ΧΩΡΙΣ ΦΙΛΟ
Το πρόσωπό μου ακουμπισμένο
σε ένα βράχο,
έχει παγώσει.
Σύγνεφα δεν θωρείς στον ουρανό,
μονάχα τ’ άστρα και το φεγγάρι.
Είμαι μοναχός.
Φυσάει ο αγέρας,
το χέρι πάγωσε να προσμένει
ένα άλλο χέρι.
Κρύο το σώμα μου.
Κρύα η ψυχή μου.
Βράχοι οι φίλοι μου
στη νύχτα τούτη την παγωμένη.
*
Μια αγκαλιά ζητώ
για το κορμί μου.
Ένα χέρι ζεστό
για το δικό μου.
Ζητάω μια ψυχή
που να με νιώθει,
που να ζεστάνει την ψυχή μου.
Είμαι μονάχος μέσα στη νύχτα
την παγωμένη.
Το χέρι άπλωσα και περιμένω
κάποιον να ‘ρθεί.
*
ΘΕΛΩ ΝΑ ΠΑΩ
Ακούω τη φωνή πολλών
με περιμένουν, με φωνάζουν,
σκιρτά η ψυχή μου,
θέλω να πάω,
θέλω να πάω,
θέλω να λυθώ,
είμαι δεμένος.
Μού σφίγγουν πιο πολύ τις αλυσίδες
μ’ απομακρύνουν.
Θέλω να πάω,
με περιμένουν.
Είναι ο λαός μου
αυτοί οι διωγμένοι
οι κατατρεγμένοι,
ένας αλήτης,
ο γιός της πόρνης,
ο γιός της χήρας,
το ορφανό,
ο υβρισμένος,
ο νηστικός,
…………..
…………..
Με περιμένουν
είναι λαός μου
είν’ αδελφοί μου,
μα δεν μπορώ.
Είμαι δεμένος
βαριά δεμένος
θέλω να πάω,
θέλω να πάω...
Γιώργος Β. Μαυρομάτης, Εσχάτη Ώρα. Στοχασμοί (Ν. Σμύρνη 2024 (β’ - α΄ Ξάνθη 1965), σσ. 51, 60).