Τρίτη, 29 Μαΐου 2018

τον αδύνατο τον καταβροχθίζουν τα δικά του πάθη


Οι άνθρωποι δεν μπορούν να σηκώσουν
πολλή πραγματικότητα.*

Δε βλέπω να βγαίνει συμπέρασμα από τις τέχνες της κοσμικής πολιτείας·
Μόνο τη βία, τη διπροσωπία και συχνά καταχρήσεις.
Ο Βασιλιάς κυβερνά ή κυβερνούν οι βαρόνοι:
Ο δυνατός με δύναμη κι ο αδύνατος με πείσματα.
Ένας ο νόμος τους· ν’ αρπάξουν την εξουσία και να την κρατήσουν,
Κι ο σταθερός εκμεταλλεύεται την πλεονεξία και την εμπάθεια των άλλων,
Τον αδύνατο τον καταβροχθίζουν τα δικά του πάθη.


*

Αυτοί που θέτουν την πίστη τους στην εγκόσμια τάξη
Χωρίς τον έλεγχο της τάξης του Θεού,
Μπιστεύουνται στην άγνοια και δεν κάνουν άλλο
Παρά να σταματούν την αταξία, να τη στερεώνουν,
Να θρέφουν τη μοιραία αρρώστια και να εξευτελίζουν
Το πράγμα που ανυψώνουν. [...]


*

Η αντοχή της φιλίας δεν εξαρτάται από μάς
Αλλά από την περίσταση.
Κι η περίσταση δεν είναι απροσδιόριστη.
Η ψευτοφιλία μπορεί να γίνει πραγματική
Μα η πραγματική φιλία, σα χαλάσει, δε μπαλώνεται.
Πιο εύκολα γίνεται συμμαχία η έχθρα.
Η έχθρα που δεν γνώρισε ποτέ φιλία
Φτάνει πιο εύκολα στη συμφωνία.

Θ.Σ. Έλιοτ, Φονικό στην Εκκλησιά (μτφρ. Γ. Σεφέρης, έκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1974, σ. 20: όπου μιλάει ο Τρίτος Ιερέας, σ. 40: όπου αναστοχάζεται ο αρχιεπ. Θωμάς τον Δεύτερο Πειρασμό και σ. 41: όπου μιλά ο Τρίτος Πειρασμός. - Στο motto εκ του ιδίου, σ. 85, μιλάει ο Θωμάς σε μιαν αποστροφή για το παρελθόν και τις θύμησες).

Παρασκευή, 25 Μαΐου 2018

θεός ή θνητοί;


Λέξεις ταραγμένες, άγνωστος υπόγειος ρυθμός,
άτι το Ποίημα χτυπάει με την οπλή του το χώμα.
Σε λίγο, οι έμμονες ιδέες μαζί του θα τρέξουν
πετώντας.*

Εκτός απο την εικόνα του κειμένου ποιά μπορεί νά 'ναι τα χαρακτηριστικά του προσώπου της Ποιήσεως;

Στον πόλεμο των ονείρων ποιό θα επικρατήσει, τί; Θεός ή θνητοί; θάνατος ή ζωή;

*

Η μεγαλοσύνη του Ομήρου έγκειται (και) στην ονομασία των πάντων του κόσμου Εκείνου με ανάλογη δικαιοσύνη και ισοτιμία.

*

Πάντα η Ποίηση είναι πιο δυνατή από τον Ποιητή. Όσο ταλαντούχος κι αν είναι δεν μπορεί να υποτάξει πλήρως την Ποίηση. Δεν μπορεί, τελικά, να την υπερβεί. Κάτι περισσεύει.

Εκείνη, πολλαπλασιαζόμενη διαρκώς, κρατάει για τους μεταγενέστερους την αναμέτρηση. Την ίδια αναμέτρηση με τους προηγούμενους «μαχητές» και με τα ίδια αποτελέσματα. Ωσάν η Ποίηση να μην έχει απτό χρόνο. Γράφεται, θαρρείς, για το πριν και για το μετά. Άχρονη - και όμως παρούσα.

*

Κυρίως ο ρυθμός στο Ποίημα. Ά, ο ρυθμός και η μουσική του, πόσους δεν ταλάνισαν! Από καταβολής των γραφών, έπος-ωδές-ελεγείες-μπαλάντες-ρίμες αδελφές της μνήμης-αποσπάσματα νεωτερικά. Ρήματα και ουσιαστικά, επίθετα και αντωνυμίες, μετοχές και μακρινά απαρέμφατα, η Γλώσσα, που αναζητάει απελπισμένα την Επικοινωνία, με όλα τα μόρια και όλα τα λάβαρά της όταν κυριολεκτούν ολοκληρώνοντας τις συγγραφικές προθέσεις. Και ο Λόγος οδεύει, ελπίζω, στο άγνωστο μέλλον πανίσχυρος.

*

Ο ρυθμός, το ρίγος κρατάει όρθιο το Ποίημα· δεν καταρρέει. Ο κάθετος άξονας του Ποιήματος, ανάλογα με το τέμπο που ο Δημιουργός προσδίδει στο κεντρικό του θέμα, χαρακτηρίζει και το αποτέλεσμά του.

Μάρκος Μέσκος, Συνηγορία ποιήσεως (έκδ. Κίχλη, Αθήνα 2015, σ. 14 [~ όπου στην λέξη θνητοί απαιτείται ερωτηματικό και όχι κόμμα ως ετυπώθη], 18, 24, 25. -Το motto εκ του ιδίου, ό.π. σ. 15).

Κυριακή, 20 Μαΐου 2018

από τη γή προς τον ουρανό


Κοίταξε το βέλος της Μητρόπολης [του Παρισιού]
που ορθωνόταν αλαζονικό από τη γή προς τον ουρανό,
όχι σαν αίνος μα σαν πρόκληση του ανθρώπου στον Ύψιστο...*

[...] Τής μιλούσε ασταμάτητα για τη γοητεία που ασκούσαν επάνω του οι οριζόντιες γραμμές: πως τα μεγάλα επίπεδα ουρανού και γής στο Λινκολνσάϊρ σήμαιναν γι’ αυτόν την αιωνιότητα της θέλησης. Το ίδιο όπως οι κυρτές νορμανδικές αψίδες της εκκλησίας, έτσι όπως επαναλαμβάνονταν, σήμαιναν τα πεισματωμένα άλματα της επίμονης ανθρώπινης ψυχής, χωρίς κανείς να ξέρει πού οδηγούν. Κι όλα αυτά σε αντίθεση με τις κατακόρυφες γραμμές και τις γοτθικές καμάρες οι οποίες έλεγες υψώνονταν προς τα ουράνια, άγγιζαν την έκσταση και χάνονταν στη θεϊκή απεραντοσύνη [...]

Ντέϊβιντ Χέρμπερτ Ρίτσαρντς Λώρενς (1885-1930), Γιοί και εραστές [1912-1912;] (μυθιστόρημα, μτφρ. Γιούρι Κοβαλένκο, έκδ. Καστανιώτης, Αθήνα 1993, σ. 237).

-----
* Το motto εκ του Μ. Καραγάτση, Η μεγάλη χίμαιρα (έκδ. Εστία, Αθήνα 1985, σ. 10).

Τρίτη, 15 Μαΐου 2018

εν τοις χειρογράφοις Μακρυγιάννη...


Ο Μακρυγιάννης «τραγουδούσε καλά», το λέει ο ίδιος στο γραφτό του. 'Επαιζε και τον ταμπουρά του. Αλλά και κάτι παραπάνω: 'Επλαθε τραγούδια, ή τέλος πάντων προσάρμοζε υπάρχοντα μοτίβα και πρόσθετε δικούς του στίχους. [...]

Το 1919 ο Ν.Γ. Πολίτης αναπαράγει τα λεγόμενα του Βλαχογιάννη σε διάλεξή του στον «Παρνασσό», που εκδόθηκε με τον τίτλο «Γνωστοί ποιηταί δημοτικών ασμάτων»: «Μεταξύ των εγγράφων του Μακρυγιάννη ευρέθησαν δύο δημοτικά άσματα, διά χειρός αυτού γεγραμμένα και πιθανώτατα υπ’ αυτού ποιηθέντα· το εν εις την μάχην της Αράχοβας, το έτερον εις τον θάνατον του Καραϊσκάκη». Στο δεύτερο, ο Μακρυγιάννης χρησιμοποιεί ξανά γνωστά μοτίβα (αυτός ήταν άλλωστε ο τρόπος της δημοτικής ποίησης), ενθέτει λέξεις ασυνήθιστες στο προεπαναστατικό, κλέφτικο δημοτικό, αλλά απολύτως συμβατές με την επαναστατική εξέλιξη (λ.χ. «πατρίδα»), και δίνει πληροφορίες που είναι και ιστοριογραφικά εξακριβωμένες, για τον πυρετό του Καραϊσκάκη ή την αποκοτιά των Κρητικών:

«Τρεις περδικούλες κάθονταν στο κάστρο της Αθήνας, / είχαν τα νύχια κόκκινα και τα φτερά βαμμένα, / είχαν και τα κεφάλια τους στο αίμα βουτημένα. / Μοιριολογούσαν κι έλεγαν, μοιριολογούν και λένε: Τρίτη, Τετάρτη χλιβερή, Πέφτη φαρμακωμένη, / Παρασκευή ξημέρωσε, μην έχει ξημερώσει, / που πιάστηκε ο πόλεμος, το Κρητικό ντουφέκι. / Καραϊσκάκης τ' άκουσε, ήταν και θερμασμένος, / και τον σεΐζη του έκραξε και του σεΐζη λέγει: / “Σεΐζη, φκιάσε τ' άλογο, βάλ’ του και το τακίμι, / κρίν' τε και των συντρόφων μας των καπεταναραίων· / να βγούμ’ να πολεμήσουμε στον κάμπο της Αθήνας”. / Σαν πιάστηκε ο πόλεμος, σκοτίστηκε ο κάμπος, / βαρέθηκε ο αρχηγός και ο Καραϊσκάκης· / “Παιδιά μ’, να νταγιαντίσετε, να γίνετ' ένα σώμα, / να μη χαθεί η πατρίδα μας, την πάρτε στο λαιμό σας. / Μένα με παν στην Κούλουρη, πέρα στον Αϊ-Δημήτρη, / που είναι παντοτινός γιατρός, αυτός θα με γιατρέψει. / Πουλάκι πήγε κι έκατσε στου Αϊ-Δημητριού το δέντρο, / δεν ελαλούσε σαν πουλί, ουδέ σα χελιδόνι, / μόν' το δεντρί μαράθηκε απ' τον κελαηδισμό του. / Τον κλαίνε χώρες και χωριά κι όλ' οι καπεταναίοι, / τον κλαιν τα παλικάρια του κι όλος ο ταϊφάς του».

Κάστρο της Αθήνας είναι βέβαια η Ακρόπολη, σεΐζης ο ιπποκόμος, τακίμι τα στολίδια, ενώ το νταγιαντίζω σημαίνει αντέχω.
*
Μια θεσσαλική παραλλαγή ωστόσο, δημοσιευμένη το 1938 από τον Γεώργιο Δ. Ιατρίδη («Δημοτικά τραγούδια Θεσσαλίας», Ιστορική και Λαογραφική Εταιρεία των Θεσσαλών εν Αθήναις), μας αιφνιδιάζει. Εδώ οι τρεις περδικούλες μοιρολογούν και λένε ότι ανάμεσα στους φονιάδες ήταν και Έλληνες: «Παρασκευή ξημέρωνε, να μ' είχε ξημερώσει, / νησιώτες κάμουν την αρχή, στον κάμπο ροβολάνε, / κι αρχίνισε τον πόλεμο το ελληνικό σεφέρι. / Χέρια με χέρια πιάνονται, με τα σπαθιά βαριούνται, / και μες στη μέση ήτανε 'λόρθ' ο Καραϊσκάκης, / που λιονταρένια είχε καρδιά και στήθια μαρμαρένια. / Ο Καραΐσκος φώναξε όλους τους μπουλουκτσήδες, / γιουρούσι για να κάμουνε, τον Κιουταχή να πιάσουν. / Το άτι καβαλίκεψε και το σπαθί τραβάει, / εννιά ταμπούρια σκόρπισε κι έφτασε ώς τη Μάντρα. / Μια παταριά του ρίξανε οι Τούρκοι κι οι Ρωμαίοι, / που ήτανε εχτροί κι αυτοί απ' την Τουρκιά βαλμένοι. / Κι ο Καραΐσκος φώναξε: “Με φάγανε οι σκύλοι”».

Ποιοι είναι οι σκύλοι οι βαλμένοι από την Τουρκιά δεν θα το μάθουμε ποτέ. Τα τραγούδια αποτελούν μαρτυρία, πάντα όμως σε συσχετισμό με άλλες πηγές. [...]

Παντελής Μπουκάλας, "Στο κάστρο της Αθήνας και στον κάμπο της", αρθρογραφών στην Κυριακάτικη Καθημερινή, την 01η.04.2018.

Πέμπτη, 10 Μαΐου 2018

ίχνη τουρκοκρατίας


Εκεί ήτο η Παλαιά Αγορά. [...] το Τζαμίον, ζώσαν ανάμνησιν της παλαιάς πόλεως, και στρατώνα των ανδρών της μουσικής. Από όλους τους καλλιτέχνας, τους μουσικούς αγαπώ περισσότερον. Είναι πολύ καλά παιδιά, καθώς λέγουν οι Γάλλοι.

Τώρα δεν ηξεύρω πλέον εις τί χρησιμεύει το Τζαμίον. Ποτέ δεν ζητώ πληροφορίας. [...]


*

Όλα ταύτα ίχνη της Τουρκοκρατίας. Ήκουσα ότι οι Τούρκοι των Αθηνών ήσαν πολύ καλοί και φρόνιμοι άνθρωποι. Ωμίλουν ελληνιστί. Επονούσαν τον τόπον. Όσοι επέζησαν μετά την Ανεξαρτησίαν, και ηναγκάσθησαν από τας προλήψεις της φυλής των να φύγουν, έχυσαν πύρινα δάκρυα. Επώλησαν πλείστα κτήματα αντί εκατοντάδων τινών γροσίων. Άλλοι τα άφησαν έρημα, διά να τα καταλάβουν οι ημέτεροι Αθηναίοι.

Εκ των προμάχων της Ακροπόλεως ολίγοι εζήτησαν ή έλαβον μισθούς και βαθμούς. Επροτίμησαν ως πρακτικοί άνθρωποι, προβλέποντες την υπερτίμησιν των γαιών, ν’ αποκτήσουν περιουσίας. Τον καιρόν εκείνον, εις τας πολιτικάς δίκας, το Άλφα και το Ωμέγα της διαδικασίας ήτο η διά μαρτύρων απόδειξις. Όσοι των Αθηναίων ήσαν νηφάλιοι, και τοιούτοι ήσαν πλείστοι, έσπευδον να επωφεληθώσιν. Οι λοιποί ελάμβανον έν ή περισσότερα σβάντσικα και ηγόραζον την ευθυμίαν εις τα υπόγεια της Αγοράς και της Πλάκας. Κατά τον τρόπον τούτον εσχηματίσθησαν πολλαί περιουσίαι, και πλείστοι απέθανον επί της ψάθης.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Αι Αθήναι ως ανατολική πόλις (1896)
-γενναίο απόσπασμα!.

Σάββατο, 5 Μαΐου 2018

γοργόνες που η μια στην άλλη τραγουδούν...


Κάποτε μερικές λέξεις πονούσαν.
Σκανδάλιζαν, προκαλούσαν αντιδράσεις.
Κάποτε η ευπρέπεια της συμπεριφοράς ήταν μέρος
της κοινωνικής συνθήκης και η γλώσσα συμμετείχε
ενεργά στην τήρησή της. Ανήκω στη γενιά αυτή που πρώτη,
αν δεν κάνω λάθος, ταύτισε την ευπρέπεια με την υποκρισία
και την απρέπεια, ή την αμέλεια της συμπεριφοράς
με την απελευθέρωση των ηθών της.*

[...]

Να χτενίσω τα μαλλιά μου πίσω; Να δαγκώσω ένα ροδάκινο τολμώ;
Άσπρα φανελένια παντελόνια θα φορώ, και στην αμμουδιά θα περπατώ.
Έχω ακούσει τις γοργόνες όταν η μια στην άλλη τραγουδούν.

Ένα τραγούδι για μένα δεν θα πούν.

Τίς είδα πέρα στ' ανοιχτά, αναβάτες των κυμάτων
Να χτενίζουνε την άσπρη κόμη των αφρών που ανεμίζει
Όταν λευκά και μελανά ο αγέρας τα νερά σκορπίζει.

Με κορίτσια του πελάγου που 'χουν πλέξει στα μαλλιά φύκια κόκκινα και καστανά
Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές ξεχνιόμαστε
Ώσπου φωνές ανθρώπων μάς ξυπνούν, και βυθιζόμαστε.


T.S. Eliot, Το ερωτικό τραγούδι του Τζ. Άλφρεδ Προύφροκ (μτφρ. Άλκης Άβερμπαχ, έκδ. Κουκούτσι, Αθήνα 2017, σ. 33 – στίχοι 122-131). Μιά ίσως ατυχής εν πολλοίς απόδοσις.

----- 
* Το motto ολίγος Τάκης Θεοδωρόπουλος, “Η τυραννία της χυδαιότητας”, εν Καθημερινή σχολιάζοντας την επικαιρότητα της 07.01.2018.

Τρίτη, 1 Μαΐου 2018

έρως ανθηρός


69. Δυό χιλιάδες χρόνια μετά τη γέννηση του θεού της αγάπης, αφού έτσι μετράμε, κάθε χρόνος θα είναι ανθηρός ή δεν θα υπάρξει: Ανθηρός έρως είναι η ζωή!

Ανθηρός, παραπλανητικός, αφού η αγάπη είναι περιπλανώμενος θεός.

Χρηστική, αφού το μόνο μέτρο της αγάπης είναι να αγαπάς χωρίς μέτρο.

Από τον πόθο γεννιέται η αγάπη, είναι η σκληρότητα και το καθημερινό της θαύμα.

Αλλά η αγάπη είναι ικανή για δυό πιο μεγάλα ακόμα θαύματα, και πιο σπάνια:

να γεννά τον πόθο εκεί που δεν θα μπορούσε ποτέ να γεννηθεί μόνος του· και
να μην υπακούει στον πόθο εκεί που δεν πρέπει να νικήσει.

*

48. Το περπάτημα σε ψηλά τακούνια κυρτώνει τους γοφούς και κάνει τους γλουτούς να στρογγυλεύουν θαυμάσια. Ηδονικότατα κυρίως για όποιον τούς κοιτά, αλλά και για όποιον το κάνει, και νοιώθει να τεντώνονται και να παίζουν οι μύες μέχρι την κοιλότητα στη μέση της πλάτης.

Αν ταυτόχρονα σφίγγεις τους κοιλιακούς, τότε το άνθος, τεντωμένο από όλες τις πλευρές από τις φυσικές ζώνες του σώματος, ξυπνά και απολαμβάνει κάθε βήμα σαν ελαφριά διείσδυση. Σφιγμένα καλά γύρω του, τα πέταλα του άνθους μου ανταλλάσσουν φιλιά γύρω από την καρδιά του στόχου του, σε όλη τη διάρκεια των περιπάτων μου.

Αλίνα Ρεγές, Το ημερολόγιο του άνθους μου (μτφρ. Άν. Δαμιανίδη, έκδ. Ποταμός, Αθήνα 2008, σσ. 57, 42).