Πέμπτη 20 Ιουνίου 2024

Αισχύλος, «το φάντασμα των Μυκηνών»


[…] η στοιχειωμένη, καταπιεστική ατμόσφαιρα στην οποία κινούνται οι χαρακτήρες του Αισχύλου μάς φαίνεται απείρως παλαιότερη από τη διαυγή ατμόσφαιρα που ανέπνεαν οι άνθρωποι και οι θεοί της Ιλιάδας.

Αυτός είναι ο λόγος που ο Glotz αποκάλεσα τον Αισχύλο «ce revenant de Mycènes – το φάντασμα των Μυκηνών» (μολονότι πρόσθεσε πως ήταν επίσης ένας άνθρωπος του καιρού του)· αυτός είναι ο λόγος που τώρα τελευταία ένα Γερμανός συγγραφέας επιμένει πως ο Αισχύλος «ξαναζωντάνεψε τον κόσμο των δαιμόνων και ειδικά των πονηρών δαιμόνων».

Το να μιλούμε όμως έτσι σημαίνει για μένα πως παρεξηγούμε εντελώς και τον σκοπό του Αισχύλου και το θρησκευτικό κλίμα της εποχής στην οποία έζησε. Ο Αισχύλος δεν είχε ανάγκη να ξαναζωντανέψει τον κόσμο των δαιμόνων: ήταν ο κόσμος μ
έσα στον οποίο γεννήθηκε. Και ο σκοπός του δεν ήταν να ξαναφέρει τους συμπατριώτες του πίσω στον κόσμο αυτό· τουναντίον, να τούς οδηγήσει μέσα από αυτόν και έξω από αυτόν.

Αυτό επεδίωξε να το κάμει όχι όπως ο Ευριπίδης, αμφισβητώντας την ύπαρξη του κόσμου αυτού με λογικά και ηθικά επιχειρήματα, αλλά δείχνοντας πως ο κόσμος αυτός είναι δεκτικός μιας υψηλότερης ερμηνείας, και, στις Ευμενίδες, δείχνοντάς τον να μεταμορφώνεται με τη μεσιτεία της Αθηνάς σ' ένα νέο κόσμο έλλογης δικαιοσύνης.

Dodds, Οι Έλληνες και το παράλογο (μτφρ. Γ. Γιατρομανωλάκης, έκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1996(2η), σσ. 47-48).

Κυριακή 16 Ιουνίου 2024

το ασυνήθιστο βάρος της ατομικής ευθύνης και το απόκρυφο εγώ


Οι χαρές του Διονύσου εμφανίζονταν σε μια εξαιρετικά πλατιά κλίμακα, απ' τις απλές απολαύσεις του χωριάτη, που χόρευε πηδηχτό χορό, πάνω σε λιγδωμένα ασκιά κρασιού, ίσαμε την ωμοφάγον χάριν του εκστατικού εκβακχευμένου. Και στα δυό αυτά επίπεδα -και σ' όλα τα επίπεδα- ο θεός είναι ο Λύσιος, «ο Ελευθερωτής» - αυτός που με πολύ απλά μέσα, ή με άλλα μέσα όχι τόσο απλά, σε βοηθά για ένα σύντομο διάστημα να πάψεις να είσαι ο εαυτός σου, και ως εκ τούτου σε απελευθερώνει.

Θαρρώ πως αυτό ήταν το μεγαλύτερο μυστικό της έξης του κατά την αρχαϊκή εποχή: όχι μόνο επειδή η ζωή κατά την εποχή αυτή ήταν κάτι από όπου έπρεπε κανείς να ξεφύγει, αλλά, πιο συγκεκριμένα, επειδή το άτομο, όπως το ξέρει ο σημερινός κόσμος, άρχιζε σ' αυτήν την εποχή να αναδύεται για πρώτη φορά από την παλαιά οικογενειακή αλληλεγγύη, και έβρισκε πως ήταν δύσκολο να υποφέρει το ασυνήθιστο βάρος της ατομικής ευθύνης. Ο Διόνυσος μπορούσε να το ελαφρύνει.

*

Είτε αληθεύει είτε όχι πως για τα χείλη του κοινού Αθηναίου του 5. αιώνα η λέξη ψυχή είχε, ή μπορούσε να έχει, μιαν ελάχιστη γεύση του αλλόκοτου, αυτό που σίγουρα δεν είχε ήταν η γεύση του πουριτανισμού ή κάποιον υπαινιγμό μεταφυσικής. Η ψυχή δεν ήταν ένας ακούσιος δεσμώτης του σώματος: ήταν η ζωή ή το πνεύμα του σώματος, τέλεια βολεμένη εκεί.

Στο σημείο αυτό ήταν που το νέο θρησκευτικό πρότυπο έκαμε τη μοιραία του συμβολή: με το να αποδώσει στον άνθρωπο ένα απόκρυφο εγώ θείας καταγωγής, και με το να θέσει έτσι την ψυχή και το σώμα σε αντίθεση, εισήγαγε στον ευρωπαϊκό πολιτισμό μια καινούρια ερμηνεία της ανθρώπινης ύπαρξης, την ερμηνεία που ονομάζουμε πουριτανική.

*

[…] η ψυχή είναι ενεργητική όταν το σώμα κοιμάται ή, καθώς πρόσθεσε ο Αριστοτέλης, όταν βρίσκεται στο σημείο του θανάτου. Αυτό είναι που εννοώ λέγοντας «απόκρυφο» εγώ.

Μια τέτοια όμως πίστη αποτελεί ένα ουσιαστικό στοιχείο του σαμανιστικού πολιτισμού που υπάρχει ακόμη τώρα στη Σιβηρία και έχει αφήσει τα ίχνη της παλαιάς του ύπαρξης πάνω σε μια μεγάλη περιοχή, που εκτείνεται σ' ένα πελώριο τόξο από τη Σκανδιναβία κατά μήκος του Ευρασιανού χώρου ίσαμε την Ινδονησία· η μεγάλη έκταση στην οποία διαδόθηκε δείχνει πόσο παλαιό ήταν το πρότυπο αυτό.

Dodds, Οι Έλληνες και το παράλογο (μτφρ. Γ. Γιατρομανωλάκης, έκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1996(2η), σσ. 69-70, 98-99, 99).

Τετάρτη 12 Ιουνίου 2024

να απαλλαχθεί ο άνθρωπος από το φυσικό χρονικό όριο του θανάτου


Είναι εύκολο να λάμψει η θεία δικαιοσύνη σ' ένα έργο φαντασίας, όπως είναι η Οδύσσεια: καθώς παρατηρεί ο Αριστοτέλης, «οι ποιητές λένε αυτού του είδους τις ιστορίες για να κολακέψουν τις επιθυμίες των ακροατών τους». Στην καθημερινή ζωή το πράγμα δεν είναι τόσο εύκολο.

Στην αρχαϊκή εποχή οι μύλοι των θεών αλέθουν τόσο αργά ώστε η κίνησή τους να είναι σχεδόν ανεπαίσθητη, εκτός από το μάτι του πιστού. Για να διατηρηθεί η πίστη πως κινούνται κάπως οι μύλοι, ήταν απαραίτητο να απαλλαχθεί ο άνθρωπος από το φυσικό χρονικό όριο του θανάτου. Αν κοιτούσες πέρα από αυτό το όριο, θα μπορούσες να πείς το ένα ή και τα δυό από τα εξής πράγματα: θα μπορούσες να πείς πως ο ανενόχλητος παραβάτης μπορεί να τιμωρηθεί μέσω των απογόνων του, ή θα μπορούσες να πείς πως θα πλήρωνε ο ίδιος προσωπικά σε μιαν άλλη ζωή.

Η δεύτερη λύση αναδύθηκε, ως δόγμα γενικής εφαρμογής, αργά μόνο στην αρχαϊκή εποχή, και περιοριζόταν πιθανόν σε πολύ στενούς κύκλους […].

*

Ας αρχίσουμε με μια ερώτηση: τί ήταν ακριβώς αυτό το νέο μέσα στο νέο πρότυπο των δοξασιών; Σίγουρα όχι η ιδέα της μεταθανάτιας ζωής. Στην Ελλάδα, όπως και στα περισσότερα μέρη του κόσμου, η ιδέα αυτή ήταν πράγματι πάρα πολύ παλαιά.

Οι κάτοικοι της περιοχής του Αιγαίου, απ' όσο μπορούμε να κρίνουμε από την οικοσκευή των τάφων τους, είχαν αισθανθεί ήδη από την νεολιθική εποχή πως η ανάγκη του ανθρώπου για τροφή, πιοτό και ρουχισμό και ο πόθος για περιποίηση και διασκέδαση δεν σταματούσε με τον θάνατο.

Λέω εσκεμμένα «αισθανθεί», παρά «πιστέψει», επειδή τέτοιες πράξεις, όπως ο σιτισμός των νεκρών, μοιάζει με άμεση αντίδραση στις συναισθηματικές ορμές, χωρίς αναγκαστικά να παρεμβάλλεται κάποια θεωρία. Πιστεύω ότι ο άνθρωπος ταΐζει τους νεκρούς του για τον ίδιο λόγο που ένα κοριτσάκι ταΐζει την κούκλα του· και όπως το κοριτσάκι, έτσι και ο άνθρωπος αποφεύγει να σκοτώσει τη φαντασίωσή του με τα σταθερά μέτρα της πραγματικότητας.

*

Δεν χωρεί καμιά αμφιβολία λοιπόν πως «εγκαθίσταται» η ιδέα της μεταθανάτιας ζωής· τούτο υπονοείται στα παμπάλαια έθιμα για εκείνο το πράγμα στον τάφο που είναι πτώμα και φάντασμα, και δηλώνεται ρητά στον Όμηρο για τη σκιά του Άδη που είναι μόνο φάντασμα.

Ούτε πάλι η ιδέα της μεταθανάτιας αμοιβής και τιμωρίας ήταν κάτι καινούριο. Η μεταθανάτια τιμωρία, για μερικά παραπτώματα προς τους θεούς, αναφέρεται στην Ιλιάδα, κατά την γνώμη μου, και περιγράφεται πολύ καθαρά στην Οδύσσεια· την ίδια εποχή η Ελευσίνα υποσχόταν ήδη στους μυημένους της ευνοϊκή μεταχείριση στη μεταθανάτια ζωή, τόσο παλαιά όσο μπορούμε να εντοπίσουμε τη διδασκαλία της, δηλ. πιθανόν τον έβδομο αιώνα.

Dodds, Οι Έλληνες και το παράλογο (μτφρ. Γ. Γιατρομανωλάκης, έκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1996(2η), σσ. 41, 96, 97).

Σάββατο 8 Ιουνίου 2024

η παλαιά καθαρτική μαγεία του αποδιοπομπαίου τράγου


Μάταια ο Ηράκλειτος διαμαρτύρεται πως
«ο χαρακτήρας είναι το πεπρωμένο»
(ήθος ανθρώπω δαίμων
απέτυχε να εξοντώσει τη δεισιδαιμονία.*

[…] οι επικοί ποιητές αγνόησαν ή περιόρισαν στο ελάχιστο πολλές δοξασίες και τελετές, που υπήρχαν στις μέρες τους αλλά που δεν άρεσαν καθόλου στους προστάτες τους. Για παράδειγμα, η παλαιά καθαρτική μαγεία του αποδιοπομπαίου τράγου ετελείτο στην Ιωνία τον 6. αιώνα και πολύ πιθανόν είχε εισαχθεί εκεί από τους πρώτους άποικους, μια και η ίδια τελετή γινόταν στην Αττική.

Οι ποιητές της Οδύσσειας και της Ιλιάδας θα πρέπει να είδαν πάρα πολύ συχνά να τελείται αυτή η μαγεία. Όμως την απέκλεισαν από τα ποιήματά τους καθώς επίσης απέκλειαν ό,τι φαινόταν βαρβαρικό και σ' αυτούς και στο αριστοκρατικό τους ακροατήριο.

Οι ποιητές μάς δίνουν όχι κάτι ολοκληρωτικά άσχετο με την παραδοσιακή πίστη, αλλά μιαν επιλογή από την παραδοσιακή πίστη -την επιλογή που ταίριαζε σ' ένα αριστοκρατικό στρατιωτικό πολιτισμό, όπως ακριβώς ο Ησίοδος μάς δίνει την επιλογή που ταιριάζει σ' έναν αγροτικό πολιτισμό.

Αν δεν λάβουμε αυτό υπόψη, η σύγκριση ανάμεσα στους δύο πολιτισμούς θα προκαλέσει μιαν υπερβολική αίσθηση ιστορικής ασυνέχειας.

Dodds, Οι Έλληνες και το παράλογο (μτφρ. Γ. Γιατρομανωλάκης, έκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1996(2η), σ. 51). - Το motto εκ του ιδίου (ό.π., σ. 49).

Τρίτη 4 Ιουνίου 2024

αντίδραση προς την Διαφώτιση του 5ου π.Χ. αιώνα


Πρέπει όμως να δούμε ως πιο εντυπωσιακή απόδειξη της αντίδρασης προς την Διαφώτιση τους επιτυχείς διωγμούς των διανοουμένων για λόγους θρησκευτικούς, που γίνονται στην Αθήνα στο τελευταίο τρίτο του 5. αιώνα. Γύρω στα 432 π.Χ., ή ένα ή δυο χρόνια αργότερα, η έλλειψη πίστης στο υπερφυσικό και η διδασκαλία της αστρονομίας αποτελούσαν αξιόποινα αδικήματα. Στα επόμενα τριάντα τόσα χρόνια γινόμαστε μάρτυρες μιας ολόκληρης σειράς δικών κατά των αιρετικών, που είναι μοναδικές στην αθηναϊκή ιστορία.

Στα θύματα περιλαμβάνονται οι περισσότεροι αρχηγοί της προοδευτικής σκέψης της Αθήνας – ο Αναξαγόρας, ο Διαγόρας, ο Σωκράτης, μάλλον ο Πρωταγόρας, και πιθανόν ο Ευριπίδης. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, εκτός από την τελευταία, η καταδίωξη ήταν επιτυχής: πολύ πιθανόν ο Αναξαγόρας να καταδικάστηκε και να εξορίστηκε. Ο Διαγόρας σώθηκε φεύγοντας, έτσι έκαμε πιθανόν κι ο Πρωταγόρας. Ο Σωκράτης, που μπορούσε να κάμει το ίδιο, ή μπορούσε να ζητήσει την τιμωρία της εξορίας, προτίμησε να παραμείνει και ήπιε το κώνειο.

Όλοι αυτοί ήταν πασίγνωστοι πολίτες. Δεν ξέρουμε πόσοι άλλοι ασημότεροι θα πρέπει να υπέφεραν για τις ιδέες τους. Όμως οι μαρτυρίες που έχουμε είναι περισσότερο από αρκετές, ώστε να αποδείξουμε πως η μεγάλη εποχή της ελληνικής Διαφώτισης ήταν επίσης, όπως στα χρόνια μας, μια εποχή Διωγμών – δίωξη των διανοουμένων, παρωπίδες στη σκέψη, και ακόμη (αν πρέπει να πιστέψουμε την παράδοση σχετικά με τον Πρωταγόρα) κάψιμο των βιβλίων.

Dodds, Οι Έλληνες και το παράλογο (μτφρ. Γ. Γιατρομανωλάκης, έκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1996(2η), σσ. 123-124).

Παρασκευή 31 Μαΐου 2024

οι θεοί του Πλάτωνα


[…] υπήρχε ένα είδος θεού που όλοι μπορούσαν να δούν, που η θεότητά του μπορούσε να αναγνωρισθεί από τους πολλούς και για τον οποίο ο φιλόσοφος μπορούσε να διατυπώσει, κατά τη γνώμη του Πλάτωνα, προτάσεις που να ισχύουν λογικά. Αυτοί οι «ορατοί θεοί» ήσαν τα ουράνια σώματα – ή ακριβέστερα, οι θείες ψυχές που εμψύχωναν και οδηγούσαν τα σώματα αυτά.

Η μεγάλη καινοτομία στη μελέτη του Πλάτωνα για θρησκευτική μεταρρύθμιση είναι η έμφαση που δίνει όχι απλώς στη θεότητα του ήλιου, της σελήνης και των αστέρων (αυτό δεν ήταν καθόλου νέο) αλλά στη λατρεία τους. Στους Νόμους όχι μόνο περιγράφει τα άστρα σαν «θεούς ουράνιους», τον ήλιο και τη σελήνη σαν «μεγάλους θεούς», αλλά επιμένει ότι οι άνθρωποι θα πρέπει να τούς απευθύνουν προσευχές και θυσίες· και το κεντρικό σημείο της νέας κρατικής Εκκλησίας πρόκειται να είναι μια κοινή λατρεία του Απόλλωνα και του θεού Ήλιου, προς την οποία ο Αρχιερέας θα πρέπει να είναι προσκολλημένος και οι ανώτατοι αξιωματούχοι της πολιτείας θα είναι αυστηρά αφοσιωμένοι.

Αυτή η κοινή λατρεία -εκεί που περιμένουμε την λατρεία του Δία- εκφράζει την ένωση του παλαιού και του νέου, όπου ο Απόλλωνας αντιπροσωπεύει την παραδοσιακή λατρεία των μαζών και ο Ήλιος τη νέα «φυσική θρησκεία» των φιλοσόφων. Αυτή είναι η τελευταία απελπισμένη προσπάθεια του Πλάτωνα να κατασκευάσει μια γέφυρα ανάμεσα στους διανοούμενους και στο λαό και να σώσει την ενότητα της ελληνικής πίστης και του ελληνικού πολιτισμού.

Dodds, Οι Έλληνες και το παράλογο (μτφρ. Γ. Γιατρομανωλάκης, έκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1996(2η), σσ. 142-143).