Τετάρτη 15 Ιουλίου 2026

εκφρασμένη η αληθινή καλωσύνη


Το ταβάνι είναι είκοσι μέτρα ψηλά και όλο είναι διάτρητο από συμμετρικά παράθυρα, ορθογώνια ή σχήματος ημισελήνου, ανοιχτά. Μέσα στο κρύο της νύχτας… Από κάτω σχεδόν θλίψη. Μια μεγάλη αίθουσα αναμονής, άσπρη, με ένα πορτραίτο του Γκάντι στον τοίχο.

Ενός Γκάντι γυμνού σαν σκουλήκι, με ένα πολύ καθαρό κομμάτι λινού υφάσματος γύρω από το ισχύο και γυαλιά στην φάτσα, ελκυστικός όσο μια χελώνα.

*

Η αδελφή Τερέζα είναι μεγάλη στην ηλικία, με σκούρο δέρμα, διότι είναι Αλβανή, ψηλή, στεγνή, με δύο σχεδόν ανδρικά μήλα στο πρόσωπο και μια ευγενική ματιά που «βλέπει» τα πάντα καθώς κοιτάει. Μοιάζει εντυπωσιακά με μια διάσημη Αγία Άννα, τού Μιχαήλ Άγγελου. Και στα χαρακτηριστικά της είναι εκφρασμένη η αληθινή καλωσύνη, όπως περιγράφτηκε από τον Προυστ για την γριά Φρανσουάζ. Καλωσύνη χωρίς συναισθηματικά πρόσθετα, χωρίς προσδοκίες, ήσυχη συνάμα και εφησυχαστική, δυνατή και χρήσιμη.

*

Οι άνθρωποι της Ινδίας που εντρύφησα, ακόμη κι αν έχουν στην κατοχή τους κάτι ή εκτελούν εκείνο το λειτούργημα που καλείται «διακυβέρνηση», γνωρίζουν πως δεν υπάρχει ελπίδα. Μόλις και μετά βίας βρήκαν κάποια ελευθερία από την κόλαση με την βοήθεια μιας σύγχρονης πολιτιστικής χειραφέτησης, αλλά γνωρίζουν πως πρέπει να παραμείνουν στην κόλαση.

Ο ορίζοντας και τής πιο ασαφούς αναγέννησης δεν είναι ορατός σ’ αυτήν την γενιά ούτε κάν στην επόμενη και ποιός ξέρει σε ποιά από τις επόμενες. Η απουσία κάθε πραγματοποιήσιμης ελπίδας ωθεί την Ινδική μεσαία τάξη όπως είπα προηγουμένως, να κλείνεται σ’ εκείνη την μικρή βεβαιότητα που κατέχει. Την οικογένεια. Στριμώχνονται σ’ αυτήν για να μην βλέπουν ή να μην βλέπονται.

*

Μέσα σε ατμόσφαιρα Λεοπάρδαλης μερικά παιδιά παίζουν μπροστά από το σπίτι των γονιών τους. Ένα πολύ μικροκαμωμένο παιδί κρύβεται μέσα σε ένα υπόστεγο και γρήγορα το βρίσκουν. Το άλλο, λίγο πιο μικροκαμωμένο, μάς κοιτάζει γεμάτο γλυκύτητα. Κοντά υπάρχουν επίσης μια κατσίκα με μικρά που ακόμη θήλαζαν, ένα σκυλί και ένας μικρός παπαγάλος σε ένα κλουβί κρεμασμένο στα κλαδιά του banjan μπροστά από το σπίτι.

Ο Μοράβια δεν κρύβει την έντονη συμπάθειά του για ένα από τα μικρά κατσίκια που πηδάει τριγύρω όλο ζωντάνια φωνάζοντας την μητέρα του. «Μα, Μα...»

Θα ήθελα να το πιάσω για να το χαϊδέψω αλλά ξεφεύγει. Έπειτα το κυνηγάει το παιδί που επιστρέφει σ’ εμάς με το κατσικάκι στην αγκαλιά του. Το κατσίκι είναι πολύ άσπρο, το παιδί πολύ μαύρο. Και τα δύο έχουν το ίδιο ευγενικό βλέμμα στα μάτια τους.

Πιέρ Πάολο Παζολίνι, Το Άρωμα των Ινδιών (έκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 1986 (β΄), σσ. 124-125, 52, 81, 126).

Δεν υπάρχουν σχόλια: