Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2015

αλήθεια, τι θεωρείτε επανάσταση σήμερα;


[...]

-Αλήθεια, τι σας τρομάζει πολύ;
Η χυδαιότητα της τηλεόρασης, η δημοκρατία τους που πνίγει τη δική μας, η κακοποίηση ανθρώπων και ζώων, η προστυχιά, η βρωμιά των Πανεπιστημίων που προέρχεται από τα κόμματα, δυστυχώς, που ζητάνε με φανατισμό, την ψήφο μας. Δείτε στους τοίχους τους και στα πατώματα τα συνθήματα και θα καταλάβετε.

[...]

-Τι θεωρείτε επανάσταση σήμερα;
Την εργασία. Την οποιαδήποτε εργασία. Πάντως, όχι τις γεμάτες καφετέριες ή τα Mall.

[...]

-Ένα ποίημά σας που να είναι η εποχή;

Μόνο εγώ κι η Λόλα ξέρουμε /
πως έτρεξες να φτάσεις το δημόσιο δρόμο /
Βρήκαν, λέει, το φουστάνι σου σκισμένο, μόνο το 'να /
σκουλαρίκι στο λαιμό σου, τα τακούνια σου μες στα χωράφια. /
Κάποιο κάθαρμα, κάποιο πεσμένο σχήμα ανδρός σε ρήμαξε /
κι έτσι που ακουμπάς σα να γέρνεις στη φωτογραφία αυτή /
περασμένη σήμερα Τρίτη στις εφημερίδες /
Είσαι πεθαμένη.

(Από το βιβλίο, «Τα ποιήματα 1973-2008», Εκδόσεις Οδός Πανός, 2008). Προηγουμένως όμως στο άωρον κι άλλο ποίημα από τον ίδιο συλλογικό τόμο, το εξαίσιο: Τα μαύρα τακούνια.
Γιώργος Χρονάς, σκόρπια αποσπάσματα από εκτενέστερη συνέντευξη στην Ελένη Γκίκα, δημοσιευμένη στο ηλεκτρονικό περιοδικό fractalart.gr την 28.01.2015, μέρος της οποίας δημοσιεύθηκε και σε κάποιο 'Εθνος της Κυριακής.

Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου 2015

συνοδοιπόροι


Οι εν πελάγει μεγάλω πλέοντες,
οις ουκ όρος, ου βουνός, ουδέ σκόπελοί τινες
την χέρσον σημαίνουσι,
πρός τινας αστέρας αποβλέποντες και προς εκείνους
 το σκάφος ρυθμίζοντες, αναυάγητοι διαμένουσιν.*


ΤΟ ΨΩΜΙ

Ένα τεράστιο καρβέλι,
μια πελώρια φραντζόλα ζεστό ψωμί,
είχε πέσει στο δρόμο από τον ουρανό
ένα παιδί με πράσινο κοντό βρακάκι
και με μαχαίρι
έκοβε και μοίραζε στον κόσμο γύρω,

όμως μια μικρή, ένας μικρός άσπρος άγγελος,
κι αυτή μ' ένα μαχαίρι έκοβε και μοίραζε
κομμάτια γνήσιο ουρανό
κι όλοι τώρα τρέχαν σ' αυτή,
λίγοι πηγαίναν στο ψωμί,
όλοι τρέχανε στον μικρόν άγγελο
που μοίραζε ουρανό!

Ας μη το κρύβουμε.
Διψάμε για ουρανό.

Μίλτος Σαχτούρης


*


Ο Ιερέας μέσα στη θεία Λειτουργία, με τρόπο πνευματικό και σε χρόνο λειτουργικό και τόπο νοητό, ζεί ως πνευματικές αλλαγές ηλικίας όλη τη ζωή του Χριστού. 'Οντως μπροστά από την ιερά Πρόθεση βιώνει τη Γέννηση, λέει τα αντίστοιχα λόγια και βρίσκεται προ του Σπηλαίου. Σπαργανώνει τον Χριστό με τα πολύτιμα καλύμματα και τον αέρα, έχοντας μνημονεύσει εκατοντάδες, ίσως και χιλιάδες ονόματα ζώντων και κεκοιμημένων, αισθανόμενος πατέρας τους, όλων όσοι υπήρξαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν μέχρις ότου η Αγάπη «κλείσει» τους αιώνες, ως Κύριος προϋπάρχων, ερχόμενος, ελθών και μέλλων έρχεσθαι. Συνοδοιπόρος του καθίσταται και ο Ιερέας σε αυτή την πορεία. Και γίνεται σύλληψη ξένη μέσα στην καρδιά του Ιερέα. Αισθάνεται η δόξα του Φωτός να έρχεται από το μέλλον, από τα έσχατα: ζεί τα έσχατα.

αρχιμ. Εφραίμ Τριανταφυλλόπουλος, 28.12.2014 (Φωνή Κυρίου 2014, σσ. 207-208).


-----
* Στο motto η απαρχή του Βίου του Νίκωνος του Μετανοείτε εκ του Κουτλουμουσιάνου Κώδικος 210 (έκδ. Οδ. Λαμψίδου Δ.Φ., Ο εκ Πόντου όσιος Νίκων ο Μετανοείτε (κείμενα - σχόλια), Επιτροπή Ποντιακών Μελετών (Πηγαί της Ιστορίας των Ελλήνων του Πόντου 4), Αθήνα 1982, σ. 161).-

Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2015

ομοιώματα ιστιοφόρων


Τον αγιογραφικό διάκοσμο του Γαλατάκη περιέγραψε πρώτος στα 1974, ο αρχιμανδρίτης Ιερώνυμος Λιάπης. Την ίδια χρονιά, ο Μ. Χατζηδάκης, μελετώντας τα εικονογραφικά δεδομένα και κυρίως την τεχνοτροπία του διακόσμου του καθολικού, συμπέρανε ότι οι αγιογραφίες είναι έργο του εργαστηρίου των Θηβαίων αδελφών Γεωργίου και Φράγκου Κονταρή.

[σημ. 24: Οι Θηβαίοι αδελφοί Γεώργιος και Φράγκος Κονταρής εργάσθηκαν στη μονή Φιλανθρωπινών (νάρθηκας και εξαρτηματικοί ναοί), στη μονή Βαρλαάμ (νάρθηκας), στη μονή οσίου Μελετίου (λιτή), στα Μετέωρα, στα Ιωάννινα κ.α.]

Το παραπάνω συμπέρασμα επιβεβαίωσε στα 1996-97. η Τριανταφυλλιά Κανάρη, αρχικά με εκτενέστερο δημοσίευμά της και στη συνέχεια ως θέμα διδακτορικής διατριβής. [σημ. 25: Σύμφωνα με την Τρ. Κανάρη, ο αγιογραφικός διάκοσμος, που χρονολογείται στο τελευταίο τέταρτο του 16ου αιώνα (1584-1586), παρουσιάζει επιρροές από την Κρητική σχολή, χωρίς ωστόσο το αγιογραφικό εργαστήρι των Κονταρήδων να αρνείται την καλλιτεχνική του ταυτότητα, που το κατέτασσε ξεκάθαρα ανάμεσα σε αυτά της Ηπειρωτικής σχολής].

Ο αγιογραφικός διάκοσμος της μονής Γαλατάκη, παρά τις φθορές που θα υφίσταται από την πολυκαιρία και τη μανία των αλλοθρήσκων, θα αποτελεί για αιώνες διδακτική θέση για το ανώνυμο πλήρωμα και χώρο έκφρασης της λαϊκής θρησκευτικότητας των προσκυνητών, αλλά και των ναυτικών. Μάλιστα, οι τελευταίοι φρόντιζαν να χαράζουν ανώνυμα, τα ομοιώματα των ιστιοφόρων τους επάνω στις αγιογραφίες, σε μια προσπάθεια να εξασφαλίσουν την προστασία του Θείου.

Β. Ν. Δούκουρης, Ιερά Μονή Αγίου Νικολάου Γαλατάκη Β. Ευβοίας (έκδ. Ι.Μ. Αγ. Νικολάου Γαλατάκη, Λίμνη 2013, σ. 40).

Πέμπτη, 17 Δεκεμβρίου 2015

αντί προσευχής


«'Ω ανθρώπινο σπέρμα, εσύ που είσαι η πηγή όλων των ζωτικών εκλύσεων και βεβηλώσεων, ώ σάλιο που μοσχομυρίζεις σάρκες ριγηλές με τις αιχμές της ανατρεπτικής ομορφιάς και της ερωτικής μανίας,
ώ σώμα που ένα σώμα σφύζον σαν εσένα θά 'θελα νά 'ναι το τελικό μου φέρετρο για ν' ανασαίνει γύρω μου το αίμα σου και η λαχτάρα της κατάκτησής σου να γίνει το απόγειο κι η στέψη του θανάτου μου, και ώ λαβύρινθε της αχανούς πολύκλαδης ψυχής μου που με παιδεύει με τ' αδηφάγα πλήθη της,

ώς πότε, ζώο ριζοφάγο, γεωχαρές, βορβορόφιλο, θα κλείνεσαι μες στην σαπίλα και στην δίνη των ρηχών ανταποδόσεων,
ώς πότε θα μ' εμποδίζεις εκουσιακούσια να πατήσω σ' εκείνο το σημείο απ' όπου θά 'χω πια την αντοχή να δίνω σ' όλα τα πρόσωπα φωνή, πρόσωπο σ' όλες τις φωνές;
'Ω σιωπή μεγάλη σαν το βαθύ λαμπύρισμα των άστρων, σώσον με...»

Δημήτρης Δημητριάδης, Πεθαίνω σα χώρα (έκδ. Σαιξπηρικόν, Θεσ/νίκη 2010, σσ. 37-38).

Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2015

με όψη συσπασμένου προσώπου παρθένας


(...) οι διαγνώσεις των γιατρών έβγαιναν πάντα λαθεμένες, (...) κοιμητήρια ολόκληρα ανυψώθηκαν στον αέρα σαν σμήνη πουλιών φωσφορίζοντας, άνθρωποι έτρεχαν ολημερίς στους δρόμους γελώντας ασταμάτητα όπως γελάει κανείς στον ύπνο του,
κι ένα μόνιμο φώς πόνου κι αξόδευτης αγάπης πλανιόταν πάνω απ' όλα τα κτίσματα δίνοντας στο συνολικό τοπίο μια όψη συσπασμένου προσώπου παρθένας που, θέλοντας να ξεπεράσει τον φραγμό της παρθενίας της αλλά φοβούμενη την επαφή με άντρα, μπήγει, με την ανεξέλεγκτη και σεισμική λύσσα των απελπισμένων, έναν λοστό μέσα στον κόλπο της ουρλιάζοντας «θεέ μου, θεέ μου» με το κεφάλι στραμμένο σαν της πέρδικας προς τον ουρανό και σμίγοντας τις δύο άκρες της ζωής μέσα στον κοχλαστό πίδακα του μυρωμένου αίματός της. Γιατί είχανε μαζευτεί πάρα πολλά μες στις καρδιές των ανθρώπων, τόσα που οι καρδιές δεν άντεχαν να τα κρατάνε άλλο μέσα τους.

Δημήτρης Δημητριάδης, Πεθαίνω σα χώρα (έκδ. Σαιξπηρικόν, Θεσ/νίκη 2010, σ. 34).

Τετάρτη, 9 Δεκεμβρίου 2015

ο κόσμος των πεθαμένων


(Γιατί ο κόσμος των πεθαμένων είναι το υπέρλαμπρο και ζοφερό ναυγάγιο που, πολλές χιλιάδες οργιές κάτω απ' την ασημένια λουρίδα του νερού, μάς κρατάει κλειδωμένους στην κοιλιά του και μάς παρέχει, σε ώρες δυσβάσταχτης κι αδιέξοδης οδύνης, την δυνατότητα να σκαρώνουμε παρομοιώσεις που με τον ακραιφνώς εικονικό τους χαρακτήρα ανακουφίζουν το αίμα απ' τον μανιασμένο παφλασμό του πάνω στα έρημα γυμνά μας κόκκαλα...
Τί άλλο είναι ο παράδεισος, τουλάχιστον για κείνους που υφίστανται την απάτη και τον μαγνητισμό της ύλης συνειδητά, παρά το πολυπόθητο και σπανιώτατα κατορθωτό πέρασμα της ψυχής από την αφασία της γλώσσας στο παλλόμενο, γεώδες, αχειρότμητο κι αλάξευτο βασίλειο των λέξεων, εν ζωή;... Η αθανασία είναι οι λέξεις. Η βασιλεία των ουρανών είναι μια ψυχή ομιλούσα αχαλίνωτα.)

Δημήτρης Δημητριάδης, Πεθαίνω σα χώρα (έκδ. Σαιξπηρικόν, Θεσ/νίκη 2010, σ. 24).

Σάββατο, 5 Δεκεμβρίου 2015

για την ψυχική διάλυση


[...] κυρίως όμως είχαν να λένε για την ψυχική διάλυση που επικρατούσε από πολύ καιρό σε όλες τις γραμμές, για τους φόνους που γίνονταν μέρα μεσημέρι για ένα πιάτο παλιοφαΐ ή για τις τσούπρες των διπλανών χωριών που, λες κι ήσαν βαλτές οι κουφάλες, έσπερναν την διχόνοια ανάμεσα στους στρατιώτες και την αντιζηλία πηγαίνοντας, οι λιμασμένες, πότε με τον ένα και πότε με τον άλλο («τί φταιν αυτές αν το μουνί τους είν' αχόρταγο;», τίς δικαιολογούσαν μερικοί),
ενώ κάθε φαντάρος ήθελε να έχει μια μόνιμη, αποκλειστικά δική του, για να περνάει μαζί της τον καιρό του, αφού αυτή ήταν η μοναδική του διασκέδαση (εκτός του ότι όλοι νοιάζονταν μονάχα για τον πούτσο τους και για τίποτ' άλλο, από αναχρονιστική αιδώ, που κάποια σχέση έχει με τα στρατιωτικά ήθη, δεν έβαζαν ποτέ πρώτη στις αισθησιακές απολαύσεις την μαλακία, η οποία φορές-φορές έπαιρνε τις διαστάσεις μεραρχιακής βακχείας κι έκανε χιλιάδες κορμιά στερημένα να τραντάζονται κάτω απ' τις κουβέρτες ή όρθια πίσω από κανένα δέντρο, στις σκοπιές, μέσα σε κραυγές που έκαναν την φύση να ριγάει, ματαιώνοντας έτσι την συνεύρεση των συγκλονισμένων σωμάτων αλλά κι επιβεβαιώνοντας την υπεροχή της εκσπερμάτωσης μέσα στο ίδιο το βασίλειο του θανάτου),
ήταν τέλος πάντων το γαμήσι η μοναδική ψυχαγωγία τους για να μην καταλαβαίνουν τους ατέλειωτους μήνες της εξουθενωτικής στρατοπέδευσης που, χρόνια τώρα, κυλούσαν μέσα σ' ένα κενό όμοιο μ' εκείνο που επικρατεί μες στο σώμα του νεκρού και που κάποτε αρχίζει ν' αναδύεται στην επιφάνεια με την μορφή αποκρουστικών ρήξεων της δερματικής συνέχειας, εν μνήματι. (...)

Δημήτρης Δημητριάδης, Πεθαίνω σα χώρα (έκδ. Σαιξπηρικόν, Θεσ/νίκη 2010, σσ. 22-24).

Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2015

πεθαίνω σα χώρα


'Οσοι άκουσαν τον προεδρικό λόγο (γιατί δεν ήσαν λίγοι εκείνοι που γύρισαν το κουμπί), ξεστόμισαν τις χειρότερες βρισιές και για τον πρόεδρο και για τον λόγο του και για την χώρα, παρακινώντας ακόμα και τα μικρά παιδιά να επαναλαμβάνουν ρυθμικά τα βρισίδια χτυπώντας όλα μαζί παλαμάκια.
Γριές που είχαν δεί αμέτρητες φορές παρόμοια γεγονότα, που είχαν ζήσει σφαγές, αλώσεις, προσφυγές, επιδρομές κάθε λογής βαρβάρων ή πολιτισμένων, διωγμούς κι εξανδραποδισμούς, πόλεις ακμαίες και φουντωμένα δάση και κάμπους μεστωμένους να καίγονται σαν τα δαδιά και να μη μένει τίποτα όρθιο από τους μόχθους γενεών και γενεών,
και κορίτσια να βιάζονται μέσα σε γκρεμισμένα σπίτια δέκα και είκοσι φορές σε μια ώρα από ξαμολημένους φαντάρους και μετά να ξεκοιλιάζονται με ξιφολόγχες, βρέφη να αποκεφαλίζονται με μια κοφτή σπαθιά στον αέρα ή να πυροβολούνται εξ επαφής μες στην αγκαλιά της μάνας τους, φαμίλιες να ξεσπιτώνονται και να αποδεκατίζονται σαν τρυγόνια μ' απανωτές μπαταριές-
«τότε πρώτον παίδες μεν γονέων, γυναίκες δε ανδρών και φίλοι φίλων και οι καθ' αίμα των ομοίων ελεεινώς εχωρίζοντο»,
κι αγόρια με μισό πόντο τρίχα στο στήθος και συγκεντρωμένη όλη τη δύναμη του κεραυνού του Δία στα όργανα που συγκλίνουν στην πρόκληση της ισχυρότερης έξαρσης των αισθήσεων, να στήνονται πενήντα-πενήντα μπροστά σ' εκτελεστικά αποσπάσματα μόνο και μόνο για να αφανιστεί ο σπόρος της ζωής μέσα τους,
και τα νερά να γίνονται κόκκινα σαν το τριαντάφυλλο απ' το αίμα, κι ανθρώπους να τρελαίνονται απ' τις αβάσταχτες συμφορές και να τρέχουν κατάμαυροι απ' τα δάκρυα από δώ κι από κεί ουρλιάζοντας σαν τα τσακάλια και σχίζοντας τα μάγουλά τους μέσα στον αδυσώπητο ίλιγγο της αποκάλυψης του πύρινου κενού της ζωής και στον εφιάλτη της υπέρβασης εκείνου του ορίου που την κάνει τόσο ανυπόφορη όσο και μια χούφτα αναμμένα κάρβουνα χωμένα μες στο στόμα,
γριές που ούτε κι αυτές οι ίδιες δεν ήξεραν να πούν την ηλικία τους και μεταφέρονταν σαν ιερά λείψανα προαιώνιων κι ανώνυμων αγίων πάνω στ' αυτοκίνητα, αντί να σηκώσουν το χέρι τους και να σταυροκοπηθούν ακούγοντας τις αγωνιώδεις εκκλήσεις του προέδρου της Δημοκρατίας, έφτυσαν στην παλάμη τους κι έκαναν όλες μαζί, κουνώντας με νόημα το κεφάλι, την κίνηση που κάνουν οι άντρες, μικροί και μεγάλοι, με το δεξί τους χέρι όταν θέλουν να δείξουν χωρίς λόγια πως κάποιον τον έχει βαρέσει η μαλακία στο κεφάλι. (...)

Δημήτρης Δημητριάδης, Πεθαίνω σα χώρα (έκδ. Σαιξπηρικόν, Θεσ/νίκη 2010, σσ. 13-15).

Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2015

το πορφυρό φεγγάρι


ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ
Μια δόση ψύχρας μες στη φθινοπωρινή βραδιά-
Βγήκα έξω,
και είδα το πορφυρό φεγγάρι να γέρνει σε έναν φράχτη
σαν ένας αγρότης με κοκκινισμένο πρόσωπο.
Δε στάθηκα να μιλήσω, μα κούνησα το κεφάλι,
και τριγύρω υπήρχαν τα μελαγχολικά αστέρια
με πρόσωπα λευκά σαν των παιδιών της πόλης.

Έζρα Πάουντ, 32 ποιήματα (εισαγ.-μτφρ.-σημ. Γιάννης Λειβαδάς, έκδ. Κουκούτσι, Αθήνα 2013, σ. 23).

Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2015

δεν ήτανε να χορταστεί


Η ΕΙΚΟΝΑ
Μού μιλούν τα μάτια ετούτης της νεκρής,
γιατί η αγάπη που υπήρξε εδώ, δεν ήταν για σπατάλη,
Και ο πόθος που υπήρξε εδώ, δεν ήταν με φιλιά
να χορταστεί.
Μού μιλούν τα μάτια ετούτης της νέκρης.

Έζρα Πάουντ, 32 ποιήματα (εισαγ.-μτφρ.-σημ. Γιάννης Λειβαδάς, έκδ. Κουκούτσι, Αθήνα 2013, σ. 27).

Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2015

γιαπωνέζικη χαρτοπετσέτα


Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ
Όση ώρα μιλούσαν για τη νέα ηθική
τα μάτια της με εξερευνούσαν.
Όταν σηκώθηκα να φύγω
τα δάχτυλά της είχαν υφή
γιαπωνέζικης χαρτοπετσέτας.

Έζρα Πάουντ, 32 ποιήματα (εισαγ.-μτφρ.-σημ. Γιάννης Λειβαδάς, έκδ. Κουκούτσι, Αθήνα 2013, σ. 45).

Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2015

το όνομά σου σαν πρόφεραν


ΦΡΑΝΣΕΣΚΑ
Βγήκες από τη νύχτα
και είχες στα χέρια σου λουλούδια,
τώρα θα ξεπροβάλλεις απ' των ανθρώπων την αταξία,
από τον σάλο όσων λέγονται για σένα.

Εγώ που σ' έχω δεί ανάμεσα στα αρχέγονα πράγματα
αγρίεψα το όνομά σου σαν πρόφεραν
σε μέρη παρακατιανά.
Μακάρι τα παγωμένα κύματα το μυαλό μου να έπνιγαν,
και ο κόσμος να ξεραινόταν σαν πεσμένο φύλλο,
ή σαν πικραλίδα γεμάτη σπόρια και να παρασυρόταν
μακριά,
ώστε ξανά μονάχη
να σ' έβρισκα.

Έζρα Πάουντ, 32 ποιήματα (εισαγ.-μτφρ.-σημ. Γιάννης Λειβαδάς, έκδ. Κουκούτσι, Αθήνα 2013, σ. 25).

Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2015

που ανοησίες ήταν


ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ
Στάθηκα ακίνητος κι έγινα δέντρο μες στο δάσος,
γνωρίζοντας των άλλοτε ανείδωτων πραγμάτων
την αλήθεια-
Ήμουν το τόξο της Δάφνης και της βάγιας
και το ζευγάρωμα της βελανιδιάς με τη φτελιά
Κι ετούτο συνέβη ύστερα από την
αγαθή ικεσία στους θεούς, και μ' έφεραν εδώ
μες στης καρδιάς τους την εστία
ώστε αυτό το θαύμα να διαπράξουν.
Ωστόσο υπήρξα δέντρο μες στο δάσος
και πράγματα πολλά καινούργια κατανόησα
που ανοησίες ήταν
από παλιά στην κεφαλή μου θρασεμένες.

Έζρα Πάουντ,32 ποιήματα (εισαγ.-μτφρ.-σημ. Γιάννης Λειβαδάς, έκδ. Κουκούτσι, Αθήνα 2013, σ. 19).

Σάββατο, 7 Νοεμβρίου 2015

κάποιοι ποιητές


FRATRES MINORES *
Με τα μυαλά να αιωρούνται πάνω από τους
όρχεις τους
κάποιοι ποιητές εδώ και στη Γαλλία
στενάζουν ακόμα για το κατεστημένο και φυσικό
γεγονός
που από παλιά εξάντλησε ο Οβίδιος.
Ουρλιάζουν. Παραπονιούνται με λεπτά
κι εξαντλημένα μέτρα
πως η σύσπαση τριών υπογαστρικών νεύρων
είναι ανίκανη να γεννήσει μία διαρκή Νιρβάνα.

Έζρα Πάουντ, 32 ποιήματα (εισαγ.-μτφρ.-σημ. Γιάννης Λειβαδάς, έκδ. Κουκούτσι, Αθήνα 2013, σ. 22).

-----
* «ελάσσονες αδελφοί», έτσι αποκαλούσε τους μαθητές του ο άγιος Φραγκίσκος της Ασίζης, ο οποίος έζησε μεταξύ 1181/2 και 1226 (-Σ.τ.Μ., ό.π., σ.70).

Τρίτη, 3 Νοεμβρίου 2015

μέσα μας μονάχα


ΔΟΞΑ ΤΩ ΠΑΡΑΚΕΛΣΩ

«Αφού δεν είμαι πλέον άνθρωπος, γιατί να
προσποιούμαι ανθρωπότητα ή να φορώ το ντελικάτο
ρούχο;
Έχω γνωρίσει ανθρώπους και ανθρώπους, μα ούτε ένας
δεν ανέπτυξε ποτέ μια γνώση τόσο ελεύθερη, ή έγινε
ένα στοιχείο τόσο απλό όσο εγώ.
Η ομίχλη ξεχύνεται απ' τον καθρέφτη και κοιτάζω.
Ιδού! Ο κόσμος των σχημάτων σαρώνεται από κάτω -
Χαμός που υπό την ηρεμία μας γίνεται ορατός,
κι εμείς που γίναμε άμορφοι, υψωνόμαστε -
Ρευστά ακαθόριστα που άνθρωποι υπήρξαν,
μοιάζουμε τώρα σαν μια σειρά απ' αγάλματα, που γύρω
απ' την υπερυψωμένη βάση τους
κάποιο ποτάμι που υπερχείλισε κυλάει με μανία,
μέσα μας μονάχα το στοιχείο της ηρεμίας.»

Έζρα Πάουντ, 32 ποιήματα (εισαγ.-μτφρ.-σημ. Γιάννης Λειβαδάς, έκδ. Κουκούτσι, Αθήνα 2013, σ. 24).

Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2015

δρακόσπιτα και ακρόπολη Στύρων


και τη θεά με τα ωραία της γόνατα
εκεί να περπατά, με της βελανιδιάς
το δάσος πίσω της *


Τα Στύρα είναι αρχαία Δρυοπική πόλη η οποία αναφέρεται από τον 'Ομηρο ως πόλη που έλαβε μέρος στην εκστρατεία εναντίον της Τροίας.

*

Τα Δρακόσπιτα είναι δρυοπικές μεγαλιθικές κατασκευές, από τα αρχαιότερα ίσως κτίσματα της Ευρώπης, κατασκευασμένα από τεράστιους ογκόλιθους, χωρίς τη χρήση λάσπης ή άλλων συνδετικών υλικών. Η στέγη τους είναι κατασκευασμένη με το λεγόμενο εκφορικό σύστημα. Δηλαδή, μεγάλες πλάκες ξεκινούν από τις πλευρές του κτίσματος και εξέχουν προς το εσωτερικό. Πάνω τους τοποθετούνται άλλες με τον ίδιο τρόπο έως ότου συναντηθούν στο κέντρο.

Το σημαντικότερο δρακόσπιτο είναι αυτό του όρους 'Οχη, σε υψόμετρο άνω των 1300 μ. Βρέθηκαν τρία ακόμη δρακόσπιτα στη θέση Πάλλη Λάκα στα Στύρα. Τα δύο είναι σαν εκείνο της 'Οχης, ενώ το τρίτο είναι τετραγωνικής βάσης. Κατά τον ερευνητή Λακρουά πιθανόν το μεσαίο, αυτό με το τετραγωνικό σχήμα, να περιείχε κάποιο θησαυρό και στ' άλλα δύο να κατοικούσαν οι φύλακές του. 

Οι σημαντικότερες μελέτες έγιναν από τον καθηγητή Ν. Μουτσόπουλο το 1959. Ο οποίος, μετά από έρευνες στο δρακόσπιτο της 'Οχης, ανακάλυψε αρχαία αγγεία και διάφορα αντικείμενα καθώς και επιγραφή με άγνωστη γραφή. Χαρακτηρίζονται ακόμη και ως Ναοί προ του 700 π.Χ. Ενώ άλλοι μελετητές υποστηρίζουν ότι είναι πολύ παλαιότερα...

Από τουριστικό χάρτη της περιοχής


-----
* Στο motto τρεις στίχοι του Έζρα Πάουντ, από το CANTO XVII, ειλημμένοι από την έκδοση Έζρα Πάουντ, 32 ποιήματα (εισαγ.-μτφρ.-σημ. Γιάννης Λειβαδάς, έκδ. Κουκούτσι, Αθήνα 2013, σ. 53).

Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2015

υπέροχο - ώ μα τί έκτακτο πράγμα


Ού-ού!
(Παύση. Δυνατότερα.)
Ού-ού!
(Παύση. Τρυφερό χαμόγελο καθώς γυρνάει πάλι μπροστά, αφήνει κάτω τη βούρτσα.)
'Αμοιρε Γουίλλι
(εξετάζει το σωληνάρι, το χαμόγελο σβήνει)
πάει σώνεται
plus pour longtemps
(κοιτάζει για το καπάκι)
τί να γίνει, μικρό το κακό
(βιδώνει το καπάκι)
άλλο ένα από κείνα τα παλιά πράγματα
(αφήνει κάτω το σωληνάριο)
ακόμα ένα από κείνα τα παλιά πράγματα
(γυρνάει προς την τσάντα)
απλώς δεν παίρνει γιατρειά
(ψαχουλεύει μέσα στην τσάντα)
δεν παίρνει καμιά γιατρειά
(βγάζει ένα μικρό καθρέφτη, γυρνάει πάλι μπροστά)
ά ναι
(επιθεωρεί τα δόντια στον καφθέφτη)
κακόμοιρε Γουίλλι
(δοκιμάζοντας τα πάνω μπροστινά δόντια με τον αντίχειρα, συγκεχυμένα)
Θεέ μου!
(ανασηκώνοντας το επάνω χείλος για να επιθεωρήσει τα ούλα, ομοίως)
Θεούλη μου!
(τραβώντας προς τα πίσω τη γωνία του στόματος, στόμα ανοιχτό, ομοίως)
έ καλά
(την άλλη γωνία, ομοίως)
όχι χειρότερα
(τελειώνει την επιθεώρηση, ομιλία κανονική)
ούτε καλύτερα, ούτε χειρότερα
(αφήνει κάτω τον καθρέφτη)
ούτε αλλαγή
(σκουπίζει τα δάχτυλα στο χόρτο)
ούτε πόνος
(κοιτάζει για την οδοντόβουρτσα)
σχεδόν κανένας
(παίρνει την οδοντόβουρτσα)
υπέροχο
ώ μα τί έκτακτο πράγμα
(εξετάζει τη λαβή της βούρτσας)
τίποτα σαν αυτό τίποτα

Σάμουελ Μπέκετ, Ευτυχισμένες μέρες·'Ω! Οι ευτυχισμένες μέρες! (έλλ. απόδοση Ρούλα Πατεράκη-Κοσμάς Φοντούκης, έκδ. Το Ροδακιό, Αθήνα 1994, σσ. 8-9).

Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2015

τη κδ΄ μηνός Οκτωβρίου


πώς εγώ ο ρύπω μεν πάσης αμαρτίας κατεστιγμένος,

φέρων δε των λογισμών εν εμαυτώ τον πολυτάραχον κλύδωνα,

και μήτε νουν και διάνοιαν κεκαθαρμένος,

ως έσοπτρον θεού και των θείων χρηματίσαι εμφάσεων,

μήτε λόγον έχων επαρκέσαι τοις νοηθείσι δυνάμενον,

τα θεία και άρρητα φθέγξομαι,

τα πάσης λογικής φύσεως υπερβαίνοντα την κατάληψιν; *


μνήμη του αγίου μεγαλομάρτυρος Αρέθα και των συν αυτώ.
Oύτος ήτον πρώτος εις την πόλιν Nεγράν, όταν, ο μεν Iουστίνος εβασίλευεν εις τους Pωμαίους, εν έτει φμβ΄ [542], ο δε χριστιανικώτατος Eλεσβαάν, εβασίλευεν εις την Aιθιοπίαν. Kαι ο δυσσεβής Δουναάν ο Eβραίος, εβασίλευεν εις την Oμηρίτιν χώραν. H Oμηρίτις δε αύτη, από μεν την Aγίαν Γραφήν ονομάζεται Σαβά, από δε τους Έλληνας ονομάζεται Eυδαίμων Aραβία.

Εκ του συναξαριστού. 

 
-----
* Στο motto ρώτημα Ιωάννου του Δαμασκηνού διατυπωμένο στο προίμιο (-επιστολή προς τον οσιώτατον και θεοτίμητον Κοσμά, τον αγιώτατον επίσκοπον του Μαϊουμά) των Διαλεκτικών του (έκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1978, σ. 37).-
 

Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2015

προς το τίποτα


Κι η μεν ουσία και
η ύλη του σώματος μία,
χρώματα δε πολλά. *

Με τη φυσική μας γέννηση ωστόσο μπαίνομε σε έναν κόσμο που συγκροτείται από αμέτρητα πράγματα, ανοίκεια σε μας. Μοιάζει, λέει ο Χάιντεγκερ, να είμαστε ριγμένοι σε ένα κόσμο ξένο, καταδικασμένοι να ζήσομε μέσα του.
Η πτώση μας στον ανοίκειο αυτόν κόσμο μάς προκαλεί τρόμο. Το μαρτυράει αυτό το ξέσπασμα που ακολουθεί αμέσως τη γέννησή μας – του παιδιού το κλάμα, το βίαιο κλάμα, το κλάμα απελπισίας.
Αυτός ο κόσμος όμως, ο ξένος, καθώς μέρα με τη μέρα τον συνηθίζομε επαναλαμβάνοντας τα ίδια και τα ίδια, μάς γίνεται οικείος. Μυθοποιείται: γίνεται το σπίτι μας, που αρνούμεθα να εγκαταλείψομε, εξορκίζοντας κάθε προσπάθεια να συρθούμε έξω απο αυτό.
Διαβρωμένοι από τη συνήθεια, δεν είμαστε πια, λέει ο Αριστοτέλης, παρά εκείνο που κάνομε κατ' επανάληψη. Η φύση μας, εκείνο που πράγματι είμαστε, έχει υποκατασταθεί από μιαν άλλη φύση, τη συνήθεια. Βολευόμαστε έτσι.
Η συνήθεια απομακρύνει τον φόβο, που προκαλεί το αναπάντεχο, μάς θωρακίζει απέναντι στον κίνδυνο, που συνεπάγεται το άγνωστο, έτσι ώστε, κατοχυρώνοντας στη ζωή μας την ομοιομορφία, να έχομε το κεφάλι μας ήσυχο. Δεν έχει σημασία αν η ησυχία αυτή είναι καλή ή κακή. Σημασία έχει ότι μάς βολεύει -έστω κι αν μάς εξαπατά.
[...]
Το νεκρό τοπίο των «ευτυχισμένων ημερών» σηματοδοτεί, τελικά, την απομυθοποίηση του ανοίκειου κόσμου όπου βρεθήκαμε ριγμένοι -ενός κόσμου γεμάτου από πράγματα και λέξεις, που η συνήθεια μάς παρέσυρε να δεθούμε μαζί τους.
Το πεδίο είναι ελεύθερο πλέον για το «πουλί με τα λαδωμένα φτερά» να πετάξει. Το ταξίδι, καθώς η Γουίννυ βουλιάζει ξεγλιστρώντας από τον μυθοποιημένο κόσμο, έχει ήδη ξεκινήσει. Ο ήχος του κουδουνιού, που σηματοδοτεί την ακολουθία των «ευτυχισμένων ημερών», δίνει τον ρυθμό στο πέταγμα του «πουλιού με τα λαδωμένα φτερά» προς το τίποτα – την αληθινή πραγματικότητα.

Θεοδόσης Πελεγρίνης, «Το πέταγμα ενός πουλιού με λαδωμένα φτερά», από το Πρόγραμμα της παράστασης Σάμουελ Μπέκετ, Ευτυχισμένες μέρες (έκδ. Εθνικό Θέατρο, Αθήνα 2014-2015, σσ. 9, 11). 


-----
* Στο motto κατάφαση Ιωάννου του Δαμασκηνού διατυπωμένη στο άρθρο δ΄ «Περί του όντος ουσίας τε και συμβεβηκότος» των Διαλεκτικών του (έκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1978, σ. 51).-

Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2015

λογοτεχνικά ανάλεκτα


Εκείνο το καλοκαίρι [του 1940] η Πέπυ ένιωσε σα να βγήκε ξαφνικά έξω από το ζεστό χρυσοκίτρινο κουκούλι που ύφαινε υπομονετικά ο μεταξοσκώληκας. 'Ενα νέο, άγνωρο, απειλητικό λεξιλόγιο είχε εισβάλει απότομα στη ζωή της. Τί σήμαινε «παγκόσμιος πόλεμος»; Τί σήμαινε «αρία φυλή»; Τί ακριβώς σήμαινε «έθνος»; Για το δικό τους «έθνος», τη δική τους «πατρίδα», την Ελλάδα, η Πέπυ είχε μάθει δύο πράγματα.
Πρώτον, ότι «ο ελληνικός ουρανός αίθριός εστι. Η Ελλάς παντοίους καρπούς εκφέρει και μέταλλα χρήσιμα εις τους ανθρώπους». Κάπως έτσι τα έγραφε το σχολικό βιβλίο. Αυτή η «Ελλάδα», όπως τούς έλεγε στην τάξη η κυρία Κυβέλη, είχε σχέση με τα αρχαία ελληνικά τα οποία έπρεπε να τα μάθουν.
Το δεύτερο, ήταν ότι αυτή η αρχαία Ελλάδα έπρεπε να ξαναγίνει «νέα», γι' αυτό όλα τα παιδάκια έπρεπε να τραγουδούν μαζί δυνατά:
Εμπρός για μιαν Ελλάδα νέα, εμπρός με ελληνική καρδιά,
Εμπρός περήφανα γενναία, με της Ελλάδος τα παιδιά,
Εμπρός η δόξα η παλιά μας να ξαναζήσει είναι καιρός,
Με τον γενναίο Βασιλιά μας, εμπρός, πάντοτε εμπρός!
Αυτό το τραγούδι το λέγανε «εμβατήριο». 'Ομως, στο σπίτι τους, δεν θέλανε ούτε να ακούσουν τη λέξη «βασιλιάς».

Τζίνα Πολίτη, “Ο δρόμος” στο: Επιστροφή. Τρία διηγήματα (έκδ. 'Αγρα, Αθήνα 2011, σσ. 51-52).

Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2015

γένος Ρωμαίων


Το γένος των Ρωμαίων ήταν μια αναλυτική κατηγορία που έχανε τη λειτουργικότητά της. 'Εμοιαζε με ψεύτικη ταυτότητα, ήταν μια δυσεξήγητη ονομασία. Για αιώνες, το γένος των Ρωμαίων είχε καλύψει ιδεολογικά εθνικές και θρησκευτικές αντιθέσεις, που μπορούσαν να θέσουν σε αμφισβήτηση την πολιτική εξουσία. Η πολιτική σκοπιμότητα της ψεύτικης καταγωγής μπορούσε να προκαλέσει σύγχυση, όμως η προσωνυμία Ρωμαίοι διατηρήθηκε όσο και το Βυζαντινό Κράτος, χάρη στην ιδεολογία της οικουμένης.
Είναι χαρακτηριστικό πάντως ότι σε μια περίοδο συρρίκνωσης του Βυζαντινού Κράτους, ο αυτοκράτορας Ιωάννης Γ΄ Βατάτζης δέχεται την ελληνική εθνική καταγωγή του. Απαντώντας στον πάπα Γρηγόριο Θ΄, ο οποίος απευθύνεται σ' αυτόν ονομάζοντάς τον Γραικό, ο βυζαντινός αυτοκράτορας βεβαιώνει ότι ο μέγας Κωνσταντίνος παραχώρησε τη βασιλεία των Ρωμαίων στο γένος των Ελλήνων [Βλ. Ι. Σακελλίων, «Ανέκδοτη επιστολή του αυτοκράτορος Ιωάννου Δούκα Βατάτση»].

