Κυριακή 30 Μαρτίου 2025

ο λίγο νεώτερος Ράμφος για τον εκλιπόντα Χρ. Γιανν. (+24.8.24)


– Πώς αντιλαμβανόταν, δηλαδή, τον άνθρωπο;

– Ο Γιανναράς έβλεπε τον άνθρωπο σε ένα επίπεδο σχέσεως με τον άλλο άνθρωπο και αυτό ήταν το Πρόσωπο. Πρόσωπο – άπειρο – ο Θεός, Πρόσωπο και ο άνθρωπος. Δηλαδή, έβλεπε το Πρόσωπο ως υπέρβαση μιας ατομικότητος εγωκεντρικής, την οποία συνδύαζε με τη Δύση. Γι’ αυτό και έδινε πολύ μεγάλη σημασία στην ενορία, ως συμβολικό και πραγματικό στοιχείο και κατ’ επέκταση στην κοινότητα. Μέσα σε αυτήν την προσέγγιση υπήρχε, κατά τη γνώμη μου, ένα κενό, το οποίο αποτελούσε πολλές φορές θέμα συζητήσεως μεταξύ μας. Εκείνος θεωρούσε ότι η ατομικότητα και το ατομικό εγώ είναι η αιτία όλων των κακών στον σημερινό κόσμο, στην Ελλάδα αλλά και στη Δύση. Σκεφτόταν το εγώ ως «κλειστότητα», όχι ως δυνατότητα ανοίξεως. Αυτό έχει μία βάση και μία λογική, αλλά δεν παύει να προϋποθέτει έναν άνθρωπο, μια ατομικότητα της οποίας η εσωτερική άνοιξη πρέπει να είναι μια θεμελιώδης, υπαρξιακή δυνατότητα, κάτι το οποίο εκείνος δεν έβλεπε.

– Αυτό ήταν τα κύριο σημείο της διαφωνίας σας;

– Δεν θα έλεγα η διαφωνία, ήταν η συζήτησή μας. Αργότερα ο Γιανναράς βρήκε τον Λακάν και τον ενδιέφερε πολύ η γέννηση της υποκειμενικότητας μέσα στον Λακάν. Αυτό δείχνει ότι δεν είχε αφήσει το θέμα κλειστό και ο ίδιος το ζύμωνε μέσα του. Αλλά η θεμελιώδης θέση του ήταν αυτή, ότι η αυθυπέρβαση γίνεται από έναν άνθρωπο ως σχέση και ότι η ατομικότητα ήταν κάτι καταδικασμένο. [...]

Από τα κεντρικά βιβλία του είναι νομίζω «Η Ελευθερία του Ηθους». Είναι το σημείο που δείχνει καθαρά το στίγμα της αποστολής του. Πριν από αυτό είχε ανακαλύψει τον Χάιντεγκερ και του έδειχνε μια προσήλωση για ένα πολύ μεγάλο διάστημα της ζωής του. Τον τελευταίο καιρό, όμως, δεν επέμενε ιδιαίτερα. Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι όλη η σκέψη του Γιανναρά ήταν για τη ζωή, ενώ ο Χάιντεγκερ είναι στοχαστής του θανάτου. Είναι κάτι το οποίο δεν ήθελε να προσέξει ο Γιανναράς ή του διέφυγε. [...]

– Υπήρχε κάτι που προετοίμασε τη σκέψη του Γιανναρά;

– Προϋπήρχε η νεοπατερική θεολογία του ’60, όπως και η θεολογική παρουσία του καθηγητή Νίκου Νησιώτη, ο οποίος προσπάθησε να φέρει κοντά την ορθόδοξη βιωματική εμπειρία και τον υπαρξισμό, ένας πολύ συμπαθής άνθρωπος που διακονούσε τη θεολογία και προπονούσε τον Πανελλήνιο στο μπάσκετ. Από αυτήν την ανησυχία βγαίνουν ο Χρήστος Γιανναράς, ο Ιωάννης Ζηζιούλας και άλλοι. Εβαλε τη σφραγίδα της στη νεότερη ορθόδοξη θεολογία με έντονο το περσοναλιστικό στοιχείο, μια φιλοσοφία που είχε στον πυρήνα της την προσωπική σχέση ανθρώπου και Θεού. Στην προσωπική αυτή σχέση τα πάντα ανάγονται σε αξία. Η έννοια της σχέσης έχει να κάνει με την εμπειρία ανοίξεως και προσφοράς του ανθρώπου προς τον άπειρο θεό. Εκεί μπορεί να αναζητήσει κανείς την έννοια του Προσώπου – σχέσεως στην οποία πατάει και η φιλοσοφική έννοια του έρωτος στον Γιανναρά. Με μία διαφορά, ότι ο Ερως είναι άνοιξη του εγώ στο άπειρο φως και με κλειστό εγώ είτε χωρίς εγώ, έρως δεν μπορεί να υφίσταται.

[..] δεν ανήκει στην κατηγορία των συγγραφέων των οποίων τα βιβλία διαβάζονται ως ξεχωριστά πονήματα. Εχει μια στρατηγική σκέψη που μπορεί να περιοριστεί σε μια επιφυλλίδα ή να αναλυθεί σε τόμους. Και στις επιφυλλίδες του, πάντως, έχει μια χροιά φιλοσοφική, όταν έβλεπε τη φθορά των πραγμάτων που οφείλονταν, κατά την άποψή του, σε μια προϊούσα ακατανοησία των συστατικών αληθειών ενός πολιτισμού. Οι επιφυλλίδες ήταν ένα κομμάτι της προσωπικότητάς του, καθώς τον αφορούσε και τον ενδιέφερε πάρα πολύ το καθημερινό, το εμπειρικό, όπως έλεγε ο ίδιος.

συνέντευξη στην Καθημερινή και τον Σάκη Ιωαννίδη την 3.9.2024!

Τρίτη 25 Μαρτίου 2025

το πρώην Τσεργίνης


Δημακαίοι· Μεγάλη οικογένεια από το Ψάρι
που άρχισε τη δράση της με τον Γιάννη Δημάκη,
αλλά και πολλούς αγωνιστές κατά τον Τουρκο-
Βενετσιάνικο πόλεμο με την ανταρσία του Κλαδά
(1492-1530) *

Μετά τον θάνατο [στις 22 Μαρτίου 1720] των ξακουστών αυτών αρματολών, Δήμου Σουλιμιώτη, Χρόνη και Θανασά, και κατά την δεύτερη αυτή περίοδο της Τουρκοκρατίας, από το 1720 μέχρι το 1770 που έγινε η επανάσταση με τους αδελφούς Ορλώφ, διακρίθηκαν ιδιαίτερα, άλλοι ξακουστοί, σε όλη την Πελοπόννησο, Κλέφτες Ντρέδες, όπως ήσαν ο θρυλικός Μάρκος Ντάρας από το Ψάρι, ο Δήμος Κολοκοτρώνης από το Βυδίσοβα του Αετού, ο Κόλιας Πλαπούτας καθώς και ο Γιαννάκης Ντάβος από το Σουλιμά. Αυτοί οδηγούσαν από 200 έως 400 παλληκάρια ο καθένας και είχαν προξενήσει φοβερές καταστροφές στους Τούρκους, ώστε είχαν γίνει ο φόβος και ο τρόμος τους.

Αρχηγός της οικογένειας των Κολοκοτρωναίων ήταν ο Λάμπρος Σεργγίνης ή Τσεργίνης, ο οποίος ήλθε σε διένεξη για κτηματικές διαφορές με τους Τούρκους και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το Ρουπάκι του Δωρίου και αφού πούλησε τα κτήματά του, όπως γράφει ο Παναγ. Παπαδόπουλος από τον Αετό, εγκαταστάθηκε στο Λιμποβίτσι της Γορτυνίας.

Ο γυιός του Δήμος, βγήκε κλέφτης και πήρε το όνομα Κολοκοτρώνης, κατ' άλλους γιατί ήταν κοντός και στρογγυλός, σαν στρογγυλή πέτρα - κοτρώνα (στην Αλβανική Μπίθυ - Γκούρας = Κώλος - κοτρώνα), κατ' άλλους γιατί, τραυματίστηκε βαρειά σε μια μάχη, και ενώ οι υπόλοιποι κλέφτες τον εκάλυπταν με τα ντουφέκια τους και τον προσκαλούσαν να απαγγιστρωθεί από την πέτρα, που είχε πιάσει για κάλυψη, αυτός όμως δεν μπορούσε να κινηθεί από το τραύμα του και τότε τού φώναξαν οι σύντροφοί του «Βρε κόλλησε ο κώλος σου στην πέτρα;» (Μπιθυ-Γκούρ) και τού έμεινε το παρωνύμιο στην Αλβανική Μπίθι-Γκούρας που επικράτησε ως «Κολοκοτρώνης», πράγμα που το συνήθιζαν τότε πολύ οι κλέφτες, να αλλάζουν τα ονόματά τους με άλλα παρωνύμια για να παραπλανούν τους Τούρκους, ώστε να μη κάνουν αντεκδικήσεις στους δικούς τους.

Οι Κολοκοτρωναίοι έδωσαν από το 1720 μέχρι το 1821 εβδομήντα περίφημα παλληκάρια - κλέφτες, που είτε δολοφονήθηκαν με προδοσία, είτε έπεσαν μαχόμενοι, είτε καρατομήθηκαν ή κρεμάστηκαν από τους Τούρκους στον Πλάτανο της πλατείας της Τριπολιτσάς.

*

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΤΟΥ Θ. ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ ΣΤΗ ΖΑΚΥΝΘΟ

Ο Θοδωράκης κάθεται στη Ζάκυνθο στο Κάστρο.
Βάνει το κυάλι και τηράει και το Μωριά αγναντεύει,
βλέπει το πέλαγο πλατύ και τα βουνά αλάργα
βλέπει την Αλωνίσταινα και την Απάνω Χρέπα
βλέπει και τ' Αρκουδόρεμα το έρημο Λιμποβίτσι
βλέπει λημέρια έρημα πολύ χορταριασμένα
και τούρθε σαν παράπονο και κάθεται και κλαίει.
Και του Σταμάτη μίλησε και του Σταμάτη λέει:
Σταμάτη πού είναι τ' αδέλφια μας ο Γιάννης με το Γιώργη;
Διώχτε βουνά την αποσκιά, διώχτε την Κατσιφάρα
για ν' αγναντέψω το Μωριά τό 'ρημο Λιμποβίτσι
και να πετάξω σαν Αητός στα έρημα λημέρια
να ιδώ αν είν' Κλεφτόπουλα να πά τα διαφεντέψω
στο καρυοφίλι, το σπαθί και στο καλό σημάδι.

Παναγ. Λαμπρόπουλος, Οι Ντρέδες τα παλληκάρια του Μωρηά (Αθήνα 1980, σσ. 33-34).

-----
* Το άσχετο motto, εκ του ιδίου (ό.π., σ. 185) για την αναφορά στην παλαιά ανταρσία.

Παρασκευή 21 Μαρτίου 2025

εκίνησε η Κουκουναριά μ' όλα τα κουκουνάρια


Αετοβουναίοι. Είναι πάρα πολλοί
και πολύ διάσημοι
οι κλεφτοκαπεταναίοι από τον Αετό
και τα γύρω χωριά του *

ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΑΙΟΙ
Σεργκίνηδες - Τσεργκίνηδες - θρυλικοί Κολοκοτρωναίοι


[...] οι Κολοκοτρωναίοι είναι γνήσιοι Ντρέδες αγωνιστές, κατάγονται από τα Σουλιμοχώρια, διατήρησαν πάντοτε στενό δεσμό με αυτά και παρ' όλο ότι αναγκάσθηκαν από τη δράση τους να εκπατριστούν γύρω στα 1700 και εγκαταστάθηκαν στο Λιμποβίτσι της Γορτυνίας, στις δύσκολες όμως στιγμές τους θυμούνται τα Σουλιμοχώρια, το χωριό τους το Ραμοβούνι, μισή ώρα από το Δώριο. Όταν καταδιωκόταν σαν κλεφταρματωλός, ο Κωνσταντής Κολοκοτρώνης, θυμήθηκε την πατρίδα τού παππού του και εκεί στα Σουλιμοχώρια έστειλε τη γυναίκα του που ήταν έγκυος στον τελευταίο μήνα της και γύρισε αυτή στο Ραμοβούνι, απέναντι από το χωριό Βασιλικό του Δωρίου, όπου και γεννήθηκε ο κατόπιν αρχιστράτηγος του Αγώνα Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, κάτω από μια βελανιδιά, όπως ο ίδιος όλα αυτά τ' αναφέρει στ' απομνημονεύματά του.

[...] Η ιστορία των Κολοκοτρωναίων αρχίζει στα 1620. Ο Κωνσταντής Σεργκίνης ήταν γιός του Άλτυ Κεφάλα, καταγόταν από το Βυδίσοβα, χωριό δίπλα στον Αετό, και υπηρετούσε ως υπαξ/κός στους Ενετούς, «σεργένης». Επειδή βοήθησε το γυιό του Κόλια, Αντώνη, άρχοντα τής Κοπρινίτσας, ο άρχοντας αυτός τον πάντρεψε με την κόρη του και τού έδωσε προίκα την περιοχή πάνω από την Κόκλα.

Εκεί, σ' ένα λόφο, έκτισαν οι Σεργκίνηδες ένα χωριό που λεγόταν Ρουπάκι και αργότερα καταστράφηκε από τους Τούρκους. Ο προπάππος του Θ. Κολοκοτρώνη, διότι κινδύνευε από τους Τούρκους, πούλησε τα κτήματά του και εγκαταστάθηκε στο Λιμποβίτσι.

Εκεί συνέχισαν την κλέφτικη δράση τους και έδωσαν δεκάδες κλεφτοκαπεταναίους και εκατοντάδες αγωνιστές που μόνο στον Πλάτανο της Τριπολιτσάς κρεμάσθηκαν πάνω από 70, όπως αναφέρει ο γέρος του Μωρηά στα απομνημονεύματά του.

Είχαν πάντοτε στενό δεσμό με όλους τους Ντρέδες κλεφτοκαπεταναίους στους οποίους είχε απόλυτη εμπιστοσύνη ο Θ. Κολοκοτρώνης και τούς χρησιμοποιούσε στις πιο επικίνδυνες θέσεις και αποστολές.

*

Η ΚΟΥΚΟΥΝΑΡΙΑ

Εκίνησε η Κουκουναριά μ' όλα τα κουκουνάρια
και στο ντερβένι ροβολάν όλοι οι καβαλλαρέοι

στου Μπούγα ξεπεζέψανε στου Τζαμαλά το χάνι
κανένας δεν ομίλησε από τα παλληκάρια
ένας γαμπρός του Τζαμαλά του Μπέη πάει και λέει:
Άδικα μπέημ άδικα, από τους Σουλιμαίους,
γυναίκες δεν ορίζουμε, κορίτσια και νυφάδες.
Πού πάει δρόμος για το Σουλιμά, τ' αρβανιτοχώρι;
Στην Κόκλα που θα φτάσετε δεξιά μεριά θα πάτε.
Στου Σουλιμά ξεπέζεψαν στου Γκάζντα το κονάκι,
βουτύρια αρνιά εφέρανε του Μπέη για να φάει,
δεν ήρθε ο Μπέης για φαΐ, αρνιά, τυρί να φάει,
θέλει τα δυό Γκαζντόπουλα, κι' αυτόν τον Μήτρο Γκιώνη
τα φέσια για να πάρουνε να γίνουν φαλαγγίτες.

Παναγ. Λαμπρόπουλος, Οι Ντρέδες τα παλληκάρια του Μωρηά (Αθήνα 1980, σσ. 196, 196-197, 208). - Το motto εκ του ιδίου (ό.π., σ. 196).

Τρίτη 18 Μαρτίου 2025

των αρνιών η στρούγκα και ο στάλος


Η ΣΤΡΟΥΓΚΑ

Γύρω εκεί απ' τη Λαμπρή
που χορτάριαζε κι η γή
έδιναν κατσίκια αρνιά και
τ' απόκοβαν μικρά

Να μην τρώνε πια το γάλα
να το πήζουνε τυριά

ή να το κοπανάν στη βούρτσα
για βουτύρατα παχιά.

Στο μαντρί εκεί κοντά
ή στου στάλου τη μεριά
στρούγκα έστηναν
ξανά
για ν' αρμέγουν ζωντανά.

Μια ή δυο στρουγκαλιθιές
είχανε οι στρούγκες αυτές
για ν' αρμέγουν δυο μαζί
να τελειώνουν το πρωί.

Για τα πρόβατα η στρούγκα
ήτανε λιθαροστρούγκα
για τα γίδια τα ζαβά
με παλιούρια και κλαριά

Όταν στρούγκιαζαν τα ζώα
σαλαγόντας τα σιγά

έκλειναν την πίσω ρούγα
να μη φύγουνε αυτά.

Με την γκλίτσα ένα παιδί
ή μικρό ένα κλαδί
σαλαγούσε τα ζωντανά
να περάσουν με σειρά.

Τα πολλά με υπομονή
φθάναν ώς τον αρμεχτή
Ήταν όμως μερικά
που πηδούσαν τα φραχτά.

Άρχιζαν κυνηγητά
να τ' αρμέξουνε κι αυτά
μη στερέψουν από γάλα
και το κάνουνε και άλλα.

                      *

Ο ΣΤΑΛΟΣ

Απ' τα μέσα του Μαϊού
ώς τα γύρω του Σταυρού
γίδια, πρόβατα, παιδιά τους
θέλουν νά 'χουν την ισκιά τους.

Απ' της δέκα κάθε μέρα
μόλις είναι αρμεγμένα
τρέχουνε για το σταλό

που τούς έχει τ' αφεντικό.

Ριζοσπηλιές, πλατάνια
άλλα δέντρα με κλαδιά
και κοντά λίγο νερό
κάνουν τον καλό σταλό
.

Με ρυθμό αναμασούν
ό,τι φάγαν να τραφούν

και κοιμούνται ελαφρά
μεσ' τη δροσερή ισκιά...

Γύρω γύρω τα σκυλιά
ξεκουράζονται κι αυτά
και πιο πέρα ο βοσκός
κοιμισμένος ξαπλωτός
.

Αν τ' απόσκια ρθούν στο στάλο
ξεσταλίζουν από δώ
και πηγαίνουν για βοσκή
ώς την άλλη την αυγή
.

Βασίλης Αποστολόπουλος, Οι μνήμες ξαναχτίζουν το χωριό μου (αυτοέκδοση, Αγία Παρασκευή 2017, 2021(β΄), σσ. 57-58, 59).

Παρασκευή 14 Μαρτίου 2025

η Σεμπριά στα ζωντανά


ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΣΕΜΠΡΙΑ
Συνεργατική δουλειά
η σεμπριά από παλιά
Σέμπροι έκαναν μαζί
τη δουλειά αγροτική


Ένας έκοβε πουρνάρια
άλλος φόρτωνε μουλάρια
κι ύστερα η μοιρασιά
ο καθένας τα μισά. *

κι ύστερα η «Αρωνιάδα»
μοιάζει νά 'ναι πεδιάδα.*


Σαν περάσουνε τα χρόνια
του τσοπάνη τα καλά
κι έχει άλλη ανημπόρια
με προβλήματα πολλά

Τότε δίνει τα ζωντανά
σ' άλλα χέρια πιο γερά
Για να σώσει το κοπάδι
και να πάρει ένα μεράδι

απ' τη νέα παραγωγή
αν αυτή είναι καλή.

Συμφωνία με ένα χαρτί
κι άλλοτε προφορική
είν' απ' όλους σεβαστή
αφού είναι καθαρή
Και ισχύει απ' το Σταυρό
ώς τον άλλο το Σταυρό

(Μεγάλη Παρασκευή έως 14 Σεπτέμβρη)

Αν τα δώσει μεσιακά
θα μοιράσουν τη σοδειά
και θα ξαναπάρει πάλι
ίδιας ηλικίας κοπάδι

Στα τριτάρια θα πάρει
όλο πάλι το κοπάδι
κι απ' τη νέα παραγωγή
το ένα τρίτο απ' αυτή

Αν τα δώσει κεφαλιακά
δεν θα πάρει καν σοδειά
παρά μόνο ζωντανά
όσα έδωσε σωστά...

                   *

ΤΑ ΣΑΜΑΡΙΑ

Τα γαϊδούρια, τα μουλάρια
πάντα είχανε σαμάρια
για να τα φορτώνουν ξύλα
τρόφιμα, μπάλες τριφύλλια...

Τα σαμάρια ήταν φτιαγμένα
από ξύλα ξεραμένα
κι είχαν πάνω κολλημένο
ένα ύφασμα ραμμένο

Μπρος και πίσω τα κεντάκια
με προεξοχές κολτσάκια
κι από κάτω στρογγυλά
να εφαρμόζουνε σωστά

Τα κεντάκια ήταν δυό
κι είχαν τρύπες στο πλευρό
για να μπαίνουν οι σανίδες

οι σαμαροσανίδες

Το σαμαροσκούτι πανί
που το έραβαν σακκί
και με άχυρο πολύ
το γεμίζαν
πριν να μπεί.

