Πέμπτη 21 Απριλίου 2011

για τον πίνακα του Χολμπάϊν ξανά


Αξίζει να υπενθυμίσουμε ορισμένες σκέψεις από το μακρύ σχόλιο του Φ. Ντοστογιέφσκι, πάνω στον γνωστό πίνακα του Χ. Χολμπάϊν, «Ο Χριστός μετά την αποκαθήλωση».

Πιστός στην πίστη της Εκκλησίας, για το πραγματικό και όχι εικονικό, του όλου μαρτυρίου του Χριστού, ομολογεί την απελπιστική εντύπωση που προκαλεί αυτός ο πίνακας, όπου εκτίθεται, χωρίς ίχνος εσχατολογικής αναφοράς, το πτώμα ενός καταβασανισμένου ανθρώπου, του οποίου το πρόσωπο είναι αποκρουστικά παραμορφωμένο.

«...Αν ήταν αυτό ακριβώς το πτώμα, αν ακριβώς ένα τέτοιο πτώμα είδαν οι μαθητές Του, οι κυριώτεροι μελλοντικοί Του απόστολοι, οι γυναίκες που τον ακολούθησαν και στέκονταν δίπλα στο σταυρό, όλοι όσοι πίστευαν σ' Αυτόν και τον λάτρευαν, τότε πώς μπορούσαν να πιστέψουν κοιτάζοντας ένα τέτοιο πτώμα, πως αυτός ο μάρτυρας θ' αναστηθεί; Χωρίς να το θέλεις σκέπτεσαι: αν είναι τόσο φρικτός ο θάνατος κι αν είναι τόσο ισχυροί οι νόμοι της φύσεως, πώς θα μπορούσε κανείς να τούς υπερνικήσει; Πώς να τούς υπερνικήσει, όταν δεν τούς νίκησε ακόμα κι Εκείνος που νικούσε τη φύση όσο ζούσε και ανάστηνε νεκρούς με το λόγο Του. Κοιτάζοντας αυτόν τον πίνακα φαντάζεσαι τη φύση σαν ένα τεράστιο, άσπλαγχνο και μουγγό θηρίο, ή μάλλον πως είναι σαν μια τεράστια μηχανή νεότατης κατασκευής, που άρπαξε χωρίς σκοπό, έκανε κομάτια και κατάπιε μέσα της, αθόρυβα κι αναίσθητα μια μεγάλη και ανεκτίμητη 'Υπαρξη... Ο πίνακας αυτός φαίνεται ίσα-ίσα να εκφράζει την αντίληψη πως υπάρχει μια σκοτεινή, αναιδής, άσκοπη και ασυνείδητη αιώνια δύναμη, που όλα, τα πάντα υποτάσσονται μπροστά της... Κι αν ο ίδιος ο Διδάσκαλος μπορούσε να 'χε δεί τη μορφή του, την παραμονή της Σταυρώσεως, θ' ανέβαινε άραγε έτσι στο Σταυρό, θα πέθαινε έτσι όπως πέθανε; (Ο Ηλίθιος, Γ', σσ. 91-91)».


π. Μιχαήλ Καρδαμάκης, Μαθητεία στην ομορφιά. Φιλοκαλικές δοκιμές (έκδ. Αποστολική Διακονία, Αθήνα 2007, σσ. 356-357).

Δευτέρα 18 Απριλίου 2011

«ο Χριστός νεκρός» του Χολμπάϊν



κάτι λίγο ακόμη
για τον εν τη γαστρί Μαρίας
βοσκηθέντα *


Ο Χανς Χολμπάϊν ο Νεότερος (1497-1543) ζωγραφίζει το 1522 (το κάτω στρώμα φέρει την ημερομηνία 1521) έναν πίνακα ανησυχητικό, «Ο Χριστός νεκρός», που μπορούμε να δούμε στο μουσείο της Βασιλείας και που φαίνεται να έκανε βαθύτατη εντύπωση στον Dostoievski. Από την αρχή ήδη του Ηλίθιου, ο πρίγκιπας Μίσκιν προσπαθεί να μιλήσει, επί ματαίω, για τον πίνακα αυτό, αλλά μονάχα μέσω μιας πολυφωνικής αναζωπύρωσης της ίντριγκας παίρνει το μάτι του ένα αντίγραφό του στου Ρογκόζιν και αναφωνεί «υπό το κράτος μιας ξαφνικής έμπνευσης»: «Αυτός ο πίνακας!... Αυτός ο πίνακας! Μα το ξέρεις ότι κοιτάζοντάς τον ένας πιστός μπορεί να χάσει την πίστη του;». Λίγο πιο πέρα ο Ιππολύτ, ένα δευτερεύον πρόσωπο, που ωστόσο εμφανίζεται συχνά στη θέση του αφηγητή και του Μίσκιν, τον περιγράφει με συγκλονιστικό τρόπο:

Αναπαριστούσε τον Χριστό τη στιγμή της αποκαθήλωσης. Αν δεν κάνω λάθος, οι ζωγράφοι έχουν τη συνήθεια να απεικονίζουν τον Χριστό πάνω στο σταυρό, ή μετά την αποκαθήλωση, με μια ανταύγεια υπερφυσικής ομορφιάς στο πρόσωπό Του. Προσπαθούν να Τον στεφανώνουν με αυτή την ομορφιά ακόμα και στις πιο φρικιαστικές στιγμές. Στον πίνακα του Ρογκόζιν δεν υπήρχε τίποτε από τούτη την ομορφιά: ήταν η τέλεια απομίμηση ενός ανθρώπινου πτώματος που φέρει τα αποτυπώματα από τα αναρίθμητα δεινά που άντεξε πριν ακόμα κι από την σταύρωση· φαίνονταν τα χνάρια από τις πληγές της κακομεταχείρισης και τα χτυπήματα που είχε δεχτεί από τους φρουρούς και από τον όχλο, ενώ σήκωνε το σταυρό κι έπεφτε κάτω από το βάρος του· και, τέλος, τα ίχνη από τις πληγές της σταύρωσης που είχε υποστεί επί έξι ώρες (τουλάχιστον σύμφωνα με τους υπολογισμούς μου).

'Hταν, πράγματι, το πρόσωπο ενός ανθρώπου που μόλις κάποιοι είχαν κατεβάσει από το σταυρό· διατηρούσε ακόμη αρκετή ζωή και ζεστασιά· η ακαμψία δεν είχε επέλθει ακόμα κι έτσι το πρόσωπο του νεκρού αντανακλούσε τον πόνο, σαν να μην είχε πάψει να τον αισθάνεται (αυτό ο καλλιτέχνης το είχε συλλάβει πολύ καλά). Επιπλέον το πρόσωπο τούτο το χαρακτήριζε μια γυμνή αλήθεια: τα πάντα πάνω του ήταν φυσικά· ήταν ακριβώς το πρόσωπο ενός οποιουδήποτε ανθρώπου ύστερα από τέτοιους βασανισμούς...


Τζούλια Κρίστεβα, Μαύρος ήλιος. Κατάθλιψη και μελαγχολία (μτφρ. Π. Αλούπης, έκδ. Καστανιώτης, Αθήνα 2000, σσ. 169-170).



-----
* ο στίχος με τα πλάγια στο motto είναι αντλημένος εκ του οίκου υπό στοιχείον Η του γνωστού κοντακίου του Ακαθίστου 'Υμνου που εψάλη την 8η του μηνός στας κατά τόπους λατρευτικάς συνάξεις. Ο ίδιος.

Πέμπτη 14 Απριλίου 2011

για τους τελευταίους στάρετς


Από την εποχή του Κωνσταντίνου, αυτή η διακονία της μεσιτεύσεως στον πόνο, και της ανιδιοτελούς αγάπης, συγκεντρώθηκε κατά μεγάλο μέρος στον μοναχισμό, προπάντων της Ανατολής. Η Ρωσία γνώρισε σ' όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα τη χριστιανική μορφή του στάρετς, του μεγάλου «γέροντα» που έχει γίνει ολόκληρος καλωσόρισμα και στοργή, που ξέρει να διακρίνη τα πνεύματα, να διαβάζη στις καρδιές, κα σαν το Χριστό των Ευαγγελίων και μαζί του, ελευθερώνει τον άνθωπο από τις αμαρτίες του: Είσαι κάτι περισσότερο από την αμαρτία σου, είσαι πρόσωπο, «πορεύου και μηκέτι αμάρτανε».

Ο τελευταίος τεκμηριωμένος στάρετς της ρωσικής ιστορίας είναι ο π. Αλέξης Μέτσεβ που πέθανε το 1923. Δεν ήταν μοναχός αλλά έγγαμος ιερεύς. Στη σύγχρονη [όταν γράφτηκε το δοκίμιο] Ρωσία, όπου οι οργανώσεις της χριστιανοσύνης εξαρθρώθηκαν βάναυσα τόσο από τις συστηματικές επιθέσεις του κρατικού αθεϊσμού, όσο και από την απότομη, χωρίς μεταβατική περίοδο, ανάπτυξη της βιομηχανικής κοινωνίας, ο οργανωμένος μοναχισμός έχει μειωθή στο ελάχιστο. Η «σχεδόν αόρατη» επέμβαση στην ιστορία βρίσκεται σήμερα στα χέρια ανωνύμων δικαίων. Ταπεινών αλλά που χωρίς αυτούς, μάς θυμίζει ο Σολζενίτσυν «δε στέκεται χωριό. Ούτε πόλη. Ούτε γη ολόκληρη» (Το σπίτι της Ματριόνας, 60).


Olivier Clement, Το πνεύμα του Σολζενίτσυν (μτφρ. Ελ. Δαλαμπίρα, έκδ. Εστία, Αθήνα χ.χ., σ. 299).



-----
Κι ένα ανάλογο παράδειγμα, εδωδά.

Κυριακή 10 Απριλίου 2011

για την πίστη και την ομορφιά


Το ακριβέστερο είναι να μιλήσουμε για την ταύτιση Χριστιανισμού (πίστεως) και ομορφιάς, γιατί εδώ, η μεν θρησκεία βρίσκει την εκπλήρωσή της, η δε ομορφιά την αποκάλυψή της. Μόνο ο Χριστιανός μπορεί να πιστέψει ότι «η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο». Αυτό γίνεται σαφές στον «Ηλίθιο». «Είναι αλήθεια, πρίγκηψ, πως είπατε κάποτε, ότι τον κόσμο θα τον σώσει η ομορφιά; Κύριε –φώναξε δυνατά σε όλους-, ο πρίγκηψ ισχυρίζεται πως τον κόσμο θα τον σώσει η ομορφιά! Και 'γω ισχυρίζομαι, πως έχει τόσο χαριτωμένες ιδέες γιατί είναι ερωτευμένος... Μην κοκκινίζεται, πρίγκηψ, Θ’ αρχίσω να σάς λυπάμαι. Ποιά ομορφιά θα σώσει τον κόσμο; Είστε πραγματικός χριστιανός; Ο Κόλια λέει, ότι αυτοαποκαλείσθε πιστός χριστιανός» (Ο Ηλίθιος, Γ’ σσ. 52, 65). Γι' αυτή τη φοβερή δύναμη ή μάλλον αλήθεια, μπορούν να μιλούν μόνον οι Χριστιανοί και απ' αυτούς μόνον όσοι αγαπούν. Αν τότε λυπήθηκαν τον πρίγκηπα γιατί ήταν ερωτευμένος, σήμερα πρέπει να λυπούμαστε όλους εκείνους, που δεν αγαπούν· δεν ερωτεύθηκαν ποτέ την αλήθεια που ελευθερώνει, δεν αγάπησαν την ωραία αγάπη, που σώζει.


π. Μιχαήλ Καρδαμάκης, Μαθητεία στην ομορφιά. Φιλοκαλικές δοκιμές (έκδ. Αποστολική Διακονία, Αθήνα 2007, σ. 336).

Τετάρτη 6 Απριλίου 2011

για το κάλλος και τον καλλωπισμό ξανά


Θα μπορούσαμε, χωρίς καμιά διάθεση υπερβολής να παραθέσουμε, εντελώς σχηματικά σειρά διαφορών και αντιθέσεων, μεταξύ αυτών των δύο μεγεθών. Το Κάλλος είναι μια δίψα αγάπης που συνοδεύεται από επίμονες απαρνήσεις· ο καλλωπισμός συνιστά μια τεχνική διαδικασία, που χρειάζεται μόνο χρηματική άνεση· το πρώτο ελευθερώνει, ο δεύτερος βασανίζει· το πρώτο μεταμορφώνει, ο δεύτερος παραμορφώνει· το πρώτο εικονίζει, ο δεύτερος μορφάζει· το πρώτο σώζει, ο δεύτερος εμπαίζει. Το πρώτο απαιτεί την άσκηση, ο δεύτερος εξαντλείται στην ηδονή· το πρώτο καλλιεργεί την πνευματική αίσθηση, ο δεύτερος εκτρέφει τις σαρκικές αισθήσεις· το πρώτο προσκαλεί προς θαυμασμό, ο δεύτερος προκαλεί προς ακολασία· το πρώτο υψώνει προς τον απαθή έρωτα, ο δεύτερος παρακινεί προς τον εμπαθή ερωτισμό· το πρώτο συνυφαίνεται με το δημιουργικό, ο δεύτερος προς το κατασκευασμένο· το πρώτο οδηγεί προς το αυθεντικό, το δεύτερο παραμένει επίπλαστο· το πρώτο είναι τέχνη του Θεού, ο δεύτερος είναι τεχνική του ανθρώπου· το πρώτο –το Κάλλος- ελκύει προς τον προσωπικό Θεό, ο δεύτερος –ο καλλωπισμός- εγκλείει στον αυτοθεοποιηθέντα, ή μάλλον αυτοειδωλοποιηθέντα, άνθρωπο.


π. Μιχαήλ Καρδαμάκης, Μαθητεία στην ομορφιά. Φιλοκαλικές δοκιμές (έκδ. Αποστολική Διακονία, Αθήνα 2007, σσ. 193-194).

Σάββατο 2 Απριλίου 2011

για το κάλλος και τον καλλωπισμό


'Ετσι εξηγείται, πάντοτε και σήμερα, το ιδιαίτερα ισχυρό φαινόμενο, το Κάλλος να υποβαθμίζεται ή να αντικαθίσταται από τον καλλωπισμό. Είναι σύνηθες, στις παρά φύσιν κινήσεις του ανθρώπου, η φιλοκαλία να εξορίζεται από την ειδωλοποιό φιλαυτία, η φιλοτεχνία από τη φιλαρέσκεια, η φιλοπονία από τη φιληδονία. Υπάρχει μια αχαλίνωτη στροφή και δουλεία στον καλλωπισμό, καρπός του προπατορικού αμαρτήματος· ο άνθρωπος δηλαδή να επιδιώκει να επικαλύπτει την αισχύνη ή την ασχήμια του με ένα είδος βίαιου ή αήθους εξωραϊσμού προς διόρθωση ή βελτίωση τάχα της εξωτερικής – σαρκικής μορφής του, με κριτήρια, όπως συμβαίνει με κάθε αμαρτία, τις ατομικές ή αυθαίρετες επιθυμίες του. Ο καλλωπισμός είναι μια πανάρχαιη εφεύρεση, ή τεχνική, με την οποία ανταλλάσσεται συχνά ή συνήθως, το κάλλος των αρετών από μια κούφια επιφάνεια, ώστε ο άνθρωπος να μη σεμνύνεται πλέον για τον πλούτο «των αθεώρητων και εκ των θεωρημάτων αρετών του», αλλά για το μέγεθος και την επιτυχία των προκλήσεων και των εντυπώσεων του ακραίου αισθησιασμού του.


π. Μιχαήλ Καρδαμάκης, Μαθητεία στην ομορφιά. Φιλοκαλικές δοκιμές (έκδ. Αποστολική Διακονία, Αθήνα 2007, σ. 191).