Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2018

λόγω υπερβολικού σουρεαλισμού


Αδάμ

Παρόλο που βρισκόταν στον ουρανό,
Ο Αδάμ περπατούσε στις αλέες του απασχολημένος και λυπημένος
Επειδή δεν γνώριζε τί τού λείπει.
Τότε ο Θεός έπλασε γι' αυτόν την Εύα
Από το ένα πλευρό του Αδάμ.
Και τού πρώτου ανθρώπου τού άρεσε τόσο πολύ αυτό το θαύμα
Τόσο πολύ από την πρώτη στιγμή
ώστε το άγγιξε σχεδόν αμέσως κι εν συνεχεία,
Αισθάνθηκε τα δάχτυλά του να γλυστρούν
Πάνω σε στήθια άκαμπτα και σε μηρούς γλυκούς
Όπως σε περιγράμματα από νότες μουσικής.
Μια Εύα νεαρή ανέτειλε μπροστά του.
Μόλις άρχισε ν' αναδύεται μέσα από τον καθρέφτη
Με χείλη αχνοκόκκινα.
“Αυτή είναι ζωή!” - αναφώνησε ο Αδάμ
Κι έπλασε κι αυτός ακόμη μία.
Κι έτσι, κάθε φορά που η Εύα η επίσημη
Τού γύριζε τις πλάτες
Ή πήγαινε στην αγορά χρυσού, για σμύρνα και λιβάνι
Ο Αδάμ έφερνε στο φώς κάποια καινούρια ερωμένη
Απ' το χαρέμι των «πλευρών» του.
Ο Θεός όμως παρατήρησε
Αυτή την προσβλητική δημιουργία του Αδάμ
Κι έτσι τον κάλεσε μπροστά του, τον σιχτίρισε με τρόπο θεϊκό
Και τον απέπεμψε απ' τον ουρανό
Λόγω υπερβολικού σουρεαλισμού.

Marin Sorescu, ποίημα από τα Νεανικά Ποιήματα (μτφρ. Δημ. Κανελλόπουλος).


*


Θα ξαναβρεθούμε

Στη θάλασσα
Εσύ
Σαν νερό
Κι εγώ
Σαν άνθος λωτού
Εσύ θα με φορέσεις
Εγώ θα σε πιώ
Θ' ανήκουμε ο ένας στον άλλον
Ενώπιον όλων των ματιών.
Ακόμα και τ' αστέρια
Θα εκπλαγούν:
Εδώ το όνειρό τους
Που τούς μνημόνευσε
Έχει μεταμορφώσει
Και τούς δύο.

Rose Auslander, ποίημα από τα Νεανικά Ποιήματα (μτφρ. Ιω. Αβραμίδου).

Δημοσιευμένα στο περ. Οροπέδιο (τ. 15, Καλοκαίρι 2015, σσ. 560-561, 566).

Δευτέρα 10 Σεπτεμβρίου 2018

ποτάμια πλεγμένα το ένα στο άλλο τυλίγονταν


Το μαντήλι (The Scarf)

Τυλιγόταν γύρω απ’ το κεφάλι και τον λαιμό της σαν
Φήμη πράγματος που δεν είχε κάνει
Γιατί, όταν η στιγμή ωρίμαζε, το αμελούσε
Ενώ θα μπορούσε συχνά να έχει κάνει, αν το ήθελε
Από πού για τ’ όνομα θεού, αναρωτιόμουν, ξεκινάει
Και πού μπορώ να φανταστώ το τέλος του;
Απόκρημνες ακτές μού χαμογελούσαν, δολιχωτά
Ποτάμια πλεγμένα το ένα στο άλλο τυλίγονταν
Και τυλίγονταν γύρω της σαν επιθυμίες να παινέψουν
Κάθε κίνηση του κορμιού της.
Όταν κινιόταν, το ίδιο έκαναν οι ακτές, τα ποτάμια,
Στριφογύριζαν μαζί της καθώς ο χειμωνιάτικος ήλιος έδινε
Έμφαση στα χρώματα που τρεμόπαιζαν στις ακτίνες του,
Γκριζόστικτες γραμμές του άσπρου, ντελίριο του μπλε.

Brendan Kennely, ποίημα από τα Νεανικά Ποιήματα (μτφρ. Σωκρ. Καμπουρόπουλος).

*
Ο δρόμος

Σκεπτόμενος και με τα χέρια στις πλάτες
Βαδίζω στην σιδηροδρομική γραμμή,
Ο πιο ευθύς δρόμος
Με θέληση.

Πίσω μου, με ταχύτητα,
Έρχεται ένα τραίνο
Το οποίον δεν άκουσε τίποτα για μένα.

Αυτό το τραίνο -μάρτυράς μου ο γερο-Ζήνων-
Δεν θα με προφτάσει ποτέ,
Διότι εγώ συχνά θα 'θελα μια προκαταβολή
Ενώπιον των πραγμάτων που δεν σκέφτομαι.
Ή ακόμη όταν, βιαίως
Θα περάσει πάνω μου,
Πάντοτε θα βρίσκει έναν άνθρωπο
Να προχωρεί μπροστά τουλάχιστον
Έμπλεο σκέψεων
Και με τα χέρια στις πλάτες

Όπως εμένα τώρα
Έμπροσθεν του μαύρου τέρατος
Το οποίον πλησιάζει με μια ταχύτητα τρομακτική
Με την οποία δεν θα με φτάσει
Ποτέ.

*
Πίνακες

[...]

Οι καμβάδες του Βαν Γκογκ είναι τρελοί,
Περιστρέφονται και σε χτυπούν στο κεφάλι,
Και πρέπει να κρατιέσαι καλά απ' αυτούς
Με τα δυό σου χέρια,
Γιατί είναι απορροφημένοι από μια δύναμη του φεγγαριού.

Δεν ξέρω γιατί ο Μπρύγκελ με κάνει να κλαίω,
Αυτός δεν ήταν γεροντότερος από εμένα,
Αλλά τον αποκάλεσαν γηραιό,
Γιατί σαν πέθανε τα γνώριζε όλα.

[...]

Marin Sorescu, ποίημα από τα Νεανικά Ποιήματα (μτφρ. Δημ. Κανελλόπουλος).

Δημοσιευμένα όλα στο περ. Οροπέδιο (τ. 15, Καλοκαίρι 2015, σσ. 540, 555-556 και 565-566, 562).

Πέμπτη 6 Σεπτεμβρίου 2018

ένα ξανθό σκοτάδι


πάντα τα μεν του σώματος ποταμός *

κάτω απ' τον αφαλό
ιστός με πανιά νευρικά
γυρεύοντας άνεμο

[...]

τύχη

σε ποθούσα παράφορα
κι αντιστεκόσουν ορθώνοντας

εσώρουχα τείχη


κάτοπτρο

στην πηγή των μηρών σου
τσακάλι ξανθό καθρεφτίζεται
με στόμα ανοιχτό και διψασμένο

[...]

στο κρεβάτι

σκίζω τον μαύρο σου στηθόδεσμο
κι απ' άκρη σ' άκρη
αφράτο άσπρο
χορταίνει το κρεβάτι


χρυσάφι

στα σκέλια σου ανάμεσα ανάσαινε
ένα ξανθό σκοτάδι


*

Ο Μπάμπης Δερμιτζάκης ενώνοντας ημιστίχια, σημειώνει: «Και κλείνουμε, όπως πάντα, με τους ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους που εντοπίσαμε στη συλλογή:»
Κατάγυμνο κρεμότανε απ΄τα κλαριά το κρύο (σελ. 10)
Όταν σ’ ακούω να έρχεσαι παλεύω με τον χρόνο (σελ. 33)
Την επομένη αντίκριζε το μάτι πικραμένο (σελ. 35)


Στάθης Κουτσούνης, ικανά αποσπάσματα από τα ποιήματα «Σωματογραφίες» περιεχόμενα στην συλλογή του· Στιγμιότυπα του σώματος (έκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα 2014, σσ. 15, 20, 28). - Το motto (ό.π., σ. 7) απόλογος που αποδελτιώνει και προτάσσει ως προμετωπίδα ο ποιητής εκ του Μάρκου Αυρηλίου (Εις εαυτόν, ΙΙ 17).

Κυριακή 2 Σεπτεμβρίου 2018

αγκαλιάζουν τη φύση σου σαν κισσοί


Ωδή στην αδυναμία

Αδυναμία,
χειμώνα καλοκαίρι
επαιτείς μέσα σε διπλά μισοφόρια
και καναβίσιες κιλότες
πού αγκαλιάζουν τη φύση σου σαν κισσοί.
Σαν τα θύματα της μαλάριας
τρέμεις στην καυτή ανάσα του χαμσινιού
και γδύνεσαι μόνο για να παρθείς
μ' αυτούς που γκρεμίζουν τους φράχτες σου.
Τούς καταπίνεις μαζί με χάπια κινίνου.
Κολλάς πάνω τους όπως οι πεταλίδες στο βράχο.
Σμίγεις παράταιρα σαν τα σκυλιά κώλο με κώλο
ως να ξαγκιστρωθείς μ' ένα τίναγμα
αρπάζοντας τα ρούχα σου βιαστικά
για να χαθείς χωλαίνοντας με συνοδεία από βλαστήμιες.
Αδυναμία,
πόση αγιοσύνη θρέφει τη μαύρη σου αρρώστια;
πόσες κουτσές ηδονές στριμώχνονται στα μπαγκάζια σου;

με πόση απελπισιά ξεχνάς τη γόβα σου σε κάθε φευγιό
προσμένοντας κάποιον να γονατίσει μπροστά σου
και φορώντας σου το υπόδημα να σε χρίσει βασίλισσα.

Δημήτρης Νικηφόρου, «Ωδή στην αδυναμία».



*


Μάρτης 1999

[...] Να κλάψεις χωρίς να το ξέρει κανείς – δάκρυα.
Δάκρυα όπως σαντουιτσάκια αργοπορημένα λεωφορεία ακουμπισμένα στην κολόνα.
Φάτσες στην είσοδο του Νοσοκομείου η οδός Πορτουένσε καπνισμένη και μια γωνιά γεμάτη μυγάκια μπροστά από την κόλαση
Αχ (τι μακρύ μονοπάτι μέχρι να φτάσεις στο στήθος)
Η ανατολή υψώνεται γρήγορα στον ουρανό ανάμεσα στα κτίρια
Έμοιαζε με ένα πουλάκι χωρίς φτερά ένας απελπισμένος αητός
(κι εμείς ακίνητοι σε ένα σκαλάκι διαβάζουμε για τον Βιέρι και τον Ντι Μπιάτζο
Μέχρι που το μάρμαρο να παγώσει τον κώλο μας
Και ο ουρανός από μπλε σκούρος να γίνει φωτεινός.
Και τα περιστέρια να ανταλλάζουν τα πρώτα χάδια ποιός ξέρει από ποιό πόθο συνεπαρμένα.
Και ήταν ένας άντρας ή μία γυναίκα
Και μού λέει ότι το άπειρο είναι πέρα από τις στοές, αόρατο και βουβό
Όπως ένα κλειστό ψιλικατζίδικο.
Βότανα, γιασεμιά, μανόλιες, τριαντάφυλλα. Κοριέρε ντέλο Σπορ, όλα τα Στηθάκια
Ο αφαλός τα μάτια το άπειρο όλα.
Κι εγώ παραπατούσα σα χαλασμένο τραμ
Βρέχει κάτω από τις στοές του Χέλντερλιν του Ντε Σολ
Σίγουρα είναι Μάρτης κι εγώ σαν ηλίθιος φωνάζω το όνομά μου “Βιτόριο”
(θέλω να ξαπλώσω σε ένα πάγκο υγρό από ψάρια)
Προετοίμαζαν τη λαϊκή. Καθάριζαν. Και ένας εργάτης εξέπεμψε μια θαυμάσια πορδή και με κοίταξε (Ωραίος!)
Λαχανιάζει η καρδιά με ψίχουλα αλκοόλ και πριόνια του Ντε Πίζις.
(να πεθάνεις και γιατί στο καλό. Θα το ήθελε ο Αλλάχ. Πόσο θα το ήθελε)
Αχ στάμνα στάμνα αγγείο καμώμενο από θραύσματα ανάμεσα σε σκουριασμένα σίδερα
Στάμνα της μυγδαλιάς και σκατά στάμνα του φιλιού της ανάμνησης του κερασιού
Όλα ήταν μια λανθασμένη στροφή στο μωσαϊκό
(αλλά να κάνεις λάθος στα 16 είναι δώρο θεού)
Και ύστερα τουλάχιστον αυτό από καρδιάς. Το να είμαστε μαλάκες.

Victor Cavallo, ποίημα από τη συλλογή Περίπατοι και φάρσες ενός ρωμαίου ποπολάρου (μτφρ. Αμ. Σαλαπάση).

Δημοσιευμένα και τα δυό στο περ. Οροπέδιο (τ. 15, Καλοκαίρι 2015, σσ. 504, 532-533).

Τετάρτη 29 Αυγούστου 2018

και καίγονται ούλες οι αρρώστιες...


...αγγεία δε θείου τε και ασφάλτου
εμπλησάμενοι και φαρμάκου,
όπερ Μήδοι μεν νάφθαν καλούσιν,
Έλληνες δε Μηδείας έλαιον,
πυρί δε ταύτα υφάψαντες
επί τας μηχανάς των κριών έβαλλον.*

Την ημέρα που γιορτάζει η χάρη του, όποιος θέλει μετράει μια κλωνιά με τον άγιο Γιάννη, όσο δηλαδή είναι το εικόνισμα του τέμπλου, και τη ζώνει στη μέση του. Κοιμάται με δαύτηνε δυό τρεις βραδιές κι ύστερα τήνε χύνει κερί και την ανάβει στη χάρη του και καίγονται ούλες οι αρρώστιες.

από την λαϊκή παράδοση της Κορώνης για την ημέρα τ' Α-Γιαννιού (29 Αυγούστου)


-----
* Στο motto ολίγος Προκόπιος (Γοτθικός πόλεμος, VIII, 11:36), περιγράφοντας το υγρόν πυρ, αποτελούμενο από θειάφι και νάφθα, δηλαδή πετρέλαιον Μηδείας, εντός χειροβομβίδων ή και, γενικότερων ούτως ειπείν, οβίδων βαλλόμενον.

Δευτέρα 27 Αυγούστου 2018

η λατρεία του «νεοφανούς» αγίου Φανουρίου


Άγιος Γεώργιος. [14]89 ή [14]97. Φορητή εικόνα αγίου Γεωργίου δρακοντοκτόνου.
Χρονολόγηση: [14]89 ή [14]97.
Διαστάσεις: 1,23 x 0,62 μ.

Προέρχεται από την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου του Άνω στην πόλη της Ρόδου. Στην ίδια θέση πιθανώς βρισκόταν το 14ο αιώνα η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου (του Φανουρίου). Αντίγραφο της λατρευτικής εικόνας του αγίου μεταφέρθηκε στην Κρήτη από τον ηγούμενο της μονής Βαλσαμονερού Ιωνά Παλαμά, από όπου άρχισε η λατρεία του «νεοφανούς» αγίου Φανουρίου.

Στη δεξιά κάτω γωνία διασώζεται τμήμα της χρονολόγησης της εικόνας ... ξ΄Ζ (...97). Με δεδομένο το γεγονός ότι αυτό το έργο, για τεχνοτροπικούς λόγους, δεν μπορεί να είναι παλαιότερου του 15ου και νεότερο των αρχών του 16ου αιώνα, η χρονολογία θα πρέπει να συμπληρωθεί [14]97 ή [69]97 (6997-5508= 1489).

Η Ρόδος από τον 4ο αιώνα μ.Χ. μέχρι την κατάληψή της από τους Τούρκους (1522). Παλάτι μεγάλου Μαγίστρου (έκδ. ΤΑΠ, Αθήνα 2004, σ. 92).