ΡΕΝΕ: […] Αυτά τα έξι χρόνια η δυστυχία μου κατάφερε τελικά να φτάσει στο ύψος της ακολασίας τού Αλφόνς. Έτσι σκέφτηκα. Ένιωσα την τραγική μοναξιά του στη φυλακή σαν να ήμουν εγώ στη θέση του. Σε όσες ακολασίες κι αν επιδόθηκε, αυτό που έκανε ήταν να αναζητάει κάτι άπιαστο, κι όσες γυναίκες και άντρες κι αν έβαλε στο παιχνίδι, μόνο αυτός συγκρούστηκε κατά μέτωπο με το Αδύνατο. Ο Αλφόνς δεν αγάπησε ποτέ κανέναν. Ούτε κάν εσένα.
ΑΝ, ΜΙΚΡΟΤΕΡΗ ΑΔΕΛΦΗ ΤΗΣ ΡΕΝΕ: Και μάλλον ούτε εσένα, αδελφή μου.
ΡΕΝΕ: Αυτός είναι ίσως κι ο βασικός λόγος που μπορέσαμε κι εμείς να συμφιλιωθούμε.
ΑΝ: Στην πραγματικότητα όμως, αδελφή μου, πιστεύεις ότι εσύ είσαι η μόνη που αγαπάει.
ΡΕΝΕ: Ο καθένας είναι ελεύθερος να φαντάζεται ό,τι θέλει. Η δύναμη τής φαντασίας είναι κάτι που έμαθα από τον Αλφόνς.
ΑΝ: Και με την ευτυχία τί γίνεται;
ΡΕΝΕ: Αυτή ήταν δική μου επινόηση και δεν οφείλει απολύτως τίποτα στις διδασκαλίες του. Η ευτυχία είναι, ας πούμε, μια γυναικεία χειροτεχνία, ένα ατέρμονο κέντημα. Η μοναξιά, η πλήξη, η αγωνία, η θλίψη, οι αποτρόπαιες νύχτες, η φρικιαστική αυγή, όλα αυτά τα υφαίνει βελονιά βελονιά, αφιερώνοντας χρόνο και κόπο, για να κατασκευάσει μια μικρή ταπισερί με θέμα ένα κονό μπουκέτο τριαντάφυλλα. Χάρη στην ικανότητα και την επιμονή της γυναίκας, τα μαρτύρια τής κόλασης είναι δυνατόν να μεταμορφωθούν σε ένα και μοναδικό ρόδο.
ΑΝ: Από δώ και πέρα ο Αλφόνς θα τρώει για πρωινό τη μαρμελάδα τριαντάφυλλο που με τόση φροντίδα ετοίμασε η αδελφή μου.
ΡΕΝΕ: Αχ, αυτή σου η ειρωνεία, Αν.
*
ΑΝ: Δεν έπαιξα ούτε μια φορά τη μάνα μαζί του.
ΡΕΝΕ: Ούτε εγώ, τουλάχιστον με τη θέλησή μου.
ΚΥΡΙΑ ΝΤΕ ΜΟΝΤΡΕΪΓ, ΜΗΤΕΡΑ: Για δες, βλέπω ότι και οι δύο σας κατά παράδοξο τρόπο υποτιμάτε το ρόλο τής μάνας μπροστά στην ίδια σας τη μητέρα. Πείτε ό,τι θέλετε. Η δική μου πικρία για τον Αλφόνς, αυτόν τον άνθρωπο που κακομεταχειρίστηκε τις κόρες που με τόση φροντίδα και αγάπη ανέθρεψα, δεν μπορεί να σβήσει με τίποτα. Θα ήθελα, Ρενέ, αυτό τουλάχιστον να καταλάβεις.
ΡΕΝΕ: Αυτός ο άνθρωπος που λες δεν με κακομεταχειρίστηκε ποτέ.
ΑΝ: Ούτε εμένα.
ΜΟΝΤΡΕΪΓ (Κρύβοντας την πικρία της.): Πολύ ενδιαφέρον. Τί ακριβώς εννοείτε;
ΡΕΝΕ: Ο πόθος του παίρνει φωτιά στην ιδέα τής ιεροσυλίας, ακριβώς όπως το άλογο ερεθίζεται όταν συντρίβει διάφανους κρυστάλλους πάγου κάτω από τις οπλές του. Ακολουθεί πάντα το ίδιο τελετουργικό: Αφήνει το νερό να ποτίσει τη βρόμικη γή μέχρι ο πρωινός παγετός να το μετατρέψει σε εύθραυστους κρυστάλλους, μόνο και μόνο για να τούς ποδοπατήσει στη συνέχεια.
Χάρη σ' αυτόν ζητιάνες και πόρνες πήραν το χρίσμα της αγίας, απλώς και μόνο για να μαστιγωθούν στη συνέχεια. Όμως, μονάχα μια στιγμή αργότερα το όνειρο γίνεται κομμάτια και βγάζει απ' την πόρτα ζητιάνες και πόρνες με κλοτσιές στα πισινά… Στη συνέχεια, μη βρίσκοντας κανέναν να προσφέρει το μέλι της τρυφερότητας που έχουν σταλάξει μέσα του αυτές οι στιγμές ηδονής, επιστρέφει και το αδειάζει όλο σε μένα.
Είναι μια μέλισσα εργάτης τής ηδονής· μαζεύει κάθιδρος κάτω απ’ τον αδυσώπητο καλοκαιρινό ήλιο το μέλι τής τρυφερότητας και έρχεται να μού το παραδώσει, σε μένα που περιμένω στη σκοτεινή και δροσερή φωλιά μου.
Τα αιμάτινα λουλούδια απ' όπου μαζεύει το μέλι δεν είναι σίγουρα οι ερωμένες του. Έχουν χριστεί αγίες, έχουν ποδοπατηθεί, το μέλι τους έχει τρυγηθεί… αυτό είναι όλο. Αν κάποιος υπήρξε αντικείμενο κακομεταχείρισης δεν νομίζετε πως είναι εκείνες;
ΑΝ: Καταφέρνεις πάντα να ωραιοποιείς τον Αλφόνς, αδελφή μου, μέσα απ' την κατανόηση και τις ποιητικές σου εικόνες. Κατανοείς μέσα απ' την ποίηση. Ο μοναδικός ίσως τρόπος να κατανοήσει κανείς αυτό που είναι υπερβολικά ιερό ή βρόμικο.
Σίγουρα όμως αυτό δεν είναι μέθοδος γυναικεία. Εγώ δεν δοκίμασα ποτέ να τόν καταλάβω. Γι' αυτό και ήταν χαλαρός μαζί μου, κι όταν με χάιδευε το έκανε σαν ένας ακόμα συνηθισμένος άντρας, κι εγώ ανταποκρινόμουν σαν μία ακόμα συνηθισμένη γυναίκα.
ΡΕΝΕ: Μια και λες αυτά, τότε θα σού πώ κι εγώ κάποια άλλα. Σε χρησιμοποίησα σαν όργανό μου. Από καιρού εις καιρόν ο Αλφόνς επιθυμούσε να ζεί σαν κοινός άντρας. Επειδή όμως δεν ήταν δυνατόν να το κάνει αυτό μαζί μου, μιά κι εγώ ήξερα ποιός ήταν, διάλεξα εσένα.
ΑΝ: Στις αναμνήσεις σου δεν βλέπω να υπάρχει η Βενετία, αδελφή μου. Λυπάμαι πολύ για σένα! Δεν υπάρχει εκείνη η κόκκινη σαν συκώτι Σελήνη που ανεβαίνει από τα ομιχλώδη κανάλια. Το ανάστατο κρεβάτι, μπροστά σ' ένα παράθυρο απ’ όπου φτάνει απ’ τη γέφυρα η γλυκιά φωνή ενός άντρα με συνοδεία μαντολίνου, […].
Yukio Misima, Η Μαρκησία ντε Σαντ (μτφρ. Παναγιώτης Ευαγγελίδης, έκδ. Άγρα, Αθήνα 2011, σσ. 65-67, 70-72).
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου