Με την ευκαιρία που ξανακοιτάζω από προχτές και διορθώνω τη μετάφραση μερικών ποιημάτων του Antonin Artaud, για το περιοδικό «Χνάρι».
Σκέψη: Artaud και υπερρεαλιστές. Μεγαλείο και αθλιότητα. Τι πήραμε και τι απωθήσαμε. Γαλλικός (ευρύς) υπερρεαλισμός και Ελληνικός (φτενός). Οι επιμιξίες που γίνηκαν στην Ελλάδα. Πάντως εκείνο που σε εξοργίζει, κυρίως με τους Έλληνες υπερρεαλιστές, είναι η αυτοϊκανοποίηση και η πόζα. Και η «ταξική» τους υπεροχή που τους έκανε «κάστα».
Ωστόσο κανείς από δαύτους –το «δαύτους» με την πιο περιφρονητική σημασία της λέξης- κανείς δε δοκίμασε ποτέ αυτή τη φρίκη της υποστασιακής μοναξιάς, όπως ο Artaud. Όπου και να διαβάσεις είναι η αληθινή γλώσσα ενός ανθρώπου που υποφέρει κι από τη σκέψη του κι από το κορμί του.
Τάκης Σινόπουλος, Νυχτολόγιο [1978] (έκδ. Κέδρος, Αθήνα 1990, σσ. 33-34).
Σ' αυτό τον κόσμο, για να δροσίζουνε τα μάτια, την ψυχή -καμιά φορά και το κορμί- των ανθρώπων, υπάρχουνε τρία ποτάμια. Νερά χαριτωμένα, ευλύγιστα μέσα στις πέτρες, καθαρή ομορφιά.
Ο Ερύμανθος (=Ντουάνα) στα σύνορα Ηλείας και Γορτυνίας, που ταχτικά τον πέρναγε βγάζοντας το παντελόνι του ο παππούλης μου ο Τζουλέκας. Ο Εύηνος (ποιό νάναι τάχα το παλιότερο όνομά του;) στο δρόμο για το Μεσολόγγι, μετά την Παλιοβούνα. Ο Ηπειρώτης Άραχθος, έξω από την Άρτα, ιδιοκτησία, νομίζω από παλιά, του ποιητή Γιάννη Δάλλα.
Τάκης Σινόπουλος, Νυχτολόγιο [1978] (έκδ. Κέδρος, Αθήνα 1990, σσ. 82-83).
Όπως ένας κοίλος καθρέφτης και το φώς συγκεντρώνεται σε μία εστία, τεράστια κόκκινη μάζα, ονομάζεται καρκίνος, κάποτε δεν ονομάζεται. Υπάρχει σε κάμποσα σπίτια, όπου οι άνθρωποι πεθαίνουν, υπάρχει κυρίως στα νοσοκομεία, όπου ταυτόχρονα γιατροί και νοσοκόμες δηλαδή που μαζί με τους γιατρούς κανονίζουν να πάνε εκδρομή. Μπορεί και μαζί με τους αρρώστους -δεν έχει σημασία. Η εκδρομή ματαιώνεται ή μάλλον γίνεται προς τα «μέσα». Όχι προς τα έξω, όπου δέντρα και νερά και καθαρός αέρας.
Στο μεταξύ ο Χειμωνάς, όχι να περιγράψει, αλλά να «συλλάβει» το θάνατο στην ακαριαία του έλευση, τη στιγμή -στο γκρίζο φώς- που αυτός πραγματοποιείται.
Έτσι η «Εκδρομή» καθόλου χαρά και ξεκούραση ανθρώπων, αντίθετα η προπαρασκευή για τη «σύλληψη» (γνώση και αποκάλυψη) του γεγονότος του θανάτου. Αλλά θάνατος με την έννοια του εν χρόνω σαφώς καθηλωμένου γεγονότος δεν υπάρχει. Ο θάνατος μόνο σαν διαδοχικές φάσεις, μια συνεχής μετάβαση από -> προς.
Στο τέλος ο Χειμωνάς χάνεται μέσα στο πλήθος, δεν έχει συντελεστεί η εκδρομή. Η αποτυχία στο βάθος συναρτάται με τη σύγχρονη γραφή, την υπάρχουσα γραμματική και σύνταξη που ο Χειμωνάς αγωνίζεται να ξεπεράσει. Δεν τελειώνει π.χ. τις προτάσεις του, υπονομεύει τη «μεταφορά» ταυτολογώντας, κόβει τις φράσεις όπως κόβουμε ένα δάχτυλο, ύστερα κλωτσάμε το δάχτυλο στο πάτωμα, κ.λ.π. Η αλήθεια είναι πως μάς λείπουν πολλές λέξεις. Κανείς δε φτιάχνει καινούργιες. Υπάρχουν κενά, εκεί μέσα ρίχνοντας όλοι άχυρα-έννοιες, σκουπίδια-εικόνες. Μιλάμε πολύ, γράφουμε πολύ, οι αγωγοί αποχετεύσεως κάτω από τη γλώσσα έχουνε βουλώσει. Έτσι στον Χειμωνά κάθε πρόταση είναι μια κατάσταση-επιθυμία που δεν εκπληρώνεται. Μια «εκδρομή».
Τάκης Σινόπουλος, Νυχτολόγιο [1978] (έκδ. Κέδρος, Αθήνα 1990, σσ. 59-61).
[...]
Ύστερα ακούσαμε το χτύπο καθώς κάρφωναν
τις θύρες τα παράθυρα του Πύργου. Αναθυμόμουν
εκείνη την αλλοτινή φωτιά που εξαφανίζει
την πράξη ή την απήχηση της πράξης που είναι βρωμερή
και την αισθάνεσαι πιο βρωμερή όταν άξαφνα
μες στο βαθύ και ναρκωμένο σου αίμα ακούσεις
πρωτόγονη μια βουή και ταραγμένη να σαλεύει
και να γυρεύει το χαμό.
Την άνοιξη είναι διάφανα
τα έργα κι οι στοχασμοί. Την άνοιξη είδα μες στα κρύσταλλα
γυμνό το σώμα σου. Τριγύρα ήταν πυράκανθοι
κι ανήσυχα κλαδιά ο άνεμος τ' αναμέριζε δειλά.
Δεν ήταν νύχτα μήτε μέρα είδα το σώμα σου
γυμνό. Πρόσωπα από χαλκό με κόκκινο αντιφέγγισμα
γυρίζανε κι εχάνονταν. Και σ' άγγιξα
και μ' άγγιξες κι άναψαν όλα τα νερά
μ' αίγλη απαράμμιλη τριαντάφυλλο άσπρο δροσερό βαθύ.
[...]
Τάκης Σινόπουλος, απόσπασμα από το ποίημα ΑΣΜΑ Ι (Ο νεκρός Βασιλιάς), από τη συλλογή «Άσματα Ι-ΧΙ» [1953], περιεχόμενη στην συγκεντρωτική έκδοση Συλλογή Ι (έκδ. Ερμής, Αθήνα 1990, σσ. 43-44).
Βρήκανε το παιδί μονάχο κι όπως εκείνο από το φόβο
εστέκονταν έτσι η ψυχή του σκοτεινή τού χώνουνε με
δύναμη κείνο το σύρμα και το σύρμα βγήκε από το
στόμα του πετάχτηκαν νερά και σάλια κι αίματα.
Έρχεται η μάνα του φαρμάκι αμίλητη κι αποκοντά ο
πατέρας του χρόνια παράνομος φυλάξου
Αργύρη τού φωνάξαμε.
Σήκωσαν το παιδί το κρέμασαν στο φράχτη για να
ζεσταθεί. Μα ήταν χειμώνας παγωνιά κανένας ήλιος.
Και το παιδί μήτε ζεστάθηκε μήτε που σάλεψε. Κάτω
απ' τον κώλο του κρεμότανε στραβό το σύρμα που τού
χώσανε.
Τάκης Σινόπουλος, από τη συλλογή «Το Χρονικό» [1975], περιεχόμενη στην συγκεντρωτική έκδοση Συλλογή ΙΙ (έκδ. Ερμής, Αθήνα 1997, σ. 94).
Εκείνη την εποχή
που δεν υπήρχε στάλα νερό στο διψαλέο ποτήρι κι η μέρα ήτανε ένα δάσος ακίνητο
με κάκτους άσπρους και σύρματα κι η γή ήτανε αγέρας σκόνη κι όνειρα πύρινα
[...]
Όλα μπορείς να τα σμίξεις όταν κοιτάζεις μέσα σου είπε ο Μαξ.
Μα εσύ νομίζω δεν ακούς
εσύ είσαι ο πονεμένος
μέσα στα μάτια σου μες στη φωνή σου
υπάρχουν ανοιχτές πληγές
σε βλέπω να τραβάς για την αγάπη
το κορμί σου λιγνεύει μέρα τη μέρα
καθώς περπατάς
το κορμί σου λιγνεύει νύχτα τη νύχτα
καθώς περπατάς
ώσπου θα μείνεις ένας αέρας
που περπατάει
τραβώντας για την αγάπη.
Όμως το αλάτι είναι μέσα στο νερό της θάλασσας η ασπράδα είναι μέσα στο χιόνι. Αγαπάς όταν ξεχνάς ποιός είσαι είπε ο Μαξ.
[...]
Τάκης Σινόπουλος, απόσπασμα από το ποίημα «Η γνωριμία με τον Μαξ» [1956], της συγκεντρωτικής έκδοσης Συλλογή Ι (έκδ. Ερμής, Αθήνα 1990, σσ. 89, 100-101).