, σχετική πάντα, ελευθερία! Τόμος 100ος! συλλεκτικός! πολύτιμος! ένα παραθύρι στο Αιγαίο με το εξώφυλλο ολόγιομο πυκνά πυκνά με ξηραμένα τ' άνθη in situ αγριοράδικα του είδους taraxacum officinalis!

Τρίτη 4 Αυγούστου 2026

στον ‘συνήθη τόπο των εκτελέσεων’ έξω από τα κάστρα...


Φεύγει λοιπόν ο καιρός, οι άνθρωποι πεθαίνουνε-
φαίνεται πήγανε μαζί, μαζί με τόσους άλλους,
δίκαιους και αδίκους, ψηλά, στο χώμα, κόκαλα μονάχα.*

[…] Μετά την απελευθέρωση από τους Γερμανούς, δεν πήγε πολύς καιρός, οργίαζαν οι παρακρατικοί, πάλι· αρχές του ‘47, μια νύχτα μπουκάρανε στο σπιτικό του, τον πήραν, πήραν και άλλα τρία παλληκάρια από διπλανές παράγκες δίχως λόγο εκείνους, και όλους μαζί, έξω από τα τείχη, τούς εκτέλεσαν.

Τούς βρήκαν το πρωί περαστικοί, ειδοποίησαν τα σπίτια τους, οδυρμός. [...]

*

[…] Ο Τάσκος, ο πρωτότοκος γιός, ο πιο ζωηρός, συνδέθηκε με τις πολιτικές οργανώσεις του κόκκινου κόμματος, του εκτός Νόμου· στα δεκαοχτώ του ήταν κιόλας στα μπουντρούμια. Από κεί στη φυλακή της εξορίας, δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος. Αλβανικό μέτωπο, απόδραση και νά τος τώρα, πρώτα χρόνια γερμανικής κατοχής, στέλεχος του Κόμματος κάπου στην περιοχή Πιερίας – Θεσσαλονίκης. Παράτολμος, πανέξυπνος, ρεαλιστής, με πολλά καθήκοντα σε όλα τα παράνομα μερόνυχτά του.

Μετά από δέκα μήνες ριψοκίνδυνων αποστολών, σε κάποιο σημείο έσπασε το «δίχτυ». Κάποιος (μα ποιός;) τον κάρφωσε. Στο σπίτι ενός συντρόφου, κάπου στην περιοχή Δόξα της Σαλονίκης, τον έπιασαν συνεργάτες των Γερμανών. Συνοπτικές οι διαδικασίες, πρόλαβε και τον είδε για λίγο στη φυλακή βουρκωμένη η μάνα, η κυρά-Μαρία. Την άλλη μέρα, 23 του Μάη, τόν πήρε το σκοτάδι. Μαζί με άλλα έξι παλικάρια, στον «συνήθη τόπο των εκτελέσεων» έξω από τα κάστρα του Γεντή Κουλέ, τον εκτέλεσαν.

Η μάνα του δεν εννόησε ποτέ τον θάνατό του. «Γιατί», «γιατί», «γιατί», μονολογούσε πλημμυρισμένη στα δάκρυα. Το κακό ποτέ δεν το συγχώρησε στη ζωή της. Και τότε και αργότερα μηνούσε στον άλλο γιό της, τον Βάσκο, να βρεί οπωσδήποτε το χώμα που σκέπασε, κακήν κακώς, τον αδερφό του, τον πρωτότοκό της.

-Βάσκο, τού μηνούσε, μην ξεχάσεις ποτέ, να βρεις το μέρος που σκότωσαν και θάψανε τον Τάσκο, εκεί ένα κερί ν’ ανάψουμε, η ντούσια [: ψυχή] του να λαφρώσει... [...]

*

κόντευε τα ογδόντα […] Πρώτα πήγαν στο Δημαρχείο του συνοικισμού Συκεών, είχε ορισμένες πληροφορίες για τις εκτελέσεις, τότε. Μπήκαν στη σειρά, ρώτησαν τον αρμόδιο υπάλληλο, άνοιξαν τα κατάστιχα, δεν βρήκαν ίχνος εκεί, τίποτε. Λεπτό προς λεπτό μεγάλωνε η ταραχή του Βάσκου, με προτροπή του υπαλλήλου πήγαν, κατόπιν, στο πιθανό αρμόδιο τμήμα του κεντρικού Δημαρχείου Θεσσαλονίκης, σε κάποια πάροδο της Μοναστηρίου. Εκεί ρώτησαν, από το ένα γραφείο στο άλλο, «ψύλλους στ’ άχυρα» έψαχναν, κάτι όμως άρχιζε να χαράζει.

Στο πρωτόκολλο του έτους 1942, βρέθηκε η σημείωση του γεγονότος εκείνου! Εφτά πολίτες εκτελεσμένοι από τους Γερμανούς, στις 23 Μαΐου του έτους 1942· και τα ονόματά τους, α, β, γ, δ… Πέμπτος στη σειρά Αναστάσιος Καρατζάς – ο Βάσκος κόντευε να λιγοθυμίσει… Για το πού όμως καταχωνιάστηκαν δεν υπήρχε κανένα σημάδι.

Νέος γύρος στα γραφεία ενός άλλου ορόφου, κάποιος προϊστάμενος, που ζήτησαν τη βοήθειά του, «έχω εξυπηρετήσει και άλλες παρόμοιες υποθέσεις», τούς είπε, «τότε τους εκτελεσμένους κανείς δεν ξέρει πού τους έθαβαν. Ψάξτε στα νεκροταφεία της Αγίας Φωτεινής, της Αγίας Παρασκευής, της Μαλακοπής, της Ευαγγελίστριας, μάλλον εκεί πηγαίνετε, εκεί ψάξτε στ’ αρχεία τους, ίσως βρείτε κάτι». […] έτρεξαν στην Ευαγγελίστρια. Το νεκροταφείο σήμερα δεν λειτουργεί […].

Ο υπάλληλος προθυμοποιήθηκε κατεβάζοντας παλιά, μεγάλου σχήματος, κιτάπια, πάλι και πάλι. Δυό φορές άνοιξε κρύπτες ντουλάπες όπου φυλούσε, κι εκεί, Αρχεία. Στερνά, σε κάποιο παλιό βιβλίο συμβάντων ενταφιασμού κατά το έτος 1942, βρέθηκεν η άκρη: «Μεταφέρθησαν υπό ειδικής γερμανικής υπηρεσίας επτά πτώματα, ήτοι,» (τα ονόματα των εκτελεσμένων, περί το τέλος της λίστας και ο Τάσκος). «Τα οποία και ενταφιάσθησαν», κατέληγε το κείμενο της αναφοράς.

Ο Βάσκος ετοιμόρροπος, ρώτησε αμέσως τον Σωτήρη, «βρε φίλε, μήπως ξέρεις πού περίπου έθαβαν τους σκοτωμένους τότε;». Σηκώθηκεν εκείνος, έδωσε κι αυτός αντίγραφο της πιστοποίησης και λίγο μετά τούς έδειξε έναν χώρο μακριά από τους επώνυμους τάφους, «να, κάπου εκεί, στα όρια του Νεκροταφείου». […]

Μάρκος Μέσκος, Νερό Καρκάγια. Πεζογραφήματα (έκδ. Ίκαρος, Αθήνα 2005, σσ. 49, 94-95, 100, 101-103). – Το motto εκ του ιδίου (ό.π., σ. 106).

Παρασκευή 31 Ιουλίου 2026

νερό του μαύρου βράχου


Συνήθεια ήταν κι αυτή, νά, όπως πίνεις το νερό,
όπως κόβεις μ’ ευλάβεια τη φέτα του ψωμιού
για να μην πεινάς.*

Νερό Καρκάγια, νερό καρά-καγιά, νερό του μαύρου βράχου – δυό συνθηματικές λέξεις που δηλώνουν τα μυστικά θεμέλια της μικρής πόλης (και εκτός των ορίων της) παρατεταμένα.

*

[…] Τότε που κλείνουν οι μέρες λίγο λίγο, οι νύχτες μαυρίζουν πολύ. Μετά βροχές, αέρηδες, παγωνιά. Και χιόνι. Κύκλος και πάλι κύκλος, επάλληλα· κι ο ένας μέσα στον άλλον καθώς οι κορμοί των δέντρων, σφαγμένοι εγκάρσια.

*

[…] απέναντι από την άλλη πλευρά του ποταμού, πάνω στο μονοπάτι που οδηγούσε στο πάρκο, υπήρχε ένα θεόρατο πλατάνι (νερά, χώμα, κορμός δέντρου, μπράτσα, φύλλα· και ήλιος και συννεφιά και άνεμος, νύχτα-μέρα. Και ίσκιος ζωής).

Κάποιος το είχε ανοίξει, τό ‘χε ξεκοιλιάσει μα γύρω γύρω ο κορμός, με τα νερά της χοντρής του φλούδας, στήριζε το δέντρο· και κείνο κρατούσε, ήταν ζωντανό σε όλο το ύψος.

