Κυριακή, 20 Ιουλίου 2014

το κύπελλον του πολιού Νέστορος



"Εκείνοι δ' ότε έφθασαν εις την σκηνήν του υιού του Νηλέως, αυτοί μεν έπειτα κατέβησαν εις την πολλούς τρέφουσαν γην, ο δε θεράπων εκείνου του γέροντος Ευρυμέδων έλυε τας ίππους από του άρματος· εκείνοι δ' εδροσίζοντο στεγνώνοντες τον ιδρώτα των χιτώνων σταθέντες προς την πνοήν (του αέρος) παρά τον αιγιαλόν της θαλάσσης· έπειτα δ' ελθόντες εις την σκηνήν εκάθιζον εις ανάκλιντρα. δι' αυτούς δε κατεσκεύαζε κυκεώνα η καλλιπλόκαμος Εκαμήδη, την οποίαν έλαβεν εκ (της λείας) της Τενέδου ο γέρων, ότε (την) κατέστρεψεν ο Αχιλλεύς, θυγατέρα του μεγαλοψύχου Αρσινόου, την οποίαν οι Αχαιοί τού εξήρεσαν, διότι εν τη βουλή ήτο ο άριστος πάντων. αυτή πρώτον μεν τους παρέθηκε τράπεζαν ωραίαν με κυανούς πόδας καλώς εξεσμένην, επ' αυτής δε χαλκούν κάνιστρον, προσέτι δε κρόμμυον, ως μεζέν διά το ποτόν, και μέλι χλωρόν, πλησίον δε καρπόν ιεράς κριθής, πλησίον δε ποτήριον ωραιότατον, το οποίον εκ της πατρίδος έφερεν ο γέρων, στολισμένον με χρυσά καρφία· είχε δ' αυτό τέσσαρας λαβάς, δύο δε αγριοπερίστερα περί εκάστην χρυσά έβοσκον, δύο δε στηρίγματα υποκάτω ήσαν. άλλος μεν μετά κόπου εκίνει (αυτό) από της τραπέζης, ότε ήτο πλήρες, ο γέρων όμως Νέστωρ εσήκωνεν ακόπως. εν τούτω λοιπόν η γυνή η προς θεάς ομοία έκαμε δι' αυτούς κυκεώνα με οίνον Πράμνειον, επάνω δε τυρόν αίγειον έτριβε με χαλκούν τρίφτην, επάνω δ' επασπάλιζε λευκόν κριθάλευρον, παρεκίνησε δε να πίνωσιν, αφού ητοίμασε τον κυκεώνα. ούτοι δε, αφού πίνοντες έσβυσαν την διακαή δίψαν, με λόγους ετέρποντο λέγοντες (αυτούς) προς αλλήλους. ο δε Πάτροκλος ο ισόθεος ανήρ ίστατο παρά την θύραν. ιδών δε τούτον ο γέρων εσηκώθη από του στιλπνού θρόνου, και αφού (τον) έπιασεν από της χειρός (τον) ωδήγει εντός και προέτρεπε να καθίση. ο Πάτροκλος όμως αφ’ ετέρου ηρνείτο και είπε λόγον...". (Λ 618-647)


Περιγραφή συμποσίου στην σκηνή του γερο-Νέστορα του πολιού στο στρατόπεδο των Αχαιών στην Τροία και την ίδια στιγμή η εξιστόρηση στέκει και αφορμή για το θαυμαστό του κύπελλο.


[στο πρωτότυπο έχει ως εξής:]

"οί δ' ότε δη κλισίην Νηληιάδεω αφίκοντο,
αυτοί μεν ρ απέβησαν επί χθόνα πουλυβότειραν,
ίππους δ' Ευρυμέδων θεράπων λύε τοίο γέροντος
εξ οχέων· τοι δ' ιδρώ απεψύχοντο χιτώνων
στάντε ποτί πνοιήν παρά θίν' αλός· αυτάρ έπειτα
ες κλισίην ελθόντες επί κλισμοίσι καθίζον.
τοίσι δε τεύχε κυκειώ ευπλόκαμος Εκαμήδη,
την αρετ' εκ Τενέδοιο γέρων, ότε πέρσεν Αχιλλεύς,
θυγατέρ' Αρσινόου μεγαλήτορος, ήν οι Αχαιοί
έξελον, ούνεκα βουλή αριστεύεσκεν απάντων.
ή σφωιν πρώτον μεν επιπροΐηλε τράπεζαν
καλήν κυανόπεζαν εύξοον. αυτάρ επ’ αυτής
χάλκειον κάνεον, επί δε κρόμμυον, ποτώ όψον,
ηδέ μέλι χλωρόν, παρά δ' αλφίτου ιερού ακτήν,
παρ δε δέπας περικαλλές, ό οίκοθεν ήγ' ο γεραιός,
χρυσείοις ήλοισι πεπαρμένον· ούατα δ' αυτού
τέσσαρ’ έσαν, δοιαί δε πελειάδες αμφίς έκαστον
χρύσειαι νεμέθοντο, δύω δ' υπό πυθμένες ήσαν.
άλλος μεν μογέων αποκινήσασκε τραπέζης
πλείον εόν, Νέστωρ δ' ο γέρων αμογητί άειρεν.
εν τω ρα σφι κύκησε γυνή εικυία θεήσιν
οίνω Πραμνείω, επί δ' αίγειον κνη τυρόν
κνήστι χαλκείη, επί δ' άλφιτα λευκά πάλυνε,
πινέμεναι δ' εκέλευσεν, επεί ρ' ώπλισε κυκειώ.
τω  'επεί ουν πίνοντ' αφέτην πολυκαγκέα δίψαν,
μύθοισιν τέρποντο προς αλλήλους ενέποντες.
Πάτροκλος δε θύρησιν εφίστατο, ισόθεος φως.
τον δε ιδών ο γεραιός από θρόνου ώρτο φαεινού,
ες δ' άγε χειρός ελών, κατά δ' εδριάασθαι άνωγε.
Πάτροκλος δ’ ετέρωθεν αναίνετο είπέ τε μύθον".


οί = Νέστωρ και Μαχάων, εν τη σκηνή του Νέστορος πίνοντες συνδιαλέγονται. Παραδόξως ουδεμία φροντίς περί του τραύματος του Μαχάονος γίνεται. 
Ευρυμέδων = ηνίοχος του Νέστορος 
θεράπων = εταίρος, υπασπιστής 
ιδρώ απεψύχοντο χιτώνων = έψυχον, εδρόσιζον τον ιδρώτα των εαυτών χιτώνων, τ.έ. εδροσίζοντο αποψύχοντες, στεγνώνοντες τον ιδρώτα 
κυκειώ = εκ του κυκεώ. Ο κυκεών ήτο είδος χυλού πινομένου. Τα συστατικά αυτού βλέπε εν 638 κεξ. 'Ητο δυναμωτικός· διό εν κ 290 λέγεται σίτος, δηλ. τροφή. 
επιπροΐηλε = αόρ. του επιπροϊάλλω. κυρίως = εξαποστέλλω 
κάνεον = κάνιστρον εκ καλάμων (κάνη) · αλλ’ υπήρχον και χαλκά και χρυσά 
όψον = προσφάγιον. εδώ = μεζές 
χλωρόν = πρόσφατον, νέον. Ούτω και ημείς χλωρόν τυρόν λέγομεν τον νέον τυρόν. 
ιερού = διότι ήτο δώρον της Δήμητρος 
ακτήν = καρπόν 
δέπας = εδώ δεν είναι το προς πόσιν σύνηθες μικρόν ποτήριον, αλλά μέγα αναπληρούν κρατήρα. Το δέπας ήτο εξ αργύρου ή χαλκού. Οι δε χρυσοί ήλοι εχρησίμευον το μεν προς στερέωσιν των μεταλλίνων πλακών αυτού το δε προς στολισμόν. Αι δε λαβές ήσαν ή εις το αυτό ύψος, μία εις εκάστην των πλευρών, ή εις διάφορον ύψος και ανά δύο, ότε αι δύο θα ήσαν περί το μέσον του αγγείου αι δ' άλλαι δύο υψηλότερον περί τα χείλη. Τοιαύτη διάταξις υπάρχει επί διασωθεισών υδριών. Αι δε περιστεραί ήσαν οκτώ το όλον, δύο εις εκάστην λαβήν προς αλλήλας εστραμμέναι, και κάτι έτρωγον επί του εδάφους. Οι δε δύο πυθμένες; Το ποτήριον είχε πόδα κυλινδρικόν στηριζόμενον επί δισκοειδούς βάσεως. Δύο δε στηρίγματα εκατέρωθεν του ποτηρίου συνήπτον προς το χείλος του ποτηρίου την βάσιν ταύτην. Τα στηρίγματα ταύτα είναι οι πυθμένες. 
πεπαρμένον = παθ. παρακείμενος του πείρω 
ούατα, ούας, ους, = αυτί, λαβή, χερούλι 
πελειάς και πέλεια = αγρία περιστερά 
νεμέθοντο = έτερος τύπος του νέμομαι 
μογέων = κατηγορ. μετοχή = μετά κόπου 
αποκινήσασκε = και τούτο μόνον άνευ του μογέων εκφράζει το δύσκολον του πράγματος, ενώ πολλήν ευχέρειαν δηλοί το άειρεν. Η τοιαύτη έξαρσις των δυνάμεων του γέροντος είναι υπερβολική. 
κύκησε = του κυκάω. Απολύτως κείται = έκαμε κυκειώ, έκαμε μίγμα 
Πράμνειος ελέγετο ο δυνατός μέλας οίνος από της Πράμνης όρους της νήσου Ικαρίας
κνη = παρατ. του κνάω συναιρεθέντος κατά τα ζην, χρήσθαι, πεινήν, διψήν = έτρυβε, έξυε 
κνήστι = εκ του κνάω έγεινε κνήστις = τρίφτης 
άλφιτα = άλευρα κριθής Εν κ 234 αναφέρεται και μέλι ως συστατικόν του κυκεώνος 
οπλέω, οπλίζω –ομαι = παρασκευάζω –ομαι 
όπλον = σκεύος, εργαλείον 
αφέτην = έσβυσαν, κυρίως απέρριψαν 
πολυκαγκέα = πολύ ξηραντικήν, διακαή. Πρβλ. κάγκανος = ξηρός


(απόδοση, υπό Α.Ξ. Καραπαναγιώτου (1893), έκδοση βασισμένη στην Ιλιάδα του J. La Roche.) 

 'Αλλο απόσπασμα από το ίδιο έργο εδωδά.

Δεν υπάρχουν σχόλια: