Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

περί της μοναδικότητας


Καθώς τα πάντα ανεξαιρέτως στη Φύση είναι μοναδικά, οι άνθρωποι είναι επίσης διαφορετικοί μεταξύ τους, αφού ο καθένας εκφράζει ένα βαθμό μιας τουλάχιστον αρετής ή συνδυασμού αρετών διαφορετικό από εκείνον οποιουδήποτε άλλου συνανθρώπου του.

Η μοναδικότητα κάνει, λοιπόν, και στο ανθρώπινο όν την εμφάνισή της μέσω των ιδιαζόντων, των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών του κατά το πνεύμα (όπως π.χ. η ευρηματικότητα, η παρατηρητικότητα, η ευστροφία κ.ά.), την ψυχή (όπως π.χ. η ευαισθησία, η φιλαυτία κ.ά.) και το σώμα (όπως π.χ. το ύψος, το χρώμα των μαλλιών κ.ά.)·

τούτα δεν είναι άλλα από τις σφραγίδες μιας θείας ακτίνας πάνω στις τρεις υποστάσεις του -την πνευματική, την ψυχική και την υλική-, ακτίνας της οποίας αποτελεί την απόληξη στον κόσμο τούτο.

Έτσι, κάθε ανθρώπινο όν, ως αποτύπωμα της προβολής μίας θείας Ιδέας στον κόσμο της Ύλης, όντας κατά μία θεώρηση τρισυπόστατο, φέρει τη σφραγίδα της Ιδέας αυτής στην όλη του συγκρότηση, δηλαδή στο πνεύμα, στην ψυχή και στο σώμα του, και διαφέρει ως προς την ποικιλία και τη χροιά των ιδιοτήτων που εμφανίζει κατά έναν ορισμένο συνδυασμό και τρόπο, με άλλα λόγια διαφέρει ως προς τη φυσική του προσωπικότητα.

Συνεπώς, η μοναδικότητα αφορά και τις τρεις υποστάσεις του ανθρώπινου όντος.

*

Η Μοναδικότητα είναι τελικά εκείνη που επιτρέπει στην καλώς εννοούμενη αμοιβαιότητα, θεμέλιο κάθε κοινωνικής ζωής, να χρωματίζει τις μεταξύ των ατόμων σχέσεις μέσα σε μια ομάδα.

*

Στην ερωτική διάσταση ειδικότερα, το ότι νιώθουμε έλξη για κάποιο άτομο οφείλεται όχι τόσο στο πλάσμα αυτό καθαυτό που έχουμε απέναντί μας ή στο πλάι μας, αλλά στο τί κόσμους αυτό αφυπνίζει μέσα μας και τούς φέρνει στην επιφάνεια -και τούτο μάλλον ερήμην του-, στο τί ιδέες και συναισθήματα υποκινεί, ανακινεί, ενεργοποιεί εντός μας, στο τί συναισθήματα μάς κάνει να προβάλλουμε πάνω του και κυρίως στο ποιές ψυχολογικές, συναισθηματικές ελλείψεις μας έρχεται να καλύψει.

Φοίβος Πιομπίνος, Περί των μορφών τινά (έκδ. Επτάλοφος, Αθήνα 2022, σσ. 74-75, 75, 93).

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026

λόγω της ανάπτυξης του νευρικού μας συστήματος


έχει βρεθεί πως αρκετά μέταλλα (π.χ. ο σίδηρος, ο χαλκός κ.ά.)
προέρχονται από περιοχές εκτός του ηλιακού μας συστήματος.*

Εκείνο που χαρακτηρίζει και συγχρόνως διαφοροποιεί δομικά, κατασκευαστικά, τον άνθρωπο από όλα τα υπόλοιπα φυσικά όντα της Γής είναι η ποιότητα και η ανάπτυξη του νευρικού του συστήματος, έτσι που η εμφάνιση του ανθρώπου να αποτελεί την κορυφαία πράξη της βιολογικής εξέλιξης στον πλανήτη μας.

Καθώς η εξέλιξη προχωρεί, το νευρικό του σύστημα διαρκώς αναπτύσσεται ποσοτικά και ποιοτικά, και γίνεται πλέον ευαίσθητος δέκτης της πνοής του Θείου Πνεύματος.

Αυτή η ανάπτυξη του νευρικού συστήματος και του εγκεφάλου, που χαρακτηρίζει το ανθρώπινο όν, επέφερε βαθύτατη αλλαγή στην όλη πορεία της εξέλιξης. Έτσι, στο ανθρώπινο όν δεν κληρονομούνται μόνο οι γενετικές ιδιότητες αλλά και οι εμπειρίες που, μέσω του λόγου και της μνήμης, μεταβιβάζονται από γενιά σε γενιά.

Ο άνθρωπος έρχεται στον κόσμο προικισμένος με το δύνασθαι, την κρίση και το αυτεξούσιον, τρία ανεκτίμητα προικιά που τού επιτρέπουν να κάνει, ανά πάσαν στιγμήν του βίου του, ωφέλιμες ή επιζήμιες επιλογές και, ανάλογα, να ελέγχει ή όχι τα ορμέμφυτα, τα οποία διέπουν τη συμπεριφορά όλων των λοιπών έμβιων όντων.

Και τούτο επειδή ο άνθρωπος είναι μορφή Ζωής συνειδητή, ενώ τα ζώα είναι μορφές Ζωής ενστικτώδεις. Άρα μόνο το ανθρώπινο όν είναι συνειδησιακά εξελίξιμο, έχει δηλαδή φύσει τη δυνατότητα, τελειούμενο, να προάγεται συνειδησιακά και να χωρεί στο θείο Υπερσυνείδητο.

*

Η ελεύθερη βούληση του ανθρώπου είναι απόλυτα σεβαστή και απαραβίαστη από το Θείον. Μέσα σε αυτό το πνεύμα βλέπουμε στα Ευαγγέλια τον ίδιο τον Κύριο να απευθύνει εκείνο το ανεπανάληπτο «συ πιστεύεις εις τον υιόν του Θεού;» (Ιω. θ΄, 35) στους ασθενείς και στους παράλυτους που Τον πλησιάζουν, προκειμένου να τούς θεραπεύσει, αφού η θετική τοποθέτησή τους απέναντί Του είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για να μην παραβιαστεί το αυτεξούσιον του ανθρώπου.

Ο Χριστός όμως δεν απαιτεί το ίδιο από τους δαιμονισμένους, αφού αυτοί δεν είναι σε θέση να απαντήσουν, λόγω της κατάληψής τους από τα δαιμόνια και της παρεπόμενης δεινής ψυχοσωματικής τους κατάστασης (Ματθ. θ΄, 27-32).

*

Όλες οι φυσικές μορφές στον κόσμο τούτο της Ύλης είναι μεν εκ του Θεού, είναι μεν εκφράσεις θείων Ιδεών, πλην όμως, καθώς δημιουργήθηκαν για ορισμένο σκοπό, τελούν υπό την επίδραση των πεπερασμένων ορίων του χώρου και του χρόνου, και είναι επομένως προσωρινές, παροδικές, υποκείμενες στην αναπόφευκτη φθορά.

*

Εντούτοις αυτός [ο άνθρωπος], και μόνον αυτός από όλες τις μορφές της Δημιουργίας και ειδικότερα από όλα τα έμβια όντα, εκδηλώνει ευγλωττότερα τη ροή του Πνεύματος μέσα στην Ύλη και έχει, φύσει, τη δυνατότητα, μέσω της ηθικής τελείωσης, δηλαδή της αγνοποίησής του, να εξελιχθεί συνειδησιακά, να περάσει στην αιωνιότητα και, ταυτιζόμενος με τη Ζωή, να ζήσει.

*

'Ολες οι έμβιες μορφές απλώς «υπάρχουν», υφίστανται· μόνον ο άνθρωπος διαθέτει το προνόμιο να έχει συνείδηση της ύπαρξής του, αυτοσυνειδησία, προνόμιο τραγικό όταν πρόκειται για τον ίδιο του τον θάνατο. Έτσι, δεν αρκείται, όπως τα υπόλοιπα έμβια όντα, να «υπάρχει», αλλά αγωνιά για την «ύπαρξή» του και διαλογίζεται, στοχάζεται, φιλοσοφεί, ματαιοπονώντας, γύρω απ' αυτήν.

Η εμπειρική και λογική, αλλά όχι διαισθητική όπως ενδεχομένως για τους άλλους ζώντες οργανισμούς, βεβαιότητα της επερχόμενης, αργά ή γρήγορα, λήξης του βίου του αποτελεί τον πυρήνα της υπαρξιακής του τραγικότητας.

Έτσι κι αλλιώς ο θάνατος δεν υπάρχει ή, ορθότερα, δεν αφορά τον άνθρωπο,
αφού ούτε ο νεκρός αλλά ούτε και ο ζών πεθαίνει.
Επομένως, ο άνθρωπος δεν «πεθαίνει» ποτέ, παρά, μετά την αναχώρησή του
από τούτο τον κόσμο της πλάνης, είτε παραμένει νεκρός,
είτε χωρεί στη Ζωή.**

Φοίβος Πιομπίνος, Περί των μορφών τινά (έκδ. Επτάλοφος, Αθήνα 2022, σσ. 56-57, 60, 67-68, 68-69, 70). -Το αμφιβόλου βεβαιότητος motto εκ του ιδίου (ό.π., σ. 55). Κι η κατακλείδα εκ του ιδίου (ό.π., σ. 69).

Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

ο άνθρωπος και περί αφθαρσίας της ύλης


Είδα κι άλλα πολλά που δε θα ομολογήσω
παρά μονάχα στην έσχατη κρίση.
Εκεί ο βρυγμός των οδόντων,
το καλύτερο θέαμα για τους αργόσχολους.*

[...] ολόκληρο το γήινο περιβάλλον δημιουργήθηκε ως υποδομή προκειμένου να ακουμπήσει πάνω του το Πνεύμα του Θεού υπό την μορφή του Ανθρώπου-Αδάμ· και τούτο προκειμένου να υπηρετηθεί στο Έργο του ο Άνθρωπος, ο οποίος είναι η αρχή όλης της κλίμακας στην υλική ετούτη Δημιουργία και άρα ιερός.

*

Για να γίνει οποιοδήποτε δημιούργημα χρειάζεται η ύπαρξη μιας Ιδέας καθώς και η πρώτη ύλη, με το ένδυμα της οποίας θα εμφανιστεί η Ιδέα αυτή. Εκείνο που προκύπτει στον κόσμο ετούτο είναι η μορφή. [...] Το ανθρώπινο πνεύμα όμως δεν γεννά Ιδέες· ο άνθρωπος δεν εκφαίνει δικές του πρωτότυπες ιδέες, ούτε μπορεί από το μη υπάρχειν, εκ του μηδενός, να δημιουργήσει κάτι, αλλά μόνο να συλλαμβάνει, με πληρέστερο ή ελλειπέστερο τρόπο, προϋπάρχουσες Ιδέες. Το συλληφθέν από τον ανθρώπινο νού είναι τελικά ο απώτερος απόηχός τους.

[...] Κατά συνέπεια, ο άνθρωπος δεν δημιουργεί, αφού δημιούργημα θεωρούμε μόνον ό,τι φέρει τη σφραγίδα της Ζωής, ό,τι είναι στοιχείο Ζωής. Ο άνθρωπος απλώς παράγει, κατασκευάζει παντός είδους προϊόντα ή καλλιτεχνήματα.

*

Τίποτα λοιπόν από ό,τι αφορά την Αρχή Ύλη δεν μπορεί να δημιουργήσει ο άνθρωπος ούτε άλλωστε και να το καταστρέψει, υπό την έννοια ότι δεν μπορεί να αναιρέσει την Ύλη, να την αφανίσει, να την εξαλείψει, αφού η ποσότητά της στον κόσμο είναι σταθερή.

Σύμφωνα με το αξίωμα της αφθαρσίας της Ύλης του Λαβουαζιέ ([...] 1743-1794), πριν και μετά από κάθε χημική μεταβολή, η μάζα των αντιδρώντων σωμάτων μένει αναλλοίωτη. Το αξίωμα τούτο είχε ήδη διατυπωθεί ως φιλοσοφικό αξίωμα από τους αρχαίους έλληνες φιλοσόφους Εμπεδοκλή (περ. 491 - περ. 433 π.Χ.) και Αναξαγόρα (αρχές Ε΄ π.Χ. αι. - 428/427 π.Χ.), και αργότερα από τον Δημόκριτο (470/460 - περ.370 π.Χ.) ως εξής: «Μηδέν εκ του μη όντος γίγνεσθαι μηδέ εις το όν φθείρεσθαι».

