Να η είσοδος του κοιμητηρίου. Ακόμη καμιά εικοσαριά βήματα
κι ο νεκρός θα είναι στι σπίτι του. Καθόλου δάκρυα. Έρχεται
από μόνος του με γρήγορο βηματισμό και μ’ εκείνο το λουλουδάκι στο πέτο.
[…] Θολωτά κτίσματα με ένα προσκυνητάρι, το μικρό κιγκλίδωμα
και λίγα λουλούδια τριγύρω.
Για τους νεκρούς είναι ακριβώς μια αξιοζήλευτη κατοικία αυτό το κοιμητήριο.
Μακριά από το χωριό, οι ζωντανοί έρχονται σπάνια. […] *
κι ο νεκρός θα είναι στι σπίτι του. Καθόλου δάκρυα. Έρχεται
από μόνος του με γρήγορο βηματισμό και μ’ εκείνο το λουλουδάκι στο πέτο.
[…] Θολωτά κτίσματα με ένα προσκυνητάρι, το μικρό κιγκλίδωμα
και λίγα λουλούδια τριγύρω.
Για τους νεκρούς είναι ακριβώς μια αξιοζήλευτη κατοικία αυτό το κοιμητήριο.
Μακριά από το χωριό, οι ζωντανοί έρχονται σπάνια. […] *
Φθάσαμε στην Άγκρα. Τυχαία σχηματισμένα περίχωρα, διαφορετικά από οπουδήποτε αλλού, με αποικιακά δημόσια κτίρια ενός μόνου ορόφου, άσπρα και εγκαταλελειμμένα μέσα στην λέπρα και τις τρώγλες.
Μπουλούκια γυναικών ντυμένων σε πράσινο Σάρι, βιολεττί Σάρι, κόκκινο Σάρι, όλες με βραχιόλια στους καρπούς και στους αστραγάλους οι οποίες δούλευαν μανιωδώς στο μέσον πένθιμων σκονισμένων τετραγώνων. Μικρές γέφυρες πάνω από ποτάμια Γένεσης με τις κοίτες τους στεγνές και στρωμένες με ρούχα κάθε χρώματος, που γυάλιζαν σε ένα πνιγηρό χειμωνιάτικο ήλιο πάνω στις πέτρες, πάνω στο καμμένο χορτάρι.
Αποβλακωμένες αγελάδες, ομάδες μαθητών, άνδρες πάνω σε μεγάλα ποδήλατα με ένα σεντόνι ανάμεσα στα πόδια τους που φτερούγιζε θλιβερά στον άνεμο.
Στην Άγκρα υπάρχει το Τατζ Μαχάλ. Ο Άγιος Πέτρος της Ινδίας. Στην πραγματικότητα είναι ένας ναός ή καλύτερα ένα Μουσουλμανικό -όχι Ινδουϊστικό- μαυσωλείο. Αλλά αποτελεί ωστόσο την εθνική αρχιτεκτονική φιγούρα, το έμβλημα της Air India, το όνειρο των Εγγλέζων άγαμων κυριών.
Εκεί βγάζεις τα παπούτσια σου στην αχανή αυλή μπροστά, και με τον μόλις και μετά βίας θυμό που προκάλεσε η αφαίρεση των παπουτσιών σου για εκατοστή φορά, εισέρχεσαι ανάμεσα σε ομάδες τουριστών που είναι ντυμένοι σαν ζητιάνοι -και σε ζητιάνους που είναι σοβαροί σαν τουρίστες.
*
[…] στις πλευρές, κατά μήκος των μαρμάρινων τοίχων οι τέσσερις πόρτες από μάρμαρο και απέναντι το μεγάλο μαρμάρινο οικοδόμημα ανάλογο με τα δικά μας βαπτιστήρια με ένα μιναρέ μαρμάρινο. Ολόκληρο ακτινοβολεί, άσπρο και ψυχρό, με φόντο τον ουρανό που πίσω του ξεχύνεται πάνω από την στροφή του μεγάλου ποταμού.
Ένα αληθινό παγωμένο παλάτι. Η μουσουλμανική ποίηση, πρακτική και ανεικονική την ίδια στιγμή, πραγματική και αντιρεαλιστική την ίδια στιγμή, μοιάζει σαν να βρίσκεται στην Ινδία σε ένα κόσμο που δεν είναι δικός της. Ο πτωματώδης αισθησιασμός του Ινδικού τοπίου ανέχεται σαν ξένο σώμα στους Σαλγάρειους χώρους του μνημεία των Μουσουλμάνων κατακτητών, κλεισμένα στην αφηρημένη λειτουργική γεωμετρία τους, σαν εξωραϊσμένες φυλακές.
Ακόμη και μέσα στους Ινδούς Μουσουλμάνους υπάρχει κάτι το διχασμένο. Σαν ένα ξένο σώμα να έχει μπεί μέσα τους, η ζωή μιάς άλλης φύσης να έχει κεντρωθεί στη φύση τους. […] Εάν ο Ινδός χάσει την ανασφάλειά του, την ευγένειά του, το εύθραυστό του, την παθητικότητά του, τί θα απογίνει; Το Κοράνι σκληραίνει. Αποκαλύπτει βεβαιότητες, ενισχύει την ταυτότητα. Γι’ αυτόν τον λόγο δεν αισθάνομαι άνετα με τους Ινδούς της Μουσουλμανικής Θρησκείας […].
*
Κάθε φορά που κάποιος πηγαίνει να επισκεφθεί ένα μνημείο στη Ινδία, πέφτει δέσμιος του ξεναγού και ακολούθως τού πλήθους των ζητιάνων. Ένας ειρηνικός ταραξίας των ρουπιών και των ψιλών νομισμάτων. Στην «νεκρούπολη» της Άγκρας πέσαμε δέσμιοι του Abdullah, ενός μικρόσωμου Ινδού έφηβου Μουσουλμάνικου θρησκεύματος. Έπειτα προστέθηκε σ’ αυτόν, καθώς περνούσαμε κατά μήκος των αυλών και των προαυλίων, από τις εξωτερικές σκάλες και τα σκαλοπάτια, ένας Ινδουϊστής συνάδελφος, ο Bupati.
Ο Abdullah ήταν αναίσχυντος, ο Bupati συνεσταλμένος· ο Abdullah ένοιωσε κούραση από το να μάς ακολουθεί και ο Bupati δεν θα μάς είχε ποτέ εγκαταλείψει. Ο Abdullah έδειξε μια κάποια ειρωνεία για τον απροκάλυπτο θαυμασμό μας και ο Bupati ήταν πάντοτε δίπλα μας· στο τέλος ο Abdullah ζήτησε φιλοδώρημα, για εκείνον και για μια γυναίκα που ήρθε να μάς προσφέρει μερικά αρωματικά φρύγανα· ο Bupati εντούτοις δεν ζήτησε τίποτε και χαμήλωσε τα μάτια του εκτείνοντας απλώς ένα ευγενικό χέρι.
Πιέρ Πάολο Παζολίνι, Το Άρωμα των Ινδιών (έκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 1986 (β΄), σσ. 114-116, 116-117, 118-119).
-----
* Το motto εκ του Luigi Pirandello, Από μόνος του (έκδ. manifesto, Αθήνα 2024, σσ. 18, 19).
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου