Τετάρτη 28 Ιουλίου 2021

έχει λεπτή κι υπερευαίσθητη όσφρηση...


Κανένα ζωντανό πλάσμα, εκτός από την αρκούδα, λένε,
και την «αχεροντία την άτροπο», δεν μπορεί να αντισταθεί
στην λύσσα αυτών των δριμύτατων λεγεώνων.*

Η μέλισσα δεν είναι εν γένει ούτε κακόβουλη ούτε επιθετική· μοιάζει όμως αρκετά ιδιότροπη. Απέναντι σε ορισμένους ανθρώπους δείχνει μιαν ασυγκράτητη αντιπάθεια· υπάρχουν επίσης μέρες που είναι ευερέθιστη -όπως για παράδειγμα όταν ζυγώνει καταιγίδα- και συμπεριφέρεται εξαιρετικά κακότροπα.

Έχει λεπτή κι υπερευαίσθητη όσφρηση και δεν ανέχεται κανενός είδους άρωμα, πάνω απ' όλα, δε, σιχαίνεται τη μυρωδιά του ανθρώπινου ιδρώτα και του αλκοόλ. Είναι ουσιαστικά αδύνατον να την εξημερώσεις· όμως, οι κυψέλες τις οποίες δεν επισκέπτεται ποτέ ο άνθρωπος γίνονται μοχθηρές και καχύποπτες· ενώ εκείνες που ο άνθρωπος περιβάλλει με καθημερινή φροντίδα εξοικειώνονται εύκολα με τη διακριτική και συνετή παρουσία του. [...]

*

[...] Βλέποντας ξαφνικά την τεράστια κατοικία της να σηκώνεται στον αέρα, να αναποδογυρίζεται και να χάσκει μισάνοιχτη, φαντάζεται πιθανότητα πως πρόκειται για μιαν αναπόφευκτη και φυσική καταστροφή, ενάντια στην οποία δεν έχει νόημα να παλέψει. Δεν αντιστέκεται ούτε το βάζει στα πόδια.

Από τη στιγμή που αποδέχεται τον όλεθρο, φαίνεται πως ήδη, με το ένστικτό της, οραματίζεται τη μελλοντική της κατοικία, την οποία ελπίζει να ξαναχτίσει αρπάζοντας ό,τι μπορεί από τα εναπομείναντα υλικά της ρημαγμένης πόλης. [...] Ή μήπως, [...] διαπιστώνει πως όλα έχουν ανεπιστρεπτί χαθεί και προτιμά να αφανιστεί παίρνοντας ό,τι τής αναλογεί από το πλιάτσικο και να περάσει έτσι από τη ζωή στο θάνατο μέσα σε μια μοναδική, εκπληκτική κραιπάλη; [...]

*

[...] Έτσι, σε κάθε μεγάλη δοκιμασία της πολιτείας, σε κάθε ταραχή που φαντάζει αναπότρεπτη, μόλις ο πανικός απλωθεί διαδοχικά μέσα στη μαύρη τρεμάμενη φυλή, οι μέλισσες εφορμούν στις κερήθρες, τραβούν βίαια τα ιερά καλύμματα με τις προμήθειες του χειμώνα, βουτάνε το κεφάλι τους μέσα στις ευωδιαστές δεξαμενές, βυθίζονται ολόκληρες μέσα, ρουφούν επί μακρόν το αγνό κρασί των ανθέων, περιδρομιάζουν και μεθούν μέχρις ότου οι στεφανωμένες με τα μπρούτζινα δαχτυλίδια κοιλιές τους επιμηκυνθούν και φουσκώσουν σαν ξέχειλοι ασκοί.

Πρησμένες έτσι από το μέλι, οι μέλισσες δεν μπορούν πλέον να διπλώσουν την κοιλιά τους και να σχηματίσουν τη γωνία που απαιτείται για να βγεί το κεντρί. Από κείνη τη στιγμή και ύστερα, οι μέλισσες γίνονται για λόγους μηχανικής, τρόπον τινά, άκακες.

Εμείς έχουμε εν γένει στο μυαλό μας πως ο μελισσοκόμος χρησιμοποιεί το καπνιστήρι για να ζαλίσει, σχεδόν να προκαλέσει ασφυξία στις πολεμοχαρείς θησαυροφύλακες των αιθέρων και να εισχωρήσει μ' αυτό τον τρόπο μες στο παλάτι των αναρίθμητων κοιμισμένων αμαζόνων, επωφελούμενος από τον ανυπεράσπιστο ύπνο τους. Αυτό είναι λάθος·

ο καπνός χρησιμεύει κατ' αρχάς για να διώξει από την είσοδο τις μέλισσες-φρουρούς, που είναι πάντα σε εγρήγορση και εξαιρετικά επιθετικές· στη συνέχεια δύο τρία δαχτυλίδια καπνού σπέρνουν τον πανικό ανάμεσα στις εργάτριες· ο πανικός προκαλεί τη μυστηριώδη κραιπάλη και η κραιπάλη την αδυναμία. Έτσι εξηγείται γιατί μπορούμε, με γυμνά χέρια και ακάλυπτο πρόσωπο, να ανοίξουμε τις πιο πολυπληθείς κυψέλες, να ελέγξουμε τις κερήθρες, να αναταράξουμε τις μέλισσες, να τίς απλώσουμε στα πόδια μας, να τίς στοιβάξουμε, να τίς μεταγγίσουμε σαν κόκκους σταριού και να συλλέξουμε ήρεμα το μέλι, παρά το εκκωφαντικό νέφος των λεηλατημένων εργατριών και χωρίς να υποστούμε ούτε ένα τσίμπημα. [...]

*

[...] Η μόνη σωτηρία είναι η άμεση φυγή προς τους θάμνους. Η μέλισσα είναι λιγότερο μνησίκακη, λιγότερο αδυσώπητη από τη σφήκα και σπανίως καταδιώκει τον εχθρό. Αν η φυγή σας είναι αδύνατη, τότε μόνο η απόλυτη ακινησία σας θα μπορούσε να τήν ηρεμίσει ή να τήν ξεγελάσει. Φοβάται και επιτίθεται με την παραμικρή απότομη κίνηση, αλλά συγχωρεί αμέσως αυτόν που σταματά να κινείται. [...]

*

[...] Οι φτωχές κυψέλες ζούνε ή μάλλον πεθαίνουν μέρα με τη μέρα [...] ο ζήλος τους δεν ξεγελιέται από τη δυνατότητα δημιουργίας μιας μελλοντικής πολιτείας. Το μόνο που σκέφτονται είναι να θυσιαστούν ενώπιον της βεβηλωμένης εισόδου και, καθώς είναι αδύνατες, καχεκτικές, σβέλτες και μανιασμένες, την υπερασπίζονται με πρωτοφανή ηρωισμό και σθένος.

Επιπλέον, ο συνετός μελισσοκόμος δεν μετακινεί ποτέ τα ενδεή μελίσσια χωρίς να έχει προηγουμένως προσφέρει θυσία στις πεινασμένες Ευμενίδες. Τούς προσφέρει ένα κομμάτι κερήθρα. Αυτές σπεύδουν κατά πάνω του κι έπειτα, με τη βοήθεια του καπνού, πρήζονται και μεθούν, και έτσι χάνουν τη δύναμή τους, όπως οι πλούσιες αστές των παραγωγικών κελιών.

οι αγνές τρυγήτριες δεν ανέχονται το πλησίασμα
του ανήθικου, και κυρίως του μοιχού
.*

Maurice Maeterlinck, Η οργή των μελισσών (έκδ. Ροές, μτφρ. Αγλαΐα Τζόκα, Αθήνα 2020, σσ. 52-53, 56, 57, 57-59, 60, 60-61).


-----
* Το motto εκ του ιδίου (ό.π, σ. 59), με την οίκοθεν υποσημείωση πως: ««Acherontia atropos»: είδος πεταλούδας-σκόρου, γνωστού και ως «νεκροκεφαλή», που κάνει επιδρομές στα μελίσσια για το μέλι τους».
** Κι η κατακλείδα εκ του ιδίου (ό.π, σ. 61).

Σάββατο 24 Ιουλίου 2021

να στέκει πάντα διπλά μας όπως σήμερα...


Ο λόγος του Μαίτερλινκ είναι λακωνικός και αποσπασματικός.
Στέκεται ν' ακούσει τον εσωτερικό ήχο των λέξεων.
Από αυτόν μαθαίνει τη λειτουργία της εικόνας, πώς να κάνει ορατό καθετί
που δεν αναπαρίσταται, που δεν έχει όνομα. Και είναι στιγμές που η δύναμη της εικόνας
κυριαρχεί στους συντακτικούς κανόνες. Τα κείμενα που παρουσιάζονται εδώ συνδυάζουν
τον φιλοσοφικό στοχασμό με το δοκίμιο - και τα δυο μαζί συναντούν την ποίηση.*

[...] Ήμασταν άραγε εμείς που είχαμε αναζητήσει το κανίς, το τσοπανόσκυλο ή το λαγωνικό ανάμεσα στους λύκους και τα τσακάλια, ή μήπως ήταν αυτά που ήρθαν αυθόρμητα προς εμάς; Δεν γνωρίζουμε τίποτε γι' αυτό. Όσο πίσω και αν ανατρέξουμε στο χρονικό της ιστορίας του ανθρώπου, θα βρούμε το σκύλο να στέκει πάντα διπλά μας όπως σήμερα·

και άλλωστε τί είναι το χρονικό της ιστορίας του ανθρώπου μπροστά σε μια εποχή χωρίς μαρτυρίες; Παραμένει γεγονός, ωστόσο, ότι ο σκύλος βρίσκεται στα σπίτια μας από αρχαιοτάτων χρόνων, απόλυτα εξοικειωμένος, εντελώς προσαρμοσμένος στις δικές μας συνήθειες, σαν να είχε εμφανιστεί πάνω σε τούτη τη γή την ίδια περίοδο μ' εμάς, έχοντας τη συγκεκριμένη αυτή μορφή.

Δεν χρειάζεται να κερδίσουμε ούτε την εμπιστοσύνη του ούτε τη φιλία του, είναι ήδη φίλος μας αμέσως μόλις γεννηθεί· [...]

*

[...] ήταν αναγκαίο να ρίξει μία μόνο ματιά προς τον ουρανό, που δεν παρουσιάζει κανένα ενδιαφέρον, αφού τίποτα εκεί πάνω δεν είναι φαγώσιμο, και να ξεμπερδεύει μια για πάντα μ' αυτόν· να εξερευνήσει το χορτάρι, το υπέροχο, πράσινο χορτάρι: απαλό και δροσερό τερέν τρεξίματος και παιχνιδιών, στρώμα καλόβολο και αχανές, που κρύβει την καλή και ωφέλιμη για την υγεία αγριάδα.

Ήταν επίσης αναγκαίο να προβεί άναρχα σε χιλιάδες επείγουσες και αλλόκοτες διαπιστώσεις: για παράδειγμα, με μοναδικό οδηγό τον πόνο, να μάθει να υπολογίζει πόσο ψηλά βρίσκονται τα πράγματα απ' όπου μπορείς να πηδήξεις στο κενό, να πεισθεί πως είναι μάταιο να κυνηγάς τα πουλιά που πετούν μακριά και πως δεν μπορείς να σκαρφαλώσεις στα δέντρα για να πιάσεις τις γάτες που σε κοροϊδεύουν [...]

*

[...] Η μαγείρισσα καθαρίζει ένα μεγάλο ασημί ψάρι και πετάει τα εντόσθια (αντί να τα δωρίσει!) -στον κάδο των σκουπιδιών. -Αχ! αυτός ο κάδος! Ανεξάντλητος θησαυρός, αληθινό μάννα εξ ουρανού, αληθινό κόσμημα του σπιτιού! Εσύ θα πάρεις το εξαίσιο και λαθραίο μερτικό σου, αλλά δεν πρέπει να δείξεις πως ξέρεις πού βρίσκεται. Απαγορεύεται ρητά να ψάχνεις στον κάδο. Ο άνθρωπος σού απαγορεύει τόσα πολλά ευχάριστα πράγματα [...]

*

[...] Με την άκρη του ματιού σου, όμως, παρατηρείς τα άτομα που κατεβαίνουν. Είναι καλοβαλμένα και αποπνέουν αυτοπεποίθηση. Πιθανόν πάνε να καθίσουν στο τραπέζι των θεών. Φτάνει να τους γαβγίσεις χωρίς εχθρικό ύφος, μ' έναν τόνο σεβασμού, για να δείξεις πως ναι μεν κάνεις το καθήκον σου αλλά το κάνεις έξυπνα. Τρέφεις, εντούτοις, κάποια κρυφή υποψία και, πίσω από την πλάτη των φιλοξενουμένων, μυρίζεις στα κλεφτά τον αέρα μ' επιμονή και συνείδηση, για να ανακαλύψεις τις πραγματικές τους προθέσεις. [...]

*

[...] Ο άνθρωπος αγαπάει το σκύλο αλλά θα τον αγαπούσε περισσότερο αν συνειδητοποιούσε ότι, μέσα στο άτεγκτο πλαίσιο των νόμων της φύσης, αυτή η αγάπη αποτελεί τη μοναδική εξαίρεση, μια αγάπη που καταφέρνει να διαπεράσει τα όρια μεταξύ των ειδών -αδιαπέραστα οπουδήποτε αλλού- και να μάς πλησιάσει! [...]

*

[...] Για να μη μιλήσω για τη γάτα, για την οποία είμαστε απλώς μια πολύ μεγαλόσωμη και μη βρώσιμη λεία, τούτη την αγριόγατα, της οποίας το λοξό, περιφρονητικό βλέμμα μάς ανέχεται μόνο σαν ογκώδη παράσιτα μες στο ίδιο μας το σπίτι. Αυτή τουλάχιστον μάς καταριέται από τα βάθη της μυστήριας καρδιάς της, ενώ όλα τ' άλλα ζώα ζούνε κοντά μας σαν να ζούσαν πλάι σ' ένα βράχο ή σ' ένα δέντρο.

Δεν μάς αγαπούν, δεν μάς γνωρίζουν, μόλις και μετά βίας μάς ρίχνουν κάποιο βλέμμα. Αγνοούν τη ζωή μας, το θάνατό μας, την αναχώρησή μας, την επιστροφή μας, τη λύπη μας, τη χαρά μας, το χαμόγελό μας. [...]

Maurice Maeterlinck, Ο θάνατος ενός μικρού σκύλου (έκδ. Ροές, μτφρ. Αγλαΐα Τζόκα, Αθήνα 2020, σσ. 42, 22, 30, 32, 36-37, 38-39).


-----
* Το motto εκ του εισαγωγικού σημειώματος της μεταφράστριας (ό.π, σ. 13).

Τρίτη 20 Ιουλίου 2021

ένα τυχαίο συμβάν του εδάφους


η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο *

[…] η επικριτική φωνή με σταματάει: «Το βουνό που τόσο αγάπησες δεν ήταν στην απαρχή του παρά ένα τυχαίο συμβάν του εδάφους που προκλήθηκε από κάποια σεισμική δόνηση. Τα Ιμαλάια που λες ότι εμπνέουν μια ιερή λατρεία προέκυψαν από την τρομερή σύγκρουση των ακυβέρνητων ηπείρων».

Σ' αυτή τη διαπίστωση η απάντησή μου θα είναι περισσότερο σύνθετη, με κίνδυνο να φανεί επιτηδευμένη: «Βλέπω το θέμα διαφορετικά. Ως καλός Κινέζος, πιστεύω στην πνοή, συμπεριλαμβανομένης και αυτής που διαπνέει τις τεκτονικές δυνάμεις. Και ευγνωμονώ την εμπνευσμένη πνοή των τεκτονικών δυνάμεων που δεν άφησε την επιφάνεια της γής επίπεδη και ίσια σαν σανίδα. Θα ήταν μια μονοτονία τρομερά πληκτική, μια τρομερή κοινοτοπία. Τής είμαι λοιπόν ευγνώμων που δημιούργησε αυτό το θαυμάσιο πράγμα που λέγεται βουνό, το οποίο ανυψώνει τη ζωή, και όπου γή και ουρανός μπορούν καλύτερα να ανταλλάξουν τις πνοές τους. Από τα σπλάχνα του βουνού αναβλύζει η πηγή, η οποία κυλώντας προς τα κάτω και πλαταίνοντας γίνεται ποτάμι. Έκτοτε βουνό και ποταμός ενσαρκώνουν κατεξοχήν τις δυο ζωτικές αρχές Γιανγκ και Γιν. Ο ποταμός κυλάει, γονιμοποιεί τις εύφορες κοιλάδες. Συμβολίζει έτσι τη ροή του χρόνου, μια φαινομενικά ευθεία γραμμή, χωρίς επιστροφή […]».

*

Δεν πρέπει να ξεχνάμε την ομορφιά του ανθρώπινου προσώπου: το γυναικείο πρόσωπο όπως το εξύμνησαν οι ζωγράφοι της Αναγέννησης· το ανδρικό πρόσωπο όπως το αποτύπωσαν ορισμένες βυζαντινές εικόνες.

κουτό πράγμα το σώμα
ξέρει μονάχα να πεινά και μπρος στην πείνα του δεν ξεχωρίζει λάθος και σωστό,
μόνο να φάει θέλει - σαν το σκυλί μαθαίνει ν' αγαπά αυτόν που το ταΐζει
**


François Cheng, Πέντε στοχασμοί για την ομορφιά (μτφρ. Μ. Παπαδήμα-Μ. Λεοντάρη, έκδ. Εξάντας, Αθήνα 2011, σσ. 51-52, 29).


-----
* Το motto εκ του Ντοστογιέφσκι, Ο ηλίθιος (μτφρ. Ά. Αλεξάνδρου, έκδ. Γκοβόστης, Αθήνα χ.χ., 3ο μέρος, κεφ. V, σ. 65), εκ του ιδίου (ό.π., σ. 16).
** Η κατακλείδα όμως εκ της Αλεξάνδρας Κ*, γάλα, αίμα (έκδ. Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου - Νεφέλη, Αθήνα 2021, σσ. 57-58).


Παρασκευή 16 Ιουλίου 2021

η ιδέα της Πνοής και οι τρεις βασικές έννοιες


Η κινεζική κοσμολογική θεώρηση βασίζεται στην ιδέα της Πνοής, ύλη και ταυτόχρονα πνεύμα. Ξεκινώντας από αυτήν την ιδέα της Πνοής, οι πρώτοι στοχαστές διατύπωσαν μια ενωτική και οργανική αντίληψη του ζωντανού σύμπαντος όπου όλα συνδέονται και αλληλοστηρίζονται. Η αρχέγονη Πνοή, διασφαλίζοντας την πρωταρχική ενότητα, εξακολουθεί να εμψυχώνει όλα τα όντα, ενώνοντάς τα σε ένα γιγαντιαίο δίκτυο διασταυρώσεων και γεννήσεων που ονομάζεται Τάο, ο Δρόμος.

Στο Δρόμο η φύση της πνοής και ο ρυθμός της είναι τριαδικά, υπό την έννοια ότι η αρχέγονη Πνοή διαιρείται σε τρία είδη πνοών που δρούν από κοινού: η πνοή Γιν, η πνοή Γιανγκ και η πνοή του Ενδιάμεσου Κενού. Μεταξύ του Γιανγκ, ενεργούς δύναμης, και του Γιν, γλυκύτητας της αποδοχής, η πνοή του Ενδιάμεσου Κενού –που αντλεί τη δύναμή της από το αρχέγονο κενό- έχει το χάρισμα να τις οδηγεί σε μια θετική διάδραση, εν όψει μιας αμοιβαίας μεταμόρφωσης, επωφελούς και για τη μία και για την άλλη πνοή.

*

[…] τρεις βασικές έννοιες: το γιν-γιουν «ενοποιητική διάδραση», το τσι-γιουν, «ρυθμική πνοή», και το σεν-γιουν, «θεία συνήχηση». Οι τρεις αυτές έννοιες, οι οποίες συνδέονται μεταξύ τους με τρόπο οργανικό και ιεραρχημένο, συνιστούν τα τρία επίπεδα, ή τους τρεις βαθμούς, ενός κριτηρίου που η κινεζική παράδοση χρησιμοποιεί για να κρίνει την αξία ενός έργου και, κατ' επέκταση, την αλήθεια του ωραίου εν γένει.


François Cheng, Πέντε στοχασμοί για την ομορφιά (μτφρ. Μ. Παπαδήμα-Μ. Λεοντάρη, έκδ. Εξάντας, Αθήνα 2011, σσ. 80-81, 117-118).

Δευτέρα 12 Ιουλίου 2021

η έννοια γι-τσινγκ


Στην Κίνα [η έννοια γι-τσινγκ] συνιστά το πιο σημαντικό κριτήριο για την αξιοπιστία ενός ποιητικού ή ζωγραφικού έργου. Θα επιστρέψουμε πάλι στο σημείο αυτό. Σύμφωνα με τον ορισμό που δώσαμε, βλέπουμε ότι συνδέεται τόσο με το πνεύμα όσο και με την ψυχή.

Αφενός του καλλιτέχνη που δημιούργησε το έργο, και αφετέρου όλων όσα ανήκουν στο ζωντανό σύμπαν, ένα σύμπαν που εξελίσσεται, που δημιουργείται, το οποίο η γλώσσα υποδεικνύει με τον όρο Τσάο-γου «Δημιουργία», και Τσάο-γου-τσε «Δημιουργός». Εν γένει, λέγεται συχνά ότι η κινεζική σκέψη δεν γνώρισε την ιδέα της «Δημιουργίας», με τη βιβλική έννοια του όρου. Είναι αλήθεια ότι την κινεζική σκέψη δεν τη στοίχειωσε η ιδέα ενός προσωπικού Θεού.

Αντιθέτως, σ' αυτή συναντάμε την έννοια της προέλευσης και της γέννησης, όπως μαρτυρούν οι διαβεβαιώσεις του Λάο Τσε. «Ό,τι υπάρχει προέρχεται από ό,τι δεν υπάρχει». Το αρχικό Τάο γεννάει το Ένα, το Ένα γεννάει το Δύο, το Δύο γεννάει το Τρία, το Τρία γεννάει τα Δέκα χιλιάδες όντα». [Ταό τε Κινγκ, παράγρ. 1].

François Cheng, Πέντε στοχασμοί για την ομορφιά (μτφρ. Μ. Παπαδήμα-Μ. Λεοντάρη, έκδ. Εξάντας, Αθήνα 2011, σ. 37).

Πέμπτη 8 Ιουλίου 2021

το ρεν και το μάτι με το οποίο ο Θεός με βλέπει


Η πιο ωραία αρετή στα μάτια των οπαδών του Κομφούκιου είναι να είναι κανείς «έτοιμος να πεθάνει προκειμένου το ρεν (ανθρώπινη αγάπη, αρετή της ανθρωπότητας) να μείνει σώο». Το ιδεώδες αυτό είναι κοινό σε όλες τις μεγάλες θρησκείες. Σκέπτομαι αυτούς που υποχρεώθηκαν εξ ονόματος της ειρήνης ή της αγάπης να αντιμετωπίσουν το κακό σε διάφορους βαθμούς. Σκέπτομαι –όποιο κι αν είναι το πιστεύω μας ή η άποψή μας- τον Χριστό, ο οποίος, για να δείξει ότι η απόλυτη αγάπη είναι δυνατή και ότι κανένα κακό δεν μπορεί να την αγγίξει, δέχτηκε ελεύθερα να πεθάνει πάνω στο σταυρό. Πρόκειται για μια από τις «ωραιότερες χειρονομίες» που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα.

Σε μια άλλη συγκυρία, σκέπτομαι επίσης και όλους εκείνους που, αν και αθώοι, υπομένουν τρομερές δοκιμασίες, ηθικές ή σωματικές. Όταν μέσα από πόνους και οδύνες καταφέρνουν να διατηρήσουν αυτό το μέρος του φωτός που αναδύεται από την ανθρώπινη ψυχή, μένουμε αποσβολωμένοι από τη λάμψη της ομορφιάς που διαφαίνεται στο κάτισχνο και εγκαταλειμμένο πρόσωπό τους. Ναι, η ομορφιά δεν θα μπορούσε ποτέ να μας κάνει να ξεχάσουμε την τραγική μας συνθήκη. Υπάρχει μια ομορφιά απολύτως ανθρώπινη, αυτή η φωτιά του πνεύματος που καίει, αν καίει, πέρα από το τραγικό.

*

[…] μια φράση του Μάιστερ Έκχαρτ, για την οποία αργότερα έδειξε έντονο ενδιαφέρον ο Χέγκελ: «Το μάτι με το οποίο βλέπω τον Θεό είναι το μάτι με το οποίο ο Θεός με βλέπει». Για τον μεγάλο αυτό μυστικιστή, σημαίνει ότι ο άνθρωπος βλέπει τον κόσμο που προσφέρεται στο βλέμμα του όπως ο Θεός τον βλέπει. Με τη μόνη διαφορά ότι ο Θεός βλέπει την κρυμμένη πηγή του και το αόρατο μέρος του. Σ' αυτό το μέρος ο άνθρωπος μπορεί ενδεχομένως να έχει πρόσβαση μόνο με την ψυχή. Ας μην ξεχνάμε ότι η λέξη Deus προέρχεται από τη λέξη dies, που σημαίνει «ημέρα» ή «φώς της ημέρας». Ως εκ τούτου, το φώς που καθιστά ορατό τον κόσμο γεννάει πάντα στον άνθρωπο μια διπλή αντίληψη: το φώς που κάνει να βλέπουμε και το ίδιο το φώς που βλέπει. Για τον άνθρωπο, η νοσταλγία είναι να δεί τα δύο αυτά φώτα να συμπίπτουν το ένα με το άλλο.

François Cheng, Πέντε στοχασμοί για την ομορφιά (μτφρ. Μ. Παπαδήμα-Μ. Λεοντάρη, έκδ. Εξάντας, Αθήνα 2011, σσ. 66-67, 91).

Κυριακή 4 Ιουλίου 2021

η ομορφιά είναι κάτι εν δυνάμει παρόν


Η ομορφιά της μορφής υπάρχει, βεβαίως, αλλά δεν περιλαμβάνει ασφαλώς όλη την πραγματικότητα της ομορφιάς. Αυτή εξαρτάται κυρίως από το Όν, το οποίο εμφορείται από την επιτακτική επιθυμία της ομορφιάς. Η αληθινή ομορφιά δεν ενδημεί μόνο σε αυτό που έχει δοθεί ήδη ως ομορφιά. Βρίσκεται προπάντων μέσα στην επιθυμία και την ορμή. Είναι ένα γίγνεσθαι, και η διάσταση του πνεύματος ή της ψυχής είναι ζωτική γι' αυτήν. Ως εκ τούτου, διέπεται από την αρχή της ζωής.

Συνεπώς, πάνω από όλα τα πιθανά κριτήρια, μόνο ένα μπορεί να εγγυηθεί την αυθεντικότητά της: η αληθινή ομορφιά είναι αυτή που πορεύεται στην κατεύθυνση του Δρόμου, δεδομένου ότι ο Δρόμος δεν είναι τίποτε άλλο από την ακαταμάχητη πορεία προς την ανοιχτή ζωή, άλλως ειπείν μια αρχή ζωής που κρατάει ανοιχτές όλες τις υποσχέσεις της.

Αυτό το κριτήριο, βασισμένο στην αρχή της ζωής -αν και δεν με κάνει να ξεχνώ το ζήτημα του θανάτου, το οποίο επίσης πρόκειται να προσεγγίσουμε– αποκλείει κάθε χρήση της ομορφιάς ως εργαλείου απάτης ή εξουσίας. Μια τέτοια χρήση της ομορφιάς είναι η ίδια η ασχήμια, η οποία συνιστά πάντοτε ένα δρόμο καταστροφής. Όντως, θα πρέπει πάντα να αποφεύγουμε να συγχέουμε την ουσία ενός πράγματος και την ενδεχόμενη χρήση του. Πόσο αληθινό είναι αυτό στην περίπτωση της ομορφιάς!

Για να προσδώσω ακόμη μεγαλύτερη σαφήνεια στο λόγο μου θα ήθελα να προσθέσω το εξής: η ομορφιά είναι κάτι εν δυνάμει παρόν, ανέκαθεν παρόν, μια επιθυμία που αναβλύζει από το εσωτερικό των όντων, ή του Όντος, σαν μια αστείρευτη πηγή η οποία δεν είναι απλώς μια μορφή ανώνυμη και απομονωμένη, αλλά μια παρουσία ακτινοβολούσα και θελκτική, μια παρότρυνση για συναίνεση, διάδραση, μεταμόρφωση.

François Cheng, Πέντε στοχασμοί για την ομορφιά (μτφρ. Μ. Παπαδήμα-Μ. Λεοντάρη, έκδ. Εξάντας, Αθήνα 2011, σ. 33).