Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2026

το ποίημα του Εμπεδοκλή


Το ποίημα του Εμπεδοκλή περιέγραφε, σα μιαν εκτεταμένη Εγκυκλοπαιδεία, τον σχηματισμό του δικού μας ζωντανού κόσμου: τις εκλείψεις του ηλίου, τις φάσεις της σελήνης, τις εποχές, τη μετεωρολογία, τον σχηματισμό των κρυστάλλων και των βράχων, που είναι έργο του πυρός, και τη ζωογονία.

Προ πάντων εμελέτησε κατά προτίμηση, ως μαθητής του Αλκμαίωνα, και με αστραπιαίες εκλάμψεις του πνεύματος ανάμεσα από μιαν ομίχλη πλανών, που πολλές ήταν γόνιμες, την ανατομία και τη φυσιολογία του ανθρώπου, τη χημική σύνθεση των οστών, την αναπνοή και την κυκλοφορία του αίματος, τις εκκρίσεις και τους πόρους, τη γένεση των φύλων και την εμβρυολογία, την κατασκευή των αισθητηρίων και ειδικά του οφθαλμού, τη θεωρία των αισθήσεων, την έλξη των ομοίων, την ηδονή και τον πόνο, τέλος τη διανόηση, που την εξηγούσε με το όργανό της, το αίμα: αίμα γαρ ανθρώποις περικάρδιον εστί νόημα, τις πολυποίκιλες σχέσεις του φυσικού και του ηθικού κόσμου – τη μεγαλοφυΐα ακόμα (την καλλιτεχνική, τη ρητορική), καθορισμένη από τα δώρα τα φυσικά, τα όνειρα και την τρέλλα.

[…] Θέλει να μάς κάμει να εννοήσουμε πως η άπειρη ποικιλία του κόσμου μπορεί να παραχθεί από το συγκέρασμα των τεσσάρων μόνο Στοιχείων; Καταφεύγει στην τέχνη των ζωγράφων της εποχής του, ανθρώπων σοφών κι επιδέξιων στο έργο τους (ανέρες αμφί τέχνης από μήτιος ευ δεδαώτες), που για να «ποικίλουν τα αναθήματα», μεταχειρίζονται μια πυξίδα με τέσσερα μόνο χρώματα -άσπρα, μαύρο, κίτρινο και κόκκινο- διαλύουν τεχνικά τα «πολύχρωμα φάρμακα», τ’ ανακατεύουν αρμονικά, τα μεν πλέω, άλλα δ’ ελάσσω, και κατασκευάζουν μ’ αυτά εικόνες όμοιες με κάθε πνεύμα -είδεα πάσιν αλίγκια-, τα δέντρα και τους άντρες και τις γυναίκες και τα θηρία, και τους υδατοθρέμμονας ιχθύς και τους θεούς τους δολιχαίονας, τους τιμήσι φερίστους.

Θέλει να εξηγήσει γιατί η γη παραμένει μετέωρη μέσα στο στροβιλισμό του αέρος και του ελαφρότεροτ πυρός, που την περιστοιχίζει; Θυμάται τους ταχυδακτυλουργούς που περιστρέφουν μικρά δοχεία γεμάτα νερό, χωρίς το νερό να χύνεται.

[…] το έργο της Φιλίας, που αναμιγνύει και συμπυκνώνει τα διαχωρισμένα Στοιχεία, παρομοιάζεται με την αγροτική εικόνα της πιτυάς που πήζει το γάλα -ός δ’ ότ’ οπός γάλα λευκόν, εγόμφησε και έδησε.

Πολλές φορές η ενόραση του καλλιτέχνη υποβάλλει στον σοφό τη γόνιμη διαίσθηση: «Οι τρίχες και τα φύλλα και τα πυκνά φτερά των πουλιών και τα λέπια, είναι ένα και το αυτό» (Ταυτά τρίχες και φύλλα και οιωνών πυκνά πτερά και φλονίδες γίγνονται επί στιβαροίσι μέλεσσιν. Απ. 82). […] Στο βλέμμα του ποιητή της Σικελίας αρχίζει να σχεδιαγράφεται η συγκριτική μορφολογία.

σημ. 29: Ο Αριστοτέλης, στο σύστημα του Εμπεδοκλή αποδίνει επικρατέστερη θέση στη φωτιά. Λέγει ότι τα τέσσερα στοιχεία περιορίζονται σε δύο, γιατί η φωτιά αντιπαρατάσσεται πάντοτε στα άλλα δύο, ενωμένα.

Ρομαίν Ρολλάν, Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος (μτφρ. Τάκης Μπαρλάς, έκδ. Αστρολάβος / Ευθύνη Αθήνα 1989, σσ. 48-49, 50-51, 51, 52, 78, 79).

Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2026

οι τέσσερες πράξεις του δράματος σ’ έναν ρυθμό κυματιστόν


Το ποίημα του Εμπεδοκλή αρχίζει από την περίοδο του Μίσους. Ο Κόσμος έχει απονεκρωθεί· τα Στοιχεία [σημ. 22: «ριζώματα πάντων» (οι ρίζες κάθε ζωής)], ξένα το ένα προς το άλλο, δεν έχουν αναμεταξύ τους καμμιά συναλλαγή, καμμιά επικοινωνία. Κατά συνέπεια, ούτε ίχνος ζωής. […]

Καθένα από τα διαχωρισμένα Στοιχεία σχηματίζει μια μάζα ομοιογενή. Τα μεν αποφεύγουν τα δε. Κι η Αγάπη, αποκηρυγμένη, σχηματίζει την εξωτερική ζώνη του Χάους και το πολιορκεί.

Αλλά να, που με το πέρασμα του καιρού κάποια ρωγμή σχηματίζεται στο κλεισμένο δοχείο του κόσμου, γεμάτο από το Μίσος. Στάζει απ’ έξω και διαρρέει βραδύτατα. Αλλ’ όσο η στάθμη του κατεβαίνει «τόσο εισρέει ολοένα ορμητικά το καθάριο κύμα του αθάνατου Έρωτα». Στο πέρασμά του, τα διαχωρισμένα Στοιχεία συμπλησιάζουν και σμίγουνε.

Ένα αυλάκι ζωής ανοίγει κάτω απ’ το υνί. Η αμοιβαία πίεση των δυό αντιπάλων Δυνάμεων μεταδίνει στο αδρανές χάος τον στροβιλισμό της κινήσεως. Στην αρχή, ο Έρωτας διευθύνεται κατ’ ευθείαν στο κέντρο του κόσμου, απ’ όπου το Μίσος αποσύρεται· κι από τον αρχικό αυτό πυρήνα, πρώτη εστίαν ενότητος, ανακτά λίγο-λίγο, βήμα προς βήμα, όλη την άλλη του επικράτεια. Μεταξύ των δυό κοσμικών δυνάμεων αρχίζει μια πάλη γιγαντιαία.

Οι αντίπαλοι πότε συσφίγγονται και πότε αποχωρίζονται, για να πάρουν αναπνοή. Ο κόσμος που σχηματίζεται έτσι, μέσα στη σύρραξη, συμμερίζεται τα ελαττώματά της· τα πρώτα δημιουργήματα διατηρούν για πολύ τη διπλή σφραγίδα της λύσσας των παλαιστών που συμπλέκονται. […] το Μίσος παραμένει ακόμα κυρίαρχο, αναπηδούν στην αρχή τερατώδη σχεδιαγράμματα ζωής […].

Τ’ απροσάρμοστα αυτά τέρατα που, βροντομαχώντας, ανοίγουν ψηλαφητά νέους δρόμους μέσα στη ζωή, εξαφανίζονται. Νέα σχήματα τα διαδέχονται, ανεξάντλητα· η Αρμονία, νικήτρια, απλώνεται στον κόσμο και τα παρασκευάζει· κι αιφνίδια αναπαράγονται οργανισμού καμωμένοι για να ζήσουν και να διατηρηθούν. […]

Και τώρα το Μίσος έχει φύγει στα ακρότατα όρια του κύκλου. Η νίκη είναι πλήρης. Ο Έρωτας βασιλεύει. Είναι ο θεϊκός «Σφαίρος», ο κόσμος τέλειος. […]

Γεμίζει το σύμπαν, που στα σύνορά του απωθημένο το Μίσος, συμμαζεύει μάταια τις κομμένες κλωστές από το αραχνένιο του υφάδι.

Τίποτε όμως δεν είναι τόσο αιώνιο σαν τον αιώνιο Νόμο, τον αδυσώπητο, που κάνει να γυρίζει η ρόδα του κόσμου. Έπειτα από ένα όνειρο, δέκα φορές χιλιόχρονο, ολυμπιακής χαράς, όπου οι πνοές της ζωής φαίνονται μετεωρισμένες, κι έχει πάψει ν’ ακούεται το εκκρεμές του χρόνου, η σιωπηλή βελόνα συνεχίζει το δρόμο της […].

Η τέταρτη περίοδος του κόσμου αρχίζει: η περίοδος της κατακτήσεως του κόσμου από το Μίσος. Έχει για μάς μια μελαγχολική γοητεία. Είναι η περίοδος που ζούμε.

*

[…] Την περιγράφει δυό φορές, στα δυό του ποιήματα
– εξωτερικά, με την αδιάφορη γαλήνη του σοφού που εποπτεύει θεωρητικά τη ζωή
- εσωτερικά, με τη φρίσσουσα συγκίνηση της καρδιάς που νοιώθει να συμπαρασύρεται από τον αδυσώπητο νόμο.

Ρομαίν Ρολλάν, Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος (μτφρ. Τάκης Μπαρλάς, έκδ. Αστρολάβος / Ευθύνη Αθήνα 1989, σσ. 42-43, 76, 43, 43-44, 45, 46, 47).

Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2026

ο τραγικός κύκλος του κόσμου


[…] το υπερφυσικό συμπόσιο της Ιωνίας προεδρεύεται από την ωραία θεότητα της Χάρης και της Αρμονίας (Χάρις, Φιλότης, Αρμονία)· κι ολόγυρα, ίδιο ουράνιο τόξο, όλες οι ποικιλόχρωμες δυνάμεις της Φύσεως, όλες οι ψυχές, όλοι οι «δαίμονες», ίσαμε χθες εχθρικοί μεταξύ τους, ενώνονται τώρα για να φωτοστεφανώσουν την ωραία θεά «συνυφαίνοντας με τις αντιθέσεις των την ωραιότερην αρμονία» -«εκ των διαφερόντων καλλίστην αρμονίην», όπως λέγει ο Ηράκλειτος.

*

Δύο Ποιήματα. Οι δύο όψεις της ίδιας τραγωδίας. […] Τα πρόσωπα του δράματος: τα Στοιχεία της φύσεως, και οι κοσμικές Δυνάμεις.
Τέσσερα Στοιχεία: ο Αϊδωνεύς (η Γη), η Νήστις (το Νερό, η Ήρα (ο Αέρας), ο Ζευς (η Φωτιά).
Δυό Δυνάμεις: η Αγάπη (Φιλία, Φιλότης, Χάρις, Αρμονία) και το Μίσος (Κότος, Νείκος, Έρις).

- Όλα εξ ίσου συνειδητά, όπως και η ουσία ολόκληρη. Όλα, πρωταρχικές μορφές ξεχωριστών και γιγαντιαίων προσωπικοτήτων. Τιτάνες, πνεύματα (δαίμονες), αθάνατοι θεοί (θεοί δολιχαίονες).
- Το σύνολό τους, που οι συνδυασμοί του κι οι αριθμητικές αναλογίες του ποικίλουν στο άπειρο, συναπαρτίζει το «θείον ζώον», τον κόσμο, που αποτελούν τα φρίσσοντα μέλη του […].

Το δράμα:
Ο εξοντωτικός αγώνας των δύο Δυνάμεων που εξεγείρουν, αποσυνθέτουν, διαλύουνε τα Στοιχεία. Ο σκοτεινός νόμος που κυβερνάει τους γίγαντες αυτούς· και η διαμαρτυρία της παγκόσμιας ψυχής εναντίον της αδυσώπητης Ανάγκης, που την αποστρέφεται και την υφίσταται· η αιώνια προσμονή της για μιαν υπέρτατη λύτρωση· η αιώνια λαχτάρα της για την Αγάπη και την Ειρήνη. […].

*

«Είναι κάποιος χρησμός της Ειμαρμένης, πανάρχαιο και αιώνιο ψήφισμα των θεών, σφραγισμένο με μεγάλους όρκους, αν κάποια ψυχή, που τής έλαχεν ο κλήρος της ζωής, αμαρτήσει και μιανθεί με φονικό αίμα ή γίνει επίορκη, να περιπλανιέται για δέκα χιλιάδες χρόνια μακρυά απ’ τους Μακαρίους, και να ξαναγεννιέται μέσα στο χρόνο παίρνοντας όλες τις θνητές μορφές και αλλάζοντας όλους τους πολυστέναχτους δρόμους της ζήσης.

Γι’ αυτό η δύναμη του Αιθέρα τη βυθίζει μέσα στη θάλασσα, η θάλασσα την ξερνάει απάνω στη Γη, η Γη τη ρίχνει μέσα στις φλόγες του πύρινου Ήλιου, που την ξανατινάζει μέσα στην άβυσσο του Αιθέρα· ο ένας την παίρνει από τον άλλο κι όλοι την αποδιώχνουν με βδελυγμία.

Μια τέτοια ψυχή είμαι τώρα κι εγώ, εξόριστος από τους θεούς και πλάνητας, γιατί παρασύρθηκα από το μαινόμενο Μίσος...». [σημ. 18: Το θαυμάσιο αυτό απόσπασμα, με τους παθητικούς τόνους, αναφέρεται συχνά από τους αρχαίους συγγραφείς. Το βρίσκουμε ολόκληρο, πλατειά σχολιασμένο στον Πλούταρχο].

Και να οι τέσσερες πράξεις, με τις οποίες, σαν ένα κυκλοτερό κύμα, από τη μια στην άλλη θάλασσα, ο τραγικός κύκλος του κόσμου κυλάει παντοτεινά.

[…] ένας ρυθμός κυματιστός ισορροπεί αναμεταξύ τους τη διάρκεια των τεσσάρων περιόδων και τις αντιπαρατάσσει κατά ζεύγη.
- Δυό περίοδοι πληθώρας: η βασιλεία του Μίσους, και η κυριαρχία της Αγάπης.
Και δυό μεταβατικές: από το Μίσος στην Αγάπη, κι από την Αγάπη στο Μίσος -που αποτελούν μια διπλή Γένεση. […]

Ρομαίν Ρολλάν, Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος (μτφρ. Τάκης Μπαρλάς, έκδ. Αστρολάβος / Ευθύνη Αθήνα 1989, σσ. 69, 41, 42-43).

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2026

δυό όψεις της ίδιας τραγωδίας


τα ορφικά μυστήρια γιορτάζανε την ονειρευτήν αυτή επικοινωνία,
το Μυστικό Δείπνο των ψυχών του σύμπαντος απολυτρωμένου.*

Δυό ποιήματα. Οι δυό όψεις της ίδιας τραγωδίας. Το ένα – το Περί Φύσεως: το φτερούγισμα του πνεύματος που ολογυρνά αποπάνω, που δεσπόζει το δράμα και το κατοπτεύει από ψηλά.

Το άλλο – οι Καθαρμοί: η ανάταση της ψυχής που παλεύει κι απολυτρώνεται.

*

Η ψυχή! Τί παράξενο μυστήριο, αλήθεια, στη θεωρία του Εμπεδοκλή. Καθώς παρατηρεί ο Μπινιόνε, η ψυχή δεν παρουσιάζεται παρά μια μόνη φορά στα δυό ποιήματά του, με το ομηρικό νόημα «ζωή».

Η ζωϊκή αυτή και συνειδητή ψυχή, είναι μια ψυχή φυσική, που όργανό της είναι το αίμα, κι οπού πεθαίνει συγχρόνως μ’ αυτό, ή καλλίτερα μετασχηματίζεται, γιατί:

«Δεν υπάρχει ούτε γέννηση ούτε θάνατος κανενός όντος θνητού, αλλά μόνο ανάμιξη και διαχωρισμός των αναμιγμένων· κι αυτό οι άνθρωποι το ονόμασαν γέννηση». ([…] μόνον μίξις τε διάλλαξίς τε μιγέντων / εστί, φύσις δ’ επί τοις ονομάζεται ανθρώποισιν […] Απ. 8).

Κι αλλού: «Όταν τα Στοιχεία σμίγουνε κι ανεβαίνουνε στο φώς του αιθέρα σε σχήματα ανθρώπων ή δέντρων ή πουλιών, αυτό το λένε γέννηση· κι όταν πάλι αποχωρίζονται, αυτό το καλούνε ανάρμοστα κακορίζικο θάνατο· μονάχα για ν’ ακολουθήσω τη συνήθεια, μεταχειρίζομαι κι εγώ τους όρους αυτούς». […] Απ. 9.

*

Αλλά υπάρχει για τον Εμπεδοκλή, καθώς για όλους τους μεγάλους διανοητές κι οραματιστές του καιρού του, προ πάντων για τους Πυθαγορείους, μια άλλη ψυχή υπερφυσική, μυστική, που την καλεί «δαίμονα».

Είναι ξεχωριστή από την απλή συνείδηση των αισθήσεων και του νού, που αποτελεί ένα παγκόσμιο χαρακτηριστικό της ουσίας και μετασχηματίζεται στο άπειρο.

Οι δαίμονες, οι μυστικές ψυχές, επιζούν πέρα από τον θάνατο· κι ο θάνατος είναι γι’ αυτές μια μεταμόρφωση· τότε ενώνεται με την «ιεράν φρένα», το άγιον Πνεύμα που γεμίζει το σύμπαν
 -με την Αγάπη που αγωνίζεται, μ’ αυτές και διά μέσου αυτών, να πραγματοποιήσει την πανευτυχισμένη ενότητα του «Σφαίρου»- τον «ευδαίμονα θεόν», όπως τον καλεί ο Αριστοτέλης.

*

[…] Οφείλουμε όλοι να αγωνισθούμε για ν’ απολυτρωθούμε από το Μίσος -ρύσον ημάς από του πονηρού- και να κατακτήσουμε την ειρήνη. Γιατί η θεία ενότητα δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά μόνον απ’ όλους.

Γι’ αυτό ο Εμπεδοκλής αναρριπίζει επίμονα ό,τι μπορεί ν’ ανάψει μέσα στις καρδιές το πάθος της Αγάπης -από τις μορφές τις πιο στοιχειώδεις, τον ερωτικό Πόθο της σαρκικής ενώσεως δύο όντων σε ένα- ως το ιδανικό όραμα της παγκόσμιας αδελφότητας και του βασιλείου της Ουρανικής Αφροδίτης.

[…] Στην αδελφότητα αυτή όλα τα όντα έχουνε δικαιώματα, γιατί για τον Εμπεδοκλή κανένα ζώο δε στερείται λογικού. Τα φυτά ακόμα «έχουν επιθυμίες, αισθάνονται, χαίρουν και πονούν». Γι’ αυτό απεχθάνεται κάθε προσβολή της ζωής. Καταδικάζει τον πόλεμο, όσο και τις αιματηρές θυσίες, το παγκόσμιο αυτό μακελειό.

[…] Στη λατρεία που ονειρεύεται της ιδανικής Κύπριδος «οι βωμοί δε μιαίνονται με αίμα… κι οι άνθρωποι θεωρούν ανόσιο ν’ αποσπάσουν από το σώμα την ψυχή και να καταβροχθίσουν τα μέλη του» […] Απ. 129.

Εγκωμιάζει, σύμφωνα με τους θεσμούς των Πυθαγορείων, τις αθώες θυσίες με «ζώα γραπτά», (Εικόνες [αγάλματα] ζώων) με άκρατη σμύρνα, με μοσκολίβανο, με τους καρπούς της γής και το ξανθό μέλι.

*

Είναι φυτοφάγος, ή τουλάχιστον έγινε αργότερα, κι είναι μετανοημένος που μίανε με αίμα το στόμα του.

Στους μυημένους φαίνεται πως δίδασκε την εγκράτεια των σαρκικών ηδονών. Η ηθική του, ηθική απόλυτης «αυταπαρνήσεως» απ’ αγάπη, είναι το πέρασμα από τον ανατολικόν ασκητισμό στο χριστιανισμό.

Κι όπως στις δυό απολυτρωτικές θρησκείες, που αναπήδησαν από τις απέραντες καρδιές του Βούδα και του Ιησού, η πίστη του Εμπεδοκλή γκρεμίζει τα τείχη της Πολιτείας, εξαλείφει τις θρησκείες τις εθνικές, κι αγκαλιάζει την οικουμένη σε μιαν αδελφότητα δοκιμασίας κι αγάπης.

Ρομαίν Ρολλάν, Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος (μτφρ. Τάκης Μπαρλάς, έκδ. Αστρολάβος / Ευθύνη Αθήνα 1989, σσ. 41, 64-65, 66, 66-67, 67, 68, 68-69). -Το motto εκ του ιδίου (ό.π., σ. 69).

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2026

να επικοινωνήσει πραγματικά και σαρκικά με κάθε τι που ζεί και πονεί και πεθαίνει...


Αλλ’ ο Εμπεδοκλής δεν είναι μονάχα ένας επιστήμονας κι ένας σοφός, είναι κι ένας απόστολος. Πιστεύει στην αποστολή του. Και δεν την εγκαταλείπει ποτέ. Ανοίγει τα χέρια του σ’ όλους· στον πολυαγαπημένο του μαθητή, καθώς και στον ταπεινόν όχλο.

«Όταν μπαίνω στις θαλερές πολιτείες, άντρες και γυναίκες με δοξάζουνε και μ’ ακολουθάνε αμέτρητοι, ρωτώντας με με δίψα για τον δρόμο που φέρνει στη σωτηρία· άλλοι ζητάνε χρησμούς· κι άλλοι, καρφωμένοι από καιρό στον αβάσταχτο πόνο, λιτανεύουν το λόγο που θεραπεύει τους άρρωστους» ([…] αν ίκωμαι ες άστεα τηλεθόωντα / ανδράσι ηδέ γυναιξί σεβίζομαι [...] Απ. 112).

*

[…] περιγράφει με αυταρέσκεια την θριαμβευτική είσοδό του σε κάποια πόλη, τις ομόθυμες αυτές τιμές, για τις οποίες κρίνει τον εαυτό του άξιο, και την ενθουσιαστική υποδοχή των μαθητών του, που τον εξυψώνει στην ίδια του συνείδηση, και τού δίνει την εντύπωση ότι δεν είναι πια θνητός, αλλά θεός -χαίρετ’ εγώ δ’ ύμμιν θεός άμβροτος, ουκέτι θνητός («Χαίρετε! Δεν είμαι πια θνητός, αλλά θεός αθάνατος» Απ. 112).

*

[…] πιστεύει, όπως ο Πυθαγόρας και οι Ινδοί, στην μετεμψύχωση, στη μεταμόρφωση της ψυχής, διά μέσου των αιώνων, από ένα είδος σε άλλο, από τη μια ζωή σε μιαν άλλη ζωή, χωρίς να συναποκομίζει μαζί της παρά τις αρετές της και τα ελαττώματα,

εξαγοράζοντας τη σωτηρία της με δοκιμασίες χιλιόχρονες, κι υποχρεωμένη, στο δρόμο αυτό του σταυρού, τον ατερμάτιστο, να επικοινωνήσει πραγματικά και σαρκικά με κάθε τι που ζεί και πονεί και πεθαίνει μέσα στο Σύμπαν.

Ήδη γάρ ποτε γενόμην κούρος τε κόρη τε, θάμνος τ’ οιωνός τε και είν’ αλλί έλλοπος ιχθύς. «Υπήρξα κιόλας κάποτε και κορίτσι κι αγόρι και δέντρο και πουλί και άφωνο ψάρι στη θάλασσα» Απ. 117).

*

[…] δεν ανοίγει μονάχα στους ανθρώπους τη βασιλεία των ουρανών, αλλά προσπαθεί συγχρόνως να τούς κάμει πιο κατοικήσιμη τη βασιλεία της γής. Καταστέλλει τον λιμό· καθαρίζει από τα έλη την περιφέρεια του Σελινούντος· προστατεύει τον Ακράγαντα από τους ανέμους· […]

Το στοργικό πνεύμα του Εμπεδοκλή είναι καταδεχτικό προς τους αδυνάτους. Όπως ο Πυθαγόρας κι ο Ιησούς, δεν αποκλείει τις γυναίκες από την πολιτεία του, κι είναι μαθήτριές του. […]

[…] έχουν παρατηρήσει ότι κι ο Θεός του Εμπεδοκλή -εκείνος που σώζει τον κόσμο- είναι μια γυναίκα. Παντού αντικαθιστά τον Έρωτα των Ορφικών με μια γυναικεία προσωποποίηση: Φιλία, Φιλότης, Αρμονία, Χάρις, Αφροδίτη, Κύπρις.

*

Για το μεγάλο πλήθος των «πολυδάκρυτων» (ανδρών τε πολυκλαύτων τε γυναικών Απ. 62) ανθρώπων, και για να σώσει το πλήθος αυτό, έγραψε το ποίημά του «Καθαρμοί».

Ο επιστήμονας, ο μύστης, που στο «Περί Φύσεως» αποκαλύπτει τα μυστικά του σ’ ένα μονάχα μαθητή, απευθύνεται τώρα, από το υψηλότερο βήμα του ελληνικού κόσμου, από την Ολυμπία, όπου το ποίημά του τραγουδήθηκε από τον ραψωδό Κλεομένη, σ’ όλη την ανθρωπότητα.

Ρομαίν Ρολλάν, Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος (μτφρ. Τάκης Μπαρλάς, έκδ. Αστρολάβος / Ευθύνη Αθήνα 1989, σσ. 62, 60, 60-61, 63, 64).

Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2026

κατά το ήμισυ θρυλικός


Ο ήλιος της Ελλάδας πλησίαζε στο ζενίθ, όταν ήταν παιδί. Η νεανική καρδιά του λαχτάρισε με τις ενδοξότερες συγκινήσεις της ελληνικής πατρίδας. Ήταν δώδεκα χρονών όταν νίκησε την Ασία στη Σαλαμίνα και την Αφρική στην Ιμέρα (480) –η παράδοση, που αναφέρει ο Ηρόδοτος, θέλει να πιστεύει ότι συντελέσθηκαν κι οι δυό την ίδιαν ημέρα-, κι η απήχηση των επικών αυτών αγώνων χύθηκε αργότερα σ’ ένα από τα ποιήματά του αφιερωμένο στην εκστρατεία του Ξέρξη.

Η μια από τις δυό δίδυμες νίκες, εκείνη της Ιμέρας, είχε θριαμβευτή της τον ηγεμόνα του Ακράγαντος, τον σοφό τύραννο Θήρωνα, και γέμισε την πολιτεία με λάφυρα και με σκλάβους.

Η νεότητα του Εμπεδοκλή, καταγομένου από λαμπροτάτη γενηά, άνθισε στις μεγαλειώδεις ώρες που η πόλη του, γιομάτη από πλούτη και φδόξα, μεθυσμένη από ηδονή, «φίλη της αίγλης» -φιλάγλαος Ακράγας- καταχτούσε την ελευθερία και σφυροκοπούσε, με τα χέρια μυριάδων σκλάβων από την Καρχηδόνα, τη διακοσμητική των ναών της, κι ο Πίνδαρος την τραγουδούσε ως «την ομορφότερη από τις πολιτείες των ανθρώπων» -βροτεάν πολίων καλλίστην (Πύθια, ΧΙΙ).

*

[…] είναι σα μιαν αψίδα μαγική που ενώνει την Ανατολή με τη Δύση, και το παρόν με το παρελθόν. Αγγίζει όλους τους κόσμους και μετέχει σ’ αυτούς: Είναι κατά το ήμισυ θρυλικός· η σκέψη του έχει τις ρίζες της μεσ’ στα όνειρα της Ασίας, στις κοσμογονίες του Ιράν, στο μαζδεϊσμό και τη λατρεία του Μίθρα· συγγενεύει με τον ορφισμό της Μεγάλης Ελλάδας, το χειμωνιάτικο αυτό έαρ (έαρ Φεβρουαρίου) του χριστιανισμού, που αγνοείται ακόμα· έχει την ηχώ του ώς μέσα στις Ινδίες […].

Κι είναι συγχρόνως ισορροπημένος καλά πάνω στο έδαφος της επιστήμης· είν’ ένας πρόδρομος του ατομισμού του Επίκουρου, ανοίγει το δρόμο στη σύγχρονη βιολογία· θέτει τα πρώτα αξιώματα του δαρβινικού μεταμορφισμού […]. Σ’ αυτόν συναπαντιούνται τα δυόμεγάλα ρεύματα της επιστήμης του καιρού του: η Πειραματική επιστήμη, που την εγκαινίασε ο γιατρός Αλκμαίων ο Κροτονιάτης,αι η μυστικιστική επιστήμη του Πυθαγόρα, που την εδοξολόγησε κατανυχτικά στο ποίημά του «Καθαρμοί». (Εμπεδ., Απ. 129).

*

Οι βιογράφοι του μάς θυμίζουνε, αλληλοδιαδόχως, με τις διάφορες απόψεις της πολύμορφης μεγαλυφυΐας του, τον Πλάτωνα του Τιμαίου, τον Λουκρήτιο, τον Ιταλό σκαπανέα της νέας επιστήμης του Βάκωνα και του Γαλιλαίου, τα μυστικιστικά φτερουγίσματα της επιστήμης του Νεύτωνα, τον Λεονάρδο, τον Γκαίτε, τον Σλέγκελ, τον Νοβάλις, προ πάντων τον Σοπενχάουερ, που ο τελευταίος και τελειότερος ιστορικός του Εμπεδοκλή, ο Έκτωρ Μπινιόνε, φέρνει περιέργως στο φώς τις γραμμές της πνευματικής του συγγένειας με τον σικελό διανοητή, δείχνοντας το παράλληλο της φιλοσοφικής των θέσεως στην ιστορία του πνεύματος. […]

*

Είναι άνθρωπος πίστεως και θέτει το ποίημά του Περί φύσεως κάτω από την αιγίδα της Ευσέβειας (Εμπεδ., Απ. 4). Είναι θαυματουργός και κάνει μαγικούς εξορκισμούς· διηγούνται ότι ανέσταινε τους νεκρούς κι ότι, όπως ο Πρόσπερος, μπορούσε να επιβάλλεται στα στοιχεία. Αλλ’ είναι συνάμα γιατρός και μηχανικός, προσεχτικός παρατηρητής της πραγματικότητας, σε τρόπο που να την κυριαρχεί, ένας από τους πρώτους πού ‘καναν χρήση του επιστημονικού πειραματισμού.

Είναι ρήτορας ισχυρός και λαοπρόβλητος: ο Αριστοτέλης τον θεωρεί ως τον εισηγητή της σικελικής ρητορικής, που ο Γοργίας μετέφερε στην Αθήνα. Τέλος μετέχει δραστικά στους αγώνες της πολιτείας, και μ’ ένα πνεύμα εντελώς νεωτεριστικό, αποφασιστικά δημοκρατικό […].

*

Ο Εμπεδοκλής έλεγε για τους συμπολίτες του: «Είναι ακόρεστοι για χαρά σαν να επρόκειτο να πεθάνουν αύριο και χτίζουνε τα μέγαρά τους σαν να επρόκειτο να ζήσουν αιώνια».

Ο ίδιος συμμεριζότανε τη μανία τους για την επιδειχτική χλιδή και την πολυτέλεια· έβγαινε στους δρόμους του Ακράγαντος, δορυφορούμενος από νεαρούς δούλους, με χρυσό ανάδεμα στην κόμη του, στεφανωμένος με δάφνη, φορώντας μπρούτζινα σανδάλια, με ύφος ατάραχο κι ηγεμονικό.

Εβδομήντα χρόνια μετά τον θρίαμβό του στην Ιμέρα,
ο Ακράγας καταστρεφόταν από την Καρχηδόνα, με τη σειρά της νικήτρια.*

Ρομαίν Ρολλάν, Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος (μτφρ. Τάκης Μπαρλάς, έκδ. Αστρολάβος / Ευθύνη Αθήνα 1989, σσ. 34-35, 31, 31-32, 32-33, 36). Κι η κατακλείδα εκ του ιδίου (ό.π., σ. 37).

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2026

να ενώσουν και να εναρμονίσουν όλες τις δυνάμεις της ψυχής


[…] τα μεγαλειώδη εκείνα πνεύματα, οι ημίθεοι αυτοί της σκέψεως, όπου αντιφεγγίστηκε το νόημα των εθνικών αυτών δραμάτων, ο ρυθμός των λαοκυμάτων αυτών που αλληλοσυγκρούονται, αλληλοθραύονται, και χύνονται τέλος μέσα στον ωκεανό της ζωής: - ο Ηράκλειτος της Εφέσου, ο Παρμενίδης ο Ελεάτης, ο Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος, ο Δημόκριτος ο Αβδηρίτης.

Επραγματοποίησαν το ιδανικό που ονειρευόμαστε: να ενώσουν και να εναρμονίσουν όλες τις δυνάμεις της ψυχής, τον ορθολογισμό και την πίστη, τη διπλή παρατήρηση των αισθήσεων και του εσωτερικού οφθαλμού.

Τον ίδιο καιρό που οι σκλάβοι και τα λάφυρα των νικημένων γέμιζαν τις πολιτείες των, αυτοί επλούτιζαν τη σκέψη τους μέσα στους θησαυρούς των αιώνων της Αιγύπτου με τις αλαργινές ανταύγειες, και της μυστηριώδους Ανατολής.

*

Υπήρξαν συγχρόνως ποιητές, μηχανικοί, γιατροί, επιστήμονες, άγιοι θεόπνευστοι και απόστολοι· κι η ενέργεια της ψυχής τους, σαν μια υπόγεια φωτιά, άνοιξε πυραχτωμένο δρόμο μέσα στην πράξη.

Ο Θαλής ήτανε μηχανικός, ο Μέλισσος ναύαρχος, ο Αναξίμανδρος κυβερνάει μιαν αποικία, ο Πυθαγόρας αναδιοργανώνει την κοινωνία, ο Ζήνων χτυπάει την τυραννία που τον έκανε μάρτυρα. Ο Εμπεδοκλής συνεργάζεται στην κατάρριψη των Βαστιλλών της εποχής του.

Δεν είναι γι’ αυτούς αρκετό να ατενίζουν μέσα στα μάτια τη Σφίγγα, την πιάνουν απ’ το λαιμό· θέλουν να λύσουνε πραχτικά τα προβλήματα της ζωής πού ‘χουνε αναφανεί στο στοχασμό τους. Γιατί γι’ αυτούς τον παν κρατιέται στην ταυτότητα: διανόηση = πράξη.

*

Απ’ τον Θαλή ώς τον Εμπεδοκλή, οι ήρωες της ελληνικής διανοήσεως επιδοθήκανε ακάματα στην κατάχτηση του άγνωστου Θεού, του απόκρυφου Αξιώματος που κυβερνάει την ψυχή και τους κόσμους.

Πρώτος ο Αναξίμανδρος, στοχαστής, μελετώντας ανάμεσα στον ορυμαγδό των πτώσεων της Νινευΐ, των Σάρδεων, του βασιλείου του Κροίσου και των πρώτων συνταραγμών που σάλευαν συθέμελα τις πολιτείες της Ελλάδας και της Μεγάλης Ελλάδας, γίνεται ο κήρυκας της Δικαιοσύνης, που σα μια Νέμεση μυστική και αλύγιστη κάνει να επιστρέφουν αιωνίως μέσα στο Άπειρο τα όντα και τα πράγματα που, αποσπώμενα απ’ αυτό, διαπράξανε την αδικία […].

*

Περισσότερο ανυπόταχτος από τον Αναξίμανδρο και μεθυσμένος από ηρωισμό, ο μοναστής της Εφέσου, προφήτης από φυλή ιεροκρατική και βασιλική, ο Ηράκλειτος, αρνείται τον εμηδενισμό μεσ’ στο Άπειρο. Γι’ αυτόν η Δικαιοσύνη είναι η σύγκρουση των αντιθέσεων, η πάλη· είναι ο αιώνιος πόλεμος με τον αιώνιο πόνο του, απ’ όπου ανθίζει το μεγαλείο της ηθικής.

*

Ανάμεσα στη μεγαλειώδη αυταπάρνηση του Αναξίμανδρου που χάνεται μεσ’ στο Άπειρο και την τραγική φαιδρότητα του Ηρακλείτου που βυθίζεται στην αιώνια σύρραξη, ο Εμπεδοκλής αφήνει ν’ ακουστεί το τραγούδι του γεμάτο ελπίδα κι ειρήνη, η όλο αίγλη συμφωνία της παγκόσμιας Ζωής, που οι σκληρές παραφωνίες της λύνονται περιοδικά σε αρμονίες φωτός. […] είναι ο πιο ανθρώπινος και οι τόνοι του έγιναν πια ολοκληρωτικά σύγχρονοί μας. Τον έχει άλλωστε σχετικά σεβαστεί το πέρασμα των αιώνων. Από πέντε χιλιάδες περίπου στίχους που περιείχαν τα δυο μεγάλα φιλοσοφικά του ποιήματα, μάς μένουν τετρακόσιοι πενήντα. Πολλοί όμως, συγκριτικά με τους άλλους Προσωκρατικούς. Ας μην περιφρονούμε τ’ αποσπάσματα· έχουν το μυστηριώδες θέλγητρο των ωραίων σπασμένων μαρμάρων.

Ρομαίν Ρολλάν, Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος (μτφρ. Τάκης Μπαρλάς, έκδ. Αστρολάβος / Ευθύνη Αθήνα 1989, σσ. 26, 26-27, 27, 28, 28, 30-31).

Παρασκευή 28 Αυγούστου 2026

αν έμενε υπόλοιπον τον τρίτον χρόνο


ΓΕΝΕΣΙΣ

Εν αρχή ήταν η αρχή
βγαίνοντας διστακτικά μεσ’ απ’ το τίποτα
από ένα στρώμα σκοταδιού παχύ

με κηλίδες κόκκινες εδώ κι εκεί
όπως τα τοπία του Οιδίποδα.

Κι έπειτα η Σφίγγα με φτερά
αδαμαντοκόλλητα
-πριν ακόμα τρέξουν τα νερά-
καταστρώνοντας νοερά
όλα τα υπόλοιπα
.

του Νάσου Βαγενά

*

ΣΑΝ ΟΡΦΑΝΟ

Τα κουμπιά τα φιλντισένια
τις βεντάλιες και τα χτένια
στον Τσεσμέ τ’ αφήσαν όλα,
πάνω στην παλιά κασέλα.

Κι ένα φεγγάρι ολόιδιο
σε όλη τη Μεσόγειο
κι ένα φεγγάρι ολόγιομο
στη Σμύρνη και την Πέργαμο,
σαν ορφανό.

Τη ροδιά και το καΐκι
τά ‘δεσαν κοντά στο σπίτι,
να τα πάρει το φεγγάρι,
να τα βγάλει στο Πλωμάρι
.

του Γκανά

*

«Οι όροι των εκδόσεων ήταν απλοί», αναφέρει ο Δροσίνης (ΣΦΖ, Άπαντα, τομ. Ζ΄, ό.π. (σημ. 16), σελ. 152): «Θα τυπώνουνταν πεντακόσια αντίτυπα και θα τα φύλατταν στα Καταστήματα Κορομηλά. Στον συγγραφέα έδιναν εκατό να τα κάνη ό,τι θέλει. Τα άλλα θα τα πουλούσαν τα Καταστήματα και θα τα πίστωναν. Έτσι αυτά σιγά θα ξεπληρώνουνταν τα έξοδα του τύπου και του χαρτιού, κι ό,τι κέρδος άφηναν θα τού το μετρούσαν. Αν έμενε υπόλοιπον τον τρίτον χρόνο, θα επιβάρυνε τον συγγραφέα. Άμα το εξωφλούσε, μπορούσε να παραλάβη κι όσα βιβλία του δεν θα είχαν πουληθή».

Γιάννης Παπακώστας, Δημήτριος Βικέλας - Σαιντ Ιλαίρ – Άντονι Ρουβιό – Εμίλ Λεγκράν. Το βιβλίο ως μέσο διαπολιτισμικής επικοινωνίας (έκδ. Σύλλογος προς διάδοσιν ωφελίμων βιβλίων, Αθήνα 2022, σσ. 391, 393, 265, σημ. 231).

Δευτέρα 24 Αυγούστου 2026

να τον προσλάβει ως μαθητή έναντι αμοιβής


Ο Αμβρόσιος Διδότος (1790-1876), γόνος της γνωστής οικογένειας των Διδότων, […] υπήρξε ελληνιστής και θερμός φιλέλληνας, ο οποίος στα νεανικά του χρόνια, με γραπτή παρέμβαση του πατρός του Φιρμίνου Διδότου πρότεινε στον Αδαμάντιο Κοραή να τον προσλάβει ως μαθητή έναντι αμοιβής.

Την απάντηση του Κοραή ενδεικτική και του ήθους του ανδρός, ο Σαιντ Ιλαίρ την εντόπισε στο αρχείο της οικογένειας Διδότου και περιλαμβάνεται σε γενικότερη μελέτη του, απ’ όπου και το απόσπασμα:

Κύριε,
εάν επιθυμήτε, ίνα η υμετέρα προσφορά αποβή αληθώς αγαθή υπέρ του υιού σας και υπέρ εμού, πρέπει ν’ απογυμνώσητε αυτήν παντός συμφέροντος. Εγώ ούτε δίδω, ούτε δέχομαι χρήματα. Θα πληρώσω τον νεόν Διδότον μεταδίδων αυτώ ό,τι γνωρίζω μετά της αυτής στοργής, ής τυγχάνει παρά των αξίων αυτού γονέων·

ο δε νέος Διδότος το καθ’ εαυτόν θα πληρώση αρκούντως τον Κοραήν, εάν προς αυτόν φέρεται ευπειθώς όπως και προς τον ίδιον πατέρα. Θα μοί χρησιμεύση (πάντοτε δε ως υιός προς πατέρα) ως γραμματεύς, έργον πάροχον μεγάλης εις αυτόν ψφελείας, διότι συνίσταται ολόκληρον εις το να ασκήται γράφων την αρχαίαν και την νεάν ελληνικήν.

Ιδού, κύριε, ο πρώτος των όρων, όν ενόμισα αρμόδιον να υποβάλλω προς αποδοχήν της προσφοράς σας· ελπίζω ότι δεν θ’ απαρέση εις υμάς, ουδέ εις τον υιόν σας. Ο δεύτερος και τελευταίος είναι συνέπεια φυσική του πρώτου· αλλά περί τούτου εγγυάται εμοί η ανατροφή, ήν έλαβε παρ’ υμών ο υιός σας.

Πάσας τας εργασίας μου, δηλαδή παν ό,τι αδοκίμως χαράσσω επί του χάρτου είτε ελληνιστί, είτε εις άλλας γλώσσας, πρέπει ο υιός σας να θεωρή ιερόν· διότι όπως δεν αναμιγνύομαι εις τα έργα των άλλων, ούτως επιθυμώ και ουδείς να γινώσκη περί τί ασχολούμαι. Ο νέος λοιπόν Διδότος θα είναι ο φύλαξ παντός ό,τι πράττω, καθώς και παντός, όπερ προτίθεμαι να πράξω.

Παρακαλώ υμάς, κύριε, να δεχθήτε την διαβεβαίωσιν του άκρου προς υμάς σεβασμού.

Τη 24 Μαρτίου 1808.

ΚΟΡΑΗΣ

Γιάννης Παπακώστας, Δημήτριος Βικέλας - Σαιντ Ιλαίρ – Άντονι Ρουβιό – Εμίλ Λεγκράν. Το βιβλίο ως μέσο διαπολιτισμικής επικοινωνίας (έκδ. Σύλλογος προς διάδοσιν ωφελίμων βιβλίων, Αθήνα 2022, σσ. 236-237).

Πέμπτη 20 Αυγούστου 2026

και τα λόγια νερουλά...


Δυό αξιολογικές κρίσεις περί δημοτικισμού: «και μέσα στο ίδιο στρατόπεδο, βλέπετε, οι αντιζηλίες είναι αντιζηλίες»:

i. του Αλέξανδρου Πάλλη (για τον Οιδίποδα τού Ζήσιμου Σίδερη) επιστολή προς Γ. Καρατζά: «Τί να σού πώ, συντεκνούλη μου, η μετάφραση τού Σίδερη δεν μ’ αρέσει. Το μέτρο πολύ ακατάλληλο, πάρα πολύ τραγουδιστό και τα λόγια νερουλά. Παραβιάζεται. Τ’ αρχαία δράματα είναι τα βενέτικα· ωραία, και ψιλοκανωμένα. Λίγο ζωηρά αν τα αγγίξεις, γίνονται θρύμματα, κι ο Σίδερης τάπιασε, να πούμε, με σιδερένιο χέρι. Ελπίζω πως με την πείρα που απόχτησε ο Αίας θα βγεί καλύτερος.».

ii. του φοιτητή Κλ. Γεωργιάδη (επιστολή προς Αλ. Πάλλη): «Εγώ μικρό πράμα θα σάς γυρέψω, μα όμως ανεχτίμητο. Ήθελα νάχα ακόμα ένα μετάφρασμα τού Βαγγέλιου μας, το σπουδαίο αφτό βιβλίο Σας, που δεν έχει την τύχη να πουλιέται στα βιβλιοπωλεία τής Αθήνας· […] Αφ’ ού όμως ο δασκαλισμός, το σακατιλίκι αφτό τής Νεώτερης Ελλάδας, μπόδισε την εισαγωγή του βιβλίου σας μέσα στο Έθνο μας, σε Σάς γυρίζω την ελπίδα μου και σάς παρακαλώ να λάβετε την καλωσύνη, να μού στείλετε ένα (ή και δυό αν σάς περισσέβουνται) κι’ έτσι κι’ εγώ να μπορέσω να κάνω ένα διπλό καλό: στη γλώσσα και στους λίγους φίλους μου συμφοιτητάδες πούνε η ψυχή τού Έθνου μας».

*

Και δυό έτερες, πολιτικής υφής, χρονολογικά κατατεθειμένες καίτοι σκόρπια εκ του τεύχους ειλημμένες:

i. του Βαγγέλη Δημητριάδη: «Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι κανένα πεζογράφημα τής φιλολογικής Ελλάδος [περ. έκδοσις Σάμου περιόδου 1947-1948] δεν αναφέρεται στους πολέμους και στα δεινά τής δεκαετίας του 1940, όπως δηλαδή συμβαίνει και με τη γενικότερη τάση των εκπροσώπων τής μη αριστερής λογοτεχνικής παραγωγής στην Αθήνα εκείνης τής περιόδου, συμφωνώντας με την ποιητικά εκφρασμένη άποψη τού Γ. Σεφέρη, ο οποίος είχε ομολογήσει πριν επιστρέψει στην Ελλάδα πως: «… η φρίκη / δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή / γιατί είναι αμίλητη και προχωράει» («Τελευταίος σταθμός, Ποιήματα, σ. 219). Οι εκπρόσωποι τής δεξιάς και φιλελεύθερης ιδεολογίας επί το πλείστον δεν αναφέρονταν στις γύρω τους αναταράξεις και ήταν κλεισμένοι «στον ελεφαντένιο τους πύργο» (Κ. Βάρναλης).».

ii. του Μιχάλη Φύλλα: «Οι επισκέψεις στην ελληνική περιφέρεια, σε συνδυασμό με τις διάφορες εξαγγελίες, δείχνουν μια συστηματική προσπάθεια τής δικτατορίας να αναζητήσει εκεί τα κοινωνικά ερείσματα που χρειαζόταν, αφού η περιφέρεια σαφώς αισθανόταν παραγκωνισμένη σε σχέση με τα αστικά κέντρα.».

περ. Απόπλους (τ. 97-98, Φθιν.-Χειμ. 2023-2024, σσ. 170, 170, 174, 161-162, 156). - Οι κρίσεις των δημοτικιστών ειλημμένες από σχετικό άρθρο του Αριστείδη Βουγιούκα, με τίτλο: «Παλιοί Σαμιώτες υπέρμαχοι του δημοτικισμού και του εκπαιδευτικού δημοτικισμού κ.ά. σχετικά» (ό.π., σσ. 168-180). – Του Βαγγέλη Δημητριάδη, «Ελλάς. Μηνιαία φιλολογική έκδοσις (1947-1948)» (ό.π., σσ. 157-167). - Και του Μιχάλη Φύλλα, «Η επίσκεψη του Στ. Παττακού στη Σάμο το 1968» (ό.π., σσ. 145-156).

Κυριακή 16 Αυγούστου 2026

να αποχαιρετήσουν τα κλήματα


Ο Γκέκος πήγαινε πάντα πρώτος και ρύθμιζε τα βήματά του
ανάλογα με το κουράγιο των υποζυγίων που ακολουθούσαν.
Αυτό τού έδινε αυταρέσκεια και υπερηφάνεια
λες και ήταν αρχηγός αγέλης λύκων ή λιονταριών.*

Ουρλιαχτά, φωνές και αλαλαγμοί έρχονταν από την πέρα γειτονιά, ορμούσαν σε σπίτια και σοκάκια, τρόμαζαν τούς ξύπνιους και ξεσήκωναν τούς κοιμισμένους. Όλοι έτρεχαν αλαφιασμένοι προς τη βορινή έξοδο τού χωριού. […] Κανείς δεν πίστεψε ότι γινόταν καυγάς και μάλιστα σήμερα, Μεγάλη Δευτέρα, που η αυτοδικία και τα νεύρα νηστεύουν μαζί με τα αφεντικά τους. […] Πολλοί υποστηρίζουν πως ο Σπύρος έγινε έξυπνος εξαιτίας τής απούσας αίσθησης τής ακοής, η οποία μετέφερε τη δύναμή της στις άλλες αισθήσεις.

Για δυό χρόνια πήγε στο δημοτικό τού χωριού του, οπότε και έμαθε να γράφει και να διαβάζει όπως τ’ άλλα παιδιά. Κεντούσε, έραβε και ύφαινε στον αργαλειό της μάνας του. Ήταν τόσο καλός μάγειρας, ώστε και στα πιο απλά φαγητά έβρισκε τη σωστή αναλογία και την παραμικρή λεπτομέρεια που τα έκανε νοστιμότατα.

*

Οι τρεις νεαροί θα αποχαιρετούσαν οριστικά τα αμπέλια τους στο βουνό. Οι περισσότεροι αμπελοκαλλιεργητές το είχαν ήδη κάνει, μερικοί επειδή γέρασαν, άλλοι που δεν μπορούσαν να υποφέρουν τη ζημιά, όταν τα έξοδα καλλιέργειας έγιναν διπλάσια από τα έξοδα κι αμαξιτός δρόμος που θα μείωνε τα έξοδα ανοίχτηκε μετά από 15 χρόνια.

Όσοι τα καλλιεργούσαν ακόμα, το έκαναν στη μνήμη των προγόνων τους, γιατί από αυτά τα αμπέλια έζησαν οικογένειες και σπούδασαν παιδιά.

Οι τρεις από τέσσερις νεαρούς θα πήγαιναν να σκάψουν τα αμπέλια τους στο βουνό για τελευταία φορά από μεράκι και να αποχαιρετήσουν τα κλήματα, διότι μετά από πεντέξι χρόνια θα έχουν γίνει όμορφο πευκοδάσος. […]

*

[…] Όταν έφτασαν στην κορυφογραμμή Κάτω και Πάνω Λάκκας, ο Σπύρος έστριψε δεξιά και πήγε και κατασκήνωσε κάτω από τη μοναδική και τεράστια καστανιά τής περιοχής. Οι άλλοι δεν ήξεραν τι να κάνουν. Τη λύση την έδωσε ο Γκέκος που πήρε στα δόντια του το καπίστρι ενός γαϊδουριού που σερνόταν στο χώμα και παρέδωσε τετράποδο και αναβάτη στο Σπύρο.

Θαμπώθηκαν όταν είδαν τι είχε ο Σπύρος απλώσει για να φάνε. […]

*

[…] και στο Χριστό, που ήταν ήδη πεθαμένος, κέντησαν τα πλευρά του. Στο μεταξύ ο Νίκος πήγε κοντά στον κορμό τής καστανιάς και έβγαλε τα ρούχα του απ’ τη μέση και πάνω. Ο Δημήτρης πήρε ένα μαχαίρι και το άγγιξε στο πλευρό τού Νίκου. Ταυτόχρονα ο Γιώργος είχε κάνει τις παλάμες του γροθιές και είπε στον Σπύρο να σφίξει τη μια του γροθιά με όλες του τις δυνάμεις.

Αμέσως ξεπήδησε νερό και αίμα. Ο Σπύρος έβγαλε μια δυνατή κραυγή και έπεσε λιπόθυμος. Ο Γιώργος τον καθησύχασε λέγοντάς του ότι αυτό που έβγαινε από τη γροθιά του ήταν αίμα και νερό σαν αυτό που βγήκε από τα πλευρά τού Χριστού, όταν τον παρακέντησαν και έγινε τόση ζημιά στα χέρια του, επειδή ήταν τρυφερά και ευαίσθητα και είχε να σκάψει τώρα και έξι μήνες. Ο Σπύρος φιλούσε τα χέρια του Γιώργου […]

Σταμάτης Δανάς, «Άφες αυτοίς» (περ. Απόπλους, τ. 97-98, Φθιν.-Χειμ. 2023-2024, σσ. 105-116 -εδώ αποσπάσματα από σσ. 105, 109-110, 111, 111-112) για την μοναδική ενάργεια με την οποία μεταδίδει εικόνες και νοήματα σαμιώτικης ηθογραφίας! Αφορμή λαβών από το σκάλισμα των ορεινών αμπελιών της νήσου! Και πόσες αρετές κρύβει στην πλοκή του! -Το motto εκ του ιδίου (ό.π., σ. 110).

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2026

και λίγη ποίησις κ.ά.


Παρά το πλούσιο ιστορικό υλικό δημοσιεύεται στο ίδιο τεύχος (100ο) του σαμιώτικου περιοδικού Απόπλους κι αρκετή ποίηση:

σ. 421: ποίηση Πάνου Κυπαρίσση: «ΑΜΦΙΣΗΜΙΑ / Φοράει πράσινα ο γκρεμός/ και κάποτε μες στ' άνθη // Περιμένει»

σ. 422: ποίηση Γιώργου Γώτη, καβαφικής πνοής, επιλεγομένη «Καλόν εντάφιον...»! «Καλόν εντάφιον η βασιλείη εστί / είπεν η Θεοδώρα απευθυνομένη / στον αυτοκράτορα Ιουστυινιανό / [...] όταν / δειλιάζοντας για να σωθούν [...]».

σ. 508: ποίηση Έλενας Χουσνή, «ΦΟΡΕΙΣ»! «Φορείς ένα σκισμένο νυφικό / σε συνοδεύουνε οι τοπικοί φορείς / Κανείς δεν σού αγγίζει τα μαλλιά / μόνο στο πλάι σου βαδίζει ένα κανίς / Μιλιά δεν βγάζουν ώρα τώρα οι φορείς / [...] / Με νυφικό στο τέλος της πομπής».

σ. 510: γράφει ο Ανδρέας Καπετάνιος, «ΙΧΝΗ»: «Δυόμισι πλάκες του πεζοδρομίου / δρασκέλισα / να μην πατήσω τον έρωτα / που χάραξες στο τσιμέντο // κάποτε».

σ. 563: ποίηση Τζόυ Γαλανός, «ΔΕΝΤΡΑ»! «Δεντρα βάει άλλο, δεντρά βηξε ποτέ, εμείς τα καταφέραμε, ό,τι καταφέραμε. / Δεντρα υμάτισες εσύ την ψυχή μου, μόνο την πληγή μου έξυσες. / Δεντρά πηκα να σού φανερώσω το είναι μου, δεντρά πηκες και εσύ να μη δείς, να δείς ό,τι σού αρέσει, να διαλέξεις και εγώ να στο φωτίσω. / Δεντρά φηκες με τη σάρκα μου, μόνο τη ζωή μου στο πιάτο σού πρόσφερα. / Δεντρα ύλισα μόνο μια φορά τον πόνο, μα πώς να καταλάβει. / [...] / Δέντρα δεν είμαστε να ριζώνουμε στο χώμα, μα στις καρδιές των ανθρώπων βρίσκουμε εύφορο έδαφος, λίπασμα και ζεστασιά.».

*

Ενώ, σσ. 472-488: Werner Transier, «Η Σάμος με τα μάτια ενός ξένου», ένθα (σσ. 474-477) και μπόλικες σημειώσεις έτους 1973, πρώτο ταξίδι του ερευνητή των ελληνιστικών και ρωμαϊκών επιγραφών της νήσου, με πολλές φρέσκιες εντυπώσεις από τα αξιοθέατα μνημεία του νησιού:

σ. 474: «Τη δεύτερη μέρα της παραμονής μας στη Σάμο, η πρώτη μας εκδρομή μάς οδήγησε στην Άμπελο, το βουνό πάνω από το Πυθαγόρειο. Εκεί επισκεφθήκαμε το μοναστήρι της Παναγίας Σπηλιανής. Μπήκαμε προσεκτικά στη σπηλιά στο υγρό έδαφος. Ακόμη και η πρώτη ματιά έδειξε ότι βλέπαμε έναν αρχαίο χώρο λατρείας. Μέσα και κοντά στο μικρό παρεκκλήσι του σπηλαίου χρησιμοποιήθηκαν αρχαίες πέτρες και κολόνες. Η πηγή, από την οποία αναβλύζει φρέσκο και καθαρό νερό, περιβάλλεται επίσης από αρχαίες πέτρες». Και: «Η περιήγηση ολοκληρώθηκε στην Ακρόπολη με τα ερείπια του παλατιού του Αντωνίου και της Κλεοπάτρας, το οποίο κατοικήθηκε επίσης από Ρωμαίους αυτοκράτορες κατά τις επισκέψεις τους στο νησί τον 1ο και 2ο αι. μ.Χ. Πάνω από το ανάκτορο τής ρωμαϊκής εποχής διακρίνονταν τα θεμέλια της πρωτοβυζαντινής βασιλικής, πιθανότατα της εκκλησίας των πρώτων επισκόπων του νησιού. Επισκεφθήκαμε την εκκλησία της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, χτισμένη σε ανάμνηση της νίκης των Σαμιωτών επί των Τούρκων το 1824, και το κάστρο του Λογοθέτη Λυκούργου».

σ. 475: «Συνεχίσαμε στους πρόποδες των αμπελώνων προς το Καρλόβασι, διασχίσαμε το αραιοκατοικημένο δασικό τοπίο προς τον Πύργο και στη συνέχεια φτάσαμε στο μοναστήρι της Μεγάλης Παναγιάς [...]. Εντυπωσιάστηκα από τις εικόνες και τις τοιχογραφίες του ναού, ιδιαίτερα από την απεικόνιση της σταύρωσης του Αγίου Πέτρου στο νάρθηκα [...]».

σσ. 476-477: «Τέλος επισκεφθήκαμε το Ηραίον. Ο μοναδικός κίονας του ναού, η Κολόνα, είναι ορατός από μακρυά. Εκείνη την εποχή, η είσοδος στο Ηραίο ήταν στα δυτικά κοντά στα θεμέλια του μεγάλου ναού της Ήρας από την εποχή του Πολυκράτη. Τα άλλα ερείπια καθιστούν σαφές ότι το Ηραίο ανήκε όχι μόνο στην Ήρα, αλλά και ότι εκεί λατρεύονταν και άλλοι θεοί και θεές. Το Ηραίο δεν ήταν μόνο θρησκευτικό, αλλά και ένα οικονομικό κέντρο του νησιού. Οι πρώτοι χριστιανοί έχτισαν μια εκκλησία από τις πέτρες του ιερού για να αφαιρέσουν τη δύναμη της Ήρας και των άλλων θεοτήτων τού ιερού».

Ενώ κατά την περιπετειώδη αναχώρηση με πλοίο, λόγω σφοδρής κακοκαιρίας από το νησί, στο φθινοπωρινό ταξίδι έτους 1977, καταγράφει: «Η ηρεμία στο θυελλώδες ταξίδι διακόπηκε μόνο όταν περάσαμε από μακριά το νησί της Τήνου με το μοναστήρι της Παναγίας. Πολλοί συνέρρευσαν στο κατάστρωμα στο ύπαιθρο για να χαιρετήσουν τη Θεοτόκο» (σ. 481).

Τέλος, συγκρατώ στην σ. 548: τη σημείωση νο.5 στο άρθρο του Μάριου Βακίρη με τίτλο «Φιλοσοφικές αντιλήψεις στο έργο του Ηροδότου», αναφορικά με το γνωστό περιστατικό του Σόλωνα με τον Κροίσο: «Το περιστατικό που περιγράφει ο Ηρόδοτος δεν είναι πραγματικό. Στην πραγματικότητα ο Σόλων ταξίδεψε πέρα από την πατρίδα του και επέστρεψε στην Αθήνα πολύ πριν από την άνοδο του Κροίσου στην Λυδία», και παραπέμπει στο βιβλίο του James Romm, Ηρόδοτος. Η ζωή και το έργο του (έκδ. Τυπωθήτω 2004, σ. 101).

Επισημάνσεις φυλλομετρώντας το επετειακόν καίτοι θερινό αυτό προ διετίας τεύχος 100 του νησιωτικού Απόπλου! Τόμος 100ος! συλλεκτικός! πολύτιμος! ένα παραθύρι στο Αιγαίο με το εξώφυλλο ολόγιομο πυκνά πυκνά με ξηραμένα τ' άνθη in situ αγριοράδικα του είδους taraxacum officinalis!

Σάββατο 8 Αυγούστου 2026

από τα Αρχεία ΓΑΚ περί της Σαμιακής Επανάστασης


Απόπλους, τ. 100, σ. 376: αρχειακή εκ των ΓΑΚ Σάμου καταγραφή σε ημερολόγιο από 29 Ιουλίου έως 25 Αυγούστου, σε άρθρο της Κατερίνας Καριωτόγλου (σσ. 373-382), επισημαίνει: «έφθασεν εις την Σάμον ο βυζαντινός στόλος συνιστώμενος από 200 περίπου πλοία μικρά μεγάλα...». Ως βυζαντινός εννοείται εδώ ο οθωμανικός στόλος! Παρακάτω επισημαίνεται: «ενώ στη μικρασιατική ακτή διακρίνεται ένας μεγάλος αριθμός Οθωμανών»!

Ενώ από το μείζον άρθρο (σσ. 392-401) της δ/ντριας των ΓΑΚ Σάμου κ. Αγγέλας Χατζημιχάλη, με τίτλον «Ιστορίες πολέμου. Σάμος 1821-1824)»: αντλώ δέκα (10) κατ' ελάχιστον γλαφυρότατα αρχειακά τεκμήρια, ως επί το πλείστον αντλημένα από την έκδοση του Χρ. Λάνδρου, Αρχείο Σαμιακής Επανάστασης 1821 (έκδ. Απόπλους 2021):

σ. 393: «Ήδη έχει καταγραφεί μια μεγάλη πρώιμη εξέγερση το έτος 1805 που το σημαντικότερο αίτημα ήταν ο έλεγχος της οικονομικής διαχείρισης των προυχόντων. (Σημ. 1: Αλέξης Σεβαστάκης, Το κίνημα των Καρμανιόλων στη Σάμο.)». [...]

σ. 393: «...Η συρροή πολυάριθμων προσφύγων δημιούργησε στη Σάμο που είχε περιορισμένα μέσα διατροφής και πενιχρά οικονομικά οξύτατο επισιτιστικό πρόβλημα. ...Το μαχητικό πνεύμα των Σαμίων δεν δίστασε ούτε μια στιγμή. Θα άρπαζαν την τροφή τους από τον εχθρό κάνοντας επιδρομές στη Μικρά Ασία! (Σημ. 2: Μιχ. Β. Σακελλαρίου, Ένας συνταγματικός δημοκρατικός ηγέτης κατά την επανάσταση του '21. Ο Λυκούργος Λογοθέτης της Σάμου. ΠΕΚ)».

σ. 393: «7 Ιουλίου 1821. Εξεδώσαμεν ένα γράμμα εις τον οικονόμον του θεολόγου Άνθιμον διά να στείλη δύο φορτώματα σιτάρι και άλλα δύο κριθάρι, διά να τρώγη ο κόσμος, οπού εσυνάχθησαν εις την φύλαξιν της πατρίδος μας... Εστείλαμε το αυτό και εις το μετόχιο του αγίου Γεωργίου της Μεγάλης Παναγίας να φέρουν 3 γομάρια σιτάρι διά τους ανθρώπους». Αρχειακό απότμημα εκ των ΓΑΚ Σάμου, δημοσιευμένο από τον Χρ. Λάνδρο, για τον απόηχο τής πρώτης μεγάλης επίθεσης. (Σημ. 3: Χρ. Λάνδρος, Αρχείο Σαμιακής Επανάστασης 1821, Απόπλους 2021)».

σ. 394: «και έφερον γαλήνην εις τα πράγματα τής Σάμου, ώστε ουκ εμολύνθη το έδαφος αυτής με αίμα πατριωτικόν εις το ενιαύσιον εκείνο τής διοικήσεώς μου διάστημα.» (Σημ. 4: Μιχ. Β. Σακελλαρίου, Ένας συνταγματικός δημοκρατικός ηγέτης κατά την επανάσταση του '21. Ο Λυκούργος Λογοθέτης της Σάμου. ΠΕΚ)». Απόλογος του Λογοθέτη για την ευθύνη της Καταστροφής της Χίου.

σ. 394: «Η Τοπική Διοίκησις δίδει την άδειαν εις τον πλοίαρχον [...] να περιέλθη εις πειρατείαν κατά των εχθρών οθωμανών με το πλοίον του [...]. Παρακαλούνται όλαι αι ομογενείς και φιλικαί εξουσίαι να τω αφήσωσιν ελευθέραν την διάβασιν με πάσαν συγχωρημένην και αζημίωτον βοήθειαν. Εκ του Γενικού Διοικητηρίου, Λ. Λυκούργος» (Σημ. 5: Χρ. Λάνδρος, Αρχείο Σαμιακής Επανάστασης 1821, Απόπλους 2021)».

σ. 395: «έφτασαν εδώ έν ρωσικόν βεργαντίνο [...] φορτωμένον από Κουσάντασι διά Κωνσταντινούπολιν, το οποίον η Γουλέτα Κουρσάρικη Γραικική [...] το έφερεν επί λόγω ότι το φορτίον του σιτάρι είναι ιστιράς (αγορά της Υψηλής Πύλης) και εκ τούτου να το κάμη πρέζα» (Σημ. 6: Χρ. Λάνδρος, Αρχείο Σαμιακής Επανάστασης 1821, Απόπλους 2021). Με λίγα λόγια να το πλιατσικολογήσει».

σ. 395: «αν δεν φέρετε γρόσια, γράφουν, σάς λέγομεν ότι τα αρμαμέντα θέλουν εξαρματώσει και θέλει μείνει η Πατρίς αφύλακτος και τότε εμπορεί να εύρη ευκαιρίαν ο εχθρός και να περάση επάνω εις την Σάμον όσα στρατεύματα θέλει, και συλλογισθήτε το καλά» (Σημ. 7: Χρ. Λάνδρος, Αρχείο Σαμιακής Επανάστασης 1821, Απόπλους 2021). Ο λόγος της συλλογής των γροσίων ήταν προφανής».

σ. 397: κι αναφορικά με τις προετοιμασίες για την ναυμαχία: «Επειδή ο εχθρός δεν έρχεται καθώς την πρώτην φοράν αλλά με δυνάμεις μεγάλας και με άλλα μέσα., διά τούτον σάς παραγγέλλομεν να έχητε κάθε υποταγήν, και ευπείθειαν εις όλους τους ανωτέρους σας, και να έχητε τα άρματά σας παστρικά και έτοιμα έχοντες πάντοτε μαζύ σας τουλάχιστον τέσσαρες ή πέντε τζακουμόπετρες και εξήντα φυσέκια τουλάχιστον ο καθένας...» (Σημ. 13: Μιχ. Β. Σακελλαρίου, Ένας συνταγματικός δημοκρατικός ηγέτης κατά την επανάσταση του '21. Ο Λυκούργος Λογοθέτης της Σάμου. ΠΕΚ)».

σ. 397: ένας «Ψαριανός προτιμούσε προτιμούσε να κλέβει το βιός των άλλων χριστιανών. Επτά βόδια μοναστηριακά έκλεψε από τους Λειψούς της Πάτμου «πράγμα ενάντιον και εις την μερικήν ημών πατρίδα». Καλείται να επιστρέψει τα βόδια «διότι αλλέως θα πληρώσει τα διπλά και θα ατιμάσει το υποκείμενόν του» (Σημ. 14: Χρ. Λάνδρος, Αρχείο Σαμιακής Επανάστασης 1821, Απόπλους 2021)».

σ. 398: «Στις 15 Αυγούστου ημέρα Παρασκευή της Παναγίας «υπήγεν ο Διοικητής και αντάμωσεν τους κυρίους ναυάρχους εντός του πλοίου του Ψαριανού ναυάρχου ν. Αποστόλη εις τον Μεσόκαμπον. Τη αυτή ημέρα εδόθησαν προς αυτούς αρκετά βόδια, και κατζίκια σταλθέντα από τα χωρία». (Σημ. 16: Χρ. Λάνδρος, Αρχείο Σαμιακής Επανάστασης 1821, Απόπλους 2021)».

Επισημάνσεις φυλλομετρώντας το επετειακόν καίτοι θερινό προ διετίας αυτό τεύχος 100 του νησιωτικού Απόπλου! με θέμα τα 200 χρόνια της Ναυμαχίας της Σάμου που τής χάρισε μια κάποια, σχετική πάντα, ελευθερία! Τόμος 100ος! συλλεκτικός! πολύτιμος! ένα παραθύρι στο Αιγαίο με το εξώφυλλο ολόγιομο πυκνά πυκνά με ξηραμένα τ' άνθη in situ αγριοράδικα του είδους taraxacum officinalis!

Τρίτη 4 Αυγούστου 2026

στον ‘συνήθη τόπο των εκτελέσεων’ έξω από τα κάστρα...


Φεύγει λοιπόν ο καιρός, οι άνθρωποι πεθαίνουνε-
φαίνεται πήγανε μαζί, μαζί με τόσους άλλους,
δίκαιους και αδίκους, ψηλά, στο χώμα, κόκαλα μονάχα.*

[…] Μετά την απελευθέρωση από τους Γερμανούς, δεν πήγε πολύς καιρός, οργίαζαν οι παρακρατικοί, πάλι· αρχές του ‘47, μια νύχτα μπουκάρανε στο σπιτικό του, τον πήραν, πήραν και άλλα τρία παλληκάρια από διπλανές παράγκες δίχως λόγο εκείνους, και όλους μαζί, έξω από τα τείχη, τούς εκτέλεσαν.

Τούς βρήκαν το πρωί περαστικοί, ειδοποίησαν τα σπίτια τους, οδυρμός. [...]

*

[…] Ο Τάσκος, ο πρωτότοκος γιός, ο πιο ζωηρός, συνδέθηκε με τις πολιτικές οργανώσεις του κόκκινου κόμματος, του εκτός Νόμου· στα δεκαοχτώ του ήταν κιόλας στα μπουντρούμια. Από κεί στη φυλακή της εξορίας, δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος. Αλβανικό μέτωπο, απόδραση και νά τος τώρα, πρώτα χρόνια γερμανικής κατοχής, στέλεχος του Κόμματος κάπου στην περιοχή Πιερίας – Θεσσαλονίκης. Παράτολμος, πανέξυπνος, ρεαλιστής, με πολλά καθήκοντα σε όλα τα παράνομα μερόνυχτά του.

Μετά από δέκα μήνες ριψοκίνδυνων αποστολών, σε κάποιο σημείο έσπασε το «δίχτυ». Κάποιος (μα ποιός;) τον κάρφωσε. Στο σπίτι ενός συντρόφου, κάπου στην περιοχή Δόξα της Σαλονίκης, τον έπιασαν συνεργάτες των Γερμανών. Συνοπτικές οι διαδικασίες, πρόλαβε και τον είδε για λίγο στη φυλακή βουρκωμένη η μάνα, η κυρά-Μαρία. Την άλλη μέρα, 23 του Μάη, τόν πήρε το σκοτάδι. Μαζί με άλλα έξι παλικάρια, στον «συνήθη τόπο των εκτελέσεων» έξω από τα κάστρα του Γεντή Κουλέ, τον εκτέλεσαν.

Η μάνα του δεν εννόησε ποτέ τον θάνατό του. «Γιατί», «γιατί», «γιατί», μονολογούσε πλημμυρισμένη στα δάκρυα. Το κακό ποτέ δεν το συγχώρησε στη ζωή της. Και τότε και αργότερα μηνούσε στον άλλο γιό της, τον Βάσκο, να βρεί οπωσδήποτε το χώμα που σκέπασε, κακήν κακώς, τον αδερφό του, τον πρωτότοκό της.

-Βάσκο, τού μηνούσε, μην ξεχάσεις ποτέ, να βρεις το μέρος που σκότωσαν και θάψανε τον Τάσκο, εκεί ένα κερί ν’ ανάψουμε, η ντούσια [: ψυχή] του να λαφρώσει... [...]

*

κόντευε τα ογδόντα […] Πρώτα πήγαν στο Δημαρχείο του συνοικισμού Συκεών, είχε ορισμένες πληροφορίες για τις εκτελέσεις, τότε. Μπήκαν στη σειρά, ρώτησαν τον αρμόδιο υπάλληλο, άνοιξαν τα κατάστιχα, δεν βρήκαν ίχνος εκεί, τίποτε. Λεπτό προς λεπτό μεγάλωνε η ταραχή του Βάσκου, με προτροπή του υπαλλήλου πήγαν, κατόπιν, στο πιθανό αρμόδιο τμήμα του κεντρικού Δημαρχείου Θεσσαλονίκης, σε κάποια πάροδο της Μοναστηρίου. Εκεί ρώτησαν, από το ένα γραφείο στο άλλο, «ψύλλους στ’ άχυρα» έψαχναν, κάτι όμως άρχιζε να χαράζει.

Στο πρωτόκολλο του έτους 1942, βρέθηκε η σημείωση του γεγονότος εκείνου! Εφτά πολίτες εκτελεσμένοι από τους Γερμανούς, στις 23 Μαΐου του έτους 1942· και τα ονόματά τους, α, β, γ, δ… Πέμπτος στη σειρά Αναστάσιος Καρατζάς – ο Βάσκος κόντευε να λιγοθυμίσει… Για το πού όμως καταχωνιάστηκαν δεν υπήρχε κανένα σημάδι.

Νέος γύρος στα γραφεία ενός άλλου ορόφου, κάποιος προϊστάμενος, που ζήτησαν τη βοήθειά του, «έχω εξυπηρετήσει και άλλες παρόμοιες υποθέσεις», τούς είπε, «τότε τους εκτελεσμένους κανείς δεν ξέρει πού τους έθαβαν. Ψάξτε στα νεκροταφεία της Αγίας Φωτεινής, της Αγίας Παρασκευής, της Μαλακοπής, της Ευαγγελίστριας, μάλλον εκεί πηγαίνετε, εκεί ψάξτε στ’ αρχεία τους, ίσως βρείτε κάτι». […] έτρεξαν στην Ευαγγελίστρια. Το νεκροταφείο σήμερα δεν λειτουργεί […].

Ο υπάλληλος προθυμοποιήθηκε κατεβάζοντας παλιά, μεγάλου σχήματος, κιτάπια, πάλι και πάλι. Δυό φορές άνοιξε κρύπτες ντουλάπες όπου φυλούσε, κι εκεί, Αρχεία. Στερνά, σε κάποιο παλιό βιβλίο συμβάντων ενταφιασμού κατά το έτος 1942, βρέθηκεν η άκρη: «Μεταφέρθησαν υπό ειδικής γερμανικής υπηρεσίας επτά πτώματα, ήτοι,» (τα ονόματα των εκτελεσμένων, περί το τέλος της λίστας και ο Τάσκος). «Τα οποία και ενταφιάσθησαν», κατέληγε το κείμενο της αναφοράς.

Ο Βάσκος ετοιμόρροπος, ρώτησε αμέσως τον Σωτήρη, «βρε φίλε, μήπως ξέρεις πού περίπου έθαβαν τους σκοτωμένους τότε;». Σηκώθηκεν εκείνος, έδωσε κι αυτός αντίγραφο της πιστοποίησης και λίγο μετά τούς έδειξε έναν χώρο μακριά από τους επώνυμους τάφους, «να, κάπου εκεί, στα όρια του Νεκροταφείου». […]

Μάρκος Μέσκος, Νερό Καρκάγια. Πεζογραφήματα (έκδ. Ίκαρος, Αθήνα 2005, σσ. 49, 94-95, 100, 101-103). – Το motto εκ του ιδίου (ό.π., σ. 106).

Παρασκευή 31 Ιουλίου 2026

νερό του μαύρου βράχου


Συνήθεια ήταν κι αυτή, νά, όπως πίνεις το νερό,
όπως κόβεις μ’ ευλάβεια τη φέτα του ψωμιού
για να μην πεινάς.*

Νερό Καρκάγια, νερό καρά-καγιά, νερό του μαύρου βράχου – δυό συνθηματικές λέξεις που δηλώνουν τα μυστικά θεμέλια της μικρής πόλης (και εκτός των ορίων της) παρατεταμένα.

*

[…] Τότε που κλείνουν οι μέρες λίγο λίγο, οι νύχτες μαυρίζουν πολύ. Μετά βροχές, αέρηδες, παγωνιά. Και χιόνι. Κύκλος και πάλι κύκλος, επάλληλα· κι ο ένας μέσα στον άλλον καθώς οι κορμοί των δέντρων, σφαγμένοι εγκάρσια.

*

[…] απέναντι από την άλλη πλευρά του ποταμού, πάνω στο μονοπάτι που οδηγούσε στο πάρκο, υπήρχε ένα θεόρατο πλατάνι (νερά, χώμα, κορμός δέντρου, μπράτσα, φύλλα· και ήλιος και συννεφιά και άνεμος, νύχτα-μέρα. Και ίσκιος ζωής).

Κάποιος το είχε ανοίξει, τό ‘χε ξεκοιλιάσει μα γύρω γύρω ο κορμός, με τα νερά της χοντρής του φλούδας, στήριζε το δέντρο· και κείνο κρατούσε, ήταν ζωντανό σε όλο το ύψος.

Τώρα, εκεί, στη βάση, μια χωμάτινη φωλιά, ένας κύκλος διαμέτρου δύο μέτρων και. Τον χώρον αυτόν επέλεξεν ο Λάκης για υπνωτήριο, μια σιωπηλή στέγη που μιλούσε στο λήθαργό του. Εκεί το ξαπόσταμά του, ο ύπνος του κάθε νύχτα, «θα περάσει κι αυτή». Τον χωρούσε η «φωλιά» [...]

*

Πρακτικός γιατρός […] (γιατροπόρεψε πολλές νύχτες Αντάρτες, ήταν λοιπόν «συμπαθών»). Καλός Σαμαρείτης εκείνος πήγαινε όπου τού ζητούσαν, δεν κοίταγε προηγουμένως την ταυτότητα κανενός πληγωμένου, κανενός!

Πιο πολύ δεν εννόησεν κι ο αρμόδιος Ιατρικός σύλλογος Θεσσαλονίκης, του Ορθοπεδικού τμήματος κυρίως, που ανησύχησε, για λόγους ανταγωνιστικούς, από την παρουσία και το «κύρος» ενός φυλακισμένου χωρικού, δήθεν γιατρού.

Τον επισκέφθηκαν λοιπόν στο κελί του, να δούνε από κοντά το «φαινόμενο», εκείνος τούς υποδέχτηκε χαμογελώντας, «καλώς τα παιδιά», αμέσως η Επιτροπή των Θεσσαλονικέων ιατρών ζήτησεν εξηγήσεις, ιδίως να τούς δείξει τί και πώς ακριβώς «δουλεύει».

Τί να σάς δείξω, ρώτησε ο κυρ-Χρήστος, να… Στο περβάζι του παραθύρου κούρνιαζε ένα γατί που τού ‘καμνε συντροφιά· το πήρε, το εξάρθρωσε τελείως, εκείνο «νιάου», και το απίθωσε χαλάκι στα πόδια τους.

Κοιτάχτηκαν τα μέλη της Επιτροπής μεταξύ τους, «πάρτε το γατί και κάντε το να περπατήσει πάλι» ξαναμίλησε ο Ρουσουλέντσης, «θέλουμε καιρό, χειρουργείο, γύψο» ψέλλισαν οι άλλοι, δεν άφησε το γατί να υποφέρει περισσότερο ο μπαρμπα-Χρήστος, το πήρε μαλακά, ξανάβαλε τα πάντα στη θέση του σώματός του και το άφησε να φύγει από το παράθυρο.

Η Επιτροπή, περίπου ντροπιασμένη, γύρισε πίσω άπρακτη· ο Ρουσουλέντσης οχτώ μήνες μετά αποφυλακίστηκε […].

*

[…] χελώνες, λαγοί· κι όλα τα πουλιά! Αετοί, πελαργοί, γκαβράνια, κάργες, γκουγκούφες, χελιδόνια, τρυγόνια, πάπιες, χήνες, λαϊνάρια, σπίνοι, σουσουράδες, κότσυφες, συκοφάγοι, κίσσες, καρδερίνες, γαρδέλια, σπούργοι. Και δρυοκολάπτες - «πώς χτυπούν τον κορμό των δέντρων σημαίνοντας συναγερμό, ανήσυχα τα μερμήγκια πανικοβάλλονται τρέχοντας πάνω κάτω και τότε ο δρυοκολάπτης αμολάει τη γλώσσα του στις κρύπτες των μερμηγκιών, εκείνα διστάζουν στην αρχή μα σε λίγο, τί ωραίος μεζές, λένε, πλησιάζουν, ο δρυοκολάπτης απ’ έξω ακίνητος, εκείνα ανεβαίνουν στη γλώσσα πίνοντας πρώτα την υγρασία της και τότε το φτυάρι της γλώσσας, σαν ένα τεράστιο φορτωμένο βαγόνι με μυρμήγκια, βρίσκεται αστραπιαία στον οισοφάγο τού πουλιού· έτσι ο κατεργάρης, ο δρυοκολάπτης, γεμίζει το στομάχι του». Μάς μάγευε ο κυρ-Γιάννης!

Μάρκος Μέσκος, Νερό Καρκάγια. Πεζογραφήματα (έκδ. Ίκαρος, Αθήνα 2005, σσ. 11, 14, 55, 42-43 87). – Το motto εκ του ιδίου (ό.π., σ. 13).

Δευτέρα 27 Ιουλίου 2026

δεν γνωρίζαμε ακόμη τα κατοπινά αίματα


Αν υπάρχουν θεοί, μαζί σου θα είναι πάντα,
γιατί είσαι δίκαιος άνθρωπος. Αν δεν υπάρχουν,
τότε τί νόημα έχει αυτός ο μόχθος
που ονομάζουμε ζωή;*

[…] Η απελευθέρωση ήταν πρόσφατη, δεν ήταν μακριά. Μόλις είχεν τελειώσει εκείνη η Κατοχή, δεν γνωρίζαμε ακόμη τα κατοπινά αίματα και τ’ αλλεπάλληλα συρματοπλέγματα. Πιστεύαμε, άκαιρα, ότι τώρα πια καλοσύνεψε ο κόσμος, το κακό χάθηκε πολύ μακριά…

Έτσι ξεθαρρεύαμε.
Σιγά σιγά στήνονταν πάλι οι δουλειές, έστω του ποδαριού και της παράγκας, ξεχέρσωναν οι ξωμάχοι τα κτήματά τους και προπαντός ελευθέρωναν τη γή από τις πάμπολλες νάρκες. Σακατεύτηκαν βέβαια πολλοί, κάποιοι νέοι, όταν βοσκούσαν τα λιγοστά τους ερίφια σε μακρινότερες περιοχές, πατούσαν τις νάρκες και τα σημάδια από τις ανατινάξεις μια ζωή στη γωνιά μαζί τους μαράζι (όταν δεν τύχαινε ο ακαριαίος θάνατος, ο πιο συχνός). […]

*

[…] Απρίλης ήταν. Η νάρκη σκότωσε τον ξάδερφο μια κι όξω, έγινε κομμάτια, μέρες τά ‘ψαχναν για να κάνουν την κηδεία του. Λίγο πιο πέρα από το παραμεθόριο χωριό του Καϊμάκτσαλαν, βοσκώντας λιγοστά γίδια, ο Λιαλιάς ο Αχιλλέας κι ο ξάδερφός του, συνέβη το κακό.

Ο ξάδερφος πάτησε τη νάρκη κι έγινε κομμάτια, ο Λιαλιάς ο Αχιλλέας μετά την έκρηξη έσκουζε στην ερημιά μισοπεθαμένος, έτρεξαν κάποιοι, τελικά τον σήκωσαν, ο πατέρας του όσο γρήγορα μπορούσε τον πέρασε από την άλλη μεριά του βουνού, εκεί τον γιατροπόρεψαν, σταμάτησαν τις αιμορραγίες, σ’ ένα πρόχειρο χειρουργείο έγινε ό,τι έγινε.

Όταν πατέρας και γιος καβάλα στο άλογο γύρισαν πίσω, ο Λιαλιάς ο Αχιλλέας είχε ένα χέρι μόνο, το δεξί, το άλλο σχεδόν σύρριζα κομμένο από τον ώμο· και το ένα μάτι το αριστερό υπήρχε αλλά ήταν γκρίζο, σαν γκαζιά, σαν λευκό κουινάκι, δεν έβλεπε από κεί. […]

*

Ο μπαρμπα-Τρύφων ο Βλαντοβίτης είχε κι άλλον γιο στο Αντάρτικο. Δεν τό ‘παμε τότε. Τυχερός ήταν αυτός, δεν σκοτώθηκε, όπως ο αδερφός του, στον Εμφύλιο· μετά την ήττα οι γνωστοί δρόμοι, μαζί μ’ άλλους συναγωνιστές πέρασε στην Αλβανία, λίγο μετά στο λιμάνι, στην Αυλώνα, και εν συνεχεία στ’ αμπάρια των καραβιών, στριμωγμένοι μέρες και νύχτες αμίλητοι, είχαν εντολές να μην ακούγονται και να μη βλέπονται κυρίως, πέρασαν το Ιόνιο, πέρασαν όλο το Αιγαίο πέλαγος κι όταν έφτασαν στα Δαρδανέλια τότε μόνο ξετρύπωσαν, ξεθάρρεψαν κι ανάψανε τσιγάρο στο κατάστρωμα. Πού πήγαιναν;

Πιάσαν λιμάνι ψηλά στον Εύξεινο Πόντο τριάντα μέρες μετά, άλλες τόσες περίπου χρειάστηκε αλλάζοντας τρένα, προς Ανατολάς πάντα, για να καταλήξουν στην Τασκένδη.

Στην τρίτη πολιτεία έμεινε κάπου εννιά μήνες, ανάγκη να μπεί στο Νοσοκομείο εξαιτίας της παλιάς πληγής από τον όλμο στο Βίτσι, τού άνοιξε η οβίδα τα σπλάχνα στην κοιλιά και μπόρεσε κρατώντας τα, παραζαλισμένος, στα χέρια του να τα σώσει· να σώσει και τη ζωή του όταν μετά τη μάχη έτρεξαν οι σύντροφοι και τον σήκωσαν με προσοχή και τον πήγαν στ’ ορεινό, μα τώρα πάλι εξετάσεις πάλι γιατρούς· τον πήγαν στη Μόσχα, γλίτωσε πάλι, από κεί στο Βουκουρέστι, στο Βελιγράδι με άδεια, λίγο λίγο κατέβαινε πιο κοντά στο γεωγραφικό σημείο του χωριού του, ζήτησε να καταλήξει στα Σκόπια· και πήγε τελικά. […]

*

[…] και πέρασαν τα σύνορα, μετά την ήττα, κάπου στην Αλβανία, στην Αυλώνα κατόπιν και στ’ αμπάρια των πλοίων το ταξίδι από το Ιόνιο και το Αιγαίο πέλαγος, τα Δαρδανέλια, τον Βόσπορο· στον αέρα της Μαύρης Θάλασσας αναπνέοντας είδαν τον ήλιο ύστερα από τόσες ημέρες και πέταξαν τα δίκοχά τους ψηλά, τώρα ασφαλείς, τώρα χωρίς χτυποκάρδια στη νέα ζωή, έστω, μακριά από την Πατρίδα – μήτε τώρα…

Έπειτα το αναγκαστικό ταξίδι προς Ανατολάς, προς την έρημο των Ουζμπέκων, στην Τασκένδη καταλήξανε, συμμαζεύτηκαν, άρχισε η ζωή, για πολλούς, από το μηδέν. Σε πολιτείες εμιγκρέδων ζούσαν, το Κόμμα πάντα παρόν, άγρυπνο. Που δεν τού ‘δινε του Βάσκου την έγκριση να σπουδάσει Φιλολογία – μήτε τότε.

Τολμηρός όμως εκείνος πήγε στους Ρώσους διοικητές των Σχολών κι αυτοί τον πέρασαν στις τάξεις των πολιτικών μηχανικών, το Κόμμα τού ‘κανε αυστηρή επίπληξη γιατί παράκουσε τις δικές του διαταγές που τού απαγόρευαν (σχεδόν) να σπουδάσει -πόσες φορές δεν καταράστηκε εκείνο το ντουβαράκι στο χωριό του! [ενν. όπου μετά την απελευθέρωση κατέβηκε στο χωριό του «και μίλησε στη γλώσσα των πατέρων του», ήτοι τα εντόπια!].

Μάρκος Μέσκος, Νερό Καρκάγια. Πεζογραφήματα (έκδ. Ίκαρος, Αθήνα 2005, σσ. 25-26, 66-67, 58-59, 97). –Για την οδό διαφυγής από Αλβανία ίσαμε την Τασκένδη!


-----

* Ευριπίδη, Ιφιγένεια εν Αυλίδι (μτφρ. Παναγιώτα Πανταζή, έκδ. 5η εποχή τέχνης για το Φεστιβάλ Αθηνών-Επιδαύρου, Αθήνα 2022, σ. 87).

Πέμπτη 23 Ιουλίου 2026

ένα μουσουλμανικό μαυσωλείο


Να η είσοδος του κοιμητηρίου. Ακόμη καμιά εικοσαριά βήματα
κι ο νεκρός θα είναι στι σπίτι του. Καθόλου δάκρυα. Έρχεται
από μόνος του με γρήγορο βηματισμό και μ’ εκείνο το λουλουδάκι στο πέτο.
[…] Θολωτά κτίσματα με ένα προσκυνητάρι, το μικρό κιγκλίδωμα
και λίγα λουλούδια τριγύρω.
Για τους νεκρούς είναι ακριβώς μια αξιοζήλευτη κατοικία αυτό το κοιμητήριο.
Μακριά από το χωριό, οι ζωντανοί έρχονται σπάνια. […] *

Φθάσαμε στην Άγκρα. Τυχαία σχηματισμένα περίχωρα, διαφορετικά από οπουδήποτε αλλού, με αποικιακά δημόσια κτίρια ενός μόνου ορόφου, άσπρα και εγκαταλελειμμένα μέσα στην λέπρα και τις τρώγλες.

Μπουλούκια γυναικών ντυμένων σε πράσινο Σάρι, βιολεττί Σάρι, κόκκινο Σάρι, όλες με βραχιόλια στους καρπούς και στους αστραγάλους οι οποίες δούλευαν μανιωδώς στο μέσον πένθιμων σκονισμένων τετραγώνων. Μικρές γέφυρες πάνω από ποτάμια Γένεσης με τις κοίτες τους στεγνές και στρωμένες με ρούχα κάθε χρώματος, που γυάλιζαν σε ένα πνιγηρό χειμωνιάτικο ήλιο πάνω στις πέτρες, πάνω στο καμμένο χορτάρι.

Αποβλακωμένες αγελάδες, ομάδες μαθητών, άνδρες πάνω σε μεγάλα ποδήλατα με ένα σεντόνι ανάμεσα στα πόδια τους που φτερούγιζε θλιβερά στον άνεμο.

Στην Άγκρα υπάρχει το Τατζ Μαχάλ. Ο Άγιος Πέτρος της Ινδίας. Στην πραγματικότητα είναι ένας ναός ή καλύτερα ένα Μουσουλμανικό -όχι Ινδουϊστικό- μαυσωλείο. Αλλά αποτελεί ωστόσο την εθνική αρχιτεκτονική φιγούρα, το έμβλημα της Air India, το όνειρο των Εγγλέζων άγαμων κυριών.

Εκεί βγάζεις τα παπούτσια σου στην αχανή αυλή μπροστά, και με τον μόλις και μετά βίας θυμό που προκάλεσε η αφαίρεση των παπουτσιών σου για εκατοστή φορά, εισέρχεσαι ανάμεσα σε ομάδες τουριστών που είναι ντυμένοι σαν ζητιάνοι -και σε ζητιάνους που είναι σοβαροί σαν τουρίστες.

*

[…] στις πλευρές, κατά μήκος των μαρμάρινων τοίχων οι τέσσερις πόρτες από μάρμαρο και απέναντι το μεγάλο μαρμάρινο οικοδόμημα ανάλογο με τα δικά μας βαπτιστήρια με ένα μιναρέ μαρμάρινο. Ολόκληρο ακτινοβολεί, άσπρο και ψυχρό, με φόντο τον ουρανό που πίσω του ξεχύνεται πάνω από την στροφή του μεγάλου ποταμού.

Ένα αληθινό παγωμένο παλάτι. Η μουσουλμανική ποίηση, πρακτική και ανεικονική την ίδια στιγμή, πραγματική και αντιρεαλιστική την ίδια στιγμή, μοιάζει σαν να βρίσκεται στην Ινδία σε ένα κόσμο που δεν είναι δικός της. Ο πτωματώδης αισθησιασμός του Ινδικού τοπίου ανέχεται σαν ξένο σώμα στους Σαλγάρειους χώρους του μνημεία των Μουσουλμάνων κατακτητών, κλεισμένα στην αφηρημένη λειτουργική γεωμετρία τους, σαν εξωραϊσμένες φυλακές.

Ακόμη και μέσα στους Ινδούς Μουσουλμάνους υπάρχει κάτι το διχασμένο. Σαν ένα ξένο σώμα να έχει μπεί μέσα τους, η ζωή μιάς άλλης φύσης να έχει κεντρωθεί στη φύση τους. […] Εάν ο Ινδός χάσει την ανασφάλειά του, την ευγένειά του, το εύθραυστό του, την παθητικότητά του, τί θα απογίνει; Το Κοράνι σκληραίνει. Αποκαλύπτει βεβαιότητες, ενισχύει την ταυτότητα. Γι’ αυτόν τον λόγο δεν αισθάνομαι άνετα με τους Ινδούς της Μουσουλμανικής Θρησκείας […].

*

Κάθε φορά που κάποιος πηγαίνει να επισκεφθεί ένα μνημείο στη Ινδία, πέφτει δέσμιος του ξεναγού και ακολούθως τού πλήθους των ζητιάνων. Ένας ειρηνικός ταραξίας των ρουπιών και των ψιλών νομισμάτων. Στην «νεκρούπολη» της Άγκρας πέσαμε δέσμιοι του Abdullah, ενός μικρόσωμου Ινδού έφηβου Μουσουλμάνικου θρησκεύματος. Έπειτα προστέθηκε σ’ αυτόν, καθώς περνούσαμε κατά μήκος των αυλών και των προαυλίων, από τις εξωτερικές σκάλες και τα σκαλοπάτια, ένας Ινδουϊστής συνάδελφος, ο Bupati.

Ο Abdullah ήταν αναίσχυντος, ο Bupati συνεσταλμένος· ο Abdullah ένοιωσε κούραση από το να μάς ακολουθεί και ο Bupati δεν θα μάς είχε ποτέ εγκαταλείψει. Ο Abdullah έδειξε μια κάποια ειρωνεία για τον απροκάλυπτο θαυμασμό μας και ο Bupati ήταν πάντοτε δίπλα μας· στο τέλος ο Abdullah ζήτησε φιλοδώρημα, για εκείνον και για μια γυναίκα που ήρθε να μάς προσφέρει μερικά αρωματικά φρύγανα· ο Bupati εντούτοις δεν ζήτησε τίποτε και χαμήλωσε τα μάτια του εκτείνοντας απλώς ένα ευγενικό χέρι.

Πιέρ Πάολο Παζολίνι, Το Άρωμα των Ινδιών (έκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 1986 (β΄), σσ. 114-116, 116-117, 118-119).

-----
* Το motto εκ του Luigi Pirandello, Από μόνος του (έκδ. manifesto, Αθήνα 2024, σσ. 18, 19).

Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

ακτινοβολούν φώτα


Παρατηρήσαμε τα παιδιά που μάζευαν την κοπριά των αγελάδων απ’ τον δρόμο, τοποθετώντας την σε επίπεδα πλατιά καλάθια… Παρατηρήσαμε τις ομάδες των νεαρών Μουσουλμάνων με τα βιβλία τους κάτω από τα μπράτσα τους… Παρατηρήσαμε ένα αποχωρητήριο, δύο ψηλούς τοίχους μισό μέτρο πάνω από τις παρειές του αυλακιού, ανάμεσα στους οποίους οι Ινδοί κατουρούσαν καθισμένοι όπως είναι η συνήθειά τους… Παρατηρήσαμε τα κοράκια, πανταχού παρόντα στην Ινδία, με το ανώφελο σκούξιμό τους… Διασχίσαμε ολόκληρη την πόλη που όπως όλες οι Ινδικές πόλεις, είναι μια αδιαμόρφωτη μάζα γύρω από μία αγορά.

*

Καθώς η βάρκα απομακρύνεται φανερώνεται η όχθη στην ολότητά της. Ψηλά πάνω σε απόσταση ακτινοβολούν φώτα και εκεί υψώνεται το περίγραμμα ενός είδους πολιτείας του Άδη αλλά σε σεμνότερες αναλογίες, σχεδόν επαρχιώτικη. Είναι οι τοίχοι από τα παλάτια που οι μαχαραγιάδες και οι πλούσιοι κτίζουν για τον εαυτό τους με σκοπό να έρθουν να πεθάνουν στον Γάγγη.

Είναι οι ναοί, οι καλύβες, τα προστατευτικά τείχη. Αλλά όλα σκαρφαλωμένα με το ζόρι, συσσωρευμένα σε ένα απερίγραπτο χάος. Κάτω χαμηλά λάμπουν οι φωτιές πάνω σε μία άλλη αποβάθρα όμοια με εκείνη που μόλις αφήσαμε. Τώρα την πλησιάζουμε. Ένα κομμάτι μαύρης κεκλιμένης όχθης γεμάτης πλεούμενα.

Φθάνουμε κάτω από τις φωτιές. Είναι νεκρικές πυρές. Τρεις, δύο ψηλές όσο το ύψος μιας κινητής σκάλας και μία χαμηλότερη, λίγα μέτρα από την επιφάνεια του νερού.

Κατεβαίνουμε από την λικνιζόμενη βάρκα και περνώντας από τις καρίνες των άλλων πλεούμενων περιφερόμαστε ανάμεσα στην τέφρα και τα καμίνια, ακολουθώντας ένα τοίχο που μοιάζει να επέζησε σεισμού. Φθάνουμε από δύο σκάλες σε ένα ορθογώνιο χώρο όπου καίνε δύο πυρές.

Γύρω από τις πυρές βλέπουμε πολλούς Ινδούς να κάθονται συσπειρωμένοι με τα συνηθισμένα τους κουρέλια. Κανείς δεν κλαίει, κανείς δε λυπάται, κανείς δε νοιάζεται να συνδαυλίσει την φωτιά. Μοιάζουν όλοι να περιμένουν απλώς να τελειώσει η φωτιά μόνη της, χωρίς ανυπομονησία, χωρίς τουλάχιστον ένα αίσθημα πόνου, σκοτούρας ή περιέργειας.

Περπατούμε ανάμεσά τους κι εκείνοι ήσυχοι, ευγενικοί και αδιάφοροι μάς αφήνουν να περάσουμε μέχρι την άκρη τής πυράς. Δεν μπορείς να ξεχωρίσεις τίποτε, μόνο μία ποσότητα ξύλων, καλοκομμένων και καλοστοιβαγμένων στο μέσον της οποίας βρίσκεται ξαπλωμένος ο νεκρός.

Αλλά τώρα καίγεται ολόκληρος και τα μέλη δεν διακρίνονται από τα μικρά κλαδιά. Δεν υπάρχει κανένα άρωμα εκτός από εκείνο το λεπτό της φωτιάς.

Επειδή ο αέρας είναι κρύος πλησιάζουμε ενστικτωδώς με τον Μοράβια τις πυρές και καθώς προχωρούμε συνειδητοποιούμε ότι καταλαμβανόμαστε από το ευχάριστο αίσθημα που έχουν οι άνθρωποι όταν στέκονται γύρω από μια φωτιά τον χειμώνα, με δάκτυλα μουδιασμένα, απολαμβάνοντας το να στέκονται εκεί με μια ομάδα περιστασιακούς φίλους στα πρόσωπα των οποίων, στα ρούχα των οποίων, ατάραχα η φλόγα ζωγραφίζει την βαρειά της αγωνία.

Κι έτσι άνετα, μέσα στην ζεστασιά, βλέπουμε τον φτωχό νεκρό από κοντά να καίγεται εκεί, χωρίς να στενοχωρεί κανένα. Ποτέ, σε κανένα μέρος, σε καμιά χρονική στιγμή, σε κανένα συμβάν κατά την παραμονή μας στην Ινδία δεν νοιώσαμε τέτοια βαθειά αίσθηση επικοινωνίας, γαλήνης και -σχεδόν- χαράς.

Πιέρ Πάολο Παζολίνι, Το Άρωμα των Ινδιών (έκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 1986 (β΄), σσ. 79, 130-133).

Τετάρτη 15 Ιουλίου 2026

εκφρασμένη η αληθινή καλωσύνη


Το ταβάνι είναι είκοσι μέτρα ψηλά και όλο είναι διάτρητο από συμμετρικά παράθυρα, ορθογώνια ή σχήματος ημισελήνου, ανοιχτά. Μέσα στο κρύο της νύχτας… Από κάτω σχεδόν θλίψη. Μια μεγάλη αίθουσα αναμονής, άσπρη, με ένα πορτραίτο του Γκάντι στον τοίχο.

Ενός Γκάντι γυμνού σαν σκουλήκι, με ένα πολύ καθαρό κομμάτι λινού υφάσματος γύρω από το ισχύο και γυαλιά στην φάτσα, ελκυστικός όσο μια χελώνα.

*

Η αδελφή Τερέζα είναι μεγάλη στην ηλικία, με σκούρο δέρμα, διότι είναι Αλβανή, ψηλή, στεγνή, με δύο σχεδόν ανδρικά μήλα στο πρόσωπο και μια ευγενική ματιά που «βλέπει» τα πάντα καθώς κοιτάει. Μοιάζει εντυπωσιακά με μια διάσημη Αγία Άννα, τού Μιχαήλ Άγγελου. Και στα χαρακτηριστικά της είναι εκφρασμένη η αληθινή καλωσύνη, όπως περιγράφτηκε από τον Προυστ για την γριά Φρανσουάζ. Καλωσύνη χωρίς συναισθηματικά πρόσθετα, χωρίς προσδοκίες, ήσυχη συνάμα και εφησυχαστική, δυνατή και χρήσιμη.

*

Οι άνθρωποι της Ινδίας που εντρύφησα, ακόμη κι αν έχουν στην κατοχή τους κάτι ή εκτελούν εκείνο το λειτούργημα που καλείται «διακυβέρνηση», γνωρίζουν πως δεν υπάρχει ελπίδα. Μόλις και μετά βίας βρήκαν κάποια ελευθερία από την κόλαση με την βοήθεια μιας σύγχρονης πολιτιστικής χειραφέτησης, αλλά γνωρίζουν πως πρέπει να παραμείνουν στην κόλαση.

Ο ορίζοντας και τής πιο ασαφούς αναγέννησης δεν είναι ορατός σ’ αυτήν την γενιά ούτε κάν στην επόμενη και ποιός ξέρει σε ποιά από τις επόμενες. Η απουσία κάθε πραγματοποιήσιμης ελπίδας ωθεί την Ινδική μεσαία τάξη όπως είπα προηγουμένως, να κλείνεται σ’ εκείνη την μικρή βεβαιότητα που κατέχει. Την οικογένεια. Στριμώχνονται σ’ αυτήν για να μην βλέπουν ή να μην βλέπονται.

*

Μέσα σε ατμόσφαιρα Λεοπάρδαλης μερικά παιδιά παίζουν μπροστά από το σπίτι των γονιών τους. Ένα πολύ μικροκαμωμένο παιδί κρύβεται μέσα σε ένα υπόστεγο και γρήγορα το βρίσκουν. Το άλλο, λίγο πιο μικροκαμωμένο, μάς κοιτάζει γεμάτο γλυκύτητα. Κοντά υπάρχουν επίσης μια κατσίκα με μικρά που ακόμη θήλαζαν, ένα σκυλί και ένας μικρός παπαγάλος σε ένα κλουβί κρεμασμένο στα κλαδιά του banjan μπροστά από το σπίτι.

Ο Μοράβια δεν κρύβει την έντονη συμπάθειά του για ένα από τα μικρά κατσίκια που πηδάει τριγύρω όλο ζωντάνια φωνάζοντας την μητέρα του. «Μα, Μα...»

Θα ήθελα να το πιάσω για να το χαϊδέψω αλλά ξεφεύγει. Έπειτα το κυνηγάει το παιδί που επιστρέφει σ’ εμάς με το κατσικάκι στην αγκαλιά του. Το κατσίκι είναι πολύ άσπρο, το παιδί πολύ μαύρο. Και τα δύο έχουν το ίδιο ευγενικό βλέμμα στα μάτια τους.

Πιέρ Πάολο Παζολίνι, Το Άρωμα των Ινδιών (έκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 1986 (β΄), σσ. 124-125, 52, 81, 126).

Σάββατο 11 Ιουλίου 2026

άπειρη πλαστικότητα των πραγμάτων


Οι ναοί μπροστά μας με τα δύο τμήματά τους,
(το ένα μεγάλο με το ingam μέσα,
το άλλο αντιμέτωπο και μικρότερο,
κάτι περισσότερο από μία σκεπή,
για να καλύψει την φοβερή αγελάδα από πέτρα
που αντικρύζει το ingam),
απλωμένοι στο χρυσό φώς τού ήλιου, ήσαν μιας ανεξάντλητης ομορφιάς.*

Αληθινά δεν γνωρίζω τί μπορεί να είναι η Ινδική θρησκεία. […] Γνωρίζω πως στο βάθος ο Βραχμανισμός μιλάει για μια αρχική ζωϊκή δύναμη, μια δυνατή πνοή «ανέμου» που ύστερα εκδηλώνεται και συγκεκριμενοποιείται στην άπειρη πλαστικότητα των πραγμάτων. Με άλλα λόγια είναι λίγο σαν την ατομική θεωρία. […]

Προσπάθησα να μιλήσω γι’ αυτό με πολλούς Ινδουϊστές, αλλά κανένας δεν έχει και την πιο παραμικρή ιδέα περί τούτου. Ο καθένας έχει την δική του λατρεία, Βισνού, Σίβα ή Κάλι και με πίστη ακολουθεί τα τελετουργικά της.

Για τα τελευταία, μπορώ απλά και μόνο να περιοριστώ σε μερικές περιγραφές, σαν εκείνες που έχω κάνει. Ωστόσο ένα πράγμα μπορώ να πώ. Ότι οι Ινδουϊστές είναι οι πιο καλωσυνάτοι, γλυκείς και πράοι άνθρωποι που είναι δυνατόν να ξέρω.

Καμιά βία δεν υπάρχει στις ρίζες τους, ο λόγος ακριβώς τής ύπαρξής τους. Ίσως μερικές φορές να υποστηρίζουν την αδυναμία τους με θεατρινισμό ή ανειλικρίνεια.

*

[…] Την επόμενη μέρα στο Κατζουράχο είχαμε την ευκαιρία να δούμε άλλον ένα απ’ αυτούς τους αγίους. Το Κατζουράχο είναι το πιο όμορφο μέρος της Ινδίας, στην πραγματικότητα το μόνο ίσως μέρος που μπορείς να πείς όμορφο με την δυτική αντίληψη της λέξης.

[…] μια καλύβα σε καλή κατάσταση, κατασκευασμένη από πέτρες. Μέσα στην καλύβα μια φωτιά και μερικά έπιπλα. Κάποιος έκανε βιαστικές κινήσεις σαν να κατατρυχόταν βασανιστικά από καθήκοντα. Ήταν ένας άνδρας γύρω στα σαράντα με περιποιημένη μαύρη γενειάδα και ένα μαύρο μουστάκι σε στυλ ντ’ Αρτανιάν.

Το παρουσιαστικό του αμέσως με απώθησε. Παρατηρώντας τον καλά έβλεπες πως στην ουσία δεν έκανε τίποτα, δεν ασχολείτο μες το άναμμα της φωτιάς, με μαγείρεμα φασολιών ή οτιδήποτε άλλο. Ακόμη πως με προσοχή, ακρίβεια και αφοσίωση κάποιου που κάνει μια δουλειά που θεωρείται απαραίτητη, έπαιρνε μέρος σε μια ιεροτελεστία. Κινείτο σαν τρελλός γύρω στην καλύβα, σταματούσε, άγγιζε αντικείμενα, έκανε χειρονομίες, έσκυβε προς τη γή.

Τον αφήσαμε εκεί παγιδευμένο στην μανιακή του συγκέντρωση, στην ατέλειωτη υπομονή του.

*

Αλλά είναι ελάχιστες σκιές στα άκρα ενός τόσο άπλετου φωτός, μιας τόσο μεγάλης διαφάνειας. Είναι αρκετό να δείς πώς λένε ναι. Αντί να συμφωνούν όπως εμείς ανεβοκατεβάζοντας το κεφάλι τους, το γυρνάνε γύρω όπως εμείς λέμε όχι. Ωστόσο η διαφορά στην κίνηση είναι τεράστια. Το όχι του που σημαίνει ναί συνίσταται στο να ταλαντεύουν το κεφάλι (το καστανόχρωμο, κατσαρό τους κεφάλι με το φτωχό μελαμψό δέρμα, στο ωραιότερο χρώμα που μπορεί ακόμη ένα δέρμα να έχει) τρυφερά. Μια κίνηση που αμέσως γίνεται γλυκειά: «Φτωχέ μου, λέω ναί χωρίς να ξέρω αν μπορεί να γίνει». Και αμήχανη: «Γιατί όχι;». Δειλή: «Είναι τόσο δύσκολο». Και συγκαταβατική: «Είμαι όλος δικός σου». Το κεφάλι πάει πάνω κάτω σαν να κόπηκε ευγενικά από τον λαιμό και οι ώμοι ανεβαίνουν λίγο με τον τρόπο ενός νέου κοριτσιού που υπερνικά την ντροπή του και που τώρα δείχνεται στοργικό.

Ειδομένες από απόσταση οι Ινδικές μάζες είναι καρφωμένες στην μνήμη μ’ αυτή την κίνηση τής επιδοκιμασίας και το παιδικό και ακτινοβόλο χαμόγελο στα μάτια που την συνοδεύει.

Είναι η θρησκεία τους σ’ αυτήν την κίνηση.

πρόκειται για το Πύθιο των επιγραφών που μάς πληροφορούν ότι
στον εσωτερικό θάλαμο, ο οποίος είχε άνοιγμα στη στέγη,
υπήρχε ένας φοίνικας χάλκινος (;) και τρία αγάλματα·
υπήρχε επίσης μια κιονοστοιχία εσωτερική σε σχήμα Π
και φωτιά μόνιμα αναμμένη, από την οποία κάθε χρόνο
έρχονταν οι Λήμνιοι κ.ά. να πάρουν το ιερό φώς
για να ανανεώσουν την φωτιά στην εστία της πόλης τους.**

Πιέρ Πάολο Παζολίνι, Το Άρωμα των Ινδιών (έκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 1986 (β΄), σσ. 40, 46, 47, 41). -Το motto εκ του ιδίου (ό.π., σ. 47).

-----

** Το καταληκτικό όμως motto εκ της Φωτεινής Ζαφειροπούλου, Δήλος. Τα μνημεία και το Μουσείο (έκδ. Κρήνη, Αθήνα 2008, σσ. 27).