στ΄
Κοίταζα, κοίταζα μέσα στο σούρουπο
Και σκεφτόμουν πως κανείς δεν είναι απρόσβλητος
Από δεινά που δεν περίμενε
Κοίταζα, κοίταζα μες [σ]το αστραποβρόντι και δεν ήξερα
Αν ποτέ θα κατάφερνα να γυρίσω ξανά
Στην έδρα του τόπου που αγάπησα και πόνεσα τόσο
Φέξε, φέξε, αστραπή, βλέμμα, έλεγα, θεού, να μην χάσω το μονοπάτι
Και να φτάσω εκεί όπου πάντα ποθούσα να είμαι και να μην είμαι μονάχος,
Αλλά να είναι όλοι μαζί μας εκεί λυτρωμένοι κι αδέσμευτοι πια
Μα ήταν οι λαβωματιές πολλές και κόντεψα συχνά
Να χάσω τον δρόμο, να σωριαστώ σε μια γωνιά
Και να σβηστεί εκεί η ζωή και το φώς μου
Αλλά ένα κρυφό μυστήριο και μια ορμή με σήκωνε πάλι
Και μ' έσπρωχνε μπροστά, σαν να είχα αόρατο παραστάτη
Που δεν είχε χάσει την πίστη του σ' εμένα
Ούτε γλυκιά χαραματιά στον ουρανό μετά το σκοτάδι,
Ούτε πνοή του ανέμου στη θάλασσα, δεν είχε τόση δύναμη
Όσο η προσμονή να γυρίσω και να βρώ αυτά που είχα κοντέψει να χάσω
Δεν ήταν μνήμη απατηλή, μα ζωντανή, ζεστή κι ωραία
Αυτή που μ' έκανε τον δρόμο να μην λαθέψω.
Αντώνης Μακρυδημήτρης, Μέρες 2020 (έκδ. Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 2020, σ. 14). -Το εντός της αγκύλης γράφημα όλο δικό μου.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου