Πέμπτη 29 Μαΐου 2025

ο Κωνσταντίνος Δραγάσης υπαγορεύει τον τελευταίο Λόγο του

Άρχοντες ευγενέστατοι και δήμαρχοι εκλαμπρότατοι
και στρατηγοί και συστρατιώτες γενναιότατοι και όλος
ο ευλαβής και τίμιος λαός
– έτσι ακριβώς, Φραντζή μου:
ο ευλαβής και τίμιος λαός· θα συμφωνείς
φαντάζομαι πως τέτοιες εκφράσεις αποβαίνουν
ο κύριος λόγος ύπαρξης των χρονικών· ή μήπως δεν σκοπεύεις
να εξιστορήσεις τούτο εδώ το μακελειό; Αν βέβαια γλιτώσεις.
Αν δεν γλιτώσεις, θα έχουμε γλιτώσει και οι δυο απ' το μαρτύριο
των επιγόνων – κι ίσως, καλύτερα έτσι. Δεν νομίζω. Πάντα κάτι
ξεχνούν να πάρουν μαζί τους οι νεκροί, κι αρχίζει η φρίκη των προγόνων.
Προσπάθησε, Γεώργιε, να μείνεις ζωντανός. Μην αφήσεις το μέλλον
στα χέρια του όποιου ρασοφόρου μεθύστακα, από αυτούς
που πνίγουν στο ξινό κρασί τής καθ' ημάς Ανατολής
τα εγκώμιά τους για τον αυτοκράτορά τους.
Μην εκνευρίζεσαι, καλέ μου. Φύλαξε την ευσέβειά σου
για το κελί, που θα τελειώσεις τη ζωή σου.
Εδώ είναι παλάτι: μετρούν μόνο οι φτερωτές
νύχτες, που κλωσάνε τα ερπετά των ημερών.
Θα έπρεπε να ξέρεις πως δεν βάζουμε ποτέ το αυριανό κρασί
στο ίδιο βαρέλι, που ξίνισε το χτεσινό.
Κι αυτό είναι όλο κι όλο, που κάνει Ιστορία την αθλιότητά μας.
Μην με κοιτάς παράξενα· δεν σκέπτομαι να επαναφέρω
–να προσπαθήσω, εννοώ– τ' αγάλματα των εθνικών.
Δεν είναι δα η απελπισία μου τόσο αιχμηρή,
ώστε ν' αρχίσω να κεντάω το μουλάρι της ζωής
στην κατηφόρα. Ούτε τρελάθηκα. Απλά, ήπια λίγο παραπάνω.
Στρατιώτης είμαι, φίλε μου. Τουλάχιστον εγώ
καταλαβαίνω, πως μόνο μεθυσμένος –ή θεοφοβούμενος, βεβαίως–
μπορεί κανείς να διανοηθεί πως είναι ακόμα ζωντανός
μέσα σ' αυτόν τον αιωνόβιο τάφο, που έχει ακόμα το θράσος
–ή το θάρρος, εδώ που φτάσαμε–
να διεκδικεί τον τίτλο της βασιλεύουσας:
ακόμα κι έτσι μια γριά βασίλισσα, που τρίζει
μέσα στον ύπνο της τα λίγα δόντια που της απόμειναν,
βήχοντας σκιές ηρώων στους προμαχώνες της:
ο Ηρακλής να προσπαθεί να ξεγελάσει
τη νύστα του, σπάζοντας κάτι κατάπικρα
καρύδια στη σκοπιά· ο Αχιλλέας να ροκανίζει
το παξιμάδι της ανίας του στο Επταπύργιο
κι ο Θησέας να ρητορεύει ακατάσχετα
υπέρ βωμών και εστιών, εξαπολύοντας
Φιλοκτήτες, Αίαντες, Οιδίποδες, Αντιγόνες, Ισμήνες,
–όλους με το κομπόδεμά τους στη φωλιά
του διπρόσωπου Ιανού, του χορτασμένου Ιανού–
δαίμονες, τελώνια, χτικιά, να παίζουν όλη νύχτα
ζάρια φτιαγμένα από τα κόκαλα των Τρώων,
των απερίσκεπτων Τρώων,
κι από τα κόκαλα των Τρωάδων, των γλυκύτατων Τρωάδων,
με τους ολόχρυσους Ιππόγρυπους να κοιμούνται ανάμεσα στα μύρα
των κατάλευκων βυζιών και τα φύλλα των δέντρων να θροΐζουν
ιστορίες για ναϊάδες ερωτευμένες με ακατάβλητους μαχητές,
που μιλούν μια γλώσσα βαθιά σαν σπήλαιο.
Κατάλαβες, Φραντζή μου; Δεν με ανησυχούν οι προσδοκίες
των πολιορκητών. Τα όνειρα των πολιορκημένων με τρομάζουν.

Τα καταγώγια είναι, βέβαια, ό,τι καταλληλότερο γι' αυτόν που επιθυμεί
να διαπιστώσει αν η ζωή είναι τραυλή ή μονίμως μεθυσμένη.
Και, οπωσδήποτε, το ιδανικό μέρος για να ξεχάσει ένας χρονογράφος
πως δεν γεννήθηκε ποιητής – χώρια οι χορεύτριες...
Μην κοκκινίζεις. Δεν χρειάζεται. Οι νύχτες σου είναι δικές σου.
Τέλος πάντων, τις εξαιρώ από το χρέος σου να πεθάνεις
αγωνιώντας για την τύχη της πατρίδας,
πριν πεθάνεις κατά τύχη για την πατρίδα.
Μπορείς να πας στην αιώνια κόλαση από τον δρόμο
του δικού σου πρόσκαιρου παραδείσου.
Μπορείς να γλεντήσεις μέσα τη σφαγή
με τους βαρβάρους εκεί έξω. Πως θα είναι το δικό σου
σώμα που θα κατασπαράξουν, δεν σημαίνει
νομίζω τίποτα σπουδαίο. Αυτό δεν προσπαθούσες
τόσα χρόνια, σαν τον τυφλό από έπαρση μέσα στη νύχτα
των ράσων; Αυτό δεν προσπαθούσαμε όλοι
πίσω από τις εικόνες, που περιφέραμε
στην αγορά των στόχων, των ελπίδων, των επιτεύξεών μας;
Ας αναλάβει μια φορά η πραγματικότητα
την εκκαθάριση των φαύλων φαντασιώσεών μας.
Γι' αυτό σου λέω: βάφτιζε σε όποιον λάκκο
θέλεις τις νύχτες σου. Δικαίωμά σου.
Ξέρω πως μόνο τα πορνεία και τα χαμαιτυπεία
του απόκεντρου θ' αντέξουν το σκουλήκι του θράσους μας.
Τίνος δεσπότης είμαι αν δεν γνωρίζω
πώς ζει τον θάνατό του ο λαός μου;
Ο ευλαβής και τίμιος λαός! – Έτσι ακριβώς να γράψεις.

Τα υπόλοιπα: όσα θα πω κι όσα θα πεις πως είπα,
τ' αφήνω στη διακριτική ευχέρεια της εντιμότητάς σου.
Εννοείται,
πως δεν σ' έχω για εντελώς ανυστερόβουλο· αν και
δεν θα σε χαρακτήριζα ευθέως μοχθηρό. Όσο γι' αυτό,
δεν χρειάζεται καθόλου να είσαι μοχθηρός,
για να ρίξεις το αγρίμι ενός κειμένου στον ορνιθώνα της Ιστορίας·
αρκεί να υποπτεύεσαι μια σκευωρία εκεί
που οι πρόγονοί σου παραήταν
επιμελείς στην αποσιώπηση της εντιμότητάς τους.
Αχ, Φραντζή μου! Την παρθένα,
που υπήρξε η κάθε πόρνη, πουλάει η προστυχιά.
Μέσα σ' ένα πορνείο μπορείς να δεις την Ιστορία να πλέκει
με περισσότερη ευθύτητα τη σκευωρία του παρελθόντος.

Τί με κοιτάς; Σού έπεσε βαρύ το τελευταίο σχήμα; Μαθητής
του Γεμιστού υπήρξα, φίλε μου· κάτι γνωρίζω
απ' τις συνήθειες των προγόνων:
δεν είναι απαραίτητο να είμαι οπλισμένος
για να επιτρέψω στο πνεύμα μου τις γνήσιες απολαύσεις
του σώματος…

Άκουσε, φίλε μου καλέ· γράψε ό,τι θέλεις.
Εγώ θα το διαβάσω, σαν να 'μαι εγώ.
Έτσι κι αλλιώς, πάει καιρός που δεν γνωρίζω
ποιος θα πεθάνει εκεί, στην κορυφή των ένδοξων
–και τα λοιπά– τειχών· σήμερα, αύριο, μεθαύριο οπωσδήποτε.
Γράψε. Μια φράση μόνο
–εκτός απ' την προσφώνηση– δική μου:
Θάρρος! Μιαν άλλη πόλη πολιορκούν!

       Και ό,τι καταλάβουν.

Γιώργος Μπλάνας, απ' εδωδά!

Κυριακή 25 Μαΐου 2025

μάς κοινωνείται η ίδια η ουσία τής παν-ενότητας


Η αδιατάρακτη ενότητα του εαυτού μας με τον άλλο σε αυτή τη σχέση είναι το πρώτο βήμα για την πραγματική ένωση.

[...] το αντικείμενο τού εν πίστει έρωτά μας θα πρέπει υποχρεωτικά να διαχωριστεί από το εμπειρικό αντικείμενο τού ενστικτώδους έρωτά μας, παρόλο που συνδέεται μαζί του με σχέση αδιαχώριστη.

Πρόκειται για ένα και το αυτό πρόσωπο σε δύο διαφορετικά είδη ή σε δύο διαφορετικές σφαίρες τού Είναι -την ιδεατή και την πραγματική. Η πρώτη είναι προς το παρόν μόνο ιδέα. Αλλά στον αληθινό, στον εν πίστει έρωτα, γνωρίζουμε ότι η ιδέα αυτή δεν είναι αυθαίρετη επινόησή μας, αλλά ότι εκφράζει την αλήθεια τού αντικειμένου, μόνο που ακόμη δεν έχει πραγματωθεί στη σφαίρα των εξωτερικών, πραγματικών σχέσεων.

Αυτή η αληθινή ιδέα τού αντικειμένου τού έρωτα είναι που φωτίζει για κάποιες στιγμές το πάθος τού έρωτα μέσα από τα πραγματικό φαινόμενο, αλλά σε πολύ πιο ξεκάθαρη μορφή εμφανίζεται αρχικά ως αντικείμενο τής φαντασίας μας.

Η συγκεκριμένη μορφή αυτής τής φαντασίας, η ιδεατή μορφή, στην οποία ενσαρκώνω το πρόσωπο με το οποίο είμαι ερωτευμένος στη συγκεκριμένη στιγμή, δημιουργείται, φυσικά, από μένα, αλλά δεν προκύπτει από το πουθενά·

η υποκειμενικότητα τής μορφής αυτής καθεαυτήν, δηλαδή εκείνης της μορφής που βρίσκεται εδώ και τώρα μπροστά στα μάτια τής ψυχής μου, κάθε άλλο παρά αποδεικνύει τον υποκειμενικό χαρακτήρα της, δηλαδή τον χαρακτήρα τού αντικειμένου που φαντάζομαι και υπάρχει μόνο για μένα.

Εάν για μένα, που βρίσκομαι απέναντι από τον υπερβατικό κόσμο, ένα δεδομένο ιδεατό αντικείμενο εμφανίζεται μόνο ως έργο τής φαντασίας μου, αυτό δεν το εμποδίζει να υπάρχει πραγματικά σε μια άλλη, ανώτερη σφαίρα τού είναι.

Κι αν η δική μας πραγματική ζωή βρίσκεται έξω από αυτή την ανώτερη σφαίρα, ο νούς μας δεν είναι εντελώς αποξενωμένος απ' αυτήν και έτσι μπορούμε να έχουμε μια σχετική νοητική αντίληψη για τους νόμους του Είναι της.

Να ο πρώτος βασικός κανόνας: εάν στον κόσμο μας η μεμονωμένη και απομονωμένη ύπαρξη είναι γεγονός και πραγματικότητα και η ενότητα είναι απλά μια έννοια, μια ιδέα, τότε εκεί, απεναντίας, η πραγματικότητα ανήκει στην ενότητα ή, ακριβέστερα, στην παν-ενότητα, ενώ ο διαχωρισμός και η απομόνωση υπάρχουν μόνο δυνητικά και υποκειμενικά.

Από εδώ συνάγεται ότι το Είναι τού προσώπου αυτού στην υπερβατική σφαίρα δεν υπάρχει ατομικό υπό την έννοια τού πραγματικού Είναι. Εκεί -δηλαδή στην αλήθεια- το ατομικό πρόσωπο είναι απλά αχτίδα, ζωντανή και πραγματική, αλλά αδιαχώριστη αχτίδα ενός ιδανικού φωτός - τής παν-ενιαίας ύπαρξης.

Αυτό το ιδανικό πρόσωπο ή η προσωποποιημένη ιδέα είναι μόνο η εξατομίκευση τής παν-ενότητας, η οποία αδιαχώριστα υπάρχει σε κάθε μία από αυτές τις εξατομικεύσεις.

Έτσι λοιπόν, όταν φανταζόμαστε την ιδανική μορφή τού αντικειμένου τού έρωτά μας, τότε υπό την μορφή αυτή μάς κοινωνείται η ίδια η ουσία τής παν-ενότητας.

Βλαδίμηρος Σολοβιόφ, Το νόημα του έρωτα (μτφρ. Δημ. Β. Τριανταφυλλίδης, έκδ. Αρμός, Αθήνα 2018 (2008), σσ. 115, 115-118).

Πέμπτη 22 Μαΐου 2025

ο διαχωρισμός των φύλων... η απαρχή τού θανάτου


Ο θάνατος γενικά είναι η παρακμή τής ύπαρξης, η πτώση των συστατικών που την συναπαρτίζουν.

Ο διαχωρισμός των φύλων -ο οποίος δεν αναιρείται από την εξωτερική και εφήμερη ένωσή τους στην γενετήσια πράξη- είναι διαχωρισμός ανάμεσα στο αρσενικό και το θηλυκό στοιχείο τής ανθρώπινης ύπαρξης, και είναι από μόνος του μια κατάσταση αποσύνθεσης και η απαρχή τού θανάτου.

Το να βρίσκεται κανείς σε κατάσταση διαχωρισμού των φύλων, σημαίνει ότι βρίσκεται στο δρόμο τού θανάτου, ενώ όποιος δεν θέλει ή δεν μπορεί να βγεί από τον δρόμο αυτό, σημαίνει ότι πρέπει να τον βαδίσει μέχρι το τέλος.

Εκείνος που υποστηρίζει την ρίζα τού θανάτου, εκείνος μοιραία θα γευτεί και τους καρπούς της.

Αθάνατος μπορεί να είναι μόνο ο ολοκληρωμένος άνθρωπος και, αν η φυσική ένωση δεν μπορεί όντως να αποκαταστήσει την πληρότητα τής ανθρώπινης ύπαρξης, τότε αυτό σημαίνει ότι η ψευδής αυτή ένωση θα πρέπει να αντικατασταθεί από μια αληθινή ένωση, και όχι από την εγκράτεια από κάθε ένωση,

δηλαδή όχι από την επιθυμία να διατηρηθεί το status quo τής διασπασμένης, παρακμιακής και, επομένως, θνητής ανθρώπινης φύσης.

Βλαδίμηρος Σολοβιόφ, Το νόημα του έρωτα (μτφρ. Δημ. Β. Τριανταφυλλίδης, έκδ. Αρμός, Αθήνα 2018 (2008), σ. 94).

Δευτέρα 19 Μαΐου 2025

Διόνυσος και Άδης, ένα και το αυτό


«Ο Διόνυσος και ο Άδης είναι ένα και το αυτό», είπε ο βαθυστόχαστος στοχαστής του αρχαίου κόσμου [Ηράκλειτος (Diels, 15) (σ.τ.μ.)].

Ο Διόνυσος -νεαρός και όμορφος θεός της υλικής ζωής στην πλήρη άνθηση των δυνάμεών του, θεός της φύσης που ανθίζει και καρπίζει- είναι το ίδιο με τον Άδη, τον χλωμό δεσπότη του σκοτεινού και σιωπηλού βασιλείου των σκιών.

Ο θεός της ζωής και ο θεός του θανάτου είναι ένα και το αυτό. Αυτή είναι μια αλήθεια αδιαμφισβήτητη για τον κόσμο των φυσικών οργανισμών.

Η πληρότητα των δυνάμεων της ζωής που βράζει μέσα στην ατομική ύπαρξη δεν είναι η προσωπική της ζωή, είναι μια ζωή ξένη, μια ζωή του αδιάφορου και ανελέητου είδους, η οποία είναι συνάμα και ο θάνατός της.

Στα χαμηλά επίπεδα του ζωικού βασιλείου αυτό είναι απολύτως ξεκάθαρο· εδώ τα πλάσματα υπάρχουν μόνο και μόνο για να παραγάγουν απογόνους και μετά να πεθάνουν. Σε πολλά είδη μάλιστα δεν ζούν μετά την πράξη τής αναπαραγωγής, πεθαίνουν επί τόπου· ενώ άλλα επιβιώνουν για ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα.

Εάν όμως αυτή η σχέση μεταξύ γεννήσεως και θανάτου, μεταξύ της διατήρησης τού είδους και τού θανάτου τού πλάσματος, είναι ένας νόμος της φύσης, τότε, από την άλλη πλευρά, η ίδια η φύση στην σταδιακή της εξέλιξη ολοένα και πιο πολύ περιορίζει και αποδυναμώνει το νόμο αυτό.

Η αναγκαιότητα τού πλάσματος να μετατραπεί σε εργαλείο υποστήριξης τού γένους, και να πεθάνει κατά την εκτέλεση αυτής της υπηρεσίας, παραμένει, μόνο που η δράση αυτής της αναγκαιότητας εντοπίζεται ολοένα και λιγότερο άμεση και αποκλειστική στο βαθμό τελειοποίησης των οργανικών μορφών, στο βαθμό της αναπτυσσόμενης αυτοτέλειας και συνείδησης των ατομικών υπάρξεων.

Κατ' αυτόν τον τρόπο, ο νόμος ταύτισης τού Διονύσου και τού Άδη -της ζωής εν τη γενέσει και τού ατομικού θανάτου- ή, πράγμα που είναι το ίδιο, ο νόμος της αντίθεσης και της διαπάλης ανάμεσα στο γένος και το πρόσωπο, ολοένα και πιο δυνατά επιδρά στα χαμηλά επίπεδα τού οργανικού κόσμου, ενώ με την ανάπτυξη των ανωτέρων μορφών ολοένα και αποδυναμώνεται.

Αν έχουν όμως έτσι τα πράγματα, τότε με την εμφάνιση τής απολύτως ανώτερης οργανικής μορφής, όπως είναι η ανεξάρτητη ύπαρξη που διαθέτει αυτοσυνειδησία, η οποία ξεχωρίζει τον εαυτό της από την φύση και την αντιμετωπίζει ως αντικείμενο, και συνεπώς είναι ικανή να διαθέτει ελευθερία από τις απαιτήσεις τού γένους, τότε -με την εμφάνιση αυτής της ύπαρξης- μήπως θα πρέπει να τεθεί τέλος σε αυτή την τυραννία τού γένους επί τού προσώπου;

Εάν η φύση στην βιολογική διαδικασία τείνει ολοένα και πιο πολύ να περιορίσει το νόμο τού θανάτου, μήπως πρέπει και ο άνθρωπος στην ιστορική διαδικασία να καταργήσει εντελώς αυτό το νόμο;

Είναι αυτονόητο ότι όσο ο άνθρωπος πολλαπλασιάζεται σαν ζώο, θα πεθαίνει και σαν ζώο. Το ίδιο όμως προφανές είναι, από την άλλη πλευρά, και το γεγονός ότι η απλή εγκράτεια από την γενετήσια πράξη δεν μάς απαλλάσσει καθόλου από τον θάνατο. [...]

Βλαδίμηρος Σολοβιόφ, Το νόημα του έρωτα (μτφρ. Δημ. Β. Τριανταφυλλίδης, έκδ. Αρμός, Αθήνα 2018 (2008), σσ. 91-93).

Παρασκευή 16 Μαΐου 2025

έρωτας, η ζώσα δύναμη


Η αλήθεια, ως ζώσα δύναμη, καταλαμβάνοντας την έσω ύπαρξη του ανθρώπου και συνεπώς οδηγώντας τον έξω από την ψευδή αυτοεπιβεβαίωση, ονομάζεται έρωτας. Ο έρωτας ως πραγματική κατάργηση του εγωισμού είναι η πραγματική δικαίωση και σωτηρία της ατομικότητας.

Ο έρωτας είναι κάτι περισσότερο από την λογική συνείδηση· δεν μπορεί όμως δίχως αυτή να δράσει ως εσωτερική σωτήρια δύναμη, εξυψώνοντας και όχι εκμηδενίζοντας την ατομικότητα. Μόνο χάρη στη λογική συνείδηση (ή, πράγμα που είναι ένα και το αυτό, τη συνείδηση της αλήθειας) ο άνθρωπος μπορεί να διακρίνει τον εαυτό του, δηλαδή την αληθινή του ατομικότητα, από τον εγωισμό του, γι' αυτό και θυσιάζοντας τον εγωισμό αυτό, παραδιδόμενος στον έρωτα, βρίσκει σε αυτόν όχι μόνο τη ζώσα αλλά και τη ζωοποιό δύναμη και δεν χάνει μαζί με τον εγωισμό του και την ατομική του ύπαρξη, αλλά, απεναντίας, την διαιωνίζει.

Στον ζωικό κόσμο ως αποτέλεσμα της απουσίας λογικής συνείδησης η αλήθεια, η οποία πραγματώνεται στον έρωτα, δεν βρίσκει στα ζώα εσωτερικό σημείο στήριξης για την δράση της, μπορεί να λειτουργήσει μόνο άμεσα, ως εξωτερική και μοιραία δύναμη, η οποία κυριαρχεί πάνω τους και τα μετατρέπει σε τυφλά εργαλεία για τους παγκόσμιους στόχους, που όμως είναι ξένοι γι' αυτά. Εδώ ο έρωτας είναι ένας μονομερής θρίαμβος του όλου, του γένους, επί του ατομικού, στο βαθμό που στα ζώα η ατομικότητά τους συμπίπτει με τον εγωισμό στο άμεσο, μερικό είναι, γι' αυτό και χάνεται μαζί μ' αυτό.

Βλαδίμηρος Σολοβιόφ, Το νόημα του έρωτα (μτφρ. Δημ. Β. Τριανταφυλλίδης, έκδ. Αρμός, Αθήνα 2018 (2008), σσ. 53-54).

Τρίτη 13 Μαΐου 2025

η συνέχεια της διαδοχικής συνείδησης του ανθρώπου και ο εγωισμός


Όλη η αλήθεια θετική ενότητα των πάντων- υπάρχει εξαρχής στη ζωντανή συνείδηση τού ανθρώπου και σταδιακά πραγματώνεται στην ζωή της ανθρωπότητας με συνειδητή διαδοχή (γιατί η αλήθεια που δεν αναφέρεται στην διαδοχή δεν είναι αλήθεια).

Χάρη στην αέναη ελαστικότητα και συνέχεια της διαδοχικής του συνείδησης ο άνθρωπος, ενώπιος ενωπίω, μπορεί να κατανοήσει και να εκπληρώσει την ατελείωτη πληρότητα τού Είναι, γι' αυτό και δεν τού χρειάζονται και δεν είναι δυνατόν να υπάρξουν άλλες ανώτερες μορφές ύπαρξης.

Στα πλαίσια της συγκεκριμένης δραστηριότητας ο άνθρωπος είναι απλά μέρος της φύσης, αλλά μονιμώς και με συνέπεια καταργεί τα όρια αυτά.

Στις πνευματικές του αναζητήσεις -στην θρησκεία και στην επιστήμη, στην ηθική και την τέχνη- αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως κέντρο της γενικής συνείδησης, ως ψυχή του κόσμου, ως δυνατότητα που μπορεί να πραγματώνει την απόλυτη ενότητα και, επομένως, υπεράνω αυτού μπορεί να υπάρχει μόνο το ίδιο το απόλυτο στην πιο τέλειά του μορφή, ή το αιώνιο Είναι, δηλαδή ο Θεός.

*

Το πλεονέκτημα του ανθρώπου έναντι των υπολοίπων πλασμάτων της φύσης είναι η ικανότητά του να κατανοεί και να πραγματώνει την αλήθεια· και μάλιστα όχι μόνο την ατομική αλήθεια ή την αλήθεια του γένους.

Κάθε άνθρωπος είναι ικανός να κατανοήσει και να πραγματώσει την αλήθεια, κάθε άνθρωπος μπορεί να γίνει ζωντανή αντανάκλαση του απόλυτου όλου, συνειδητό και ανεξάρτητο εργαλείο της οικουμενικής ζωής.

Και στην υπόλοιπη φύση υπάρχει αλήθειαη μορφή του Θεού), μόνο όμως στην αντικειμενική κοινότητα, άγνωστη στα διάφορα πλάσματα. Αυτή τα σχηματίζει και επιδρά σ' αυτά και μέσω αυτών ως μοιραία δύναμη, ως άγνωστος σ' αυτά νόμος τού Είναι τους, στον οποίο υποτάσσονται άβουλα και ασυνείδητα.

Αυτά τα πλάσματα, παρά τα εσωτερικά τους συναισθήματα και τη συνείδηση, δεν μπορούν να εξυψωθούν υπεράνω της συγκεκριμένης μερικής ύπαρξης, βρίσκουν τον εαυτό τους μόνο σ' αυτή την ιδιαιτερότητα, ξένα προς το όλο, και επομένως εκτός της αλήθειας.

Γι' αυτό και η αλήθεια ή το όλο μπορούν να θριαμβεύσουν μόνο μέσα στην εναλλαγή των γενεών, στην εμφάνιση του γένους και τον χαμό της ατομικής ζωής, η οποία δεν έχει εντός της την αλήθεια.

Η ανθρώπινη όμως ατομικότητα, ακριβώς επειδή μπορεί να εμπεριέχει την αλήθεια, δεν καταργείται από αυτή, αλλά διατηρείται και ενισχύεται με το θρίαμβό της.

Για να μπορέσει όμως η ατομική ύπαρξη να βρεί στην αλήθεια -στην ενότητα των πάντων- την δικαίωση και την επιβεβαίωση, δεν αρκεί μόνο από την πλευρά της η συνείδηση της αλήθειας. Πρέπει στην αλήθεια -πρωταρχικά και άμεσα ο ατομικός άνθρωπος, όπως και το ζώο- να είναι εν αληθεία: εκεί βρίσκει τον εαυτό του ως μεμονωμένο τμήμα του οικουμενικού όλου· και βεβαιώνει στον εγωισμό για τον εαυτό του το μερικό ως όλο και ζητάει να βρίσκεται σε απόσταση απ' το οικουμενικό όλο, δηλαδή εκτός αληθείας.

Ο εγωισμός ως υπαρκτή βασική αρχή της ατομικής ζωής ολοένα και την διαπερνά και την κατευθύνει, καθορίζει τα πάντα συγκεκριμένα, και αυτό γιατί δεν μπορεί μόνη η θεωρητική συνείδηση της αλήθειας να τον υπερκεράσει και να τον καταργήσει.

Όσο η ζώσα δύναμη του εγωισμού δεν συναντά μέσα στον άνθρωπο μια άλλη ζώσα δύναμη, αντίθετη με αυτόν, η συνείδηση της αλήθειας είναι απλά μια επιφανειακή λάμψη, μια λάμψη ενός ξένου φωτός.

Αν ο άνθρωπος μόνο υπ' αυτή την έννοια μπορούσε να εμπεριέχει την αλήθεια, τότε η σχέση της ατομικότητάς του με αυτή δεν θα υπήρχε ως εσωτερική και ακατάλυτη. Η ατομική του ύπαρξη θα παρέμενε, όπως στα ζώα, εκτός αληθείας, θα ήταν καταδικασμένη (ως προς την υποκειμενικότητά της) στο χαμό, και θα παρέμενε μόνο ως ιδέα στις σκέψεις του απόλυτου πνεύματος.

Βλαδίμηρος Σολοβιόφ, Το νόημα του έρωτα (μτφρ. Δημ. Β. Τριανταφυλλίδης, έκδ. Αρμός, Αθήνα 2018 (2008), σσ. 49-50, 50-52).