Επομένως, η Ύλη δεν εκμηδενίζεται ούτε φθείρεται, μολονότι μπορεί να μεταβάλλει μορφή μέχρι ορισμένου βαθμού.

*

Ο άνθρωπος, δημιούργημα «κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν» του θείου Πατρός, υπερεκτιμώντας τις -δοτές σε αυτόν- δυνατότητές του, ξιππάστηκε και πίστεψε πως θα μπορούσε να Τον μιμηθεί ή ακόμα και να Τον υποκαταστήσει ως δημιουργός.

Ο άνθρωπος όμως είναι «κατά χάριν» θεός, γιατί βρίσκεται ακόμη σε «Πτώση», δηλαδή η συνείδησή του είναι αποκομμένη από το Όλον, άρα και οι αληθινές δημιουργικές του δυνάμεις είναι εγκλωβισμένες στα όρια της περιορισμένης του αντίληψης.

Φοίβος Πιομπίνος, Περί των μορφών τινά (έκδ. Επτάλοφος, Αθήνα 2022, σσ. 82-83, 116, 117, 124, 125).


-----
* Κυριάκος Χαραλαμπίδης, Αμμόχωστος Βασιλεύουσα (έκδ. Άγρα, Αθήνα 1997, σ. 25) στίχοι εκ του ποιήματος με τίτλο «Λέβητας» και όλον τον καημό του!

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2026

το Καλό πάντοτε επικρατεί


Όπως δεν υπάρχουν τελειότερες ή ατελέστερες μορφές από κάποιες άλλες κατά τη γένεσή τους, αφού δεν υπάρχουν καλύτερες ή χειρότερες όψεις του Θείου, κατά την ίδια έννοια δεν υπάρχουν, από ηθικής απόψεως, καλές ή κακές μορφές.

Υπάρχουν απλώς μορφές στις οποίες η πρόσκρουση του εναντιωματικού παράγοντα, του Κακού, έχει συντελεστεί σε υψηλότερο ή χαμηλότερο βαθμό.

Μορφή στην οποία να έχει πλήρως κυριαρχήσει το Κακό δεν υπάρχει, γιατί στην περίπτωση αυτή θα εκμηδενιζόταν η συγκεκριμένη μορφή λόγω του ότι το Κακό είναι καταστρεπτικό και όχι δημιουργικό.

Άρα καμία μορφή δεν είναι δυνατόν ποτέ να καταληφθεί εντελώς από το Κακό. Η δομή της και μόνο, η συγκρότησή της και μόνο ως μορφής μάς υποδηλώνει ότι το Καλό υπερέχει σε αυτήν, αφού το Καλό είναι που συνέχει και συντηρεί το Παν, παρέχει τη Ζωή στο Παν, γεγονός που υποδηλώνει ότι το Καλό πάντοτε επικρατεί.

*

Οι τερατώδεις μορφές μέσα στη Δημιουργία μπορεί βέβαια να μην είναι συνήθεις και να αποτελούν εξαίρεση, δεν παύουν ωστόσο να είναι φυσικές. [...]

Καθώς τα πάντα μες στη Δημιουργία υπόκεινται στην καταναγκαστική, θα λέγαμε αφελώς, δράση των θείων Νόμων, οι οποίοι καθορίζουν το πλαίσιο λειτουργίας ολόκληρης της Φύσης, με συνέπεια να μην μπορεί αυτή να αυθαιρετεί, ούτε η τερατογονία ή τερατογενεσία θα πρέπει να είναι αυθαίρετη· [...]

[...] βλέπουμε ότι η τερατομορφία δεν αναπαράγεται ποτέ, δηλαδή δεν κληροδοτείται από τους γονείς στα τέκνα [...].

[...] Εφόσον, λοιπόν, το τερατώδες κατορθώσει τελικά να επιβιώσει, εφόσον η Ζωή δεν το απορρίψει αλλά το διαιωνίσει, παύει κάποτε, μες στη ροή του χρόνου, να θεωρείται τερατώδες.

*

Προκειμένου δε για τα ορυκτά, αυτά εμφανίζονται μεν υπό καθορισμένη μορφική κατασκευή που οδηγεί σε εμφάνιση κρυστάλλων, πλην όμως δεν παρουσιάζουν συγκεκριμένα μορφικά χαρακτηριστικά παρά μάλλον υλικές ιδιότητες.

Γι' αυτό δεν μπορεί ο άνθρωπος να βρεί σε αυτά κανένα κοινό στοιχείο, κανένα δηλαδή στοιχείο που να προσιδιάζει στη δική του μορφή, ώστε να υπάρξει έστω κι ένα σημείο ταύτισης μαζί τους.

Εκείνο που θαυμάζουμε στην περίπτωσή τους είναι το σχήμα και η δημιουργούμενη μορφή τους, όπου κι αν τη συναντήσουμε, όσο αλλόκοτη κι αν μάς φαίνεται, καθώς και τα εκπληκτικά, πολλές φορές, χρώματά τους.

Άλλωστε, αφού το δομικό στοιχείο των ορυκτών, ο μικροκρύσταλλος, έχει πάντοτε την ίδια συγκεκριμένη μορφή, τα ορυκτά δεν μπορούν να ξεφύγουν από την προτύπωσή τους, και επομένως είναι αδύνατον να χαρακτηριστούν δύσμορφα.

Φοίβος Πιομπίνος, Περί των μορφών τινά (έκδ. Επτάλοφος, Αθήνα 2022, σσ. 38-39, 99, 101, 102, 103).

Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2026

ύλη, μορφές, ιδέες, σύμβολα


Οι μορφές δεν είναι παρά η πολλαπλή διαφοροποίηση, η πολλαπλότητα της Μονάδας, τα προσωπεία που έλαβε ο Θεός στον κόσμο μας.

Κατά συνέπεια, αυτό που ονομάζουμε Ύλη με την τόσο ποικιλότροπη μορφοποίησή της είναι μια συγκεκριμενοποίηση του Πνεύματος, μέσω των μορφών, σε χαμηλότερα και πυκνότερα επίπεδα, η οποία οδηγεί τις αισθήσεις μας σε ψευδαίσθηση ως προς την αληθινή υπόσταση του κόσμου τούτου.

Η εκπόρευση της κάθε Ιδέας που ως ακτίνα διασχίζει τους κόσμους του Παντός, προσκρούοντας στην αντίσταση που τής προβάλλει η Ύλη, διαθλάται έτσι που μοιραία το τελικό αποτέλεσμα που προκύπτει, με άλλα λόγια η μορφή, να μην ανταποκρίνεται επαρκώς στις προδιαγραφές της θείας Ιδέας.

Αυτή η διάθλαση της κάθε ακτίνας της πρωταρχικής Ιδέας είναι άλλωστε που δημιουργεί τέτοια ποικιλία και εναλλαγή φυσικών μορφών μες στην υλική Δημιουργία, ώστε αυτή εντέλει να αποτελεί αμυδρή εικόνα της προτύπωσής της.

Οι ένυλες μορφές, όντας εκφράσεις θείων Ιδεών, αποτελούν σύμβολα αυτών των Ιδεών. [...]

*

Οι άπειρες και αιώνιες θείες Ιδέες που φέρονται από τις μορφές συνιστούν την αντικειμενική Αλήθεια, το όντως Όν, ενώ το σύνολο των μορφών συγκροτεί την εκπεφρασμένη αντικειμενικότητα, δηλαδή την πραγματικότητα ή τον κόσμο του πραγματικού.

Κάθε εμφάνιση του Θείου στον κόσμο της Ύλης επενδύεται μία μορφή. Ως εκ τούτου οι μορφές είναι για τον άνθρωπο η παρουσία του Θείου στον κόσμο της Ύλης, η σφραγίδα του Θείου πάνω στην ύλη, το μέσον γνωριμίας του με Αυτό. Είναι ο τρόπος ομιλίας του Θείου προς αυτόν, η απόληξη της σκέψης Του, τα ίχνη Του που τα αποζητά μέσα στη Δημιουργία αλλά και το «είδωλό» Του, και μάλιστα πολλές φορές αλλοιωμένο. Είναι όψεις με τις οποίες το Θείον εμφανίζεται σε τούτο τον κόσμο, έναν κόσμο με αρχή και τέλος και άρα πεπερασμένο.

Επομένως οι μορφές δεν είναι παρά ένας κόσμος απατηλός, μια φαινάκη, μια ψευδαίσθηση ως προς την αληθινή τους ύπαρξη.