Με δερμάτινα λουριά
στα καπούλια, την κοιλιά
έδεναν κάθε σαμάρι
μη γυρίσει και κρεπάρει

Τα μπαλτίμια στα καπούλια
και η ζώστρα στην κοιλιά
έδιναν τη σιγουριά
για φορτώματα βαριά.

Βασίλης Αποστολόπουλος, Οι μνήμες ξαναχτίζουν το χωριό μου (αυτοέκδοση, Αγία Παρασκευή 2017, 2021(β΄), σσ. 95, 81). -Τα motto εκ του ιδίου (ό.π., σσ. 93, 21).

Δευτέρα 10 Μαρτίου 2025

στο χωριό


Το χωριό μου Κάτω Μαραθιάς,
ήταν ένας από τους τρεις συνοικισμούς
της παλιάς Κοινότητας Μαραθιάς Ευρυτανίας.*

ΤΑ ΚΟΥΔΟΥΝΙΑ ΚΑΙ ΚΥΠΡΙΑ

Πρόβατα, γίδια, κοπάδια
ήξεραν που είν΄τα βράδια
πότε ήταν στο σταλό
κι όταν πείνανε νερό

Που βοσκούσαν το πρωί
πότε μπήκαν στο μαντρί
αν τα κυνηγάει ζουλάπι ή
τα δέρνει το δρολάπι

Όλα αυτά τα μαρτυρούσαν
τα κουδούνια που φορούσαν

Τα τροκάρια, τα κυπριά
τα τσοκάνια, τα κυπριστά

Πριν να μπούν στα ζωντανά
τα σκαλιάζαν χωριστά
Αν ταιριάζει ένα στ' άλλο
ή θα φτιάξουν άλλο σκάλο

Τα κουδούνια ήταν φτιαγμένα
με μεράκι χτυπημένα

από γύφτους κουδουνάδες
που ήτανε δουλευταράδες

Απ' τα Σάλωνα πολλά
Καρπενήσι τα βραχνά
Μεσσολόγγι τα διπλά
και Βραχώρι κυπριστά

Όλα τα κυπριά στα γίδια
ήτανε μόνο χυτά
Απ' τα Τρίκαλα πολλά
Πάτρα, Σάλωνα λοιπά.

Με στεφάνια και λουριά
τα κουδούνια τα κυπριά
στα μεγάλα ζωντανά
που τα σήκωναν σωστά.

Τα κουδούνια, τα κυπριά
έδιναν διπλή χαρά
Μία πού είν' τα ζωντανά
κι άλλη για τη μουσική
απ' αυτά.

*

ΞΥΛΙΝΟ ΑΛΕΤΡΙ

Απ' τα χρόνια τα παλιά
του Ησιόδου αυτά
όργωναν πάνω στη γή
με ξυλάλετρο και υνί...

Βάση στο αλέτρι αυτό
ήταν ξύλο γυριστό
σαν ανθρώπινο ποδάρι

καμωμένο από πουρνάρι

Στην πατούσα το υνί
σιδερένιο για αντοχή

με παράβολο σφιγμένο
κι όχι λάσκα αφημένο

Στην αλετροπόδα αυτή
που είχε και χειρολαβή
στηριζόταν το στιβάρι

δίχως να σηκώνει βάρη.

Ξύλινο ήταν κι αυτό
από πλάτανο ελαφρό
με τη σπάθη στηριζόταν
και καθόλου δεν κουνιόταν.

Στο στιβάρι ο ζυγός
ξύλινος
ήταν κι αυτός
Με λουριά ήταν δεμένος
και με ίγκλες στηριγμένος.

Τα δυό ζώα στο ζυγό
δένονταν απ' το λαιμό

με τις ζεύγκλες λαιμαριές
που ήτανε πολύ σφιχτές.

Όταν όλα ήταν σωστά
και καθένα χωριστά
Με τ' αλέτρι να κρατεί
από τη χειρολαβή
.

Ο καλός ο ζευγολάτης
του οργώματος ο λάτρης
έσκιζε με το υνί
τα χωράφια και τη γή
.

Βασίλης Αποστολόπουλος, Οι μνήμες ξαναχτίζουν το χωριό μου (αυτοέκδοση, Αγία Παρασκευή 2017, 2021(β΄), σσ. 69-70, 75-76). -Το motto εκ του προλόγου του ιδίου (ό.π., σ. 1).