ΚΥΡΙΑ ΝΤΕ ΜΟΝΤΡΕΪΓ, ΜΗΤΕΡΑ ΤΗΣ ΡΕΝΕ ΝΤΕ ΣΑΝΤ: […] Όσο για τη μητέρα τού Αλφόνς, τί έκανε γι' αυτόν; Με τέλεια ψυχρότητα και χωρίς το παραμικρό μητρικό αίσθημα έχει αποσυρθεί σ' ένα μοναστήρι εδώ και δώδεκα χρόνια, και ακόμα και για το γάμο τού γιού της δεν καταδέχτηκε να πουλήσει ένα απ’ τα αμέτρητα διαμάντια της.
Έτσι λοιπόν, σαν άλλη παραμάνα ενός, προβληματικού για τούς γονείς του, γιού, όταν ο Αλφόνς ερωτεύθηκε μια ηθοποιό με το όνομα Κολέτ, έγινα εγώ ο πυροσβέστης τού πάθους τους, και όταν πριν από τέσσερα χρόνια είχε τραβήγματα με την υπόθεση τής Αρκέιγ, πάλι εγώ πέτυχα τη χάρη τού βασιλιά και τον έβγαλα μόλις έπειτα από επτά μήνες εγκλεισμού,ενώ στη συνέχεια ξόδεψα ολόκληρη περιουσία για να βουλώσω τα στόματα του κόσμου.
ΒΑΡΟΝΗ ΝΤΕ ΣΙΜΙΑΝ: Και τί ήταν αυτή η υπόθεση της Αρκέιγ;
(Η Κόμισσα ντε Σαιν-Φον πλαταγίζει βίαια το μαστίγιό της.)
ΣΙΜΙΑΝ: Ά, περί αυτού πρόκειται πάλι…
ΜΟΝΤΡΕΪΓ (Πικραμένη): Μού είναι αδύνατον να σάς παραβγώ κυρία Σαιν-Φόν. Ό,τι και να γίνει, είστε πάντα πολύ καλά πληροφορημένη. Η υπόθεση της Αρκέιγ, πριν από τέσσερα χρόνια, με τις φρικτές ακολασίες που επέβαλε σε μια νεαρή ζητιάνα που τη μάζεψε απ' το δρόμο, μοιάζει με πταίσμα μπροστά στην τωρινή ιστορία […]
*
ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: Αν δεν με απατά η μνήμη μου, το οικόσημο της οικογένειας των Σαντ είναι ένας δικέφαλος αετός. Ο αετός του μαρκήσιου ντε Σαντ έχει πάντα ψηλά και τα δυό κεφάλια. Το ένα είναι το περήφανο κεφάλι ενός οίκου που χρονολογείται από τον 12ο αιώνα, το άλλο είναι το κεφάλι του Κακού που αναδύεται μέσα απ' τη λάσπη των απαρχών τού ανθρώπου.
Εσείς, κυρία μου, εδώ και εννέα χρόνια πολεμάτε ασταμάτητα να σκοτώσετε το ένα κεφάλι για να μπορέσει να ζήσει το άλλο. Ένας πόλεμος που υπερβαίνει τις δυνάμεις σας και είναι απ' την αρχή καταδικασμένος. Γιατί δεν αφήνετε να ζήσουν και τα δύο κεφάλια; Δεν βλέπετε ότι φυτρώνουν από το ίδιο σώμα;
*[…]
ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: Πώς μπορεί κανείς να πείσει έναν άρρωστο να γιατρευτεί ενάντια στη θέλησή του από μία αρρώστια που τού δίνει τόσες ηδονές; Η ιδιαιτερότητα τής ασθένειας του μαρκήσιου είναι η ευχαρίστηση που τού προσφέρει. Όσο αποτροπιαστική κι αν μοιάζει στα μάτια των άλλων, η αρρώστια αυτή είναι ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα για εκείνους που έχει μολύνει.
ΜΟΝΤΡΕΪΓ: Τώρα που το σκέφτομαι, τα σημερινά συμπτώματα ήταν ορατά από πολύ παλιά. Οι καρποί που τώρα βαραίνουν τα κλαδιά γεμάτοι ώριμους δηλητηριώδεις χυμούς ήταν εκείνη την εποχή πράσινα φρούτα. Έπρεπε πάση θυσία να τούς είχα κόψει τότε.
ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: Αν τούς είχατε κόψει ο μαρκήσιος θα είχε πεθάνει. Αυτά τα φρούτα ήταν πορτοκάλια που μέσα τους έρρεε κόκκινο αίμα. Έτσι δεν είναι, κυρία; Είμαι αυθεντία στα θέματα τής ακολασίας γι’ αυτό ακούστε με προσεκτικά.
Αυτό που ονομάζουμε βίτσιο είναι από μόνο του ένα τέλειο βασίλειο εξοπλισμένο με όλα τα χρειαζούμενα, χωρίς να τού λείπει απολύτως τίποτα. […] Με παρακολουθείτε; Αυτό το μεγάλο βασίλειο μάς δίνεται δώρο εξ ουρανού στη γέννησή μας, κι όσα παράξενα κι αν τύχουν στο διάβα μας μετά, δεν υπάρχει τίποτα που να μην προέρχεται από την επικράτειά του.
[…] Το επεισόδιο της Μασσαλίας ήταν ένα φυσικό γεγονός, τόσο φυσικό όσο και όταν ένα παιδάκι ξεκολλάει τα φτερά μιας πεταλούδας. [...]
*
ΜΟΝΤΡΕΪΓ: […] Όπως όμως γνωρίζετε, οι προσπάθειές μου ήταν μάταιες, το Ανώτατο Δικαστήριο της Αίξ καταδίκασε τον Αλφόνς στην ποινή τού αποκεφαλισμού, επειδή όμως ο κατηγορούμενος είχε εξαφανιστεί, στις 12 τού περασμένου μήνα αντί για τον Αλφόνς έκαψαν στην πυρά ένα πορτρέτο του, στη μεγάλη πλατεία της Αίξ. Απ’ το Παρίσι, όπου βρισκόμουν εκείνη τη μέρα, νόμιζα πως έφτανε στ’ αυτιά μου η ηχώ των ιαχών τού όχλου κι έβλεπα τις φλόγες να γλείφουν το τρυφερό χαμόγελο και να καταβροχθίζουν τα χρυσά μαλλιά τού γαμπρού μου…
ΣΙΜΙΑΝ: Οι φλόγες τής κόλασης έκαναν την εμφάνισή τους στη Γή.
ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: «Κι άλλα ξύλα!», «Πιό δυνατή φωτιά!», έτσι πρέπει να κραύγαζε το πλήθος. Η πυρά είναι πιο πολύ από κάθε άλλο οι φλόγες τού φθόνου τού λαού. Για τις ακολασίες που τού είναι απαγορευμένες.
[…]
ΣΙΜΙΑΝ: «Πιό δυνατή φωτιά!». Όχι, αυτή ήταν μια πυρά εξαγνισμού. Με το κάψιμο τού πορτέτου τού μαρκήσιου όλα τα εγκλήματά του εξιλεώθηκαν.
ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: «Πιό δυνατή φωτιά!». Οι φλόγες θα πρέπει να μαστίγωναν αλύπητα τα λευκά καλοθρεμμένα μάγουλα και τα ξανθά μαλλιά του. […] Είμαι σίγουρη ότι το πορτρέτο του πρέπει να είχε ένα χαμόγελο χαραγμένο στα χείλη. Η παγερή του ηδυπάθεια πρέπει να δίψαγε για φλόγες.
Yukio Misima, Η Μαρκησία ντε Σαντ (μτφρ. Παναγιώτης Ευαγγελίδης, έκδ. Άγρα, Αθήνα 2011, σσ. 29-30, 31-32, 32-33, 33, 34-35, 35, 36).
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου