Τετάρτη 16 Ιουλίου 2025

τρία χρόνια πριν ήταν άγνωστη και τρία χρόνια μετά είναι άλεκτη


[...] ο επίλογος απομακρύνει το διήγημα από το είδος
του αστυνομικού και το επανεντάσσει
στο οικογενειακό ψυχολογικό αφήγημα.*

[...] ο αφηγητής -ο χαρακτήρας Γιωργής- αντιπαραβάλλει και αναλύει τέσσερις αφηγήσεις, που αναφέρονται σε γεγονότα που έγιναν πριν από τρία περίπου χρόνια. Διαβάζει λοιπόν τις αφηγήσεις τής μητέρας του και τού αδελφού του Μιχαήλου, τής μητέρας τής τουρκικής οικογένειας και τού γιού της Κιαμήλ.

Αυτό συμβαίνει διότι ο Γιωργής, που αφηγείται, δεν γνωρίζει ο ίδιος τί συνέβη προ τριετίας και έτσι συνθέτει ένα κείμενο που βασίζεται στην αντιπαραβολή τεσσάρων αφηγήσεων για γεγονότα που συνέβησαν πριν από τρία περίπου χρόνια. Το κείμενο αυτό είναι το κείμενο που είχε χαθεί λόγω της παρέμβασης κακόβουλων αγγελιαφόρων.

Η κύρια ενότητα, που ανασυνθέτει τα γεγονότα που συνέβησαν προ τριετίας, γίνεται κι η ίδια ένα προ τριετίας παρελθόν χάρη στην ενότητα του επιλόγου, που ξεκινάει, με τη φράση «είχον παρέλθει τρία περίπου έτη...».

Χάρη στη δημιουργία ενός νέου αφηγηματικού χρόνου, πλησιέστερου προς τον αναγνώστη, η αφηγηματική σύνθεση του Γιωργή γίνεται παρελθόν, όπως ακριβώς ήταν παρελθόν για τη σύνθεσή του οι τέσσερις αφηγήσεις που αποτέλεσαν την πρώτη της ύλη.

Ο αναγνώστης γίνεται κοινωνός της λειτουργίας της ανάγνωσης ως ερμηνείας.

Ας σημειωθεί ότι τρία χρόνια χωρίζουν τα γεγονότα, που αφηγούνται οι μητέρες, ο Μιχαήλος κι ο Κιαμήλ, από τη σύνθεση του αφηγητή Γιωργή, και τρία χρόνια χωρίζουν τη δεύτερη παρέμβασή του από την πρώτη.

Θα μπορούσε να πεί κανείς ότι ο επίλογος αποτελεί την επανάληψη τής σκηνής τής προ τριετίας αφήγησης: ο Κιαμήλ, που σκότωσε τον Χριστάκη, ζεί πάλι με την Ελληνίδα μητέρα, όπως και πριν από το φόνο, όταν η Ελληνίδα μητέρα έσωσε τον Κιαμήλ από βέβαιο θάνατο και τον περιέθαλψε για επτά μήνες.

Κι αν η εξέλιξη δείχνει παράλογη, δεν πειράζει, διότι «είναι τρελλός ο καϋμένος» ο Κιαμήλ. Η τρέλα έχει πάρει τη θέση της αρρώστιας, η άρρωστη ψυχή έχει πάρει τη θέση του άρρωστου σώματος, τα τρία χρόνια πριν έχουν γίνει τρία χρόνια μετά.

Η ιστορία, έστω η προσωπική ιστορία, επαναλαμβάνεται ως φάρσα. Στο κέντρο (χρονικά) βρίσκεται η αλήθεια, η οποία τρία χρόνια πριν ήταν άγνωστη και τρία χρόνια μετά είναι άλεκτη.

*

Όσο για τον αφηγητή, κρατάει το δεύτερο προσωπείο που είχε στο πρώτο διήγημα, είναι δηλαδή ένας μορφωμένος και εξευρωπαϊσμένος Έλληνας που παίρνει πάντοτε τις απαραίτητες αποστάσεις από το υλικό που απαρτίζει την αφήγησή του.

Η τεχνική του, άλλωστε, υποβοηθείται ιδιαίτερα από το γεγονός ότι η αφήγηση είναι κατανεμημένη σε τρεις χρόνους και τα γεγονότα έχουν τόπο τη Θράκη από το 1877 έως το 1883.

Μιχάλης Χρυσανθόπουλος, Γεώργιος Βιζυηνός. Μεταξύ φαντασίας και μνήμης (έκδ, Εστία, Αθήνα 1994, σσ. 73-74, 72-73). - Το motto εκ του ιδίου (ό.π., σσ. 72).

Κυριακή 13 Ιουλίου 2025

το νόημα δεν υπάρχει, δημιουργείται


[...] ο διάλογος, ο ερωτικός διάλογος,
του Βεζούβιου και της Νάπολης και η σκηνή ζηλοτυπίας
για τις ερωτοτροπίες της τελευταίας με τον Παυσίλυπο.*

[...] Αφού ο μερικός αναγραμματισμός της μάγισσας οδηγεί στη Μάσιγγα, γιατί να μην δοκιμάσουμε το ίδιο και με το άλλο εξωτικό όνομα του κειμένου, το Rio Grande;

Αποτέλεσμα, η σειρά «endargoir» κι έτσι έχουμε στα χέρια μας το σύμπλεγμα «argo». Όσο κοντύτερα δηλαδή μπορεί να φτάσει κανείς στην «Αργώ», το πλοίο που έχει το χάρισμα του λόγου, επειδή κτίσθηκε με τις ιερές δρυς της Δωδώνης.

Φυσικά, ο αναγραμματισμός εδώ κρύβει μάλλον παρά αποκαλύπτει, και τα χαρακτηριστικά της Αργούς, του ταχέος και ομιλούντος πλοίου, δεν είναι προφανή. Το γεγονός όμως ότι ο αναγραμματισμός των ονομάτων οδηγεί σε άλλα ονόματα, έχει τη λογική ότι ο αναγνώστης εγκαλείται να ψάξει, να σκεφτεί, να αναλύσει, να συμμετάσχει στη διαδικασία της παραγωγής του νοήματος. Το νόημα δεν υπάρχει -δηλώνει έμμεσα το κείμενο-, δημιουργείται.

*

Το Rio Grande και η Μάσιγγα είναι οι συντεταγμένες του νοήματος. Επειδή το διήγημα είναι ένα θαλάσσιο ταξίδι, τα δύο αυτά ονόματα συνιστούν αφηγηματικές μεταφορές των γεωγραφικών συντεταγμένων, του πλάτους και του μήκους.

Ταυτόχρονα, τόσο το Rio Grande όσο και η Μάσιγγα, λόγω του τρόπου που προέκυψαν ως ονομασίες, συμμετέχουν και στον αναφορικό-μιμητικό και στον ρητορικό-μεταφορικό άξονα του κειμένου.

Το όνομα «Μάσιγγα», αποτέλεσμα της μετάθεσης των συμφώνων του «μάγισσα», εμπεριέχει τις εξωκειμενικές αναφορές τής μάγισσας· το όνομα «Rio Grande» είναι το όνομα του εξωτικού ποταμού-συνόρου, ο δε αναγραμματισμός του παραπέμπει στην «Αργώ».

Επιπλέον, το Rio Grande έχει συγκεκριμένη λειτουργία στο διήγημα: είναι ο φορέας της μεταφοράς και το σκηνικό όπου ανελίσσεται η δράση. Η θάλασσα είναι το στοιχείο της φύσης, επί του οποίου κινείται ο φορέας τής μεταφοράς, και το οποίο προσπαθεί, χωρίς επιτυχία, να καθυποτάξει. Άλλωστε χωρίς επιτυχία προσπαθεί κι ο αφηγητής να κατακτήσει τη Μάσιγγα.

Τα αίτια της διπλής αποτυχίας είναι η δομή: τού πλοίου, που ήταν «αναλόγως πολύ στενόν» και άρα ασταθές, και τής οικογένειας τής Μάσιγγας, που ήταν ιδιαίτερα άκαμπτη και κοινωνικά καθορισμένη.

Πάντως, το πλοίο και ο αφηγητής βρίσκονται μεταξύ δύο θηλυκού γένους ουσιαστικών -θάλασσα και Μάσιγγα- που καθορίζουν τις κινήσεις τού πλοίου, εντός τού πλοίου τις κινήσεις τού αφηγητή (που μένει ακίνητος λόγω τής τρικυμίας), και εντός τού αφηγητή τα συναισθήματά του για τη Μάσιγγα. Το λίκνισμα αυτό -ή το ταρακούνημα- αναπτύσσεται στα υπόλοιπα πέντε μέρη τού διηγήματος.

Στο δεύτερο μέρος του διηγήματος καταλυτικό και αποκαλυπτικό ρόλο έχει η τρικυμία. Καταλύεται ο μύθος της ευπλοΐας και του ευσταθούς πλοίου, καθώς και η βεβαιότης ότι «εμέλλομεν αναμφιβόλως να έχωμεν καλοκαιρίαν», και αποκαλύπτεται η ερωτικότητα τής Μάσιγγας, μέσω τού γέλιου της.

«Ποτέ δεν ήκουσα νεάνιδα γελώσαν τόσον ευήχως, τόσον αρμονικώς. Ποτέ δεν εγνώρισα γέλωτα περιέχοντα τόσην έκφρασιν, τόσην ρητορικήν ακρίβειαν και ποικιλίαν», δηλώνει ο αφηγητής, που διήνυσε την τρικυμία καθηλωμένος στην κλίνη του με μόνη απόλαυση τη φωνή και το γέλιο της Μάσιγγας.

Η τρικυμία και ο γέλως συνδέονται μεταξύ τους ως παράδειγμα του υψηλού των ρομαντικών και ταυτόχρονα υπονομεύονται με έκδηλα νατουραλιστικά στοιχεία στην αφήγηση. [...]

Μιχάλης Χρυσανθόπουλος, Γεώργιος Βιζυηνός. Μεταξύ φαντασίας και μνήμης (έκδ, Εστία, Αθήνα 1994, σσ. 60-61, 61-62). - Το motto εκ του ιδίου (ό.π., σ. 66).

Πέμπτη 10 Ιουλίου 2025

η θάλασσα, η γυναίκα και το πλοίο


Γιατί άραγε τόση αισιοδοξία για την «ευπλοΐα» και τόση απαισιοδοξία για τούς συνεπιβάτες; Τόση αισιοδοξία για τη σχέση θάλασσας-πλοίου και τόση απαισιοδοξία για τις σχέσεις των επιβατών; Γιατί με την ίδια ευκολία που εξιδανίκευσε το ατμόπλοιο θα εξιδανικεύσει και τους επιβάτες, μόλις τού δοθεί η ευκαιρία να χρησιμοποιήσει τα απαραίτητα σχήματα λόγου.

Και η ευκαιρία παρουσιάζεται σχεδόν διά μαγείας, με το όνομα «Μάσιγγα», η οποία τείνει «περιχαρής και ερασμία την δεξιάν» και προσφωνεί «-Καλή μέρα, Κανάτα!». Και όχι μόνον αυτό,

εκπλήσσει κιόλας, απαγγέλλοντας στίχους που ο αφηγητής υποτίθεται ότι θα ήθελε να μην ακουστούν.

Πρόκειται για μια νεαρή κοπέλα, παλιά γνωριμία, που επειδή ο αφηγητής έχει λησμονήσει το όνομά της την αποκαλεί «Mademoiselle...» και που αυτή αρνείται τον κοινωνικό του προσδιορισμό κι απαντάει «δεν είμαι η Mademoiselle ... είμαι η Μάσιγγα!».

Βέβαια ορισμένα ερωτηματικά υπάρχουν και όσον αφορά στην είσοδο του νέου προσώπου. Ο αφηγητής θυμάται ότι πριν επτά έτη [...].

Η Μάσιγγα είναι ο μόνος επώνυμος χαρακτήρας στο επώνυμο Rio Grande. Ο αφηγητής παραμένει ανώνυμος, πίσω από το πρώτο ενικό πρόσωπο και τον χαρακτηρισμό του ως ποιητή.

*

Ανώνυμος παραμένει και ο πατέρας της Μάσιγγας, ο «κ.Π.», το ένα από τα αρχικά γράμματα στα κιβώτια. Ανώνυμοι και οι λοιποί επιβάτες. Για το λόγο αυτό το όνομα της Μάσιγγας αποκτά πρόσθετη σημασία. Όχι ότι δεν σημαίνει αρκετά αφ' εαυτού. Το «Μάσιγγα» δεν είναι ελληνικό όνομα, δεν είναι κάν όνομα: πρόκειται για μερικό αναγραμματισμό του «μάγισσα».

Επειδή μάλιστα ο αναγραμματισμός γίνεται στη γραπτή μορφή της λέξης, δηλαδή το «γ» μεταφέρεται στη θέση των «σσ» και τα «σσ» στη θέση του «γ», παρατηρούμε μία μεταβολή στην αντιστοιχία φωνήματος-γραφήματος,

δηλαδή διαταράσσεται η σχέση της προφορικής και της γραπτής εκφοράς της λέξης. Έτσι καταργείται ο ήχος [γ] και αντικαθίσταται από τον ήχο [g], αποδεικνύοντας έτσι ότι η σχέση του προφορικού με τον γραπτό λόγο δεν είναι σταθερή και η οποιαδήποτε παρέμβαση φέρνει στην επιφάνεια τη διαφορικότητά της.

σημ. 6: Ο κ. Π. είναι ταυτόχρονα πατέρας και ποιητής. Δεν είναι ποτέ φαινομενικά παρών στους διαλόγους αφηγητή-Μάσιγγας, ορίζει όμως (ως όντως παρών) τις κινήσεις και των δύο, διότι αποφασίζει για τη ζωή της Μάσιγγας (ότι θα μείνει «οικόσιτος» στο Παρίσι, από την οποία ο αφηγητής εξαρτά τις κινήσεις του. Το Π., λοιπόν, δηλώνει τον πατέρα και τον ποιητή, Το Κ. χωρίς άλλο τον κύριο, όμως γιατί όχι και τον κακό; Ο κ. Π. είναι κακός ποιητής, οι στίχοι του είναι όπως ο προφορικός του λόγος, «καθ' όν το πρώτον ήμισυ πάσης επομένης προτάσεως ήτο το δεύτερο ήμισυ της προηγουμένης», είναι και κακός πατέρας, που νοιάζεται μόνο για τις κοινωνικές συμβάσεις κι όχι για την κόρη του.

*

[...] Το φάσμα των σημασιών της «μάγισσας» στα νέα ελληνικά, όπως φαίνεται από το λήμμα, εκτείνεται από την αστρονομία στην αγυρτεία, από τη μαγεία στη σαγήνη. Η μάγισσα είναι ελκυστική και επικίνδυνη.

Μιχάλης Χρυσανθόπουλος, Γεώργιος Βιζυηνός. Μεταξύ φαντασίας και μνήμης (έκδ, Εστία, Αθήνα 1994, σσ. 58, 59 & σημ. 6, 60).

Δευτέρα 7 Ιουλίου 2025

δυϊστικές αρχές τού ρομαντισμού


η ερμηνευτική μου άποψη, ότι δηλαδή
το διηγηματογραφικό «ταξείδιον» του Γ. Μ. Βιζυηνού
προσπαθεί να ορίσει και να αναπτύξει την έννοια τού μεταξύ,
την παύλα -ή trait d'union- ανάμεσα στις λέξεις
φαντασία-μνήμη.
[...]
Η ύστερη ένταξη σήμαινε ότι η μνήμη
χρειαζόταν την υποστήριξη τής ψυχής,
ότι τα ίχνη που είχε αφήσει το γεγονός στη μνήμη
τα ξαναχάραζε η φαντασία τού υποκειμένου.*

Ο λόγος του διηγηματογράφου Βιζυηνού διαπνέεται από τις δυϊστικές αρχές τού ρομαντισμού: η γλώσσα του, η θεματολογία του, οι χαρακτήρες του αποτελούν μια προσπάθεια σύζευξης στοιχείων αντιθέτων.

[...] Σύζευξη, επομένως, λογίων και λαϊκών στοιχείων στη γλώσσα των διηγημάτων του, που κινείται παράλληλα με το χαρακτηρισμό και τη θεματολογία του: χαρακτήρες εγγράμματοι και εξευρωπαϊσμένοι συναναστρέφονται χαρακτήρες λαϊκούς και αγραμμάτους· λαϊκοί μύθοι, δεισιδαιμονίες, προφητείες συμφωνούν με τα αποτελέσματα ψυχολογικών αναλύσεων.

Η σύζευξη αυτή υπάρχει και στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση, όπου ο αφηγητής υιοθετεί λόγο λόγιο, όταν απευθύνεται άμεσα στον αναγνώστη (περιγραφές τοπίων), και λόγο λαϊκό, όταν απευθύνεται έμμεσα σ' αυτόν (διάλογος χαρακτήρων).

Στο επίπεδο τής μορφής και τής δομής των διηγημάτων, ο δυϊσμός εκφράζεται με την αντιπαράθεση «περιττών» και «άρτιων» διηγημάτων, δηλαδή διηγημάτων με μορφή αυτοβιογραφική ή ρεαλιστική/νατουραλιστική.

Η λανθάνουσα επιθυμία είναι η σύνθεση των δύο τάσεων και, όπως αρμόζει στη ρομαντική σύλληψη, η επιθυμία παραμένει ανεκπλήρωτη και η σύνθεση δεν πραγματοποιείται.

Το μονοπάτι που ξεκινάει από το ποίημα δεν οδηγεί κατ' ανάγκην στο μυθιστόρημα, πρέπει όμως κανείς να το διαβεί για να μάθει που οδηγεί. Η αφηγηματική τάξη προϋπάρχει τής αφηγηματικής πράξης και η αφηγηματική πράξη καταλύει την αφηγηματική τάξη.

Μιχάλης Χρυσανθόπουλος, Γεώργιος Βιζυηνός. Μεταξύ φαντασίας και μνήμης (έκδ, Εστία, Αθήνα 1994, σσ. 29-30). - Το motto εκ του ιδίου (ό.π., σσ. 10, 11).

Παρασκευή 4 Ιουλίου 2025

δυαδική αφηγηματική πνοή σΤο αμάρτημα της μητρός μου


[...] η δυαδική αφηγηματική δομή προσφέρει δύο δυνατότητες εισόδου: από την οπτική γωνία του αφηγητή ή από την οπτική γωνία της μητέρας. Η διαφορά στην οπτική γωνία των δύο χαρακτήρων συνδέεται στενά με την στάση που υιοθετούν:

ο αφηγητής προσπαθεί να εξηγήσει μιαν ακατανόητη σειρά γεγονότων και τη συμπεριφορά της μητέρας να βρεί τα αίτια που καθορίζουν το γιατί η συμπεριφορά αυτή αφίσταται του κοινωνικά συνήθους και αποδεκτού· η μητέρα είναι συναισθηματικά καθηλωμένη σε ένα συμβάν και η επιθυμία της να το επανορθώσει έχει εκτοπίσει κάθε επιθυμία να το κατανοήσει.

Άλλωστε πρέπει να σημειώσουμε ότι η οπτική γωνία της μητέρας παραμένει αμετάβλητη καθ' όλη τη διάρκεια της αφήγησης, ενώ η οπτική γωνία του αφηγητή μεταβάλλεται, καθώς κατανοεί καλύτερα τόσο το τί έχει συμβεί όσο και από ποιά αίτια διέπεται η συμπεριφορά της μητέρας.

Η μεταβολή της οπτικής γωνίας του αφηγητή υποβοηθείται από τη μεγάλη διάρκεια της αφήγησης και από το γεγονός ότι αυτός δεν αφηγείται από ένα ορισμένο χρονικό σημείο αλλά παρακολουθεί τα γεγονότα αφηγούμενος ταυτόχρονα, από μικρό παιδί έως ώριμος άνδρας.

Έτσι, χάρη στη χρονική διάρκεια της αφήγησης, χωρίζεται στα δύο η οπτική γωνία του αφηγητή: είναι αφ' ενός ένα αδύναμο μικρό παιδί, που αισθάνεται το άγχος τής μητέρας του λόγω τής ασθένειας τής αδελφής του ως απειλή για τη ζωή του, και αφ' ετέρου ένας μορφωμένος ενήλικος, που έχει μελετήσει και τα ζητήματα τής θρησκείας και τα προβλήματα τής ψυχής και είναι ικανός να εξηγήσει το πώς μια σειρά από συμβάντα καθόρισαν το χαρακτήρα τής μητέρας.

Ο διαχωρισμός αυτός γίνεται εκ των υστέρων: η ανέλιξη τής αφήγησης δίνει την εντύπωση ότι τα γεγονότα συμβάλλουν στην ανάπτυξη τής ικανότητας τού αφηγητή να τα κατανοεί.

*

Το διήγημα αποτελεί ψυχολογική ανάλυση οικογενειακών σχέσεων. Η ανάλυση αυτή είναι δισδιάστατη: ο ένας άξονας είναι η σχέση αφηγητή-μητέρας και ο άλλος η σχέση της μητέρας με τα αρσενικά και θηλυκά παιδιά.

«Πειραματική ψυχολογία ή ψυχανάλυση;» αναρωτιέται ο Παν. Μουλλάς [...] και χαρακτηρίζει το διήγημα ως «ένα από τα τυπικότερα δείγματα αυτού που η φροϋδική θεωρία ονόμασε 'οικογενειακό μυθιστόρημα των νευρωτικών'». Εν προκειμένω όμως δεν έχουμε τη φαντασίωση ενός νευρωτικού, αλλά ένα λογοτεχνικό κείμενο.

Σύμφωνα με τον Φρόυντ, οι γονείς αποτελούν αρχικά για το παιδί τη μόνη εξουσία στον κόσμο και την πηγή κάθε πίστης. Καθώς όμως το παιδί αναπτύσσεται πνευματικά, αρχίζει να τούς βλέπει κριτικά και να τούς συγκρίνει με άλλους γονείς. Ενίοτε το παιδί αισθάνεται αγνοημένο, αισθάνεται ότι δεν έχει την αμέριστη αγάπη των γονέων και αυτό συμβαίνει ιδίως όταν υπάρχουν αδέλφια.

Τότε το παιδί αντικαθιστά τους γονείς του με άλλους, κοινωνικά ανώτερους, και η φαντασίωση αυτή συνεχίζεται, σύμφωνα με τον Φρόυντ, και μετά την εφηβεία.

Η οργάνωση και η «μυθιστορηματική» ποιότητα των φαντασιώσεων αυτών εξαρτάται από την ευφυΐα του παιδιού και από το υλικό, δηλαδή τις γνώσεις ή τις εμπειρίες, που έχει στη διάθεσή του.

Ας σημειωθεί ότι το γεγονός πως οι φαντασιώσεις αυτές είναι εκφρασμένες με τρόπο επιθετικό προς τους γονείς δεν σημαίνει ότι οι προθέσεις των παιδιών είναι επιθετικές: το αντίθετο μάλιστα, η πρόθεση του παιδιού είναι να εξυψώσει τον πατέρα (ή τη μητέρα), να τον ανεβάσει στα παιδικότερα και ιδανικότερα υψίπεδα [...]

σημ.1: Έχω επιφυλάξεις για την απόδοση 'οικογενειακό μυθιστόρημα'· θα προτιμούσα τον όρο 'οικογενειακό ειδύλλιο', λόγω του έντονα ρομαντικού του χαρακτήρα.

Μιχάλης Χρυσανθόπουλος, Γεώργιος Βιζυηνός. Μεταξύ φαντασίας και μνήμης (έκδ, Εστία, Αθήνα 1994, σσ. 32, 33 & σημ. 1).

Τρίτη 1 Ιουλίου 2025

μεταφορές της γραφής


Πολλαί λέξεις και φράσεις της παρθένου,
 άς μέχρι τότε εξελάμβανον ως παιδικής αφελείας κυριολεκτήματα,
  ευρίσκοντο επιδεκτικαί μεταφορικής εξηγήσεως...
Γ. Μ. Βιζυηνός*

[...] Υπερβάσεις και υπερβολές για να δηλωθεί η σχέση που υπάρχει μεταξύ τού συγγραφέα καοι τής Μάσιγγας, ως μεταφοράς, μεταξύ τού συγγραφέα και τής Μούσας του, τής μάγισσάς του. Υπερβολές που αναπτύσσονται ελεύθερα επειδή το επιτρέπει η οπτική γωνία, το πλοίο, που πλησιάζει προς τη Νεάπολη και την προσφέρει ως θέα στους επιβάτες του, τουλάχιστον σε εκείνους που στέκονται και βλέπουν.

Το πλοίο αυτό, όμως, διέπεται από τους νόμους τής φύσης: είναι μεν ατμόπλοιο, έχει τη δική του ορμή, αλλά η κίνησή του εξαρτάται και από τους ανέμους και τα κύματα, από τα στοιχεία τής φύσεως.

Από τη φύση λοιπόν εξαρτάται και η κίνηση των επιβατών τουμ πλην ενός, τού κ. Π., που βηματίζει στον δικό του ρυθμό και δηλώνει ότι στο πλοίο δεν υπάρχει «φύσις», ότι «φύσις» υπάρχει μόνο στην εξωτική Καλκούτα. Γι' αυτό δεν αρκεί το εξωτικό όνομα Rio Grande, χρειάζεται η εξωτική πόλη Καλκούτα.

Γι' αυτό δεν υπάρχει μεταφορά στο χώρο και άρα, αντιστρέφοντας τον αριστοτέλειο ορισμό, δεν υπάρχει μεταφορά στη γλώσσα. Ο Paul Ricoeur τονίζει ότι στον ορισμό «μεταφορά δε εστιν ονόματος αλλοτρίου επιφορά...» το πρώτο χαρακτηριστικό είναι ότι κάτι συμβαίνει στο όνομα και το δεύτερο είναι ότι η μεταφορά ορίζεται ως κίνηση, ως επιφορά.

Συγκεκριμένα, ο Αριστοτέλης προκειμένου να εξηγήσει τη μεταφορά, χρησιμοποιεί μια λέξη που περιέχει ένα όνομα και δημιουργεί μιαν άλλη μεταφορά, από τον χώρο της κίνησης («φορά»).

Με την έννοια αυτή, η λέξη «μεταφορά» στον Αριστοτέλη, λέει ο Ricoeur, είναι μεταφορική, δείχνοντας ότι είναι αδύνατον να μιλήσει κανείς για μεταφορά χωρίς μεταφορές. Ο ορισμός τής μεταφοράς επιστρέφει σ' αυτήν: «δεν υπάρχει ένας μη μεταφορικός τόπος από τον οποίο μπορεί κανείς να εξετάσει τη μεταφορά, και όλα τα άλλα σχήματα τού λόγου, ως ένα παιχνίδι που παίζεται εμπρός στα μάτια του».

*

Η σύνδεση λοιπόν, στο διήγημα, τού ζεύγους Βεζούβιου-Νεάπολης με το ζεύγος αφηγητή-Μάσιγγας και εν συνεχεία με το ζεύγος συγγραφέα-αναγνώστριας συνιστά κατασκευή μεταφορών, με βάση τον ορισμό του Αριστοτέλη, «κατά το ανάλογον».

Το ότι, όταν κλείσει ο κύκλος, ο διάλογος επιστρέφει στη σχέση Νεάπολης-Βεζούβιου σημαίνει ότι ο ένας κύκλος που έκλεισε άνοιξε έναν άλλον κι όχι ότι βρέθηκε ένα σημείο θέασης τού παιχνιδιού.

Αυτό άλλωστε δηλώνει το κείμενο όταν διά στόματος Μάσιγγας λέει «ήτον ποίημα εκ του προχείρου, αλλά ποίημα που δεν επέτυχε... Ένα άλλο! Κάμε ένα άλλο...». Και πάλι με τρόπο αυτοαναφορικό, επειδή ο αφηγητής δεν κάνει άλλο, η Μάσιγγα τού απαγγέλλει ένα από τα ξεχασμένα δικά του, από τα ποιήματα τής λήθης, ένα από αυτά που μοίραζε στο παρελθόν ο αφηγητής «ωσάν κόλλυβα εις όλας τας κυρίας».

'Ολες οι έξοδοι είναι έξοδοι ποιητικές, άρα είσοδοι: προεξαγγελίες της επόμενης σκηνής, ξεγλιστρήματα, «για την ώρα...». Όπως η θάλασσα από την μια μεριά κι η Μάσιγγα από την άλλη, που καθορίζουν την κίνηση· η «μίμηση φύσεως» και η «ποίησις», που καθορίζουν το λόγο· ο νατουραλισμός και ο ρομαντισμός, που καθορίζουν το είδος· ο αναφορικός κι ο μεταφορικός άξονας του κειμένου.

*

Τέλος υπάρχει; Τελική έξοδος των χαρακτήρων; Υπάρχει, ως η καταληκτική φράση, ως η οριστική και αμετάκλητη απόφαση και ως κάτι επιπλέον: «...και απεφάσισα στερεώς και αμετακλήτως και δεν επήγα εις Καλκούτταν».

Το μεταβατικό ρήμα «αποφασίζω» χάνει το απαρέμφατο -την υποτακτική του πρόταση, στα νέα ελληνικά- που είναι το απαραίτητο αντικείμενο. Ο αφηγητής δεν «απεφάσισε να μην πάει...», αλλά «απεφάσισε... και δεν επήγε...».

Στο διήγημα τού Βιζυηνού μαθαίνουμε «τί συνέβη στο μέλλον», αν θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε αυτό το σχήμα τού λόγου. Ο συγγραφέας προβάλλει το διήγημά του στο παρόν κάθε μελλοντικής ανάγνωσής του και απευθύνεται στον κάθε μελλοντικό αναγνώστη, ως συγγραφέας πλέον και όχι ως αφηγητής. Το τέλος του διηγήματος είναι και το τέλος της μεταφοράς αλλά, ταυτόχρονα, και το τέλος κάθε δυνατότητας μεταφοράς.

Ένα ρήμα κινήσεως σημαντικόν, το ρήμα «πηγαίνω», στον αόριστό του και με το αρνητικό μόριο «δεν», δηλώνει το τέλος της κίνησης, το τέλος της μεταφοράς και το τέλος, το αμετάκλητο τέλος. Το τέλος αυτής της ανάγνωσης δηλώνει ο αδιόρθωτος αναγνώστης, και άρα την αρχή της επομένης, τη δυνατότητα μιας επιγενέστερης: την αρχή μιας άλλης ιστορίας.

Μιχάλης Χρυσανθόπουλος, Γεώργιος Βιζυηνός. Μεταξύ φαντασίας και μνήμης (έκδ, Εστία, Αθήνα 1994, σσ. 68-70). - Το motto εκ του ιδίου (ό.π., σ. 51).