Τα πάντα αποτελούν εκδήλωση της εμφάνισης του Θείου στον κόσμο μας, τα πάντα είναι δηλαδή μια θεοφάνεια, η οποία επιτρέπει σε όποιον Τό αναζητά να Τό βιώσει.

*

Αμορφοποίητη Ύλη δεν υπάρχει. Το άμορφο είναι ανυπόστατο στη Δημιουργία. Η Ύλη κατακλύζεται από μορφές· συνεπώς οι μορφές συναντώνται σε όλα τα πεδία του εκδηλωμένου σύμπαντος. Κάθε μέρος «αμορφοποίητης», ακατέργαστης Ύλης αποτελεί κι αυτή μορφή, αν και ασχηματοποίητη μορφή.

Επομένως, τα δομικά, συστατικά στοιχεία κάθε μορφής, καθώς επίσης και τα διακριτικά γνωρίσματά της, είναι και αυτά επί μέρους μορφές, όπως μορφές της Ύλης είναι και οι διάφορες μορφές ενέργειας.

[...] Κάθε υλική μορφή, καθετί δηλαδή που υφίσταται στον κόσμο μας, πληροί τέσσερις πρωταρχικές «συνθήκες ύπαρξης»: α) ενέργεια, β) μάζα, γ) χώρο και δ) χρόνο. Με άλλα λόγια, κάθε μορφή, για να «υπάρξει», πρέπει: α) να έχει συγκεκριμένο ενεργειακό δυναμικό, β) να διαθέτει μετρήσιμη μάζα, γ) να καταλαμβάνει κάποιο χώρο και δ) να υφίσταται μέσα στον χρόνο, δηλαδή να έχει κάποια χρονική διάρκεια (αρχή, μέση και τέλος).

Φοίβος Πιομπίνος, Περί των μορφών τινά (έκδ. Επτάλοφος, Αθήνα 2022, σσ. 19-20, 21, 24, 26-27).

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2026

τα καλπούτσια


Πένα γοργοφτέρουγη και πένα τεθλιμμένη
Δροσό νερό της Κασταλίας
και βράχοι δυό της Μακρονήσου
Αξίνες -πάλι δυό- εις την πλευρά του στέρνου

Κι αρχινάει μισοφέγγαρο ν' αχνίζει το σκοτάδι *

Τα καλπούτσια ήρθαν πάλι
και σηκώσανε κεφάλι
Είναι οι καλικατζαρέοι
πού 'ναι σκέτοι αρουραίοι

Όλη μέρα τρυπωμένοι
απ' τον ήλιο θαμπωμένοι
και τη νύχτα τριγυρνούν
μέσ' τα σπίτια για να μπούν


Κατεβαίνουν στη φωτιά
για να βρούνε ζεστασιά
κι όταν έρθει το πρωί
φεύγουν πριν ο ήλιος βγεί

Όλα τούτα ώς τα φώτα
γίνονταν
όπως και πρώτα
Ο παπάς με το σταυρό
Τά 'διωχνε απ' το χωριό.


Η ερωτική πράξη είναι αγώνας βραδύτητος
δύο ετεροφυλόφιλων κάθιδρων σωμάτων, που
τερματίζουν στον ίδιο χρόνο.
(«Ομόχρονος έρως»)

Ο έρωτας δεν είναι η αγωνιώδης αναζήτηση τού άλλου μισού,
του αρχικώς ακέραιου ανθρώπου, όπως ισχυρίζεται
στο πλατωνικό Συμπόσιον ο Αριστοφάνης,
αλλά η ασθμαίνουσα πρόσκαιρη ένωση δύο
ετεροφυλόφιλων ανθρώπων, στο απόλυτο Ένα.
(«Το απόλυτο Ένα») **

Βασίλης Αποστολόπουλος, Οι μνήμες ξαναχτίζουν το χωριό μου (αυτοέκδοση, Αγία Παρασκευή 2017, 2021(β΄), σ. 43).

-----
* Το motto στιχάκια της Ασημίνας Λαμπράκου, Λήδα ντ' Αννούντσιο (αυτοέκδοση, Αθήνα 2023, σ. 22). Η κατακλείδα όμως, του Πάνου Δ. Αποστολίδη, Μικρά ερωτικά τη διακρίσει Νάσου Βαγενά, εν Νέα Ευθύνη (τ. 56-57, Ιαν.-Ιούν. 2022, σσ. 188-189).