Τώρα, εκεί, στη βάση, μια χωμάτινη φωλιά, ένας κύκλος διαμέτρου δύο μέτρων και. Τον χώρον αυτόν επέλεξεν ο Λάκης για υπνωτήριο, μια σιωπηλή στέγη που μιλούσε στο λήθαργό του. Εκεί το ξαπόσταμά του, ο ύπνος του κάθε νύχτα, «θα περάσει κι αυτή». Τον χωρούσε η «φωλιά» [...]

*

Πρακτικός γιατρός […] (γιατροπόρεψε πολλές νύχτες Αντάρτες, ήταν λοιπόν «συμπαθών»). Καλός Σαμαρείτης εκείνος πήγαινε όπου τού ζητούσαν, δεν κοίταγε προηγουμένως την ταυτότητα κανενός πληγωμένου, κανενός!

Πιο πολύ δεν εννόησεν κι ο αρμόδιος Ιατρικός σύλλογος Θεσσαλονίκης, του Ορθοπεδικού τμήματος κυρίως, που ανησύχησε, για λόγους ανταγωνιστικούς, από την παρουσία και το «κύρος» ενός φυλακισμένου χωρικού, δήθεν γιατρού.

Τον επισκέφθηκαν λοιπόν στο κελί του, να δούνε από κοντά το «φαινόμενο», εκείνος τούς υποδέχτηκε χαμογελώντας, «καλώς τα παιδιά», αμέσως η Επιτροπή των Θεσσαλονικέων ιατρών ζήτησεν εξηγήσεις, ιδίως να τούς δείξει τί και πώς ακριβώς «δουλεύει».

Τί να σάς δείξω, ρώτησε ο κυρ-Χρήστος, να… Στο περβάζι του παραθύρου κούρνιαζε ένα γατί που τού ‘καμνε συντροφιά· το πήρε, το εξάρθρωσε τελείως, εκείνο «νιάου», και το απίθωσε χαλάκι στα πόδια τους.

Κοιτάχτηκαν τα μέλη της Επιτροπής μεταξύ τους, «πάρτε το γατί και κάντε το να περπατήσει πάλι» ξαναμίλησε ο Ρουσουλέντσης, «θέλουμε καιρό, χειρουργείο, γύψο» ψέλλισαν οι άλλοι, δεν άφησε το γατί να υποφέρει περισσότερο ο μπαρμπα-Χρήστος, το πήρε μαλακά, ξανάβαλε τα πάντα στη θέση του σώματός του και το άφησε να φύγει από το παράθυρο.

Η Επιτροπή, περίπου ντροπιασμένη, γύρισε πίσω άπρακτη· ο Ρουσουλέντσης οχτώ μήνες μετά αποφυλακίστηκε […].

*

[…] χελώνες, λαγοί· κι όλα τα πουλιά! Αετοί, πελαργοί, γκαβράνια, κάργες, γκουγκούφες, χελιδόνια, τρυγόνια, πάπιες, χήνες, λαϊνάρια, σπίνοι, σουσουράδες, κότσυφες, συκοφάγοι, κίσσες, καρδερίνες, γαρδέλια, σπούργοι. Και δρυοκολάπτες - «πώς χτυπούν τον κορμό των δέντρων σημαίνοντας συναγερμό, ανήσυχα τα μερμήγκια πανικοβάλλονται τρέχοντας πάνω κάτω και τότε ο δρυοκολάπτης αμολάει τη γλώσσα του στις κρύπτες των μερμηγκιών, εκείνα διστάζουν στην αρχή μα σε λίγο, τί ωραίος μεζές, λένε, πλησιάζουν, ο δρυοκολάπτης απ’ έξω ακίνητος, εκείνα ανεβαίνουν στη γλώσσα πίνοντας πρώτα την υγρασία της και τότε το φτυάρι της γλώσσας, σαν ένα τεράστιο φορτωμένο βαγόνι με μυρμήγκια, βρίσκεται αστραπιαία στον οισοφάγο τού πουλιού· έτσι ο κατεργάρης, ο δρυοκολάπτης, γεμίζει το στομάχι του». Μάς μάγευε ο κυρ-Γιάννης!

Μάρκος Μέσκος, Νερό Καρκάγια. Πεζογραφήματα (έκδ. Ίκαρος, Αθήνα 2005, σσ. 11, 14, 55, 42-43 87). – Το motto εκ του ιδίου (ό.π., σ. 13).