Ιλιάς Γ 146-160: σεβάσμιοι Τρώες γέροντες ομιλητές
πάνω στα τείχη της Τροίης, όπ' έρχεται κι η Ελένη:
Οἱ δ᾽ ἀμφὶ Πρίαμον καὶ Πάνθοον ἠδὲ Θυμοίτην 146
Λάμπον τε Κλυτίον θ᾽ Ἱκετάονά τ᾽, ὄζον Ἄρηος,
Οὐκαλέγων τε καὶ Ἀντήνωρ, πεπνυμένω ἄμφω,
ἥατο δημογέροντες ἐπὶ Σκαιῇσι πύλῃσι,
γήραϊ δὴ πολέμοιο πεπαυμένοι, ἀλλ᾽ ἀγορηταὶ 150
ἐσθλοί, τεττίγεσσιν ἐοικότες, οἵ τε καθ᾽ ὕλην
δενδρέῳ ἐφεζόμενοι ὄπα λειριόεσσαν ἱεῖσι·
τοῖοι ἄρα Τρώων ἡγήτορες ἧντ᾽ ἐπὶ πύργῳ.
οἱ δ᾽ ὡς οὖν εἴδονθ᾽ Ἑλένην ἐπὶ πύργον ἰοῦσαν,
ἦκα πρὸς ἀλλήλους ἔπεα πτερόεντ᾽ ἀγόρευον· 155
«οὐ νέμεσις Τρῶας καὶ ἐϋκνήμιδας Ἀχαιοὺς
τοιῇδ᾽ ἀμφὶ γυναικὶ πολὺν χρόνον ἄλγεα πάσχειν·
αἰνῶς ἀθανάτῃσι θεῇς εἰς ὦπα ἔοικεν·
ἀλλὰ καὶ ὧς τοίη περ ἐοῦσ᾽ ἐν νηυσὶ νεέσθω,
μηδ᾽ ἡμῖν τεκέεσσί τ᾽ ὀπίσσω πῆμα λίποιτο.» 160
ο Ι. Πολυλάς μεταφέρει:
Και ο Πρίαμος, ο Πάνθοος, ο Λάμπος, ο Θυμοίτης, 146
ο Ικετάων, βλάστημα του Άρη, και ο Κλυτίος,
και δύο φρονιμότατοι Αντήνωρ και Ουκαλέγων,
όλοι των Τρώων αρχηγοί και σύμβουλοι εκαθόνταν
στον πύργον των Σκαιών Πυλών, που γέροντες ως ήσαν 150
είχαν αφήσει τ᾽ άρματα, αλλ᾽ ήσαν δημηγόροι
εξαίρετοι και ομοίαζαν τους τσίτσικες που χύνουν
από το πυκνό φύλλωμα την ιλαρή λαλιά τους.
Κι άμ᾽ είδαν, ως εσίμωνε στον πύργον την Ελένην,
συνομιλούσαν σιγανά με λόγια πτερωμένα: 155
«Κρίμα δεν έχουν οι Αχαιοί, δεν έχουν κρίμα οι Τρώες
χάριν ομοίας γυναικός τόσον καιρόν να πάσχουν·
τωόντι ομοιάζει ωσάν θεάς η τρομερή θωριά της·
αλλά και ως είναι ασύγκριτη καλύτερα να φύγει
παρά να μείνει συμφορά σ᾽ εμάς και στα παιδιά μας». 160
Προσφωνεί ο Πρίαμος την Ελένη πάνω στα τείχη:
«δεῦρο πάροιθ᾽ ἐλθοῦσα, φίλον τέκος, ἵζευ ἐμεῖο, 162-163
όφρα ίδη πρότερόν τε πόσιν πηούς τε φίλους τε
«Προχώρησε, παιδί μου, εδώ κοντά μου να καθίσεις
τον πρώτον άνδρα σου να ιδείς, τους συγγενείς και φίλους· 162-163
Η απάντηση της Ελένης:
δαὴρ αὖτ᾽ ἐμὸς ἔσκε κυνώπιδος, εἴ ποτ᾽ ἔην γε.» 180
και ανδράδελφον, έναν καιρόν, εγώ τον είχα η σκύλα»! 180
Σχόλια του J. La Rocheστο αρχαίο κείμενο:
147 Οι τρεις ούτοι είναι αδελφοί του Πριάμου.
148 Ο Αντήνωρ είναι ο επισημότατος των τρωικών γερόντων και συχνά αναφέρεται εν Ιλιάδι. Ένδεκα αυτού υιοί μάχονται εν τω στρατώ, ο Αγήνωρ, Ακάμας, Αρχέλοχος, Δημολέων, Ελικάων, Ιφιδάμας, Κόων, Λαοδάμας, Λαοδόκος, Πήδαιος, Πόλυβος. Τούτων επτά εφονεύθησαν.
πέπνυμαι: είναι παρακείμενος του πνείω (πνέω) και σημαίνει: είμαι εμπνευσμένος, επομ. εχω νουν. η μετοχή πεπνυμένος = συνετός.
149 είατο = ήντο (153).
δημογέροντες: ηγεμόνες της χώρας, ούτως ονομάζεται και ο Ίλος ο οικιστής της Ιλίου Λ 372. Η λέξις και το αξίωμα δημογέρων εσώζετο εν Ελλάδι επί Τούρκων..
επί Σκαιήσι πύλησι: επί του πύργου, του επί της πύλης. Εντεύθεν αι γυναίκες και οι γέροντες εθεώντο τας εν τη πεδιάδι μάχας.
150 γήραϊ = διά το γήρας.
δη = ήδη.
151 Πολύ ωραίον εύρισκον οι αρχαίοι το τερέτισμα του τέττιγος και ετέρποντο εις αυτό. Ησιόδου Έργα και ημέραι 582: «ηχέτα τέττιξ δενδρέω εφεζόμενος λιγυρήν καταχεύετ' αοιδήν». Ασπ. 393. Ψευδοανακρ. 32: «μακαρίζομέν σε τέττιξ, ότι δενδρέων επ' άκρων ολίγην δρόσον πεπωκώς βασιλεύς όπως αείδεις». και «φιλέουσι μεν σε μούσαι, φιλέει δε Φοίβος αυτός, λιγυρήν δέδωκεν οίμην». Η παραβολή γίνεται διά την ευφωνίαν και διά την μονότονων ησυχίαν γερόντων και τεττίγων και διά το άσπαστον του λόγου αυτών.
152 λειριόεσσαν: όπως Ησιόδου Θεογονίαν 41. Από του καθαρού και λευκού χρώματος των λειρίωνεγένετο μεταφορά εις την οξείαν και ευκρινή γωνήν των τεττίγων, «από των ορωμένων επί τα ακουόμενα», από του χρώματος εις τους ήχους. Απολλ. Ροδ. IV, 903: «ίεσαν εκ στομάτων όπα λείριον». δηλ. λεπτήν και ευάρεστον, όπως το λείριον εις τον οφθαλμόν ευαρεστεί.
ιείσι: εκπέμπουσι, κάμνουν ν' αντηχή. Και οι μεθ' Όμηρον συνάπτουν με το ίημι τας λέξεις φωνήν, φθογγάς, γλώσσαν.
153 τοίσι: κατηγ. του ηγήτορες.
άρα = λοιπόν, ανακεφαλαιώνει και παραπέμπει εις την παραβολήν.
154 είδονθ': του είδομαι β΄ αόριστος ειδόμην και ιδόμην.
155 ήκα: σιγανά· διότι ησχύνοντο θαυμάζοντες κάλλος γυναικώνπαρ' ώραν. Εξ αχρ. επιθέτου ηκύς γίνεται το ήκα (όπως τάχα, ώκα) ήσσων, ήκιστα.
156 Δεν ηδύνατο ο ποιητής το κάλλος της Ελένης να εκθειάση καλλίτερον, παρά εισάγων συνετούς γέροντας αποθαυμάζοντας αυτήν. Δεν τα λέγει ο Πάρις, δεν τα λέγει νέος τις, δεν τα λέγει τις του όχλου αλλά γέροντες συνετώτατοι του Πριάμου πάρεδροι. Το ψυχρόν λοιπόν γήρας συγχωρεί χάριν αυτής τον πόλεμον, το χυθέν αίμα, τα δάκρυα.Όρα, ότι ο Όμηρος δεν εισέρχεται εις λεπτομερείας του κάλλους, όπως οι σημερινοί, αλλά μάς παρουσιάζει την εκ του κάλλους εντύπωσιν.
ου νέμεσις (εστι): ώφειλεν ο ποιητής να μεταχειρισθή την φράσιν ταύτην, διότι το μεμεσίζομαι (= κατακρίνω) δεν έχει παθητικόν τύπον, πρβλ. Η 409, όπου το φειδώ γίγνεται κείται ως παθητικόν του φείδομαι.
157 τοιήδε: το δε είναι δεικτικόν: διά τοιαύτην δα, οποία ήτο προ αυτών.
158: ασύνδετος αιτιολογία των ηγουμένων. αινώς: δεινώς, σφόδρα, φοβερά. Χρησιμεύει προς επίτασιν συνήθως των ρημάτων του ψυχικου πάθους δείδω, χώομαι, ήδομαι, ίεμαι ή επιθέτων ή επιρρημάτων.
εις ώπα: κατά την όψιν, κατά πρόσωπων. Ωραίαι γυναίκες παραβάλλονται προς θεάς, ιδίως προς την Άρτεμιν και Αφροδίτην.
159-160: παράδοξοι είναι ούτοι λόγοι· διότι υποθέτουσιν, ότι οι γέροντες εγνώριζον της μονομαχίας. Αλλά δεν εγνώριζον.
160 οπίσσω: κατόπιν, ύστερον, εν τω μέλλοντι.
πήμα: είναι κατηγορουμενον: ως βλάβη, δυστύχημα.
162: Η σειρά των λέξεων είναι: δεύρο ελθούσα ίζευ πάροιθεν εμείο. Το δεύρο εκ του ελθούσα, το εμείο εκ του πάροιθεν εξαρτάται.
ελθούα φίλον τέκος: η συμφωνία έχει γείνη κατά το φυσικόν γένος, όπως φίλε τέκνον.
πάροιθ' εμείο: έμπροσθέν μου. Ο Πρίαμος λοιπόν θα βλέπη άνωθεν του ώμου της Ελένης.
163 ίδη: ο 'Ομηρος προτιμά τους μέσους τύπους του ρήματος τούτου· όθεν έχει συχνότερον το ιδέσθαι, ίδωμαι, ίδηται, ίδησθε, ίδοιτο παρά ιδείν, ιδέειν, ίδω, ίδωμι, ίδη, ίδητε, ίδοι. ουδέποτε έχει ίδης, αλλά ίδη, ίδηαι. Μετοχήν όμως έχει μόνον την ιδών. Ωσαύτως τους διαφόρους τύπους του ορώμαι έχει με ενεργητικήν σημασίαν. πόσις = σύζυγος, κύριος, ανήρ. Κυρίως ήν πότις = ισχυρός, πρβλ. τα potior, potens.
πηός: συγγενής αξ αγχιστείας, συμπέθερος.
180 εμός κυνώπιδος: τίθεται γενική ως παράθεσις της εν τη κτητική αντωνυμία λανθανο΄θυσης γενικής της προσωπικής αντωνυμίας.
έσκε: θαμιστικός παρατατικός του ειμί.
ει ποτ' εήν γε: αν ποτε ήμην. Ταύτα λέγει η Ελένη θλιβερώς αναμιμνησκομένη το ευτυχές παρελθόν. = αν ημην ποτέ, και αν δεν ήτο μάλλον όνειρον πλάνον. Οι τοιούτοι λόγοι είναι κραυγή της συνειδήσεως πονούσης· διότι αναμιμνήσκεται ευτυχίαν παρελθούσαν, την οποίαν και αυτός ο αναφωνών διά το λυπηρόν παρόν δυσκολεύεται να πιστεύση, ότι υπήρξέ ποτε. Ούτως ο Νέστωρ ενθυμούμενος τα νιάτα του λέγει ώς έον, εί ποτ' έον γε μετ' ανδράσιν = «τοιούτος ήμην, αν ήμην βέβαια καμμίαν φοράν μεταξύ των ανδρών» Λ 762.
Τα σχόλια από την έκδοση Παπαδήμα: Ομήρου Ιλιάς Α. Καραπαναγιώτου (1893).
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου