Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2018

η μοναξιά που προοδευτικά τιθασεύεται


Όλοι οι αποχωρισμοί είναι επώδυνοι. Η οδύνη είναι αναπόφευκτη, ταυτόχρονα όμως κάθε άνθρωπος προσπαθεί να μετριάσει την άσκοπη δυστυχία και οδύνη όταν η επιθυμία του εστιάζει εκεί την επιθυμούσα σημασία της, όσο αδύναμος κι αν νιώθει κανείς με την εξατομίκευσή του, κοινή οδύνη όλων των επιθυμούντων.

Διότι η οδύνη των πρώτων αποχωρισμών -γέννηση, απογαλακτισμός, νευρομυϊκή ανάπτυξη και αυτόνομη κίνηση στον χώρο- είναι εκείνη που οδηγεί προοδευτικά στην εξατομίκευση του σώματος του παιδιού, το οποίο, με τα απτά όριά του, αναδεικνύεται πλάσμα μοναδικό και χωρισμένο.

Τόσο η μόνωση όσο και το ότι το σώμα είναι τμητό, ιδιότητα χάρη στην οποία αποκαλύπτεται το μικρό του ανθρώπου, που αργεί πολύ να φθάσει στην πλήρη ανάπτυξή του, είναι ερεθίσματα για το παιδί που, ως προς την επιβίωση του σώματός του, εξαρτάται για πολύ μεγάλο διάστημα από μια γονεϊκή κηδεμονία. Η απουσία της το ωθεί να εφεύρει λεπτά μέσα, εξ αποστάσεως από τη σώμα με σώμα σχέση: τη γλώσσα – βλέμματα, φθόγγους, χειρονομίες που εκφράζουν τις ανάγκες και τις επιθυμίες του.

[...]

Εξημμένη από τη μοναξιά, η επιθυμία εφευρίσκει διάφορους τρόπους για να διαμεσολαβηθεί η επικοινωνία.

Πράγματι, η μοναξιά που αισθάνεται το μικρό του ανθρώπου διεγείρει τη μνήμη του και τη συμβολική λειτουργία του, ώστε να πλάθει υποκατάστατες κηδεμονικές παρουσίες, να φαντάζεται τον άλλον παρόντα, να τού μιλά σαν να ήταν εκεί, να μιμείται τις χειρονομίες του όταν είναι απών, να παίζει με τα χέρια του περιμένοντας την επιστροφή του, να ανακαλύπτει την εξουσία του στον περιβάλλοντα χώρο επινοώντας τρόπους για να τον αλλάξει, και να νιώθει ευχαρίστηση με όλες του τις αισθήσεις, ευχαρίστηση που δίνει στον εαυτό του και προσφέρει στους άλλους.

Ευτυχής δοκιμασία, η μοναξιά που προοδευτικά τιθασεύεται [...]

Φρανσουάζ Ντολτό, Για τη μοναξιά (μτφρ. Ελ. Κούκη, έκδ. Σμίλη, σσ. 72-73, 73-74). Και ακολουθεί ο ύμνος στην Μοναξιά (ό.π., σσ. 75-77).

Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2018

η ανοίκεια δοκιμασία τού να είναι κανείς δίχως να ξέρει


[...] ο αββάς Βησσαρίων (ζ΄) δεν θα διστάσει, όταν ο πρεσβύτερος απομάκρυνε κάποιον αδελφό από την εκκλησία γιατί είχε περιπέσει σε αμάρτημα, να τον ακολουθήσει έξω λέγοντας: «Καγώ αμαρτωλός ειμί».

Πουθενά δεν βρίσκουμε τόσο άμεση και οικεία σχέση του Θεού με τον άνθρωπο, όσο στη ζωή των αββάδων της Θηβαϊδος. Μόνο στο Ομηρικό σύμπαν οι θεοί εμπλέκονται τόσο άμεσα στις πράξεις και στα κατορθώματα των ηρώων, συμμετέχοντας στη μοίρα τους. Στην έρημο ο Θεός γεμίζει με την παρουσία του τη ζωή των γερόντων, οι οποίοι κοινωνώντας στην παρουσία αυτή, εγκαταλείπονται στα χέρια Του.

Αλέξανδρος Κοσματόπουλος, Έρημος λέξη (έκδ. Αρμός, Αθήνα 1996, σ. 29).


*

Μοναξιά, για εμάς τους ζωντανούς, με ακμαίες ακόμα τις δυνάμεις μας, είσαι η ανοίκεια δοκιμασία τού να είναι κανείς δίχως να ξέρει, μάς οδηγείς στον μαρασμό όταν δεν βρίσκεται κάποιο πρόσωπο για να γνωρίσουμε τον εαυτό μας εκεί, να τον αναγνωρίσουμε μαζί του και, πέραν των ανομοιοτήτων και των διαφορών μας στον χρόνο και στον χώρο, να ανακαλύψουμε τη χαρά της επικοινωνίας, τη θέρμη ενός ζήν που, μέσα στο υποταγμένο στις ανάγκες και στα όριά του σώμα του καθενός ξεχωριστά, εγκλωβίζεται στην απόγνωσή του.

Φρανσουάζ Ντολτό, Για τη μοναξιά (μτφρ. Ελ. Κούκη, έκδ. Σμίλη, σ. 80).

Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2018

Ρωμανός και Συμεώς


Στο κελλί της Θεοτόκου εν τοις Κύροις αποσκεπασμένος, απόμερος μακροημέρευσε. Έργα της νύκτας, που ετάζει νεφρούς και καρδίας, τα ποιήματά του. Και, για να μη μείνει στην αιώνια μνήμη εν καιρώ μοναχός με τους μοναχούς και ψαλμωδός με τους καντηλανάφτες που μαζί των εμόναζε, έκρυβε στις ακροστοιχίδες των ύμνων του την ελάχιστη μνεία της ποιητικής του ταυτότητας: «Του ταπεινού Ρωμανού». Ο ταπεινός υπερυψούται τώρα στη συνείδησή μας. Γιατί ήταν ο ίδιος μια συνείδηση προικισμένη και συνάμα αενάως διαδραματιζόμενη στη σφαίρα του πιο επίκαιρου επιστητού. Και πάντα παλεύοντας εδώθε απ’ την εξαΰλωση, ένα σκεύος.

Έτσι, σαν ένα σκεύος εκλογής στάθηκε εν μέσω του καιρού του, διάνοια μοναχική: πομπός ενεργητικός, διαλεκτική άγρυπνη μεταξύ των πιο υψηλών ιδεών και των φορέων τους, των ανθρώπων. Και σαν καρδιά κοινόχρηστος: πεδίον όπου μέσα του παραμένει πάντα ανοιχτή η αυλαία του αιώνιου αλλά και καθημερινού θείου δράματος. Κι ενώ ο καιρός εκύρτωνε από δυσχερή και δυσχείρωτη συνάμα σοφία, αυτός σφηνώθηκε εκεί ανάμεσα στα πένθιμα εμβόλια (έτσι θα τα έλεγε ο Κάλβος) μπόλι ζωής. Φρέσκος, δροσερός ήχος, λαλιά νεόκοπη, κρωγμός και κλάμα ζωντανού στήθους. Οι σκέψεις του κι αυτές φωνήεντα, ακόμη και το όραμά του επιφώνημα.

Είναι η εφηβεία, η ψυχολογική στιγμή του μεσαιωνικού μας Ελληνισμού. Και χρειάστηκε να περάσει πολύς χειμάζων αιώνας, για να καρποφορήσει η άλλη, η πνευματική στιγμή. Αυτήν πια ευδόκησε τώρα να την κατορθώσει, ολόκληρη μες στη μυστική φώτιση, ένας άλλος, μεγάλος άγνωστος, που τ' όνομά του θα πρέπει κάποτε σοβαρά ν' απασχολήσει ως σπουδή και την ποίηση. Μετά τού Ρωμανού την αγωνία η χάρις τού Συμεών του νέου, του Θεολόγου. Αυτός, αιωνίως εγκάθειρκτος, εκείνος προ πολλού απόδημος τού σώματος.

Του Ρωμανού ο κόσμος παρέμεινε εγκόσμιος, κυριολεκτώντας ουσία και λόγω. Ο Συμεών ευδόκησε περιφραστικά, να τον αποθεώσει:

Μοναχός όστις αμιγής έστι κόσμω
και αενάως ομιλών θεώ μόνον.
Βλέπων βλέπεται, φιλών φιλείται
και γίνεται φως λαμπόμενος αρρήτως.
Δοξαζόμενος δοκεί πλέον πτωχεύειν
και προσοικειούμένος ως ξένος πέλει.
Ω ξένον πάντη θαύματος καί αφράστου,
δια πλούτον άπειρον υπάρχω πένης
και μηδέν έχειν δοκώ, πολύ κατέχων,
και λέγων διψώ δια πλήθος υδάτων.

Έρχονται τώρα, ας τούς φαντασθούμε εναλλάξ, δυο στάσεις, δυο χωριστοί άνθρωποι, προ του φρικτού θρόνου της Κρίσεως. Ο Ρωμανός στο κάτω πάτωμα, εδαφιαίος, ολόσωμος, γαντζωμένος επάνω στη σάρκα του (γαιώδες αλώνι δοκιμασίας) αγωνιστικός κι αγωνιώδης, τρομερός και μολαταύτα περίτρομος:

Όταν έλθης ο θεός
επί γης μετά δόξης
ποταμοί δε του πυρός
προ του βήματος έλκη
και βίβλοι διανοίγωνται
και τα κρυπτά δημοσιεύωνται,
τότε ρύσαί με
εκ του πυρός του ασβέστου

Κι ο Συμεών επάνω υπερίπταται όλος ψυχή, δορυφόρος των άνω δυνάμεων:

Η δε απαυγή της δόξης σου της θείας
φως απλούν ημίν, φως γλυκύ καθοράται,
φως πνευματικόν βλεπόμενον μακρόθεν,
φως εντός ημών ευρισκόμενον αίφνης,
φως ως ύδωρ βρύον, ως πυρ τε φλέγον
τής ήσπερ πάντων καθάψεται καρδίας.

Ο 10ος αιώνας έτσι συμπλήρωσε τον 6ον αιώνα Κι ένας κύκλος πολιτισμού ολοκληρώθηκε κι έκλεισε. Η μεσαιωνική μας ψυχή απ' το πάθος πέρασε κι ετελειώθη στην έκσταση.

Γιάννης Δάλλας, Υπερβατική συντεχνία [1958] (έκδ. Έρασμος, Αθήνα 2018, σσ. 85-88).

Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2018

φυτά ήμερα κηπευτικά


Μια μέρα η νήσος Κρήτη οργίστηκε πάρα πολύ.
Τράνταξε ολόκληρη επάνω στην αδαμάντινη βάση της
και απομακρύνθηκε από τα παράλια της χώρας των Γραικών.
Έκτοτε ζεί στη μέση του πελάγους.*

[...]

Ο στρύχνος ο κηπαίος ευδοκιμεί σε όλο το Βασίλειο της Κρήτης. Στα γραικικά λέγεται στύφνος. Είναι αυθάδης, ανυπάκουος και ερμαφρόδιτος. Γονιμοποιείται με τη βοήθεια των εντόμων. Μεταφέρουν τον αρσενικό σπόρο στον κόλπο του θηλυκού και έτσι δένει ο ανθός. Από το άνθος παράγονται σπόροι. Πολλές φορές ο στρύχνος, λόγω του ερμαφρόδιτου χαρακτήρος του, οργίζεται και μαυρίζει. Οι Λατίνοι τον αποκαλούν solanum nigrum. Τού αρέσει το λάδι. Παλαιά ζούσε στη σκιά των ελαιοδέντρων. Έπεφταν χάμω οι ελιές και έπινε το λάδι.

Καμιά φορά ο στρύχνος συνευρίσκεται με ένα φυτό θηλυκό ονόματι μπέλλα-ντόνα. Οι Λατίνοι το γράφουν belladona. Παλαιότερα η μπέλλα-ντόνα ήταν γυναίκα μάγισσα. Εκφύλου ωραιότητος. Συνουσιαζόμενη έχυνε δηλητήριο στους εραστές. Άλλοι πέθαναν. Άλλοι τρελαίνονταν. Για τούτο όταν συνευρίσκεται στρύχνος με μπέλλα-ντόνα το έδαφος δακρύζει λόγω αφροδισιακής οξύτητος. Απο αυτά τα δάκρυα παράγεται το δηλητήριο της μπέλλα-ντόνα. Το πίνουν όσοι ερωτεύονται απελπισμένα.

Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Το Βασίλειο της Κρήτης. Γενικές πληροφορίες και χωριά (έκδ. Άγρα, Αθήνα 2013, σσ. 54-55).

Κυριακή 23 Σεπτεμβρίου 2018

φυτά ενδιαμέσου χαρακτήρος


Στη συνέχεια το Βασίλειο της Κρήτης επήρε αργή κίνηση προς αριστερά.
Επισκόπησε τα νότια και δυτικά πλάτη των θαλασσών της. Ηρέμησε.
Επανηύρε τη συνήθη θέση της καταντικρύ της γραικικής χερσονήσου.
Στέκεται πάντα με ανοιγμένα πανιά.*

Τα περισσότερα φυτά ενδιαμέσου χαρακτήρος είναι επικίνδυνα. Ας δείχνουν ήμερα. Βαθιά μέσα τους έχουν θρασύτητα. Είναι πανέξυπνα. Συμπεριφέρονται ξέφρενα και αφροδισιακά. Τα λένε και φυτά-επιδειξίες. Δείχνουν τα αιδοία τους ανενδοιάστως. Συνευρίσκονται ανενδοιάστως. Ενώπιον ανθρώπων. Ενώπιον ζώων και άλλων εντροπαλών φυτών. Παράδειγμα η μυρτιά. Οι Λατίνοι την αποκαλούν περιφρονητικά myrtus communis. Αυτή όμως κατάγεται από πολύ μεγάλη και αρχαία οικογένεια. Ανήκει στην ομοταξία των δικοτυλήδονων. Στην υφομοταξία των ροδιδών, στην τάξη των μυρτωδών και στο γένος των μυρτίδων. Στο Βασίλειο της Κρήτης η μυρτιά λέγεται μερθιά. Είναι πιο σεμνή από όσο η μυρτιά των Γραικών. Είναι πάντα νέα. Στεφανώνει νικητές και νεονύμφους. Λένε πως όποιος είδε όνειρο πως κοιμήθηκε με μυρτιά ξυπνά βουβός και αλλοπαρμένος. Μένει άλαλος τον υπόλοιπο βίο. Ολοχρονίς μυρίζει άνθη μυρτιάς. Τρώει μύρτα άγουρα. Τον αποκαλούν «φάσμα μυρτώων».

[...]

Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Το Βασίλειο της Κρήτης. Γενικές πληροφορίες και χωριά (έκδ. Άγρα, Αθήνα 2013, σσ. 54-55).

Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2018

φυτά ανήμερα


[...]

Φυτό αγριότατο είναι επίσης και ο βάτος. Σε άλλες περιοχές του Βασιλείου εμφανίζεται αρσενικός. Σε άλλες θηλυκός. Ο αρσενικός βάτος είναι μοχθηρός και πανούργος. Τού αρέσουν τα πολύχρωμα φουστάνια των γυναικών. Μόλις γυναίκα πλησιάσει τους άγριους βάτους, εκείνοι ορμούν και τής ξεσκίζουν το φουστάνι. Ο λόγος; Θέλουν να δούν το αιδοίο της. Οι πολύ όμορφες και οι καλλονές φρόνιμο είναι να μην πλησιάζουν βάτους αρσενικούς. Τίς ξεσκίζουν. Τίς ματώνουν. Τσιμπούν τις ρόγες του στήθους και τα φυλλαράκια τους αιδοίου τους.

Ο θηλυκός βάτος είναι έννοια μεταφορική: θηλυκός βάτος σημαίνει αιδοίο γυναικών. Οι Λατίνοι τον λένε rubus fruticosus. Καιόμενη βάτος στη γλώσσα των θρησκευομένων είναι επίσης το αιδοίο. Ανάβει. Πυρπολείται όμως παραμένει άθικτο και δροσερό.

Από τους βάτους βγαίνουν μικρά, ρόδινα, χυμώδη καρπίδια. Τα γεύεσαι και κοκκινίζουν τα χείλη σου. Είναι αφροδισιακά. Στο Βασίλειο της Κρήτης τα λένε «βάτσουνα».

Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Το Βασίλειο της Κρήτης. Γενικές πληροφορίες και χωριά (έκδ. Άγρα, Αθήνα 2013, σσ. 54-55).