Τρίτη 28 Δεκεμβρίου 2021

και δυο μανταρίνια...


Ξέπνοα τα κορμιά των τριών - σε δυστύχημα αυτοκινητιστικό-
σκοτωμένων, στο δάπεδο παραπλήσιου καφενείου.
Τού ενός το χέρι κρεμασμένο από ένα κάγκελο
τού άλλου ακουμπισμένο πάνω στο στήθος,
ενώ τού τρίτου το ένα παπούτσι πεταμένο,
και η κάλτσα τρύπια στο μεγάλο νύχι τού ποδιού του.
Κλειδιά σκόρπια απ' τις τσέπες, κέρματα, και δυο μανταρίνια.

Γιώργος Μαρκόπουλος, στίχοι δημοσιευμένοι στο περιοδ. Η λέξη (τ. 205, Ιούνιος-Σεπτέμβριος 2010).


*

[το μέγαρον του Αισωνίου]

Το σπουδαιότερο εύρημα από το χώρο του ίδιου κτηρίου [ενν. το καλύτερα σωζόμενο νοτιοδυτικό κτήριο σε άνδηρο βορείως της Δυτικής Πύλης εντός της μυκηναϊκής ακρόπολης της Μιδέας] είναι ένα πήλινο πρισματικό σφράγισμα [του 14ου αι. π.Χ.] με παράσταση λιονταριού που επιτίθεται σε ταύρο.

Στις τρείς όψεις του φέρει επιγραφή της Γραμμικής Β γραφής όπου αναφέρονται η λέξη «μέγαρον» (me-ka-ro-de) και το όνομα «Αισώνιος» (a3-so-ni-jo).

Η επιγραφή αυτή είναι σημαντική, επειδή η λέξη «μέγαρον» εμφανίζεται εδώ για πρώτη φορά στη Μυκηναϊκή γραφή.


Καίτη Δημακοπούλου & Νικολέττα Διβάρη-Βαλάκου, Η μυκηναϊκή ακρόπολης της Μιδέας (έκδ. ΤΑΠ, Αθήνα 2010, σσ. 20-21, 24 εικ. 24).

Παρασκευή 24 Δεκεμβρίου 2021

παραμονή των


Εις τα βάθη υπογείου τινός της οδού Καλαμιώτου,
όπου τα κρεοπωλεία και οπωροπωλεία ήσαν
πλουσιώτατα και θαυμασίως εστολισμένα...*

Παραμονή των Χριστουγέννων τάχα. Σαράντα ημέρας οι άνθρωποι ενήστευον εις το νησάκι εκείνο. Η καλύβη, η χρησιμεύουσα ως κρεοπωλείον, είχε καταληφθή υπό τινος ναυπηγού, όστις υπ' αυτήν εσκάρωσε πλοιάριον. Την παραμονήν το έρριψεν εις την θάλασσαν μ' ευχάς κ' ευλογίας, και ο κρεοπώλης κατέλαβε πάλιν την καλύβην, ακολουθούμενος από χοίρους, τράγους και αμνούς· όλα προς σφαγήν διά τα Χριστούγεννα.

*

- Όχι, καημένε, να πηγαίναμεν εις τον άγιον Δανιήλ, έξω εις τα Ελαιοτριβεία.
- Πώς; είπον έκθαμβος.
- Ναι. Εις τον άγιον Δανιήλ. Ο παπά-Στουπής, φίλε μου, μόλις τού πάνε την διαταγήν τού Μητροπολίτου, «Τί έκαμε, λέει;», εφώναξε με την άγρια, βραχνιασμένην φωνάραν του από τον ταραμά, ένας καλός εφημέριος εις τον άγιον Δανιήλ, έξω εις τα Ελαιοτριβεία, και άρχισεν από τα μεσάνυχτα, σαν εις το Μέγα Πάσχα να σημαίνη· την έσπασε την καμπάνα, φίλε μου. «Τί έκαμε, λέει;», επανελάμβανε και εκτύπα, κρεμασμένος εις την καμπάνα με θυμόν. Σήμερον τά 'μαθα. Και εώρτασαν λαμπρά τα Χριστούγεννα εκεί έξω σαν καλοί χριστιανοί.
- Να μη το μάθωμεν! είπον μετά λύπης.
- Δεν είμεθα άξιοι, φαίνεται. Είπε και ο φίλος μου εν θλίψει.
Και εξηκολούθησεν:
- Εώρτασαν ωραία. Έξω-έξω, εις την άκρην της πόλεως. Είναι μιά ήσυχη γειτονιά, σαν χωριουδάκι. Και η εκκλησία μικρούτσικη. Ο κυρ-Χριστόφιλος, πού το μυρίσθη; Λες και είναι γάτος εις μερικά πράγματα. Τούς έβαλε ανάγνωσιν από τον «Θησαυρόν» του Δαμασκηνού, όπου υπάρχει περίληψις λαμπρά, εις απλήν γλώσσαν, από τον περίφημον λόγον του Γρηγορίου του Θεολόγου «Χριστός γεννάται, δοξάσατε!». Και ευχαριστήθησαν όλοι, ιδίως «οι ταλιαγρήται», οι εργάται των ελαιοτριβείων. Τούς έψαλε και τον πολυέλεον κατόπιν καλογερικά, φίλε μου. Και εις το τέλος οι ταλιαγρήται είχον τηγανίτες με το καλύτερο λάδι, και τσίπουρο ντόπιο, και μη ρωτάς. Μόνον ένα λάθος έκαμε, κουρασθείς πλέον. Εις το «Χριστός γεννάται» κατά το έθος, έπρεπε να κινήση σταυροειδώς τον πολυέλαιον, εις ένδειξιν χαράς, αλλ' ελησμόνησαν να τόν ανάψουν εγκαίρως, ο δε κυρ-Χριστόφιλος, νομίζων ότι είναι αναμμένος, τόν εκίνησε σβησμένον. Δεν πειράζει όμως. Πάν ό,τι γίνεται με καλήν καρδιά, είναι καλόν.
Και είπον πάλιν μετά θλίψεως:
- Να μη το μάθουμε και ημείς!
- Έ! το βράδυ, θα ψάλλωμεν όλον τον «Κανόνα», με παρηγόρησεν ο φίλος μου. Θα έλθω να σε πάρω.
[...]

Αλ. Μωραϊτίδης, «Χριστούγεννα στον ύπνο μου», στον τόμο: Χρυσός και Χρυσομηλιγγάτος. Δέκα αφηγήματα για τον Αλ. Παπαδιαμάντη (έκδ. Αρμός, Αθήνα 1996, σσ. 94, 78-79). - Το motto εκ του ιδίου (ό.π., σ. 83).

Τρίτη 21 Δεκεμβρίου 2021

η μεταφορά και η τραγωδία


[...] η μεταφορά δεν είναι ποτέ ένα αθώο σχήμα. Το να λέμε ότι ο χρόνος είναι «ευμετάβλητος» ή το βουνό «μεγαλειώδες», το να μιλούμε για την «καρδιά» του δάσους, για έναν ήλιο «ανελέητο», για ένα χωριό «κουρνιασμένο» στον μυχό της κοιλάδας, σημαίνει, ώς ένα βαθμό, ότι παρέχουμε ενδείξεις για τα ίδια τα πράγματα: μορφή, διαστάσεις, κατάσταση, κ.τ.λ.

Η επιλογή όμως ενός αναλογικού, και ωστόσο απλού λεξιλογίου, κάνει κιόλας κάτι άλλο από το να δίνει λογαριασμό για αμιγώς φυσικά δεδομένα, και επιπλέον αυτό που βρίσκεται εκεί δεν μπορεί να πιστωθεί διόλου στη φιλολογία και μόνο.

Το ύψος του βουνού προσλαμβάνει, είτε το θέλουμε είτε όχι, ηθική αξία· η θερμότητα του ήλιου γίνεται το επακόλουθο μιας βούλησης...

Στο σύνολο σχεδόν της σύγχρονης λογοτεχνίας μας, αυτές οι ανθρωπομορφικές αναλογίες επαναλαμβάνονται με υπερβολική επιμονή, υπερβολική συνοχή, για να μην αποκαλυφθεί ένα ολόκληρο μεταφυσικό σύστημα.

Για τους συγγραφείς που, λίγο ώς πολύ συνειδητά, κάνουν χρήση παρόμοιας ορολογίας, το ζήτημα δεν μπορεί παρά να είναι η εδραίωση μιας διαρκούς σχέσης ανάμεσα στο σύμπαν και στο ον που το κατοικεί. Έτσι, τα συναισθήματα του ανθρώπου θα μοιάζουν εκ περιτροπής να γεννιούνται από τις επαφές του με τον κόσμο και να βρίσκουν σ' αυτόν τη φυσική τους ανταπόκριση, αν όχι την άνθισή τους.

Η μεταφορά, που θεωρείται ότι δεν εκφράζει παρά μια ανυστερόβουλη παρομοίωση, εισάγει στην πραγματικότητα μια υπόγεια επικοινωνία, μία κίνηση συμπάθειας (ή αντιπάθειας) που είναι ο αληθινός λόγος ύπαρξής της. Διότι, ως παρομοίωση, είναι σχεδόν πάντοτε μια άχρηστη παρομοίωση, που δεν προσφέρει τίποτε το νέο στην περιγραφή. Τί θα έχανε το χωριό αν είχε απλώς «τοποθετηθεί» στον μυχό της κοιλάδας;

Η λέξη «κουρνιασμένο» δεν μάς δίνει καμία συμπληρωματική πληροφορία. Απεναντίας, μεταφέρει τον αναγνώστη (ακολουθώντας κατά πόδας τον συγγραφέα) στην υποτιθέμενη ψυχή του χωριού· εάν δεχθώ τη λέξη «κουρνιασμένο», δεν είμαι πλέον πέρα για πέρα θεατής· γίνομαι εγώ ο ίδιος το χωριό, κατά τη διάρκεια μιας φράσης, και ο μυχός της κοιλάδας λειτουργεί όπως μια κοιλότητα όπου επιθυμώ να εξαφανιστώ.

Βασιζόμενοι σε αυτή την πιθανή σύμβαση, οι υποστηρικτές της μεταφοράς θα απαντήσουν ότι κατ' αυτόν τον τρόπο, διαθέτει ένα πλεονέκτημα: να καθιστά αισθητό ένα στοιχείο που πριν δεν ήταν.
[...] Πρέπει μάλιστα να προσθέσουμε ότι το περίσσευμα περιγραφικής αξίας δεν είναι εδώ παρά ένα άλλοθι: οι αληθινοί λάτρεις της μεταφοράς δεν στοχεύουν παρά στο να επιβάλλουν την ιδέα της επικοινωνίας. [...]

*

[..] ο αναγνώστης παρόμοιων εικόνων θα βγεί από το σύμπαν των μορφών και θα βυθιστεί σε ένα σύμπαν σημασιών. Ανάμεσα στο κύμα και στο άλογο, θα κληθεί να συλλάβει ένα ιδιαίτερο βάθος: μανία, υπερηφάνεια, ισχύ, αγριότητα... Η ιδέα της φύσης, οδηγεί αλάνθαστα στην ιδέα μιας φύσης κοινής σε όλα τα πράγματα, δηλαδή ανώτερης. Η ιδέα της εσωτερικότητας οδηγεί πάντοτε σε εκείνη της υπέρβασης.

Και η κηλίδα απλώνεται όλο και περισσότερο: από το τόξο στο άλογο, από το άλογο στο κύμα και από τη θάλασσα στον έρωτα. Η κοινή φύση, για μία ακόμη φορά, δεν θα μπορεί παρά να είναι η αιώνια απάντηση στη μόνη ερώτηση του ελληνο-χριστιανικού πολιτισμού μας·

η Σφίγγα είναι εμπρός μου, με ρωτάει, δεν χρειάζεται καν να προσπαθήσω να εννοήσω τους όρους του αινίγματος που μού απευθύνει, δεν υπάρχει παρά μία δυνατή απάντηση, μία και μόνο απάντηση σε όλα: ο άνθρωπος. [...]

*

Η τραγωδία μπορεί να ορισθεί, εδώ, ως απόπειρα επανάκτησης της απόστασης που υπάρχει ανάμεσα στον άνθρωπο και στα πράγματα, με την έννοια της νέας αξίας· αυτό θα ήταν εντέλει μια δοκιμασία, όπου η νίκη θα συνίστατο στο να έχεις ηττηθεί.

Η τραγωδία εμφανίζεται λοιπόν ως η τελευταία επινόηση του ανθρωπισμού για να μην αφήσει τίποτε να διαφύγει: εφόσον η ομοφροσύνη ανάμεσα στον άνθρωπο και τα πράγματα έχει τελικώς καταγγελθεί, ο ανθρωπισμός διασώζει την επιβολή του, εγκαθιδρύοντας πάραυτα μια νέα μορφή αλληλεγγύης, αφού το ίδιο το διαζύγιο κατέστη η βασιλική οδός για τη σωτηρία.

Αλαίν Ρομπ-Γριγιέ, Φύση, Ανθρωπισμός, Τραγωδία (μτφρ. Δημ. Δημητριάδης, έκδ. Alloglotta, Αθήνα 2012, σσ. 13-15, 16, 20-21, 23).

Σάββατο 18 Δεκεμβρίου 2021

για μια ιδιωτική θεωρία της λογοτεχνίας


Ο Γκανάς είναι ο πιο επώνυμος
δημοτικός ποιητής μας.*

Η καλή λογοτεχνία θέτει τα ερωτήματα. Η κακή λογοτεχνία τα απαντά.

*

Δεν μπορούμε να μιλάμε για έτοιμο έργο πριν ο συγγραφέας αισθανθεί λαθραναγνώστης του.

*

Συχνά με αναζητώ σ' εκείνο το αριστούργημα που χάθηκε αύτανδρο στ' ανοιχτά μιας πολύκροτης ελληνικής δεκαετίας: ...από το στόμα της παλιάς Remington... του Γιάννη Πάνου (1983).

*

«Αυτό δεν είναι μια πίπα», ή: Το μέγα μάθημα-σφαλιάρα του Ρενέ Μαγκρίτ: μη διαβάζετε τις λεζάντες.

Αχιλλέας Κυριακίδης, Σημειώσεις για μια ιδιωτική θεωρία της λογοτεχνίας (έκδ. Κίχλη. Αθήνα 2015, σσ. 13, 7, 37, 40). - Το motto εκ του ιδίου, (ό.π., σ. 32).

Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 2021

θεογονίας στιχάκια και σχόλια εν φιλότητι


στ. 82: διοτρεφέων βασιλήων. Ο τύπος διοτρεφέες βασιλήες (αναθρεμμένοι από το Δία βασιλιάδες) είναι συχνότατος στα ομηρικά έπη και εκφράζει την ελέω θεού εξουσία του βασιλιά, του «ποιμένος λαών». Την αντίληψη αυτήν είχαν και άλλοι λαοί, αρχαιότεροι των Ελλήνων –Ασσύριοι, Βαβυλώνιοι, Αιγύπτιοι– αλλά εξαφανίζεται στους κλασσικούς χρόνους, για να ξαναφανεί με τους Ρωμαίους αυτοκράτορες και να περάσει, με τον Χριστιανισμό, στο Βυζάντιο όπου ο αυτοκράτωρ ήταν ελέω θεού πιστός εν Χριστώ βασιλεύς. Στην Δύση εμφανίζεται πάλι ο τίτλος αυτός με τον Καρλομάγνο, τον 9ο αι.

στ. 131-132: ή δε και ατρύγετον πέλαγος τέκεν, οίδματι θυίον, / Πόντον, άτερ φιλότητος εφιμέρου. (= Και γέννησε [η Γη], χωρίς έρωτα τρυφερό, το ατρύγητο πέλαγος που φουσκοθαλασσώνει, τον Πόντο).

στ. 337-345: Τηθύς δ' Ωκεανώ Ποταμούς τέκε δινήεντας,
Νείλόν τ' Αλφειόν τε και Ηριδανόν βαθυδίνην
Στρυμόνα Μαίανδρόν τε και Ίστρον καλλιρέεθρον
Φάσίν τε Ρήσόν τ' Αχελώιόν τ' αργυροδίνην
Νέσσον τε Ροδίον θ' Αλιάκμονά θ' Επτάπορόν τε
Γρήνικόν τε [=Γρανικόν] και Αίσηπον θείόν τε Σιμούντα
Πηνειόν τε και Έρμον ευρρείτην τε Κάικον
Σαγγάριόν τε μέγαν Λάδωνά τε Παρθένιόν τε
Εύηνόν τε και Άρδησκον θείόν τε Σκάμανδρον
.

Πολλά από τα ποτάμια αυτά είναι της Ιωνίας. Αξιοσημείωτο είναι ότι ο Ησίοδος δεν αναφέρει κανέναν από τους ποταμούς της Βοιωτίας όπως τον Κηφισσό ή τον Ασωπό.

στ. 371-374: Θεία δ' Ηέλιόν τε μέγαν λαμπράν τε Σελήνην
Ηώ θ', ή πάντεσσιν επιχθονίοισι φαείνει
αθανάτοις τε θεοίσι, τοί ουρανόν ευρύν έχουσι,
γείναθ' υποδμηθείσ' Υπερίονος εν φιλότητι
.

(= Σαν έσμιξε ερωτικά η Θεία με τον Υπερίονα, γέννησε τον μέγα Ήλιο και την λαμπρή Σελήνη και την Αυγή φέγγει για όλους...)

στ. 404-406: Φοίβη δ’ αυ Κοίου πολυήρατον ήλθεν ες ευνήν·
κυσαμένη δη έπειτα θεά θεού εν φιλότητι
Λητώ κυανόπεπλον εγείνατο, μείλιχον αιεί,
μειλίχιον εξ αρχής
...

(= Η Φοίβη θεά από έρωτα θεού, του γοητευτικού Κοίου, γέννησε παιδί, την γαλαζόπεπλη Λητώ πάντα γλυκειά, γλυκειά από την πρώτη ώρα...).

στ. 482-484: κρύψεν δε [η Γαία τον νεογνό της Ρέας Δία] ε χερσί λαβούσα
άντρω εν ηλιβάτω, ζαθέης υπό κεύθεσι γαίης,
Αιγαίω εν όρει πεπυκασμένω υλήεντι
.

(= και με τα χέρια της τον έκρυψε σε μια βαθειά σπηλιά, στα έγκατα της πάνσεπτης γής, στο όρος Αιγαίο το πυκνά δασωμένο).

στ. 497-500: πρώτον δ' εξείμεσσε λίθον, πύματον καταπίνων·
τόν μεν Ζευς στήριξε κατά χθονός ευρυοδείης
Πυθοί εν ηγαθέη γυάλοις ύπο Παρνησοίο
σήμ' έμεν εξοπίσω, θαύμα θνητοίσι βροτοίσιν
.

(= Πρώτον εξέμεσε τον λίθο που είχε, τελευταίον καταπιεί. Αυτόν ο Δίας τον έστησε στην ευρύχωρη Πυθώ [τους Δελφούς] στα ριζά του Παρνασσού να μένει μνημείο στα υστερότερα χρόνια, θαύμα για τους θνητούς ανθρώπους).

Ησιόδου, Θεογονία (εισαγ., μτφρ., σχόλια Στ.& Άγγ. Βλάχου, έκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 2000 (2η), σσ. 54-55, 58-59, 70-71, 70-73, 78-79).

Κυριακή 12 Δεκεμβρίου 2021

απόστιχα επ' έρωτος


ώ κτενός *

Θερμαίνει μ' ο καλός Κορνήλιος· αλλά φοβούμαι
τούτο το φώς, ήδη πύρ μέγα γιγνόμενον
. Μαικίου
ερωτομανές και γέμον ασεβείας

ερωτομανές και γεμάτο ασέβεια
Με ανάβει ο ωραίος Κορνήλιος· αλλά το φοβάμαι
αυτό το φώς, γίνεται κιόλας μεγάλη φωτιά.

*

[...] ου γαρ ο παις ήπιος ουδ' άκακος,
αλλά μέλων πολλοίσι και ουκ αδίδακτος ερώτων.
την φλόγα ριπίζειν δείδιθι, δαιμόνιε
. Διοδώρου
επ' έρωτι παραινέσεις

συμβουλές περί έρωτος
Όχι εσύ, του ενδόξου Μεγιστοκλέους γιε,
ακόμα κι αν σού φαίνεται πολύ ανώτερος
κι από τα δυο σου μάτια,
κι αν λάμπει από τις Χάριτες λουσμένος, μην
τον τριγυρνάς
τον καλλονό· γιατί ο νεαρός δεν είναι πράος ούτε άδολος,
αλλά τη σκέψη απασχολεί πολλών κι άμαθος
από έρωτες δεν είναι.
Τη φλόγα να φυσάς απόφυγε, κακότυχε.


και τεκέων εύσταχυν ανθοσύνην **

Αγαθή Δημητρούκα, Τα ηδονικά - 18 τραγούδια βασισμένα σε ερωτικά επιγράμματα ( έκδ. Πατάκη, Αθήνα 2019, σσ. 26, 55).

-----
* τί αιδοίο, Φιλοδήμου (ό.π, σσ. 24, 54).
** και τέκνων άνθος καρπερό, Αγαθίου Σχολαστικού (ό.π., σσ. 42, 61).