Παρασκευή 15 Σεπτεμβρίου 2017

γιὰ τὸν Καλυδώνιον σῦν καὶ τὴν Γοργόνην...


[...] Ἐν πολλοῖς δὲ καὶ τοὺς τῇ ἀστρικῇ προσκειμένους προσιέμενος ἄλλα τε ταῖς αὐτῶν ὑποθήκαις ὑπείκων εἰργάζετο, καὶ δὴ καὶ τὸν Καλυδώνιον σῦν, ὃς ἐν τῷ ἱππικῷ φρίσσων τὴν ἐπινώτιον τρίχα ῥύδην φέρεται, τῆς βάσεως καθελὼν μετήνεγκεν εἰς τὸ μέγα παλάτιον, τὸν τὴν ὁρμὴν συώδη καὶ ἀτάσθαλον δῆμον τῆς πόλεως καταστελεῖν ἐντεῦθεν οἰόμενος.

Ἀλλὰ καὶ τῶν ἀγοραίων οἱ φιλοινότεροι τὸ ἑστὼς ἐπὶ στήλης ἐν τῷ Κωνσταντινείῳ φόρῳ τῆς Ἀθηνᾶς ἄγαλμα εἰς πλεῖστα διεῖλον τμήματα· ἐδόκει γὰρ τοῖς ἄφροσι σύρφαξιν ὑπὲρ τῶν ἐξ ἑσπέρας ἐστοιχειῶσθαι τοῦτο στρατῶν. ἀνέβαινε μὲν τὴν ἡλικίαν ὄρθιον ὡς ἐς τριακάδα ποδῶν, ἠμφίεστο δὲ στολὴν ἐξ ὁποίας ὕλης ὅλον τὸ ἰνδαλλόμενον κεχαλκούργητο. ποδήρης δ᾿ ἦν ἡ στολὴ καὶ συμπτυσσομένη πολλαχῇ τῶν μερῶν, ὡς μή τι τοῦ σώματος παραφαίνοιτο, ὅπερ ἡ φύσις περιστέλλειν ἐπέταξε. μίτρα δ᾿ Ἄρεος τὴν ἰξὺν διειληφυῖα ἱκανῶς αὐτὴν περιέσφιγγεν. εἶχε δὲ κἀπὶ τοῖς στέρνοις ὂν ὀρθοτίτθιον ποικίλον αἰγιδῶδες ἐπένδυμα, τῶν ὤμων διεξικνούμενον, τὴν τῆς Γοργόνης τυποῦν κεφαλήν. ὁ δέ γε αὐχὴν ἀχίτων ὢν καὶ πρὸς τὸ δολιχόδειρον ἐκτεινόμενος ἄμαχον εἰς ἡδονὴν θέαμα ἦν. τοσοῦτον δ᾿ ὁ χαλκὸς πρὸς τὴν ἑκάστου μίμησιν πειθήνιος ὑπηλλάττετο, ὥστε καὶ τὰ χείλη δόξαν παρεῖχον, ὡς εἰ προσμενεῖ τις, μείλιχον φωνὴν ἐνωτίσεται. καὶ φλεβῶν δὲ διεκτάσεις ὑπεκρίνοντο καὶ ὡς ὑγρὸν ὅλον τὸ σῶμα ἐν οἷς ἔδει περιεκλᾶτο καὶ ζωῆς ἀπέχον μετεῖχεν ὡς ζῶν ἀνθηρότητος, τοὺς ὀφθαλμοὺς ἱμέρῳ παντὶ ῥεόμενον. ἵππουρις δ᾿ ἐπικειμένη τῇ κεφαλῇ δεινὸν καθύπερθεν ἔνευεν. ἡ δὲ κόμη ἐς πλέγμα συνεστραμμένη καὶ δεσμουμένη ὄπισθεν, ὅση κέχυτο ἐκ μετώπων, τρυφή τις ἦν ὀφθαλμῶν, μὴ ἐπίπαν τῷ κράνει συνεχομένη, ἀλλά τι καὶ παρεμφαίνουσα τοῦ πλοχμοῦ.ῶν δὲ χειρῶν ἡ μὲν λαιὰ τὰ συνεπτυγμένα τῆς ἐσθῆτος ἀνέστελλε, θατέρα δ' ἐκτεινομένη πρὸς κλίμα τὸ νότιον εἶχε καὶ τὴν κεφαλὴν ἠρέμα ἐγκλινομένην ἐκεῖ καὶ τὰς τῶν ὀφθαλμῶν ἐπ᾿ ἴσης τεινομένας βολάς· ὅθεν οἱ μηδὲ τὰς θέσεις τῶν περάτων ὁπωσοῦν ἐπιστάμενοι ἐς ἑσπέραν ἀφορᾶν τὸ ἄγαλμα διετείνοντο καὶ οἷον ἐπισπᾶσθαι χειρὶ τὰ ἐκ δυσμόθεν στρατεύματα, κακῶς κρίνοντες καὶ μὴ πρὸς ἔννοιαν ὀρθὴν τοῖς ὁρατοῖς ἐπιβάλλοντες.


(Διήγησις Χρονική Νικήτα Χωνιάτου,  
 ΑΡΧΟΜΕΝΗ ΑΠΟ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΚΟΜΝΗΝΟΥ
 ΚΑΙ ΛΗΓΟΥΣΑ ΜΕΧΡΙ ΤΗΣ ΑΛΩΣΕΩΣ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ
 ΣΥΜΒΑΝΤΑ ΤΟΙΣ ΡΩΜΑΙΟΙΣ, σσ. 238-239).

Άλλο απόσπασμα από το ίδιο έργο εδωδά.

Δευτέρα 11 Σεπτεμβρίου 2017

έχει φιλότιμο η φιλοτιμία;


Eνόσω την έβλεπες εφέρεσο προς αυτήν
 ως προς άωρον παιδίον·
 όταν την ήκουες ηναγκάζεσο να
 την φαντάζεσαι ως το μόνον ιδανικόν
 ωρίμου παρθενικής τελειότητος.*

Η ελληνική γλώσσα διαθέτει λέξεις που δεν μπορούν να μεταφραστούν σε καμία άλλη γλώσσα. Όπως η λέξη φιλοτιμία, από την οποία προέρχεται το φιλότιμον, το βασικό χαρακτηριστικό της ελληνικής ψυχής. Ως εκ τούτου και η ελληνική ψυχή, σε αντίθεση με τη γαλλική ή την ιταλική που δεν έχουν τη λέξη φιλοτιμία να τους συντρέξει είναι μοναδική. Γράφει ο Πλούταρχος στον βίο του Θεμιστοκλέους: «Η φιλοτιμία του ξεπερνούσε τους πάντες, ώστε ενώ ακόμη ήταν νέος και αφανής, εκλιπαρούσε τον Επικλέα τον κιθαριστή από την Ερμιόνη ο οποίος ήταν τότε περιζήτητος στην Αθήνα, να μελετά σπίτι του για να μαζεύεται πολύς κόσμος...» - «... φιλοτιμούμενος πολλούς την οικίαν ζητείν...». Ήταν φιλότιμος ο Θεμιστοκλής. Ήταν τόσο φιλότιμος που όταν πήγε στην Ολυμπία ανταγωνιζόταν με τον Κίμωνα στη λαμπρότητα και στην πολυτέλεια των δείπνων του και της σκηνής του. Και όπως λέει ο Πλούταρχος: «ουκ ήρεσκε τοις Έλλησι».

Περίεργα πράγματα θα μου πείτε. Εδώ εμείς έχουμε τη φιλοτιμία κορώνα στο κεφάλι μας κι αυτό δεν άρεσε στους τότε Έλληνες; Και πας στο Λίντελ Σκοτ και διαπιστώνεις ότι η σημασία της λέξης ήταν μάλλον αρνητική. Δήλωνε αγάπη για τις τιμές, φιλόδοξη επίδειξη, ισχυρογνωμοσύνη, ασωτία. Είχε και τη θετική σημασία της γενναιοδωρίας. Ο Θεμιστοκλής, πάντως, όταν έκρινε ότι οι συμπολίτες του δεν ήσαν σε θέση να ικανοποιήσουν τη φιλοτιμία του παραδόθηκε στον Πέρση βασιλιά, ο οποίος και του απέδωσε τις τιμές που επιθυμούσε. Και για να είμαστε δίκαιοι, όταν ο Πέρσης του ζήτησε να συνδράμει στον πόλεμο εναντίον των Ελλήνων αυτοκτόνησε, είτε με κώνειο είτε πίνοντας αίμα ταύρου –πάντα κατά τον Πλούταρχο. Έχει και η φιλοτιμία το φιλότιμό της.

Θα είχε νομίζω ενδιαφέρον αν κάποιος από τους περιβόητους γλωσσολόγους μας, αντί να ασχοληθεί με τη συγγραφή του εκατοστού πεντηκοστού έκτου λεξικού της ελληνικής, να ασχοληθεί με τη μεταμόρφωση της σημασίας των λέξεων μέσα από τα κείμενα. Το θέμα βέβαια δεν είναι φιλοσοφικό ούτε μόνον γλωσσολογικό. Εχει να κάνει και με τις μεταμορφώσεις της κοινωνίας και των ηθών. Πώς η φιλοτιμία από ελάττωμα κατέληξε να είναι αρετή; [...]

Τάκης Θεοδωρόπουλος, "Έχει φιλότιμο η φιλοτιμία;" εν Καθημερινή (30.07.2017). Ως συνέχεια των προηγουμένων. Ο ίδιος.


-----
* Το motto εκ του Γεωργίου Βιζυηνού, Mεταξύ Πειραιώς και Nεαπόλεως, δημοσιευμένο κι εδωδά, στην ιστοσελίδα του Σπουδαστηρίου του Νέου Ελληνισμού. Διαπλέκται ο στοχασμός του συγγραφέα γύρω από μιαν αντίθεση με την ηγαπημένη μου λεξούλα. Ο ίδιος.

Πέμπτη 7 Σεπτεμβρίου 2017

ο σκοταδισμός της ενιαίας σκέψης...


«Το πολιτικώς ορθόν είναι η αστυνομία της σκέψης. Τις περισσότερες φορές είναι εσωτερικευμένη. Σου απαγορεύει να πεις αυτό που πιστεύεις πως είναι αλήθεια, αν αυτή η αλήθεια δεν ανταποκρίνεται σε αυτό που θα θέλαμε να είναι ή σε αυτό που θα έπρεπε να είναι βάσει της κυρίαρχης σκέψης, βάσει του πολιτικώς ή ηθικώς ευκταίου». Τον ορισμό τον δανείζομαι από τον Γάλλο φιλόσοφο André Comte - Sponville.

[...]

Το «πολιτικώς ορθόν» οδηγεί σε ένα είδος πρωτογενούς βλακείας, διότι πολύ απλά αναιρεί τη σκέψη προϋποθέτοντάς την. Η σκέψη στηρίζεται στην αμφιβολία. Και κάθε φορά που την αμφιβολία την υποκαθιστούν βεβαιότητες η σκέψη καταργείται. Ακόμη κι αν αυτές οι βεβαιότητες είναι παράγωγα σκέψης, μιας σκέψης που έχει γίνει και έχει σταματήσει προ πολλού να γίνεται, διότι είναι κατασταλαγμένη.


*


[…] H απολυταρχία της πολιτικής ορθότητας επιβάλλεται ως ιερό ταμπού. Οι ίδιοι που υποτίθεται πολέμησαν την εκκλησία έχουν ενεργοποιήσει τον σκοταδισμό της ενιαίας σκέψης. Και δεν μιλώ για τους φτηνούς επαγγελματίες που σε σέρνουν στα δικαστήρια αν τολμήσεις να αναρωτηθείς μήπως είναι θέμα πολιτισμικής διαφοράς το γεγονός ότι στο Ισλάμ δεν έχει καταργηθεί η θανατική ποινή. Μιλώ για τους καλοπροαίρετους, πλην όμως αφελείς προοδευτικούς, οι οποίοι επειδή έχουν κλείσει τους λογαριασμούς τους με τον χριστιανισμό αρνούνται να τον αποδεχθούν ως στοιχείο της ευρωπαϊκής πολιτισμικής ταυτότητας. Γιατί η ανεξιθρησκία δημιουργήθηκε σε χριστιανικό περιβάλλον και όχι αλλού; Ερώτηση κρίσεως κι αυτή.

Υπάρχει μια προοδευτική αλαζονεία, η οποία θυμίζει τον βολταιρικό Καντίντ. Ο κόσμος μας είναι υπέροχος, είναι ο καλύτερος δυνατός. Δεν αντιλέγω. Γι' αυτό και δεν θέλω ούτε να τον ανατρέψω ούτε να τον καταστρέψω. Ο Καμύ είχε ζήσει τον Β΄ Παγκόσμιο όταν έγραφε ότι το ζήτημα είναι πώς θα συντηρήσουμε τις αξίες του πολιτισμού μας. Είχε ζήσει τη φρίκη και βίωνε το προσωπικό του δράμα με τον πόλεμο στην Αλγερία. Για να το θέσω διαφορετικά: από την Ντοκουμέντα προτιμώ τον Άγιο Πέτρο της Ρώμης και τον Γκόγια. Αυτά τα τελευταία, τουλάχιστον, δημιούργησαν τα πολιτισμικά μου αντισώματα. Με έμαθαν να βλέπω τον κόσμο και να τον σκέφτομαι.

Η προοδευτική αλαζονεία ισοδυναμεί με πολιτισμική αμνησία. Άσε το παρελθόν εκεί που βρίσκεται, στα αρχεία των ιστορικών, σού λένε. Ο δικός μας κόσμος δεν μοιάζει με κανέναν. Φτιάχνουμε τον καινούργιο άνθρωπο, ο οποίος θα μπορεί ακόμη και να διαλέγει το φύλο του. Μαθήματα διεμφυλικής ταυτότητας παρέδωσαν οι χωριάτες του δικού μας υπουργείου Παιδείας.

Ενας άνθρωπος χωρίς φύση, χωρίς μνήμη, πρώτη ύλη για την προοδευτική απολυταρχία.


*


[...] Με ποια επιχειρήματα μπορεί κάποιος να υπερασπίζεται τα σύνορα σε έναν κόσμο όπου η κατάργησή τους θεωρείται ως η ύψιστη ηθική αρχή, η τελευταία ενσάρκωση του καλού; Κατάργηση των γεωγραφικών, των πολιτικών, των πολιτισμικών συνόρων, κατάργηση του συνόρου ανάμεσα στο δημόσιο και στο ιδιωτικό, ανάμεσα στο αρσενικό και στο θηλυκό, στην εφηβεία και στην ωριμότητα. Σύνορα πουθενά, γιατί τα σύνορα απαγορεύουν, κλείνουν, περιορίζουν. Είναι συντηρητισμός ή σκέτη οπισθοδρόμηση να τα υπερασπίζεσαι; Οι απαντήσεις που δίνει είναι ένα κράμα θεωρητικών αρχών, εμπειρικών παρατηρήσεων και ιστορικών αναφορών. Συμπυκνώνω και επεκτείνω. Τα όρια διαγράφουν τη μορφή. Χωρίς μορφή δεν υπάρχει ζωή. Η ζωή γεννιέται από τη στιγμή που ένα μέσα ξεχωρίζει από ένα έξω. Η αντίληψη των ορίων, των συνόρων, συνοδεύει την πορεία των πολιτισμών. Η Ρώμη ιδρύθηκε με το χάραγμα ενός κύκλου από τον Ρωμύλο, η Αθήνα και ο ελληνικός πολιτισμός της πόλης-κράτους δεν θα υπήρχαν χωρίς τα τείχη. Η δημοκρατία γεννήθηκε και υπάρχει χάρη στον ορισμό του δικαιώματος του εκλέγειν και εκλέγεσθαι.


Τάκης Θεοδωρόπουλος, "Μετανάστες και καλοκάγαθοι ιθαγενείς", "Η προοδευτική απολυταρχία" και "Εγκώμιο των συνόρων" εν Καθημερινή (01.01.2017, 16.07.2017 και 11.06.2017). Τρία εκτενή αποσπάσματα του γνωστού συγγραφέα αρθρογράφου με κάποιο ενδιαφέρον.

Κυριακή 3 Σεπτεμβρίου 2017

τα φύλλα ποτέ


σπανιως πεφτει

η σκια των φυλλων στο προσωπο


και τα φυλλα ποτέ.

γιατι τα δεντρα ειναι εκει
που ειμαι ακομη παραλιγο ξενος, μιλω
μια γλωσσα που δεν εχει
τις λεξεις υετός και κρεβάτι
ή διψω για την οσμη σου


iacovos camchis (απ' εδωδά,
την 12/11/16 αναρτημένο).

Τετάρτη 30 Αυγούστου 2017

με την ελπίδα να προωθήσει ένα διαφορετικό μέλλον


[...] Το σύνθημα [βασανίζομαι] στους τοίχους εγκαινιάζει ένα κεφάλαιο της ιστορίας όπου οι άνθρωποι, έχοντας κουραστεί να αισθάνονται ένοχοι, να αποφεύγουν να αναλάβουν την ευθύνη και να μεταθέτουν τις κατηγορίες και έχοντας βαρεθεί τις πολιτικές διαμάχες, τον φανατισμό και τα μεγαλόστομα ιδεώδη, παραδίδονται σε μια καπιταλιστική δυστοπία.

Παρ' ὀλα αυτά, το γεγονός ότι η ιστορία του Δημητρίου προτάσσει το βασανίζομαι έρχεται σε αντίφαση με την παρουσίαση της κρίσης ως «ημέρας της κρίσεως» βασισμένης σε παμπάλαιες κατηγοριοποιήσεις. Αν η βάσανος είναι μια οδυνηρή διεργασία αναζήτησης της αλήθειας, η μέση φωνή του βασανίζομαι υποδεικνύει ένα άλλο είδος αλήθειας πέρα από την απόδοση ευθυνών με το προτεταμένο δάχτυλο, μέσα από νέες γραμματικές και υποκειμενικότητες.

Από τη λογοτεχνική φαντασία του Δημητρίου ώς τους ελληνικούς τοίχους, το βασανίζομαι προτάσσει την ανάγκη για μια γραμματική που όχι μόνο θα αναπαριστά την κρίση αλλά θα προκαλεί και μια κρίση στην αναπαράσταση και στην υποκειμενικότητα, με την ελπίδα να προωθήσει ένα διαφορετικό μέλλον.

Μαρία Μπολέτση, “Από το υποκείμενο της κρίσης στην κρίση του υποκειμένου: η μέση φωνή στους ελληνικούς τοίχους”, στο: Documenta 14, Reader (Μόναχο 2017, σ. 466). Αρχικά όμως στο: Journal of Greek Media & Culture 2, τχ. 1 (Απρίλιος 2016), απ’ αφορμἠ την ομόθεμη νουβέλα του Σωτ. Δημητρίου.

Σάββατο 26 Αυγούστου 2017

μετά την άλωσιν


Ἀλλὰ τί; προφθάνει μου τὸν λόγον τὸ βάρβαρον καὶ τοῦ πτεροῦ τῆς ἱστορίας ταχυπετέστερον φέρεται καὶ οὐδέ πῃ ὡς ἀντίξουν ἐπέχεται. ἡ μὲν γὰρ ἔτι προνομεῦον αὐτὸ τὰς Θήβας καὶ χειρούμενον Ἀθήνας, τῆς δ᾿ Εὐβοίας ἐπιβαῖνον διέξεισι· τὸ δέ, ὡς μὴ πεζαίτερον ὄν, ἀλλὰ πτηνὸν καὶ ἀέριον, ὑπερπτὰν τὴν ἱστορίαν χωρεῖ πρὸς Ἰσθμόν, τροποῦται τὸ πρὸ Ἰσθμοῦ προσεδρεῦον Ῥωμαϊκόν, πρόεισιν εἰς πόλιν πρὸς Ἰσθμῷ κειμένην καὶ πάλαι ἀφνειὸν τὴν Κόρινθον, μεθίσταται πρὸς Ἄργος, περιπαπταίνει τοὺς Λάκωνας, ἐς Ἀχαΐαν ἔνθεν προσβάλλει, ἐκ τοῦδε τὴν Μεθώνην μετέρχεται καὶ ὁρμᾷ πρὸς Πύλον τὴν πατρίδα Νέστορος. οἶμαι δ᾿ ὡς Ἀλφειῷ ἐπιστὰν ἀρύσεται τοῦ ῥείθρου καὶ λούσεται καὶ μνήμην λήψεται παλαιοῦ χαρίεντος διηγήματος· καὶ μαθὸν τὸν ποταμὸν τῷ τῆς Ἀρεθούσης ὑγραινόμενον ἔρωτι, Σικελικῆς πηγῆς καὶ παῖδας Ἰταλῶν ποτιζούσης, δέδια μὴ καὶ αὐτὸ τυραννῆσαν τὸ ὕδωρ γράψῃ καθ᾿ ὑγρῶν καὶ δι᾿ Ἀλφειοῦ τοῖς ἐκ τοῦ γένους ἐκεῖσε διασαφήσειε τὰ καθ᾿ Ἑλλήνων ἀνδραγαθήματα.

Ἀλλ᾿ ὦ Ἕλλην ποταμὲ Ἀλφειέ, ῥεῦμα ῥέον δι᾿ ἅλμης πότιμον, ξενίζον ἄκουσμα, ἐμπύρευμα ἔρωτος, μὴ δὴ τὰ Ἑλλήνια δυσπραγήματα τοῖς ἐν Σικελίᾳ βαρβάροις διατρανώσειας, μηδ᾿ ἔκπυστα θείης ὅσα οἱ ἐκ σφῶν ἐπιστρατεύσαντες Ἕλλησι καθ᾿ Ἑλλήνων ἐμεγαλούργησαν, ἵνα μὴ χοροὶ στῶσι καὶ παιᾶνες ᾀσθῶσι καὶ πλείους κατάρωσιν οἱ διάφοροι. βραχύ τι ἐπίμεινον· ἀλλοπρόσαλλος ἡ μάχη, πεττευτὰ τὰ ἀνθρώπινα, καὶ νίκη ἐπαμείβεται ἄνδρας. οὐδ᾿ Ἀλεξάνδρῳ φασὶ τὰ ἐπὶ πᾶσιν ἀπρόσκοπα, οὐδ᾿ ἀδιάπτωτος ἡ τύχη παράπαν τοῦ Καίσαρος. ναὶ πρὸς αὐτῆς τῆς Ἀρεθούσης καὶ τῶν ἀνεπάφων ἅλμης φιλοτήτων καὶ τοῦ ἐρωτόεντος νάματος. ἀλλ᾿ εἶεν.

(Διήγησις Χρονική Νικήτα Χωνιάτου,  
ΤΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΛΩΣΙΝ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ
 ΣΥΜΒΑΝΤΑ ΤΟΙΣ ΡΩΜΑΙΟΙΣ, σ. 259).

Άλλο απόσπασμα από το ίδιο έργο εδωδά.