Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

ακτινοβολούν φώτα


Παρατηρήσαμε τα παιδιά που μάζευαν την κοπριά των αγελάδων απ’ τον δρόμο, τοποθετώντας την σε επίπεδα πλατιά καλάθια… Παρατηρήσαμε τις ομάδες των νεαρών Μουσουλμάνων με τα βιβλία τους κάτω από τα μπράτσα τους… Παρατηρήσαμε ένα αποχωρητήριο, δύο ψηλούς τοίχους μισό μέτρο πάνω από τις παρειές του αυλακιού, ανάμεσα στους οποίους οι Ινδοί κατουρούσαν καθισμένοι όπως είναι η συνήθειά τους… Παρατηρήσαμε τα κοράκια, πανταχού παρόντα στην Ινδία, με το ανώφελο σκούξιμό τους… Διασχίσαμε ολόκληρη την πόλη που όπως όλες οι Ινδικές πόλεις, είναι μια αδιαμόρφωτη μάζα γύρω από μία αγορά.

*

Καθώς η βάρκα απομακρύνεται φανερώνεται η όχθη στην ολότητά της. Ψηλά πάνω σε απόσταση ακτινοβολούν φώτα και εκεί υψώνεται το περίγραμμα ενός είδους πολιτείας του Άδη αλλά σε σεμνότερες αναλογίες, σχεδόν επαρχιώτικη. Είναι οι τοίχοι από τα παλάτια που οι μαχαραγιάδες και οι πλούσιοι κτίζουν για τον εαυτό τους με σκοπό να έρθουν να πεθάνουν στον Γάγγη.

Είναι οι ναοί, οι καλύβες, τα προστατευτικά τείχη. Αλλά όλα σκαρφαλωμένα με το ζόρι, συσσωρευμένα σε ένα απερίγραπτο χάος. Κάτω χαμηλά λάμπουν οι φωτιές πάνω σε μία άλλη αποβάθρα όμοια με εκείνη που μόλις αφήσαμε. Τώρα την πλησιάζουμε. Ένα κομμάτι μαύρης κεκλιμένης όχθης γεμάτης πλεούμενα.

Φθάνουμε κάτω από τις φωτιές. Είναι νεκρικές πυρές. Τρεις, δύο ψηλές όσο το ύψος μιας κινητής σκάλας και μία χαμηλότερη, λίγα μέτρα από την επιφάνεια του νερού.

Κατεβαίνουμε από την λικνιζόμενη βάρκα και περνώντας από τις καρίνες των άλλων πλεούμενων περιφερόμαστε ανάμεσα στην τέφρα και τα καμίνια, ακολουθώντας ένα τοίχο που μοιάζει να επέζησε σεισμού. Φθάνουμε από δύο σκάλες σε ένα ορθογώνιο χώρο όπου καίνε δύο πυρές.

Γύρω από τις πυρές βλέπουμε πολλούς Ινδούς να κάθονται συσπειρωμένοι με τα συνηθισμένα τους κουρέλια. Κανείς δεν κλαίει, κανείς δε λυπάται, κανείς δε νοιάζεται να συνδαυλίσει την φωτιά. Μοιάζουν όλοι να περιμένουν απλώς να τελειώσει η φωτιά μόνη της, χωρίς ανυπομονησία, χωρίς τουλάχιστον ένα αίσθημα πόνου, σκοτούρας ή περιέργειας.

Περπατούμε ανάμεσά τους κι εκείνοι ήσυχοι, ευγενικοί και αδιάφοροι μάς αφήνουν να περάσουμε μέχρι την άκρη τής πυράς. Δεν μπορείς να ξεχωρίσεις τίποτε, μόνο μία ποσότητα ξύλων, καλοκομμένων και καλοστοιβαγμένων στο μέσον της οποίας βρίσκεται ξαπλωμένος ο νεκρός.

Αλλά τώρα καίγεται ολόκληρος και τα μέλη δεν διακρίνονται από τα μικρά κλαδιά. Δεν υπάρχει κανένα άρωμα εκτός από εκείνο το λεπτό της φωτιάς.

Επειδή ο αέρας είναι κρύος πλησιάζουμε ενστικτωδώς με τον Μοράβια τις πυρές και καθώς προχωρούμε συνειδητοποιούμε ότι καταλαμβανόμαστε από το ευχάριστο αίσθημα που έχουν οι άνθρωποι όταν στέκονται γύρω από μια φωτιά τον χειμώνα, με δάκτυλα μουδιασμένα, απολαμβάνοντας το να στέκονται εκεί με μια ομάδα περιστασιακούς φίλους στα πρόσωπα των οποίων, στα ρούχα των οποίων, ατάραχα η φλόγα ζωγραφίζει την βαρειά της αγωνία.

Κι έτσι άνετα, μέσα στην ζεστασιά, βλέπουμε τον φτωχό νεκρό από κοντά να καίγεται εκεί, χωρίς να στενοχωρεί κανένα. Ποτέ, σε κανένα μέρος, σε καμιά χρονική στιγμή, σε κανένα συμβάν κατά την παραμονή μας στην Ινδία δεν νοιώσαμε τέτοια βαθειά αίσθηση επικοινωνίας, γαλήνης και -σχεδόν- χαράς.

Πιέρ Πάολο Παζολίνι, Το Άρωμα των Ινδιών (έκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 1986 (β΄), σσ. 79, 130-133).

Τετάρτη 15 Ιουλίου 2026

εκφρασμένη η αληθινή καλωσύνη


Το ταβάνι είναι είκοσι μέτρα ψηλά και όλο είναι διάτρητο από συμμετρικά παράθυρα, ορθογώνια ή σχήματος ημισελήνου, ανοιχτά. Μέσα στο κρύο της νύχτας… Από κάτω σχεδόν θλίψη. Μια μεγάλη αίθουσα αναμονής, άσπρη, με ένα πορτραίτο του Γκάντι στον τοίχο.

Ενός Γκάντι γυμνού σαν σκουλήκι, με ένα πολύ καθαρό κομμάτι λινού υφάσματος γύρω από το ισχύο και γυαλιά στην φάτσα, ελκυστικός όσο μια χελώνα.

*

Η αδελφή Τερέζα είναι μεγάλη στην ηλικία, με σκούρο δέρμα, διότι είναι Αλβανή, ψηλή, στεγνή, με δύο σχεδόν ανδρικά μήλα στο πρόσωπο και μια ευγενική ματιά που «βλέπει» τα πάντα καθώς κοιτάει. Μοιάζει εντυπωσιακά με μια διάσημη Αγία Άννα, τού Μιχαήλ Άγγελου. Και στα χαρακτηριστικά της είναι εκφρασμένη η αληθινή καλωσύνη, όπως περιγράφτηκε από τον Προυστ για την γριά Φρανσουάζ. Καλωσύνη χωρίς συναισθηματικά πρόσθετα, χωρίς προσδοκίες, ήσυχη συνάμα και εφησυχαστική, δυνατή και χρήσιμη.

*

Οι άνθρωποι της Ινδίας που εντρύφησα, ακόμη κι αν έχουν στην κατοχή τους κάτι ή εκτελούν εκείνο το λειτούργημα που καλείται «διακυβέρνηση», γνωρίζουν πως δεν υπάρχει ελπίδα. Μόλις και μετά βίας βρήκαν κάποια ελευθερία από την κόλαση με την βοήθεια μιας σύγχρονης πολιτιστικής χειραφέτησης, αλλά γνωρίζουν πως πρέπει να παραμείνουν στην κόλαση.

Ο ορίζοντας και τής πιο ασαφούς αναγέννησης δεν είναι ορατός σ’ αυτήν την γενιά ούτε κάν στην επόμενη και ποιός ξέρει σε ποιά από τις επόμενες. Η απουσία κάθε πραγματοποιήσιμης ελπίδας ωθεί την Ινδική μεσαία τάξη όπως είπα προηγουμένως, να κλείνεται σ’ εκείνη την μικρή βεβαιότητα που κατέχει. Την οικογένεια. Στριμώχνονται σ’ αυτήν για να μην βλέπουν ή να μην βλέπονται.

*

Μέσα σε ατμόσφαιρα Λεοπάρδαλης μερικά παιδιά παίζουν μπροστά από το σπίτι των γονιών τους. Ένα πολύ μικροκαμωμένο παιδί κρύβεται μέσα σε ένα υπόστεγο και γρήγορα το βρίσκουν. Το άλλο, λίγο πιο μικροκαμωμένο, μάς κοιτάζει γεμάτο γλυκύτητα. Κοντά υπάρχουν επίσης μια κατσίκα με μικρά που ακόμη θήλαζαν, ένα σκυλί και ένας μικρός παπαγάλος σε ένα κλουβί κρεμασμένο στα κλαδιά του banjan μπροστά από το σπίτι.

Ο Μοράβια δεν κρύβει την έντονη συμπάθειά του για ένα από τα μικρά κατσίκια που πηδάει τριγύρω όλο ζωντάνια φωνάζοντας την μητέρα του. «Μα, Μα...»

Θα ήθελα να το πιάσω για να το χαϊδέψω αλλά ξεφεύγει. Έπειτα το κυνηγάει το παιδί που επιστρέφει σ’ εμάς με το κατσικάκι στην αγκαλιά του. Το κατσίκι είναι πολύ άσπρο, το παιδί πολύ μαύρο. Και τα δύο έχουν το ίδιο ευγενικό βλέμμα στα μάτια τους.

Πιέρ Πάολο Παζολίνι, Το Άρωμα των Ινδιών (έκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 1986 (β΄), σσ. 124-125, 52, 81, 126).

Σάββατο 11 Ιουλίου 2026

άπειρη πλαστικότητα των πραγμάτων


Οι ναοί μπροστά μας με τα δύο τμήματά τους,
(το ένα μεγάλο με το ingam μέσα,
το άλλο αντιμέτωπο και μικρότερο,
κάτι περισσότερο από μία σκεπή,
για να καλύψει την φοβερή αγελάδα από πέτρα
που αντικρύζει το ingam),
απλωμένοι στο χρυσό φώς τού ήλιου, ήσαν μιας ανεξάντλητης ομορφιάς.*

Αληθινά δεν γνωρίζω τί μπορεί να είναι η Ινδική θρησκεία. […] Γνωρίζω πως στο βάθος ο Βραχμανισμός μιλάει για μια αρχική ζωϊκή δύναμη, μια δυνατή πνοή «ανέμου» που ύστερα εκδηλώνεται και συγκεκριμενοποιείται στην άπειρη πλαστικότητα των πραγμάτων. Με άλλα λόγια είναι λίγο σαν την ατομική θεωρία. […]

Προσπάθησα να μιλήσω γι’ αυτό με πολλούς Ινδουϊστές, αλλά κανένας δεν έχει και την πιο παραμικρή ιδέα περί τούτου. Ο καθένας έχει την δική του λατρεία, Βισνού, Σίβα ή Κάλι και με πίστη ακολουθεί τα τελετουργικά της.

Για τα τελευταία, μπορώ απλά και μόνο να περιοριστώ σε μερικές περιγραφές, σαν εκείνες που έχω κάνει. Ωστόσο ένα πράγμα μπορώ να πώ. Ότι οι Ινδουϊστές είναι οι πιο καλωσυνάτοι, γλυκείς και πράοι άνθρωποι που είναι δυνατόν να ξέρω.

Καμιά βία δεν υπάρχει στις ρίζες τους, ο λόγος ακριβώς τής ύπαρξής τους. Ίσως μερικές φορές να υποστηρίζουν την αδυναμία τους με θεατρινισμό ή ανειλικρίνεια.

*

[…] Την επόμενη μέρα στο Κατζουράχο είχαμε την ευκαιρία να δούμε άλλον ένα απ’ αυτούς τους αγίους. Το Κατζουράχο είναι το πιο όμορφο μέρος της Ινδίας, στην πραγματικότητα το μόνο ίσως μέρος που μπορείς να πείς όμορφο με την δυτική αντίληψη της λέξης.

[…] μια καλύβα σε καλή κατάσταση, κατασκευασμένη από πέτρες. Μέσα στην καλύβα μια φωτιά και μερικά έπιπλα. Κάποιος έκανε βιαστικές κινήσεις σαν να κατατρυχόταν βασανιστικά από καθήκοντα. Ήταν ένας άνδρας γύρω στα σαράντα με περιποιημένη μαύρη γενειάδα και ένα μαύρο μουστάκι σε στυλ ντ’ Αρτανιάν.

Το παρουσιαστικό του αμέσως με απώθησε. Παρατηρώντας τον καλά έβλεπες πως στην ουσία δεν έκανε τίποτα, δεν ασχολείτο μες το άναμμα της φωτιάς, με μαγείρεμα φασολιών ή οτιδήποτε άλλο. Ακόμη πως με προσοχή, ακρίβεια και αφοσίωση κάποιου που κάνει μια δουλειά που θεωρείται απαραίτητη, έπαιρνε μέρος σε μια ιεροτελεστία. Κινείτο σαν τρελλός γύρω στην καλύβα, σταματούσε, άγγιζε αντικείμενα, έκανε χειρονομίες, έσκυβε προς τη γή.

Τον αφήσαμε εκεί παγιδευμένο στην μανιακή του συγκέντρωση, στην ατέλειωτη υπομονή του.

*

Αλλά είναι ελάχιστες σκιές στα άκρα ενός τόσο άπλετου φωτός, μιας τόσο μεγάλης διαφάνειας. Είναι αρκετό να δείς πώς λένε ναι. Αντί να συμφωνούν όπως εμείς ανεβοκατεβάζοντας το κεφάλι τους, το γυρνάνε γύρω όπως εμείς λέμε όχι. Ωστόσο η διαφορά στην κίνηση είναι τεράστια. Το όχι του που σημαίνει ναί συνίσταται στο να ταλαντεύουν το κεφάλι (το καστανόχρωμο, κατσαρό τους κεφάλι με το φτωχό μελαμψό δέρμα, στο ωραιότερο χρώμα που μπορεί ακόμη ένα δέρμα να έχει) τρυφερά. Μια κίνηση που αμέσως γίνεται γλυκειά: «Φτωχέ μου, λέω ναί χωρίς να ξέρω αν μπορεί να γίνει». Και αμήχανη: «Γιατί όχι;». Δειλή: «Είναι τόσο δύσκολο». Και συγκαταβατική: «Είμαι όλος δικός σου». Το κεφάλι πάει πάνω κάτω σαν να κόπηκε ευγενικά από τον λαιμό και οι ώμοι ανεβαίνουν λίγο με τον τρόπο ενός νέου κοριτσιού που υπερνικά την ντροπή του και που τώρα δείχνεται στοργικό.

Ειδομένες από απόσταση οι Ινδικές μάζες είναι καρφωμένες στην μνήμη μ’ αυτή την κίνηση τής επιδοκιμασίας και το παιδικό και ακτινοβόλο χαμόγελο στα μάτια που την συνοδεύει.

Είναι η θρησκεία τους σ’ αυτήν την κίνηση.

πρόκειται για το Πύθιο των επιγραφών που μάς πληροφορούν ότι
στον εσωτερικό θάλαμο, ο οποίος είχε άνοιγμα στη στέγη,
υπήρχε ένας φοίνικας χάλκινος (;) και τρία αγάλματα·
υπήρχε επίσης μια κιονοστοιχία εσωτερική σε σχήμα Π
και φωτιά μόνιμα αναμμένη, από την οποία κάθε χρόνο
έρχονταν οι Λήμνιοι κ.ά. να πάρουν το ιερό φώς
για να ανανεώσουν την φωτιά στην εστία της πόλης τους.**

Πιέρ Πάολο Παζολίνι, Το Άρωμα των Ινδιών (έκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 1986 (β΄), σσ. 40, 46, 47, 41). -Το motto εκ του ιδίου (ό.π., σ. 47).

-----

** Το καταληκτικό όμως motto εκ της Φωτεινής Ζαφειροπούλου, Δήλος. Τα μνημεία και το Μουσείο (έκδ. Κρήνη, Αθήνα 2008, σσ. 27).

Τρίτη 7 Ιουλίου 2026

μικρό μου κρινάκι στη γλάστρα


ΣΧΟΛΕΙΟ

Μικρά παιδάκια
μπλε οι ποδιές,
άσπροι γιακάδες,
τσάντες, βιβλία,
χαρτιά, μολύβια,
πολύ χαρά,
όλο παιχνίδι,
άλφα και βήτα,
ένα και ένα
και ξενοιασιά.

Θέλω κι εγώ σχολείο να πάω
νάχω εκείνη την ξενοιασιά
[...]

*

ΦΙΛΙΑ ΧΩΡΙΣ ΧΡΙΣΤΟ


Βαδίζουμε οι δυό σιωπηλοί
ο αγέρας είναι κρύος το βράδυ,
τα σύννεφα μαύρα, καμμιά αναλαμπή
το φεγγάρι κι αυτό έχει χαθεί.

Ερείπια πολλά, δεξιά-αριστερά μας.
Ερείπια πολλά απλωμένα βαθειά
στην καρδιά.

Βαδίζουμε οι δυό σιωπηλοί
το κρύο το νιώθουμε πολύ
το κρύο του αγέρα,
το κρύο πούν’ μες στην ψυχή.

[…]

*

[…]
Το χέρι του άπλωσε ο ήλιος
και με αποχαιρέτισε.
-Θα φύγω, μούπε, για να ξεκουραστώ.
Το μικρό μου κρινάκι στη γλάστρα
έκλαιγε για τον αποχωρισμό,
και το δάκρυ του γύρω σκόρπισε ευωδία.
[…]

Γιώργος Β. Μαυρομάτης, Εσχάτη Ώρα. Στοχασμοί (Ν. Σμύρνη 2024 (β’ - α΄ Ξάνθη 1965), σσ. 44, 48, 61).

Παρασκευή 3 Ιουλίου 2026

μα δεν μπορώ...


ΧΩΡΙΣ ΦΙΛΟ

Το πρόσωπό μου ακουμπισμένο
σε ένα βράχο,
έχει παγώσει.
Σύγνεφα δεν θωρείς στον ουρανό,
μονάχα τ’ άστρα και το φεγγάρι.
Είμαι μοναχός.
Φυσάει ο αγέρας,
το χέρι πάγωσε να προσμένει
ένα άλλο χέρι.
Κρύο το σώμα μου.
Κρύα η ψυχή μου.
Βράχοι οι φίλοι μου
στη νύχτα τούτη την παγωμένη.

*

Μια αγκαλιά ζητώ
για το κορμί μου
.
Ένα χέρι ζεστό
για το δικό μου.
Ζητάω μια ψυχή
που να με νιώθει,
που να ζεστάνει την ψυχή μου.
Είμαι μονάχος μέσα στη νύχτα
την παγωμένη.
Το χέρι άπλωσα και περιμένω
κάποιον να ‘ρθεί.

*

ΘΕΛΩ ΝΑ ΠΑΩ


Ακούω τη φωνή πολλών
με περιμένουν, με φωνάζουν,
σκιρτά η ψυχή μου,
θέλω να πάω,
θέλω να πάω,
θέλω να λυθώ,
είμαι δεμένος.
Μού σφίγγουν πιο πολύ τις αλυσίδες
μ’ απομακρύνουν.
Θέλω να πάω,
με περιμένουν.
Είναι ο λαός μου
αυτοί οι διωγμένοι
οι κατατρεγμένοι,
ένας αλήτης,
ο γιός της πόρνης,
ο γιός της χήρας,
το ορφανό,
ο υβρισμένος,
ο νηστικός,
…………..
…………..
Με περιμένουν
είναι λαός μου
είν’ αδελφοί μου,
μα δεν μπορώ.
Είμαι δεμένος
βαριά δεμένος
θέλω να πάω,
θέλω να πάω...

Γιώργος Β. Μαυρομάτης, Εσχάτη Ώρα. Στοχασμοί (Ν. Σμύρνη 2024 (β’ - α΄ Ξάνθη 1965), σσ. 51, 60).

Δευτέρα 29 Ιουνίου 2026

γενιά που μάς έχεις προδώσει...


ΚΡΑΥΓΗ ΤΗΣ ΝΕΟΛΑΙΑΣ

Γενιά, που τη σκυτάλη έρχεσαι
σε μάς να παραδώσεις,
πώς έχεις πέσει έτσι τόσο χαμηλά
κι απεγνωσμένα με τα χέρια αψηλά
θες να μάς φτάσεις;

Γενιά, όπου το τρέξιμό σου
προς την ηθική είναι αργό
στο λίγο δρόμο που σού έχει μείνει,
έχεις πέσει...
Τί θα μάς δώσεις τώρα
μια, και δεν μάς έχεις φτάσει;
Μη θέλεις να γυρίσουμε πίσω εμείς;
Αυτό είναι αδύνατο!

*

Γι’ αυτό, χωρίς ιδανικά και ηθική
χωρίς τα παραδείγματα
εμείς οι νέοι πάμε.

*

Γενιά, που τη σκυτάλη έρχεσαι
σ’ εμάς να παραδώσεις
τίποτε δεν μάς έδωσες.
Μάς άφησες χωρίς βοηθό,
και μάς έχεις προδώσει...

*

ΜΙΛΑΕΙ Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ


[…]
Μη κυττάξεις το ρούχο μου
πούναι ραμμένο
με μόδα παλιά,
ασιδέρωτο,
μ’ ένα κουμπάκι σπασμένο.
Πόσοι είναι γυμνοί!
Μη μού πείς «δεν κοιμάσαι πολύ...»
Είναι τόσοι που χρόνια ξαπλώνουν

μα το μάτι δεν κλείνουν
από πόνο, από θλίψη.
Μη μού πείς το «Σταμάτα,
πρέπει λίγο να ξαποστάσεις»
γιατί έχω βαριά προσταγή
να βαδίζω συνέχεια.

*

[…]
-Έλα μαζί μου
μάς προσμένουν οι άνθρωποι.

*

ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ

[…]

*

Αν το βράδυ περάσεις στο δρόμο
και δείς τα παράθυρα νάχουνε φώς
και είναι μακρυές οι κουρτίνες
μη φύγεις, μη σταθείς από έξω
σε προσμένει ο ανθρώπινος πόνος
που είν’ δικός σου αδελφός.

Γιώργος Β. Μαυρομάτης, Εσχάτη Ώρα. Στοχασμοί (Ν. Σμύρνη 2024 (β’ - α΄ Ξάνθη 1965), σσ. 29, 64, 65).