Πέμπτη 21 Αυγούστου 2025

οι δυο εποποιΐες διαφέρουν βαθειά


η δ' άρα σίτου μνήσατ',
επεί κάμε δάκρυ χέουσα *

Η Οδύσσεια δεν ταιριάζει ούτε στην έρευνα μιας μυκηναϊκής παράδοσης, ούτε στη θεωρία ενός γεωμετρικού ρυθμού. [...] οι δυο εποποιΐες διαφέρουν βαθειά στον τόνο, στη μορφική κατασκευή και το πιο σπουδαίο, στη σύλληψη της ζωής. [...] Οι αρχαιολόγοι χωρίζονται σχετικά με τον τρόπο που το σύνολο της Ιλιάδας κατασκευάστηκε.

Ωρισμένοι σκέπτονται ότι οι περιγραφές των μαχών είναι πραγματικές και ότι έχουν γίνει μεγάλες προσπάθειες για να ανανεώσουν μερικές αρχαϊκές λεπτομέρειες (κλασικό παράδειγμα είναι η τόσο αδέξια περιγραφή της ασπίδας του Αίαντα, μέρος εξοπλισμού άχρηστου τον Ι΄ αιώνα).

Άλλοι ατενίζουν τον κόσμο της Ομηρικής Τροίας σαν «εικονική δημιουργία» όπου στοιχεία τής εποχής του χαλκού αναμειγνύονται με άλλα του Η΄ αιώνα, ενώ το όλον είναι ομογενές με τις στερεότυπες μορφές και συνθήκες τού ηρωικού ρυθμού.

*

Their eyes mid many wrinkles, their eyes,
Their ancient, glittering eyes, are gay.

W.B. Yeats **


Ο ποιητής τής Ιλιάδας κοιτάζει τη ζωή με αυτά τα λαμπερά και σταθερά μάτια που πάνω στα πρώτα Ελληνικά αγγεία φαίνονται να μάς κοιτάζουν μέσα από τις σχισμές των περικεφαλαιών. Η ματιά του είναι σχεδόν τρομακτική στη νηφαλιότητά της, ψυχρή σαν τον ήλιο το χειμώνα [...].

*

Στην Ιλιάδα η αλήθεια τής ζωής, όμοια κοπιαστική και ειρηνική, εξουσιάζει την αισθηματικότητα. [...] Η Ιλιάδα δεν είναι θρήνος, πάνω στην ανθρώπινη συνθήκη. Μια βαθειά χαρά διασχίζει το ποίημα, αυτή η χαρά που λάμπει στα «μάτια τα λαμπερά και παλαιά» των σοφών στο «Lapis lazuli» τού Yeats.

Ο ποιητής αγαπά τη φωτιά τής ψυχικής δράσης και τη στυλιζαρισμένη θηριωδία των μονομάχων. Βλέπει τη ζωή φωτισμένη από τις φωτιές μιας ενέργειας βασικής κι' ακατάλυτης. Ο ίδιος αέρας φαίνεται να πάλλεται γύρω από τους ήρωες, και η δύναμη η ζωτική τους ηλεκτρίζει τη φύση. Οι ίπποι τού Αχιλλέα κλαίνε την επικείμενη πτώση του. [...]


ο δ' άρα πρηνής επί γαίη
κείτο ταθείς
, εκ δ' αίμα μέλαν ρέε, δεύε δε γαίαν
.***


Ανάμεσα στις σφαγές αισθανόμαστε όμοια την ώθηση τής ζωής και την άγρια φαιδρότητά της. Ο 'Ομηρος ξέρει και διαλαλεί ότι κάτι στον άνθρωπο αγαπά τον πόλεμο, φοβάται λιγώτερο τις φρικαλεότητες τής μάχης από την πλήξη τής θαλπωρής. [...]

Ο Αχιλλέας γνωρίζει από πριν ότι είναι χαμένος, αλλά η Βρισηίδα με τα «λαμπερά μάτια» κοιμάται μαζί του κάθε νύχτα. Ο πόλεμος κι ο θάνατος λυσσομανούν, αλλά στο βάθος υπάρχει το καλό, η βεβαιότητα δηλαδή ότι η δραστηριότητα τού σώματος και ο ηρωισμός της ψυχής συνθέτουν την ομορφιά, ότι η φήμη θα βαρύνει πιο πολύ από τους εφήμερους φόβους τού θανάτου, κι ότι καμμιά καταστροφή, ούτε αυτή η πτώση της Τροίας, δεν είναι οριστική. Γιατί πέρα από τους πυρπολημένους πύργους και το χάος τής μάχης πάλλεται η ήρεμη θάλασσα. [...]

Όταν ο Όμηρος συγκρίνει μερικές σκηνές τής μάχης μ' επεισόδια τής ποιμενικής ζωής ή τής ζωής γύρω από το τζάκι, δίνει όμοια την βεβαιότητα μιας κορυφαίας σταθερότητας. Μάς διδάσκει έτσι ότι τα κύματα θα σπάζουν ακόμη στην ακτή όταν το ίδιο το άστυ τής Τροίας θα γίνει μια αμφισβητούμενη ανάμνηση.

*

Στα «λαμπερά και παλαιά μάτια» τής Ιλιάδας ο Οδυσσέας αντιτάσσει ένα βλέμμα πονηρό κ' ειρωνικό. Η πολεμική εποποιΐα είναι χαραγμένη σε μεγάλους και στέρεους όγκους γρανίτη· η ιστορία του μακρινού ταξιδιού τής επανόδου είναι μια επιτήδεια ύφανση.

Η γεωγραφία του ποιήματος είναι ένα αίνιγμα. Μοιάζει ν' αγκαλιάζει την Ελλάδα και την Ιωνία, την Κρήτη, τη Λυκία, τη δυτική Σικελία, την Αίγυπτο και μέρος τής Μεσοποταμίας. [...]

Ωρισμένα στοιχεία τής Οδύσσειας ανταποκρίνονται στην περίοδο παρακμής τού Μυκηναϊκού φεουδαρχισμού (όπως το δείχνουν οι άξεστες κοινωνίες, η ρευστή κατάσταση τού βασιλείου τής Ιθάκης, το παράξενο οικονομικό σύστημα που υπογραμμίζει το συμβόλαιο γάμου τής Πηνελόπης).

Άλλες όμως απόψεις τού ποιήματος μοιάζουν ν' αντανακλούν τις αξίες νέων πόλεων-κρατών, όπως φάνηκαν στα τελευταία χρόνια τού Η΄ αιώνα. Εξ άλλου, στην Οδύσσεια ό,τι ανήκει στο μυκηναϊκό πολιτισμό φαίνεται να προέρχεται απ' αυτές τις εμπροστοφυλακές και τις μυκηναϊκές αποικίες που επέζησαν τόσο χρόνο στη Μ. Ασία.

Αυτό που είναι προφανές στην Οδύσσεια είναι το αίσθημα τής Ανατολής. Είναι πιθανόν ότι ο ποιητής έχει γνωρίσει τη βαβυλωνιακή εποποιΐα Gilgamesh.

Τ' αποσπάσματα τής Ιλιάδας σε πάπυρο
είναι πολύ πιο πολλά από κείνα τής Οδύσσειας.****


George Steiner, Ο Όμηρος και οι καθηγητές (έκδ. Εκάτη, Αθήνα 2009 (1971), σσ. 25, 26, 27-28, 28-29, 29, 29-30, 30-31). -Και το πρώτο motto (Ω 613) εράνισμα εκ του ιδίου (ό.π., σ. 27), και το τρίτο (Φ 118-119) (ό.π., σ. 26), αλλά και η κατακλείδα (ό.π., σ. 30).

-----
* Το τρίτο όμως motto οι δυό τελευταίοι στίχοι όντως εκ του αναφερομένου εδώ και υπό του Steiner, του W.B. Yeats, ποιήματος «Lapis Lazuli», εν W.B. Yeats, Για ό,τι έχει παρέλθει ή διαβαίνει ή έρχεται. Είκοσι ποιήματα (μτφρ. Νώντας Τσίγκας, έκδ. Χρονικό, Αθήνα 2024, σσ. 70-71): Τα μάτια τους ανάμεσα στις πολλές ρυτίδες, τα μάτια τους, / Τα αρχαία, σπινθηροβόλα τους μάτια, είναι χαρωπά.

Κυριακή 17 Αυγούστου 2025

δυό συλλήψεις τής ζωής τόσο διάφορες


Ακόμη εκείνο που είναι κατανοητό, φαίνεται απίθανο, ότι δηλαδή ο ίδιος ποιητής μπόρεσε να εκφράσει δυό συλλήψεις τής ζωής τόσο διάφορες. Δε γνωρίζω άλλο παράδειγμα σ' όλη τη λογοτεχνία συγγραφέας να έχει γράψει δυό βασικά έργα που ατενίζονται με τέτοια ανάμειξη σεβασμού κ' ειρωνείας.

Κι ωστόσο, συχνά, αυτή είναι η ίδια φωνή που φαίνεται ν' αντηχεί μέσα από τις διαφορές τής τεχνικής και τής αντίληψης τού κόσμου.

Ωρισμένες ομορφιές τής Ιλιάδας δεν είναι ολικά ορατές παρά μέσα στο κάτοπτρο τής Οδύσσειας.

Όταν ο Αχιλλέας θρηνεί πάνω στον Πάτροκλο, συγκρίνεται με πατέρα που κλαίει για το θάνατο τού νιόπαντρου γυιού του.

Ο Οδυσσέας χρησιμεύει για σύγκριση ολικά αντιθετική για να εκφράσει τη χαρά του όταν βλέπει την ξηρά κοντά στην κατατραμμένη σχεδία του. Γίνεται υπαινιγμός στις δύο συγκρίσεις, όταν η Πηνελόπη αναγνωρίζει τον «Πολύμητι».

Νήματα λεπτά αλλά στερεά συνδέουν τα δύο ποιήματα.

*

Πιστεύω ότι ο Όμηρος όπως τον γνωρίσαμε, ο ποιητής που δημιούργησε τις μορφές οι οποίες εξακολουθούν να είναι τα αρχέτυπα τής δυτικής εξεικόνισης, ήταν συνερανιστής τής Ιλιάδας και ο συγγραφέας τής Οδύσσειας.

Συγκέντρωσε και τακτοποίησε τα αποσπάσματα πολεμικών ραψωδιών τής μηκυναϊκής παράδοσης. Είχε την ευφυΐα να τα συνθέσει γύρω από το δραματικό και ενοποιητικό θέμα της οργής τού Αχιλλέα. Πραγματεύθηκε ύλη παλαιά και μύθους παραδοσιακούς τού Folklore με πολύ σεβασμό.

Τού συνέβη να κατανοήσει κάπως τη γλώσσα των και τις τεχνικές λεπτομέρειες σχετικές με τον τρόπο που δημιουργήθηκαν αυτά τα πολύ παλαιά γεγονότα. Αποφάσισε όμως περισσότερο να διατηρήσει ό,τι ήτο σκοτεινό παρά να επιδιώξει να το φωτίσει.

Υπήρξε ευαίσθητος στις αυστηρές συμμετρίες, χαρακτηριστικές τής αρχαϊκής αφήγησης, και θέλησε να δεί τη ζωή με το σκληρό και λαμπερό βλέμμα των μαχητών.

Στις περιωρισμένες εκτάσεις τής προφορικής ποίησης δανείστηκε το νέο πλάτος και τις σοφές δυνατότητες τής γραφής. Ο ερανιστής τής Ιλιάδας, όπως οι άνθρωποι που συνδέουν μεταξύ τους τις αφηγήσεις τής Πεντατεύχου, ήταν ένας ευφυής συμπιλητής· αλλ' ο χρυσός κι ο χαλκός βρίσκονταν πια στη χοάνη του.

Σκέπτομαι ότι έπρεπε να τερματίσει το έργο του στην πρώτη ακμή τής ωριμότητας. Αλλά βαθμιαία με τον πλουτισμό τής πείρας και τής ευαισθησίας του ώφειλε ο Όμηρος ν' αποκαλύψει ό,τι ατελές είχε στη σύλληψη τού κόσμου που εκφράζεται με την Ιλιάδα.

*

Προς το τέρμα τής ζωής του μπορεί ο μεγάλος αυτός ταξιδιώτης να επιστρέψει ακόμη μια φορά στον κόσμο τής Ιλιάδας, για να συγκρίνει τη σύλληψη τής ανθρώπινης ζωής, που είχε εκτεθή με τη δική του κυριότητα, με κείνη που τούχε δώσει η πείρα.

Απ' αυτή τη σύγκριση και τη λεπτή ισορρόπηση γενομένη με σεβασμό και κριτική γεννήθηκε η Οδύσσεια. Με θαυμαστή νοημοσύνη ο Όμηρος εκλέγει σαν πρωταγωνιστή το πρόσωπο τού Τρωικού επικού ποιήματος το πιο κοντά στο «σύγχρονο» πνεύμα.

Στην Ιλιάδα ο Οδυσσέας σημειώνει το πέρασμα ανάμεσα στην απλότητα τού ηρωισμού και σε μια πνευματική ζωή πιο στοχαστική, πιο νευρώδη και πιο δύσπιστη απέναντι στις πεποιθήσεις.

Όπως ο Οδυσσέας, ο Όμηρος ο ίδιος εγκαταλείπει τις γυμνές αξίες και τις στοιχειώδεις ιδιότητες στον κόσμο τού Αχιλλέα. Συνθέτοντας την Οδύσσεια ατενίζει την Ιλιάδα, τόσο απομακρυσμένη απ' αυτό που έχει η ψυχή του - κι αυτό με νοσταλγία και φιλομειδή σκεπτικισμό.

*

Το πρώτο ποίημα ζή έντονα μέσα στο δεύτερο, και τα δυό εκφράζουν σχετικά με την ανθρώπινη ζωή κρίσεις πολύ διαφορετικές. Αλλά δυό τεχνοτροπίες πολύ κοντά η μιά στην άλλη έχουν χρησιμοποιηθή στα δυό ποιήματα. Πίσω από κάθε μιά βρίσκεται μιά μακρινή μυκηναϊκή κληρονομιά που δεν έχουν ακόμη κατανοηθή τα στοιχεία της.

Στην Ιλιάδα αυτή η κληρονομιά είναι πιο φανερή. Στην Οδύσσεια, αντίθετα, λάμπουν οι πρώτες λάμψεις τού Σωκρατικού μέλλοντος. Η γέφυρα ανάμεσα στην Τροία και στην Ιθάκη είναι ίσως η ζωή ενός ερανιστή και ενός ασύγκριτου ποιητή.

George Steiner, Ο Όμηρος και οι καθηγητές (έκδ. Εκάτη, Αθήνα 2009 (1971), σσ. 38, 39-40, 40, 41).

Τετάρτη 13 Αυγούστου 2025

συντέθηκαν προφορικά;


Η Ιλιάδα δηλαδή και η Οδύσσεια συντέθηκαν προφορικά; Έπειτα από τον Milman Parry γνωρίζουμε ότι ένα σημαντικό μέρος ομηρικών στίχων συντέθηκε σύμφωνα με μορφές καλά θεμελιωμένες.

Αποτελούνται από στερεότυπες φράσεις που πληρούν κανονικές μετρικές ενότητες τού στίχου. Χρησιμοποιούνται σαράντα εξ χαρακτηριστικά επίθετα του Αχιλλέα. Καθένα έχει μια διαφορετική μετρική αξία, κι ο ποιητής εκλέγει αυτή που ανταποκρίνεται καλύτερα στις προσωδιακές ανάγκες τού στίχου. Κατασκευάζει το επικό ποίημα βαθμιαία σαν άσμα, διαθέτοντας σε βάθος αμέτρητες μορφές και μοτίβα παραδοσιακά για να συγκρατήσει αυτό που δημιουργεί ή τις ποικιλίες του πάνω σ' ένα δομημένο θέμα.

Βρίσκουμε σήμερα ακόμη αυτόν τον αφηγηματικό ηρωϊκό τρόπο στη Γιουγκοσλαβία και στους Βερβέρους της Βορείου Αφρικής.

*

Το έργο τού Ομήρου όπως το γνωρίζουμε χαρακτηρίζεται από τη θαμβωτική και συνάμα πολύπλοκη ενότητά του. [...]

Η Ιλιάδα μαρτυρεί σύλληψη εκφραστική τού ανθρώπου που όλες της οι λεπτομέρειες εναρμονίζονται, και δεν είναι καθόλου αφήγηση περιπετειών που ξετυλίγονται κατά τρόπο αυτόματο ή τρέχοντα.

Η έκθεση των ποιημάτων συνθεμένη με το παράπλευρο θέμα τής οργής του Αχιλλέα γίνεται με τέχνη επεξειργασμένη στο έσχατο. Όλη η κατασκευή τού ποιήματος με τις εσωτερικές του απηχήσεις και τις εναλλαγές έντασης και παύσης καταλήγει στη δραματική ποιότητα που υπηρετεί το σκοπό. Μόνο η Χ ραψωδία παραφωνεί και φαίνεται ότι έχει προστεθή μεταγενέστερα.

*

Σύμφωνα μ' αυτόν [ενν. τον καθηγητή Whitman] η Ιλιάδα, σε πλαίσιο γλωσσικό, στοιχεί στην περίφημη συμμετρία των Ελληνικών αγγείων τής περιόδου από το 800-700 π.Χ. Βεβαιώνει ότι «το ποίημα στο σύνολό του σχηματίζει ένα μεγάλο συγκεντρωτικό ιχνογράφημα». Αλλ' ο Whitman είναι πολύ κατηγορηματικός στο σχήμα του:

λησμονεί ότι πολύ μεταγενέστερα χάρη ευχέρειας το ποίημα διαιρέθηκε σε εικοσιτέσσερες ραψωδίες. Ωστόσο η αποδεικτική βάση τού Whitman είναι αναμφισβήτητα έγκυρη· η δόμηση τής Ιλιάδας είναι ακραιότατης πλοκής, και η μορφική της αυστηρότητα χαρακτηριστική.


*

Ας μού επιτραπεί εδώ να κάμω μερικές υποθέσεις, όχι τόσο σαν ειδικός, όσο σαν κριτικός που δοκιμάζει να συλλάβει το πνεύμα τής ποίησης. Πιστεύω ότι ο Όμηρος υπήρξε ο πρώτος μέγας ποιητής τής δυτικής λογοτεχνίας, γιατί πρώτος κατανόησε τις άπειρες δυνατότητες τού γραπτού λόγου.

Μέσα στη ζωηρότητα τής ομηρικής διήγησης, στην υπέροχη συμπλεκτικότητά της διαφαίνεται η αγαλλίαση ενός πνεύματος που έρχεται ν' αποκαλύψει ότι δε θα είναι καταδικασμένο να εμπιστευθή το έργο του στην εύθραυστη μνήμη των ανθρώπων.

Η ισχυρή ευθυμία της Ιλιάδας και η σταθερή χρήση της αντίθεσης που κάνει ανάμεσα στη βραχύτητα της ζωής και στην ανισότητα της δόξας αντανακλούν στον ποιητή τη σύλληψη τής νέας κ' υπερήφανης συνείδησης τής ίδιας του απόφασης να επιζήσει.

Στην αρχή της όλης ποίησης υπάρχει ο λόγος, αλλά στην αρχή μιάς ποίησης στις διαστάσεις τής Ιλιάδας υπάρχει η γραφή.
 
*

Συνακόλουθα η Ιλιάδα κ' η Οδύσσεια κηρύσσουν ότι η ζωή των ανθρώπων γίνεται σκόνη λησμονιάς εκτός αν το άσμα τού ποιητή τής δώσει την αιωνιότητα. Δεν είναι αυτό ομολογία πίστης ενός πνευματώδη καλλιτέχνη που για πρώτη φορά στη δυτική λογοτεχνία παρουσίαζε, αν ο ίδιος δεν την κατείχε, την πλήρη και καθολική δόξα τού γραπτού λόγου;

George Steiner, Ο Όμηρος και οι καθηγητές (έκδ. Εκάτη, Αθήνα 2009 (1971), σσ. 20, 21, 22, 23-24, 24-25).

Σάββατο 9 Αυγούστου 2025

άστυ -το σάρκινο σύνολο της ανθρώπινης ευγένειας


Στην καρδιά των ποιημάτων τού Ομήρου βρίσκεται η ανάμνηση μιας από τις μεγαλύτερες καταστροφές που μπορούν να συμβούν σ' ανθρώπους: η καταστροφή ενός άστεως. Το άστυ είναι το σάρκινο σύνολο της ανθρώπινης ευγένειας· είναι αυτό όπου η κατάστασή του είναι βαθύτατα εξανθρωπισμένη.

Με το άστυ του κατεστραμμένο ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να πλανιέται ανά τον κόσμο ή να ζή σε γυμνή χώρα, επιστρέφοντας έτσι με σταθερό μέτρο στην κατάσταση των ζώων.

Τέτοια είναι η κεντρική εικόνα της Ιλιάδας. Κι όταν αντηχεί μέσα στην εποποιία πότε ο σιωπηρός υπαινιγμός και πότε ο διαπεραστικός θρήνος, υπάρχει αυτό το τρομερό συμβάν: ο θάνατος ενός παλαιού και λαμπρού άστεως στην ακτή μιάς θάλασσας.

Ο Όμηρος δε διηγείται τον πυρπολισμό της Τροίας. Ίσως σ' αυτή την επιφύλαξη υπάρχει είδος ποιητικής ευαισθησίας (όπως στο Dante όταν χάνει τη θέα στην κορυφαία στιγμή τής οπτασίας του)· ίσως είναι η συνετή υποψία ότι, εάν η Ιλιάδα είχε δείξει την Τροία παρανάλωμα φλογών, τα αισθήματα τού ακροατηρίου θα είχαν διατεθή ευνοϊκά για τους Τρώες. Επιτήδεια ο Όμηρος υποκαθιστά στην τελική καταστροφή την έξαρση μιάς λεπτομέρειας:

μάς δείχνει τον Έκτορα να προσβάλλει τα προπύργια τού Ελληνικού στρατοπέδου και ν' απειλεί να πυρπολήσει τα πλοία των Δαναών.

Μια και ο επίλογος της ιστορίας δε μάς έχει δοθή, δε γνωρίζουμε ακριβώς σε ποιό άστυ ο δούρειος ίππος έριξε τη θανάσιμη σκιά του. [...]

Είναι πιο πιθανό η Ιλιάδα να μη εικονίζει παρά ένα επεισόδιο: ένα ατέλειωτο κατάλογο καταστροφών. Το μυθικό άστυ της Κνωσσού έπεσε κατά το 1400 π.Χ. Δε γνωρίζουμε το αίτιο αυτής της καταστροφής, αλλ' οι αναμνήσεις αυτού του συμβάντος θα επανέλθουν στη διάρκεια αιώνων να συναναστραφούν την Ελληνική φαντασία. [...]

*

Η ανάμνηση αυτών των παλαιών τρόμων -καταστραμμένες πύλες πόλης, πυρπολημένοι πύργοι- διαπερνά την Ιλιάδα.

Ο λόγος της Οδύσσειας ήρθε κατόπιν. Κατά ωρισμένο τρόπο η Οδύσσεια είναι η εποποιία του πρόσφυγος. Τα άστυ ήσαν κατεδαφισμένα και οι επιζώντες, πειρατές και ζητιάνοι, πλανιώνταν ανά τον κόσμο.

Αυτό ακριβώς φαίνεται να συνέβη στην περίοδο που εκτείνεται από το 1100 π.Χ. - 900 π.Χ.

Ομάδες προσφύγων της Ελλάδας φεύγουν προ των Δωριέων επιδρομέων, όχι χωρίς να μεταφέρουν πολύτιμα λείψανα τού συντετριμμένου πολιτισμού των. Ανάμεσα στις αρχές του ΙΑ΄ αιώνα και στο τέλος του Θ΄ αιώνα το κύριο κύμα φαίνεται ότι έχει εγκατασταθή στην Αττική. Λίγο αργότερα, το έτος 1000 π.Χ. αυτοί οι ξεριζωμένοι λαοί ήρχισαν ν' αποικίζουν τη Μ. Ασία και τα νησιά, ωρισμένοι απ' αυτούς, καθώς φαίνεται, εγκαθίστανται στην Αθήνα και τα περίχωρα.

[...] σύμφωνα μ' ασθενείς ενδείξεις που κατέχουμε η μυκηναϊκή κληρονομιά τής Ιλιάδας διωχετεύθηκε με την προφορική παράδοση έως τον Η΄ αι. π.Χ. Αυτό που τώρα γνωρίζουμε είναι ότι η προφορική αυτή παράδοση ήταν Ελληνική.

George Steiner, Ο Όμηρος και οι καθηγητές (έκδ. Εκάτη, Αθήνα 2009 (1971), σσ. 16-17, 18, 20).

Τρίτη 5 Αυγούστου 2025

καμμιά αμφιβολία για την ενότητά της


Προς το τέλος του ΙΘ΄ αιώνα η μέθοδος κατακερματισμού ηυδοκίμησε. Ο Wilamowitz, αυτός ο εμπνευσμένος τιτάνας των ομηρικών μελετών, δήλωνε ότι η Ιλιάδα ήταν ένα «άτεχνο συνονθύλευμα». Σ' ένα μόνο κεφάλαιο τού ευαγγελιστού Λουκά η γερμανική κριτική έθετε φανερά πέντε αλλεπάλληλα στρώματα το καθένα με ίδιο συγγραφέα. Σχετικά με τα θεατρικά έργα που αποδόθηκαν σ' αυτόν τον ηθοποιό τον απληροφόρητο ότι υπήρξε ο Σαίκσπηρ, αυτά γίνονταν το απάνθισμα μιας ομάδας που περιλάμβανε τον Βάκωνα, τον κόμη της Οξφόρδης, τον Μάρλοου, καθολικούς αντάρτες και μαθητευόμενους τυπογράφους εξαιρετικής ευφυιάς.

Αυτή η λύσσα καταστροφής βάστηξε μέχρι το 1940. Το 1934 ακόμη ο Gilbert Murray δεν μπορούσε να βρή ένα μόνο σοβαρό διανοούμενο πρόθυμο να υποστηρίξει ότι η Ιλιάδα ή η Οδύσσεια ή και τα δύο ήσαν έργο ενός μόνου ποιητή.

Σήμερα ο τροχός έκανε μια ολόκληρη στροφή. Στις ομηρικές έρευνες, στη Βίβλο και στον Σαίκσπηρ η κυρίαρχη τάση είναι εκείνη της ενοποίησης.

Για τον καθηγητή Whitman του Χάρβαντ, για παράδειγμα, η προσωπική φαντασία που βρίσκεται στο κέντρο της Ιλιάδας δεν αφήνει καμμιά αμφιβολία για την «αξερίζωτη ενότητά της».

Λόγοι υλικοί και ψυχολογικοί βρίσκονται στη βάση αυτής τής αλλαγής γνώμης. Σεβόμαστε παραπολύ την ιδιαίτερη συνοχή στο γραπτό κείμενο.

Η κριτική θεωρούσε σαν βέβαιο ότι εάν ένα κείμενο ήταν πολύ παλαιό ή είχε συχνά ανατυπωθή, δε μπορούσε να μη έχει υποστή τροποποιήσεις. Σ' αυτό δεν είμαστε πια τόσο βέβαιοι.

Οι αντιβολές των χειρογράφων της Νεκράς Θαλάσσης και τού κανονικού στίχου τής Βίβλου επιτρέπουν να σκεφτούμε ότι η αρχαία γραμματεία εκεί που είχε θεωρηθεί σαν ιερή προοπτική μάς έχει μεταδοθή με ακριβή πιστότητα.

Έχουμε επίσης δή αντιγραφείς ή σχολιαστές ν' αποτυπώνουν πιστά πλάνες ή αρχαϊκούς τύπους που δεν κατανοούμε πια. Πιο σπουδαίο ακόμη, η μεταφροϋδική εποχή μας έφτασε να θεωρεί το ενέργημα της λογοτεχνικής σύνθεσης σαν ισχυρό σύμπλεγμα.

Εκεί που τον ΙΘ΄ αιώνα έβλεπαν χάσμα ή νόθευση, είχαν την τάση ν' αποκαλύψουν τις υπεκφυγές ή την ιδιαίτερη λογική τής ποιητικής φαντασίας. Η μέθοδος να μάς παρουσιάζει το ανθρώπινο πνεύμα τροποποιήθηκε. Οι θιασώτες της κριτικής σε βάθος, Wilamowitz ή Wellhausen, ήσαν ανατομιστές: για να φτάσουν στην καρδιά ενός αντικειμένου το κομμάτιαζαν.
Σήμερα, όμοια με τους ανθρώπους του ΙΣΤ΄ αιώνα κλίνουμε προς τη σκέψη ότι τα διανοητικά processus είναι οργανικά και ακέραια. [...]

George Steiner, Ο Όμηρος και οι καθηγητές (έκδ. Εκάτη, Αθήνα 2009 (1971), σσ. 13-15).

Πέμπτη 31 Ιουλίου 2025

συνάφεια των γραφομένων προς τα βιούμενα


«απεβίωσε ... συνεπεία μαρασμού...»,
γράφει η ιατρική πιστοποίηση του θανάτου του.*

Ο Μοσκώβ-Σελήμ είναι το τελευταίο διήγημα τού Βιζυηνού και δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Εστία από τις 28 Απριλίου έως τις 16 Μαΐου 1895, τρία χρόνια μετά τον εγκλεισμό του στο Δρομοκαΐτειο. [...]

Πρέπει να σημειωθεί ότι η εντυπωσιακή μεταστροφή τής κριτικής από τη σχεδόν απόλυτη σιωπή των ετών 1883-1892 στα διθυραμβικά σχόλια των ετών 1892-1897, δηλαδή τής περιόδου εγκλεισμού τού Βιζυηνού στο Δρομοκαΐτειο και των πρώτων μηνών μετά το θάνατό του, αποτελεί ίδιον μιας κοινότητας που αισθάνεται τύψεις και δεν δηλώνει διαφορετική αποτίμηση. [...]

Από τον Μάρτιο του 1884, μετά τον θάνατο του Γ. Ζαρίφη, μέχρι τον εγκλεισμό του στο άσυλο, τον Απρίλιο του 1882, ο Βιζυηνός έζησε στην Αθήνα και δημοσίευσε ένα μόνο διήγημα, το πέμπτο κατά σειράν, το 1884. Η σιωπή του ως πεζογράφου συνδέεται με τη σιωπή των αθηναϊκών κύκλων για το έργο του και την απογοήτευση του Βιζυηνού γι' αυτήν την σιωπή.

Στο διάστημα αυτό όμως δημοσίευσε ποιήματα, δοκίμια, φιλοσοφικά δοκίμια και παιδική λογοτεχνία. Έγραψε και το διήγημα Ο Μοσκώβ-Σελήμ, χωρίς ποτέ ν' αναφερθεί σε αυτό. [...]

Αν λάβει κανείς υπ' όψιν τις προσδοκίες τού ελληνικού έθνους στο τέλος του 19ου αιώνα, είναι δήλον μάλλον παρά άδηλον το γιατί ο Βιζυηνός απέκρυπτε ένα διήγημα που είχε ως κεντρικό θέμα την αλλοτριωση που αισθάνεται ο χαρακτήρας έναντι των παραδοσιακών αξιών της κοινωνίας του. Ο Μοσκώβ-Σελήμ έχει ένα θέμα τόσο κοντινό στα προσωπικά αισθήματα τού συγγραφέα και στην προσωπική του κατάσταση (αποβολή από την κοινωνία, μελαγχολία, μαρασμός) που είναι απορίας άξιον πώς δεν αιτιολογήθηκε η απόκρυψη τού διηγήματος με βάση τη συνάφεια των γραφομένων προς τα βιούμενα: η αυτοβιογραφία έχει τα όριά της.

Βέβαια στο διήγημα παρατηρείται ένα παράδοξο. Αφ' ενός είναι το πιο καλά διαρθρωμένο από τα έξι διηγήματα του Βιζυηνού και διαλέγεται με τα ψυχολογικά, ρεαλιστικά ή νατουραλιστικά, ευρωπαϊκά κείμενα, αφ' ετέρου η ιστορία που αφηγείται είναι προσωπική και προφητική σε τέτοιο βαθμό που ο συγγραφέας απέφυγε να την δημοσιεύσει. [...]

Εξάλλου, η ζωή και ο θάνατος τού συγγραφέα, μετά τη συγγραφή τού διηγήματος, ενισχύουν την αναφορική του διάσταση.

*

Το 1875, όταν επαναστατεί πάλι η Ερζεγοβίνη και εμπλέκονται στον πόλεμο η Σερβία, η Βουλγαρία και, τέλος η Ρωσία (1877-78), ο Σελήμ, παρά τα σαράντα του χρόνια, κατατάσσεται στον στρατό τού Σουλτάνου, πολεμάει στη Σερβία και, τέλος, στη μάχη τής Πλεύνας, όπου αιχμαλωτίζεται από τους Ρώσους, μαζί με σαράντα χιλιάδες Οθωμανούς. [...]

[...] αγάπησε και μια Ρωσίδα, την «εύμορφη Παυλόφσκα». Ο διπλός έρως μετέβαλε κάθε πίστη: προς τον Σουλτάνο, προς τον Αλλάχ και προς την οικογένειά του. Το κείμενο κινούμενο στο χώρο τού φανταστικού, αφού αυτός είναι ο χώρος τού κάθε έρωτα, φανταστικά λύνει τα ιστορικά προβλήματα και παρέχει την απαραίτητη ερμηνεία τής μεταβολής των συναισθημάτων.

Η προσωπική ιστορία υπερισχύει τής «Ιστορίας», τουλάχιστον για όσον καιρό διαρκεί η μετάβαση στη Ρωσία και η μεταβίβαση των συναισθημάτων. Όταν τελειώνει η αιχμαλωσία και ο Σελήμ επιστρέφει στη χώρα του, επιστρέφει και η αφήγηση στην ιστορική «αλήθεια» [...].

Υπάρχει όμως μια ακόμα εγγραφή: το αστείο, που υπονομεύει το διαχωρισμό φανταστικού και πραγματικού και οδηγεί στο θάνατο. Επιστρέφοντας από την Κωνσταντινούπολη ο αφηγητής μαθαίνει ότι ο Σελήμ υπέστη προσβολή ημιπληγίας, επειδή κάποιοι τού είπαν στ' αστεία ότι οι Ρώσοι ήρθαν πάλι, μετά το βουλγαρικό πραξικόπημα τού 1886. Κατά τον γιατρό, η προσβολή οφείλετο στην «υπερβολικήν χαράν του».

Ο αφηγητής επισκέπτεται για τρίτη φορά τον Σελήμ και διαπιστώνει ότι η προσβολή οφείλετο στη λύπη του για τα φιλορωσικά του συναισθήματα. Όταν δε τον πληροφορούν ότι οι Ρώσοι δεν έχουν εισβάλει στη Θράκη τότε παθαίνει δεύτερη προσβολή και πεθαίνει, από τη χαρά του αυτή τη φορά, όπως αποφαίνεται ο γιατρός. Χαρά ή λύπη; Το ερώτημα παραμένει αναπάντητο, χάρη στο θάνατο τού μυθιστορηματικού ήρωα. Η προσωπική ιστορία δεν μπορεί πια να διαφοροποιηθεί από την Ιστορία και ο αφηγητής σφραγίζει το νόημα με την τελική του δήλωση ότι «ο Τούρκος έμεινε Τούρκος».

Η αμφισημία τού κειμένου λήγει με την μονοσημία τού τέλους του
και η πολύσημη γλώσσα υποκαθίσταται από την άσημη σιωπή.
Όσο για την ιστορία τού Σελήμ, αυτή συμπεριλαμβάνει
όλες τις ιστορίες που έχουν εκτεθεί στα πέντε προηγούμενα

-και ήδη δημοσιευμένα κατά τη διάρκεια τής συγγραφής τους- διηγήματα.**


Μιχάλης Χρυσανθόπουλος, Γεώργιος Βιζυηνός. Μεταξύ φαντασίας και μνήμης (έκδ, Εστία, Αθήνα 1994, σσ. 131, 131-132, 132-133, 133-134, 134, 140, 140-141, 141). - Το motto εκ του ιδίου (ό.π., σ. 133 σημ, 8.). Και η κατακλείδα εκ του ιδίου (ό.π., σ. 141).