Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2026

κατά το ήμισυ θρυλικός


Ο ήλιος της Ελλάδας πλησίαζε στο ζενίθ, όταν ήταν παιδί. Η νεανική καρδιά του λαχτάρισε με τις ενδοξότερες συγκινήσεις της ελληνικής πατρίδας. Ήταν δώδεκα χρονών όταν νίκησε την Ασία στη Σαλαμίνα και την Αφρική στην Ιμέρα (480) –η παράδοση, που αναφέρει ο Ηρόδοτος, θέλει να πιστεύει ότι συντελέσθηκαν κι οι δυό την ίδιαν ημέρα-, κι η απήχηση των επικών αυτών αγώνων χύθηκε αργότερα σ’ ένα από τα ποιήματά του αφιερωμένο στην εκστρατεία του Ξέρξη.

Η μια από τις δυό δίδυμες νίκες, εκείνη της Ιμέρας, είχε θριαμβευτή της τον ηγεμόνα του Ακράγαντος, τον σοφό τύραννο Θήρωνα, και γέμισε την πολιτεία με λάφυρα και με σκλάβους.

Η νεότητα του Εμπεδοκλή, καταγομένου από λαμπροτάτη γενηά, άνθισε στις μεγαλειώδεις ώρες που η πόλη του, γιομάτη από πλούτη και φδόξα, μεθυσμένη από ηδονή, «φίλη της αίγλης» -φιλάγλαος Ακράγας- καταχτούσε την ελευθερία και σφυροκοπούσε, με τα χέρια μυριάδων σκλάβων από την Καρχηδόνα, τη διακοσμητική των ναών της, κι ο Πίνδαρος την τραγουδούσε ως «την ομορφότερη από τις πολιτείες των ανθρώπων» -βροτεάν πολίων καλλίστην (Πύθια, ΧΙΙ).

*

[…] είναι σα μιαν αψίδα μαγική που ενώνει την Ανατολή με τη Δύση, και το παρόν με το παρελθόν. Αγγίζει όλους τους κόσμους και μετέχει σ’ αυτούς: Είναι κατά το ήμισυ θρυλικός· η σκέψη του έχει τις ρίζες της μεσ’ στα όνειρα της Ασίας, στις κοσμογονίες του Ιράν, στο μαζδεϊσμό και τη λατρεία του Μίθρα· συγγενεύει με τον ορφισμό της Μεγάλης Ελλάδας, το χειμωνιάτικο αυτό έαρ (έαρ Φεβρουαρίου) του χριστιανισμού, που αγνοείται ακόμα· έχει την ηχώ του ώς μέσα στις Ινδίες […].

Κι είναι συγχρόνως ισορροπημένος καλά πάνω στο έδαφος της επιστήμης· είν’ ένας πρόδρομος του ατομισμού του Επίκουρου, ανοίγει το δρόμο στη σύγχρονη βιολογία· θέτει τα πρώτα αξιώματα του δαρβινικού μεταμορφισμού […]. Σ’ αυτόν συναπαντιούνται τα δυόμεγάλα ρεύματα της επιστήμης του καιρού του: η Πειραματική επιστήμη, που την εγκαινίασε ο γιατρός Αλκμαίων ο Κροτονιάτης,αι η μυστικιστική επιστήμη του Πυθαγόρα, που την εδοξολόγησε κατανυχτικά στο ποίημά του «Καθαρμοί». (Εμπεδ., Απ. 129).

*

Οι βιογράφοι του μάς θυμίζουνε, αλληλοδιαδόχως, με τις διάφορες απόψεις της πολύμορφης μεγαλυφυΐας του, τον Πλάτωνα του Τιμαίου, τον Λουκρήτιο, τον Ιταλό σκαπανέα της νέας επιστήμης του Βάκωνα και του Γαλιλαίου, τα μυστικιστικά φτερουγίσματα της επιστήμης του Νεύτωνα, τον Λεονάρδο, τον Γκαίτε, τον Σλέγκελ, τον Νοβάλις, προ πάντων τον Σοπενχάουερ, που ο τελευταίος και τελειότερος ιστορικός του Εμπεδοκλή, ο Έκτωρ Μπινιόνε, φέρνει περιέργως στο φώς τις γραμμές της πνευματικής του συγγένειας με τον σικελό διανοητή, δείχνοντας το παράλληλο της φιλοσοφικής των θέσεως στην ιστορία του πνεύματος. […]

*

Είναι άνθρωπος πίστεως και θέτει το ποίημά του Περί φύσεως κάτω από την αιγίδα της Ευσέβειας (Εμπεδ., Απ. 4). Είναι θαυματουργός και κάνει μαγικούς εξορκισμούς· διηγούνται ότι ανέσταινε τους νεκρούς κι ότι, όπως ο Πρόσπερος, μπορούσε να επιβάλλεται στα στοιχεία. Αλλ’ είναι συνάμα γιατρός και μηχανικός, προσεχτικός παρατηρητής της πραγματικότητας, σε τρόπο που να την κυριαρχεί, ένας από τους πρώτους πού ‘καναν χρήση του επιστημονικού πειραματισμού.

Είναι ρήτορας ισχυρός και λαοπρόβλητος: ο Αριστοτέλης τον θεωρεί ως τον εισηγητή της σικελικής ρητορικής, που ο Γοργίας μετέφερε στην Αθήνα. Τέλος μετέχει δραστικά στους αγώνες της πολιτείας, και μ’ ένα πνεύμα εντελώς νεωτεριστικό, αποφασιστικά δημοκρατικό […].

*

Ο Εμπεδοκλής έλεγε για τους συμπολίτες του: «Είναι ακόρεστοι για χαρά σαν να επρόκειτο να πεθάνουν αύριο και χτίζουνε τα μέγαρά τους σαν να επρόκειτο να ζήσουν αιώνια».

Ο ίδιος συμμεριζότανε τη μανία τους για την επιδειχτική χλιδή και την πολυτέλεια· έβγαινε στους δρόμους του Ακράγαντος, δορυφορούμενος από νεαρούς δούλους, με χρυσό ανάδεμα στην κόμη του, στεφανωμένος με δάφνη, φορώντας μπρούτζινα σανδάλια, με ύφος ατάραχο κι ηγεμονικό.

Εβδομήντα χρόνια μετά τον θρίαμβό του στην Ιμέρα,
ο Ακράγας καταστρεφόταν από την Καρχηδόνα, με τη σειρά της νικήτρια.*

Ρομαίν Ρολλάν, Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος (μτφρ. Τάκης Μπαρλάς, έκδ. Αστρολάβος / Ευθύνη Αθήνα 1989, σσ. 34-35, 31, 31-32, 32-33, 36). Κι η κατακλείδα εκ του ιδίου (ό.π., σ. 37).

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2026

να ενώσουν και να εναρμονίσουν όλες τις δυνάμεις της ψυχής


[…] τα μεγαλειώδη εκείνα πνεύματα, οι ημίθεοι αυτοί της σκέψεως, όπου αντιφεγγίστηκε το νόημα των εθνικών αυτών δραμάτων, ο ρυθμός των λαοκυμάτων αυτών που αλληλοσυγκρούονται, αλληλοθραύονται, και χύνονται τέλος μέσα στον ωκεανό της ζωής: - ο Ηράκλειτος της Εφέσου, ο Παρμενίδης ο Ελεάτης, ο Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος, ο Δημόκριτος ο Αβδηρίτης.

Επραγματοποίησαν το ιδανικό που ονειρευόμαστε: να ενώσουν και να εναρμονίσουν όλες τις δυνάμεις της ψυχής, τον ορθολογισμό και την πίστη, τη διπλή παρατήρηση των αισθήσεων και του εσωτερικού οφθαλμού.

Τον ίδιο καιρό που οι σκλάβοι και τα λάφυρα των νικημένων γέμιζαν τις πολιτείες των, αυτοί επλούτιζαν τη σκέψη τους μέσα στους θησαυρούς των αιώνων της Αιγύπτου με τις αλαργινές ανταύγειες, και της μυστηριώδους Ανατολής.

*

Υπήρξαν συγχρόνως ποιητές, μηχανικοί, γιατροί, επιστήμονες, άγιοι θεόπνευστοι και απόστολοι· κι η ενέργεια της ψυχής τους, σαν μια υπόγεια φωτιά, άνοιξε πυραχτωμένο δρόμο μέσα στην πράξη.

Ο Θαλής ήτανε μηχανικός, ο Μέλισσος ναύαρχος, ο Αναξίμανδρος κυβερνάει μιαν αποικία, ο Πυθαγόρας αναδιοργανώνει την κοινωνία, ο Ζήνων χτυπάει την τυραννία που τον έκανε μάρτυρα. Ο Εμπεδοκλής συνεργάζεται στην κατάρριψη των Βαστιλλών της εποχής του.

Δεν είναι γι’ αυτούς αρκετό να ατενίζουν μέσα στα μάτια τη Σφίγγα, την πιάνουν απ’ το λαιμό· θέλουν να λύσουνε πραχτικά τα προβλήματα της ζωής πού ‘χουνε αναφανεί στο στοχασμό τους. Γιατί γι’ αυτούς τον παν κρατιέται στην ταυτότητα: διανόηση = πράξη.

*

Απ’ τον Θαλή ώς τον Εμπεδοκλή, οι ήρωες της ελληνικής διανοήσεως επιδοθήκανε ακάματα στην κατάχτηση του άγνωστου Θεού, του απόκρυφου Αξιώματος που κυβερνάει την ψυχή και τους κόσμους.

Πρώτος ο Αναξίμανδρος, στοχαστής, μελετώντας ανάμεσα στον ορυμαγδό των πτώσεων της Νινευΐ, των Σάρδεων, του βασιλείου του Κροίσου και των πρώτων συνταραγμών που σάλευαν συθέμελα τις πολιτείες της Ελλάδας και της Μεγάλης Ελλάδας, γίνεται ο κήρυκας της Δικαιοσύνης, που σα μια Νέμεση μυστική και αλύγιστη κάνει να επιστρέφουν αιωνίως μέσα στο Άπειρο τα όντα και τα πράγματα που, αποσπώμενα απ’ αυτό, διαπράξανε την αδικία […].

*

Περισσότερο ανυπόταχτος από τον Αναξίμανδρο και μεθυσμένος από ηρωισμό, ο μοναστής της Εφέσου, προφήτης από φυλή ιεροκρατική και βασιλική, ο Ηράκλειτος, αρνείται τον εμηδενισμό μεσ’ στο Άπειρο. Γι’ αυτόν η Δικαιοσύνη είναι η σύγκρουση των αντιθέσεων, η πάλη· είναι ο αιώνιος πόλεμος με τον αιώνιο πόνο του, απ’ όπου ανθίζει το μεγαλείο της ηθικής.

*

Ανάμεσα στη μεγαλειώδη αυταπάρνηση του Αναξίμανδρου που χάνεται μεσ’ στο Άπειρο και την τραγική φαιδρότητα του Ηρακλείτου που βυθίζεται στην αιώνια σύρραξη, ο Εμπεδοκλής αφήνει ν’ ακουστεί το τραγούδι του γεμάτο ελπίδα κι ειρήνη, η όλο αίγλη συμφωνία της παγκόσμιας Ζωής, που οι σκληρές παραφωνίες της λύνονται περιοδικά σε αρμονίες φωτός. […] είναι ο πιο ανθρώπινος και οι τόνοι του έγιναν πια ολοκληρωτικά σύγχρονοί μας. Τον έχει άλλωστε σχετικά σεβαστεί το πέρασμα των αιώνων. Από πέντε χιλιάδες περίπου στίχους που περιείχαν τα δυο μεγάλα φιλοσοφικά του ποιήματα, μάς μένουν τετρακόσιοι πενήντα. Πολλοί όμως, συγκριτικά με τους άλλους Προσωκρατικούς. Ας μην περιφρονούμε τ’ αποσπάσματα· έχουν το μυστηριώδες θέλγητρο των ωραίων σπασμένων μαρμάρων.

Ρομαίν Ρολλάν, Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος (μτφρ. Τάκης Μπαρλάς, έκδ. Αστρολάβος / Ευθύνη Αθήνα 1989, σσ. 26, 26-27, 27, 28, 28, 30-31).

Παρασκευή 28 Αυγούστου 2026

αν έμενε υπόλοιπον τον τρίτον χρόνο


ΓΕΝΕΣΙΣ

Εν αρχή ήταν η αρχή
βγαίνοντας διστακτικά μεσ’ απ’ το τίποτα
από ένα στρώμα σκοταδιού παχύ

με κηλίδες κόκκινες εδώ κι εκεί
όπως τα τοπία του Οιδίποδα.

Κι έπειτα η Σφίγγα με φτερά
αδαμαντοκόλλητα
-πριν ακόμα τρέξουν τα νερά-
καταστρώνοντας νοερά
όλα τα υπόλοιπα
.

του Νάσου Βαγενά

*

ΣΑΝ ΟΡΦΑΝΟ

Τα κουμπιά τα φιλντισένια
τις βεντάλιες και τα χτένια
στον Τσεσμέ τ’ αφήσαν όλα,
πάνω στην παλιά κασέλα.

Κι ένα φεγγάρι ολόιδιο
σε όλη τη Μεσόγειο
κι ένα φεγγάρι ολόγιομο
στη Σμύρνη και την Πέργαμο,
σαν ορφανό.

Τη ροδιά και το καΐκι
τά ‘δεσαν κοντά στο σπίτι,
να τα πάρει το φεγγάρι,
να τα βγάλει στο Πλωμάρι
.

του Γκανά

*

«Οι όροι των εκδόσεων ήταν απλοί», αναφέρει ο Δροσίνης (ΣΦΖ, Άπαντα, τομ. Ζ΄, ό.π. (σημ. 16), σελ. 152): «Θα τυπώνουνταν πεντακόσια αντίτυπα και θα τα φύλατταν στα Καταστήματα Κορομηλά. Στον συγγραφέα έδιναν εκατό να τα κάνη ό,τι θέλει. Τα άλλα θα τα πουλούσαν τα Καταστήματα και θα τα πίστωναν. Έτσι αυτά σιγά θα ξεπληρώνουνταν τα έξοδα του τύπου και του χαρτιού, κι ό,τι κέρδος άφηναν θα τού το μετρούσαν. Αν έμενε υπόλοιπον τον τρίτον χρόνο, θα επιβάρυνε τον συγγραφέα. Άμα το εξωφλούσε, μπορούσε να παραλάβη κι όσα βιβλία του δεν θα είχαν πουληθή».

Γιάννης Παπακώστας, Δημήτριος Βικέλας - Σαιντ Ιλαίρ – Άντονι Ρουβιό – Εμίλ Λεγκράν. Το βιβλίο ως μέσο διαπολιτισμικής επικοινωνίας (έκδ. Σύλλογος προς διάδοσιν ωφελίμων βιβλίων, Αθήνα 2022, σσ. 391, 393, 265, σημ. 231).

Δευτέρα 24 Αυγούστου 2026

να τον προσλάβει ως μαθητή έναντι αμοιβής


Ο Αμβρόσιος Διδότος (1790-1876), γόνος της γνωστής οικογένειας των Διδότων, […] υπήρξε ελληνιστής και θερμός φιλέλληνας, ο οποίος στα νεανικά του χρόνια, με γραπτή παρέμβαση του πατρός του Φιρμίνου Διδότου πρότεινε στον Αδαμάντιο Κοραή να τον προσλάβει ως μαθητή έναντι αμοιβής.

Την απάντηση του Κοραή ενδεικτική και του ήθους του ανδρός, ο Σαιντ Ιλαίρ την εντόπισε στο αρχείο της οικογένειας Διδότου και περιλαμβάνεται σε γενικότερη μελέτη του, απ’ όπου και το απόσπασμα:

Κύριε,
εάν επιθυμήτε, ίνα η υμετέρα προσφορά αποβή αληθώς αγαθή υπέρ του υιού σας και υπέρ εμού, πρέπει ν’ απογυμνώσητε αυτήν παντός συμφέροντος. Εγώ ούτε δίδω, ούτε δέχομαι χρήματα. Θα πληρώσω τον νεόν Διδότον μεταδίδων αυτώ ό,τι γνωρίζω μετά της αυτής στοργής, ής τυγχάνει παρά των αξίων αυτού γονέων·

ο δε νέος Διδότος το καθ’ εαυτόν θα πληρώση αρκούντως τον Κοραήν, εάν προς αυτόν φέρεται ευπειθώς όπως και προς τον ίδιον πατέρα. Θα μοί χρησιμεύση (πάντοτε δε ως υιός προς πατέρα) ως γραμματεύς, έργον πάροχον μεγάλης εις αυτόν ψφελείας, διότι συνίσταται ολόκληρον εις το να ασκήται γράφων την αρχαίαν και την νεάν ελληνικήν.

Ιδού, κύριε, ο πρώτος των όρων, όν ενόμισα αρμόδιον να υποβάλλω προς αποδοχήν της προσφοράς σας· ελπίζω ότι δεν θ’ απαρέση εις υμάς, ουδέ εις τον υιόν σας. Ο δεύτερος και τελευταίος είναι συνέπεια φυσική του πρώτου· αλλά περί τούτου εγγυάται εμοί η ανατροφή, ήν έλαβε παρ’ υμών ο υιός σας.

Πάσας τας εργασίας μου, δηλαδή παν ό,τι αδοκίμως χαράσσω επί του χάρτου είτε ελληνιστί, είτε εις άλλας γλώσσας, πρέπει ο υιός σας να θεωρή ιερόν· διότι όπως δεν αναμιγνύομαι εις τα έργα των άλλων, ούτως επιθυμώ και ουδείς να γινώσκη περί τί ασχολούμαι. Ο νέος λοιπόν Διδότος θα είναι ο φύλαξ παντός ό,τι πράττω, καθώς και παντός, όπερ προτίθεμαι να πράξω.

Παρακαλώ υμάς, κύριε, να δεχθήτε την διαβεβαίωσιν του άκρου προς υμάς σεβασμού.

Τη 24 Μαρτίου 1808.

ΚΟΡΑΗΣ

Γιάννης Παπακώστας, Δημήτριος Βικέλας - Σαιντ Ιλαίρ – Άντονι Ρουβιό – Εμίλ Λεγκράν. Το βιβλίο ως μέσο διαπολιτισμικής επικοινωνίας (έκδ. Σύλλογος προς διάδοσιν ωφελίμων βιβλίων, Αθήνα 2022, σσ. 236-237).

Πέμπτη 20 Αυγούστου 2026

και τα λόγια νερουλά...


Δυό αξιολογικές κρίσεις περί δημοτικισμού: «και μέσα στο ίδιο στρατόπεδο, βλέπετε, οι αντιζηλίες είναι αντιζηλίες»:

i. του Αλέξανδρου Πάλλη (για τον Οιδίποδα τού Ζήσιμου Σίδερη) επιστολή προς Γ. Καρατζά: «Τί να σού πώ, συντεκνούλη μου, η μετάφραση τού Σίδερη δεν μ’ αρέσει. Το μέτρο πολύ ακατάλληλο, πάρα πολύ τραγουδιστό και τα λόγια νερουλά. Παραβιάζεται. Τ’ αρχαία δράματα είναι τα βενέτικα· ωραία, και ψιλοκανωμένα. Λίγο ζωηρά αν τα αγγίξεις, γίνονται θρύμματα, κι ο Σίδερης τάπιασε, να πούμε, με σιδερένιο χέρι. Ελπίζω πως με την πείρα που απόχτησε ο Αίας θα βγεί καλύτερος.».

ii. του φοιτητή Κλ. Γεωργιάδη (επιστολή προς Αλ. Πάλλη): «Εγώ μικρό πράμα θα σάς γυρέψω, μα όμως ανεχτίμητο. Ήθελα νάχα ακόμα ένα μετάφρασμα τού Βαγγέλιου μας, το σπουδαίο αφτό βιβλίο Σας, που δεν έχει την τύχη να πουλιέται στα βιβλιοπωλεία τής Αθήνας· […] Αφ’ ού όμως ο δασκαλισμός, το σακατιλίκι αφτό τής Νεώτερης Ελλάδας, μπόδισε την εισαγωγή του βιβλίου σας μέσα στο Έθνο μας, σε Σάς γυρίζω την ελπίδα μου και σάς παρακαλώ να λάβετε την καλωσύνη, να μού στείλετε ένα (ή και δυό αν σάς περισσέβουνται) κι’ έτσι κι’ εγώ να μπορέσω να κάνω ένα διπλό καλό: στη γλώσσα και στους λίγους φίλους μου συμφοιτητάδες πούνε η ψυχή τού Έθνου μας».

*

Και δυό έτερες, πολιτικής υφής, χρονολογικά κατατεθειμένες καίτοι σκόρπια εκ του τεύχους ειλημμένες:

i. του Βαγγέλη Δημητριάδη: «Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι κανένα πεζογράφημα τής φιλολογικής Ελλάδος [περ. έκδοσις Σάμου περιόδου 1947-1948] δεν αναφέρεται στους πολέμους και στα δεινά τής δεκαετίας του 1940, όπως δηλαδή συμβαίνει και με τη γενικότερη τάση των εκπροσώπων τής μη αριστερής λογοτεχνικής παραγωγής στην Αθήνα εκείνης τής περιόδου, συμφωνώντας με την ποιητικά εκφρασμένη άποψη τού Γ. Σεφέρη, ο οποίος είχε ομολογήσει πριν επιστρέψει στην Ελλάδα πως: «… η φρίκη / δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή / γιατί είναι αμίλητη και προχωράει» («Τελευταίος σταθμός, Ποιήματα, σ. 219). Οι εκπρόσωποι τής δεξιάς και φιλελεύθερης ιδεολογίας επί το πλείστον δεν αναφέρονταν στις γύρω τους αναταράξεις και ήταν κλεισμένοι «στον ελεφαντένιο τους πύργο» (Κ. Βάρναλης).».

ii. του Μιχάλη Φύλλα: «Οι επισκέψεις στην ελληνική περιφέρεια, σε συνδυασμό με τις διάφορες εξαγγελίες, δείχνουν μια συστηματική προσπάθεια τής δικτατορίας να αναζητήσει εκεί τα κοινωνικά ερείσματα που χρειαζόταν, αφού η περιφέρεια σαφώς αισθανόταν παραγκωνισμένη σε σχέση με τα αστικά κέντρα.».

περ. Απόπλους (τ. 97-98, Φθιν.-Χειμ. 2023-2024, σσ. 170, 170, 174, 161-162, 156). - Οι κρίσεις των δημοτικιστών ειλημμένες από σχετικό άρθρο του Αριστείδη Βουγιούκα, με τίτλο: «Παλιοί Σαμιώτες υπέρμαχοι του δημοτικισμού και του εκπαιδευτικού δημοτικισμού κ.ά. σχετικά» (ό.π., σσ. 168-180). – Του Βαγγέλη Δημητριάδη, «Ελλάς. Μηνιαία φιλολογική έκδοσις (1947-1948)» (ό.π., σσ. 157-167). - Και του Μιχάλη Φύλλα, «Η επίσκεψη του Στ. Παττακού στη Σάμο το 1968» (ό.π., σσ. 145-156).

Κυριακή 16 Αυγούστου 2026

να αποχαιρετήσουν τα κλήματα


Ο Γκέκος πήγαινε πάντα πρώτος και ρύθμιζε τα βήματά του
ανάλογα με το κουράγιο των υποζυγίων που ακολουθούσαν.
Αυτό τού έδινε αυταρέσκεια και υπερηφάνεια
λες και ήταν αρχηγός αγέλης λύκων ή λιονταριών.*

Ουρλιαχτά, φωνές και αλαλαγμοί έρχονταν από την πέρα γειτονιά, ορμούσαν σε σπίτια και σοκάκια, τρόμαζαν τούς ξύπνιους και ξεσήκωναν τούς κοιμισμένους. Όλοι έτρεχαν αλαφιασμένοι προς τη βορινή έξοδο τού χωριού. […] Κανείς δεν πίστεψε ότι γινόταν καυγάς και μάλιστα σήμερα, Μεγάλη Δευτέρα, που η αυτοδικία και τα νεύρα νηστεύουν μαζί με τα αφεντικά τους. […] Πολλοί υποστηρίζουν πως ο Σπύρος έγινε έξυπνος εξαιτίας τής απούσας αίσθησης τής ακοής, η οποία μετέφερε τη δύναμή της στις άλλες αισθήσεις.

Για δυό χρόνια πήγε στο δημοτικό τού χωριού του, οπότε και έμαθε να γράφει και να διαβάζει όπως τ’ άλλα παιδιά. Κεντούσε, έραβε και ύφαινε στον αργαλειό της μάνας του. Ήταν τόσο καλός μάγειρας, ώστε και στα πιο απλά φαγητά έβρισκε τη σωστή αναλογία και την παραμικρή λεπτομέρεια που τα έκανε νοστιμότατα.

*

Οι τρεις νεαροί θα αποχαιρετούσαν οριστικά τα αμπέλια τους στο βουνό. Οι περισσότεροι αμπελοκαλλιεργητές το είχαν ήδη κάνει, μερικοί επειδή γέρασαν, άλλοι που δεν μπορούσαν να υποφέρουν τη ζημιά, όταν τα έξοδα καλλιέργειας έγιναν διπλάσια από τα έξοδα κι αμαξιτός δρόμος που θα μείωνε τα έξοδα ανοίχτηκε μετά από 15 χρόνια.

Όσοι τα καλλιεργούσαν ακόμα, το έκαναν στη μνήμη των προγόνων τους, γιατί από αυτά τα αμπέλια έζησαν οικογένειες και σπούδασαν παιδιά.

Οι τρεις από τέσσερις νεαρούς θα πήγαιναν να σκάψουν τα αμπέλια τους στο βουνό για τελευταία φορά από μεράκι και να αποχαιρετήσουν τα κλήματα, διότι μετά από πεντέξι χρόνια θα έχουν γίνει όμορφο πευκοδάσος. […]

*

[…] Όταν έφτασαν στην κορυφογραμμή Κάτω και Πάνω Λάκκας, ο Σπύρος έστριψε δεξιά και πήγε και κατασκήνωσε κάτω από τη μοναδική και τεράστια καστανιά τής περιοχής. Οι άλλοι δεν ήξεραν τι να κάνουν. Τη λύση την έδωσε ο Γκέκος που πήρε στα δόντια του το καπίστρι ενός γαϊδουριού που σερνόταν στο χώμα και παρέδωσε τετράποδο και αναβάτη στο Σπύρο.

Θαμπώθηκαν όταν είδαν τι είχε ο Σπύρος απλώσει για να φάνε. […]

*

[…] και στο Χριστό, που ήταν ήδη πεθαμένος, κέντησαν τα πλευρά του. Στο μεταξύ ο Νίκος πήγε κοντά στον κορμό τής καστανιάς και έβγαλε τα ρούχα του απ’ τη μέση και πάνω. Ο Δημήτρης πήρε ένα μαχαίρι και το άγγιξε στο πλευρό τού Νίκου. Ταυτόχρονα ο Γιώργος είχε κάνει τις παλάμες του γροθιές και είπε στον Σπύρο να σφίξει τη μια του γροθιά με όλες του τις δυνάμεις.

Αμέσως ξεπήδησε νερό και αίμα. Ο Σπύρος έβγαλε μια δυνατή κραυγή και έπεσε λιπόθυμος. Ο Γιώργος τον καθησύχασε λέγοντάς του ότι αυτό που έβγαινε από τη γροθιά του ήταν αίμα και νερό σαν αυτό που βγήκε από τα πλευρά τού Χριστού, όταν τον παρακέντησαν και έγινε τόση ζημιά στα χέρια του, επειδή ήταν τρυφερά και ευαίσθητα και είχε να σκάψει τώρα και έξι μήνες. Ο Σπύρος φιλούσε τα χέρια του Γιώργου […]

Σταμάτης Δανάς, «Άφες αυτοίς» (περ. Απόπλους, τ. 97-98, Φθιν.-Χειμ. 2023-2024, σσ. 105-116 -εδώ αποσπάσματα από σσ. 105, 109-110, 111, 111-112) για την μοναδική ενάργεια με την οποία μεταδίδει εικόνες και νοήματα σαμιώτικης ηθογραφίας! Αφορμή λαβών από το σκάλισμα των ορεινών αμπελιών της νήσου! Και πόσες αρετές κρύβει στην πλοκή του! -Το motto εκ του ιδίου (ό.π., σ. 110).