Πάρις Γουναρίδης, Γένος Ρωμαίων: βυζαντινές και νεοελληνικές ερμηνείες (έκδ. 'Ιδρυμα Γουλανδρή-Χορν, Αθήνα 1996, σ. 14). 

Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2015

ευχή μυστική


ΑΓΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ

ΕΥΧΗ ΜΥΣΤΙΚΗ ΔΙ ΗΣ ΕΠΙΚΑΛΕΙΤΑΙ
ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟ ΑΓΙΟΝ ο ΑΥΤΟ ΠΡΟΟΡΩΝ

Ελθέ το φώς το αληθινόν, ελθέ η αιώνιος ζωή, ελθέ το αποκεκρυμμένον μυστήριον, ελθέ ο ακατανόμαστος θησαυρός, ελθέ το ανεκφώνητον πράγμα, ελθέ το ακατανόητον πρόσωπο, ελθέ η αΐδιος αγαλλίασις, ελθέ το ανέσπερον φώς, ελθέ πάντων των μελλόντων σωθήναι η αληθινή προσδοκία, ελθέ των κειμένων η έγερσις, ελθέ των νεκρών η ανάστασις, ελθέ ο δυνατός, ο πάντα αεί ποιών και μεταποιών και αλλοιών μόνο τω βούλεσθαι!
Ελθέ ο αόρατος και αναφής πάντη και αψηλάφητος, ελθέ ο αεί αμετακίνητος και καθ΄ ώραν όλος μετακινούμενος και ερχόμενος προς ημάς τους εν τω άδη κειμένους, ο υπεράνω πάντων των ουρανών, ελθέ το περιπόθητον όνομα και θρυλούμενον, λαληθήναι δε παρ΄ ημών όπερ ης η γνωσθήναι, οποίος ή ποταπός, όλως ημίν ανεπίδεκτον.
Ελθέ η αιώνιος χαρά, ελθέ το στέφος το αμαράντινον, ελθέ η πορφύρα του μεγάλου Θεού και βασιλέως ημών, ελθέ η ζώνη η κρυσταλλοειδής και διάλιθος, ελθέ το υπόδημα το απρόσιτον, ελθέ η βασίλειος αλουργίς και αυτοκρατορική όντως δεξιά!
Ελθέ, ον επόθησε και ποθεί η ταλαίπωρός μου ψυχή, ελθέ ο μόνος προς μόνον, ότι μόνος ειμί καθάπερ οράς!
Ελθέ ο χωρίσας εκ πάντων και ποίησας με μόνον επι της γής, ελθέ ο γενόμενος πόθος αυτός εν εμοί και ποθείν σε ποιήσας με, τον απρόσιτον παντελώς!
Ελθέ η πνοή μου και η ζωή, ελθέ η παραμυθία της ταπεινής μου ψυχής, ελθέ η χαρά και η δόξα και η διηνεκής μου τρυφή!
Ευχαριστώ σοι, ότι έν πνεύμα εγένου μετ΄ εμού ασυγχύτως, ατρέπτως, αναλλοιώτως ο επί πάντων Θεός, και αυτός μοι τα πάντα εν πάσι γεγένησαι, τροφή ανεκλάλητος και εις άπαν αδάπανος, αεννάως υπερεκχεομένη τοις της εμής ψυχής χείλεσι και υπερεκβλύζουσα εν τη πηγή της καρδίας μου, ένδυμα απαστράπτον και καταφλέγον τους δαίμονας, κάθαρσις διά αφθάρτων και αγιών δακρύων εκπλυνούσα με, ων η ση παρουσία, προς ους παραγίνη, χαρίζεται.
Ευχαριστώ σοι, ότι φώς ανέσπερον μοι γεγένησαι και ήλιος άδυτος που κρυβήναι μη έχων ο πληρών της σης δόξης τα σύμπαντα. Ουδέποτε γαρ απεκρύβης από τινός, αλλά ημείς αεί κρυπτόμεθα από σού, ελθείν προς σε μη βουλόμενοι. Πού γαρ και κρυβήση ο μηδαμού έχων τόπον της σης καταπαύσεως; ή διά τί, ο μήποτε αποστρεφόμενος των πάντων τινά, μήτε τινά αυτών εντρεπόμενος;
Νυν ουν ενσκήνωσον, Δέσποτα, εν εμοί και κατοίκησον και μείνον αδιαστάτως, αχωρίστως μέχρι τέλους εν εμοί τω δούλω σου, Αγαθέ, ίνα καγώ ευρεθώ εν τη εξόδω μου και μετά την εξόδον εν σοι Αγαθέ και συμβασιλεύσω σοι, τω επί πάντων Θεώ!
Μείνον, Δέσποτα, και μη εάσης με μόνον, ίνα ερχόμενοι οι εχθροί μου οι ζητούντες αεί του καταπιείν την ψυχήν μου και ευρίσκοντές σε μένοντα εν εμοί, φεύξωνται και μη ισχύσωσι κατ΄ εμού, βλέποντές σε, τον ισχυρότερον πάντων, ένδοθεν καθήμενον εν τη οικία της ταπεινής μου ψυχής.
Ναι, Δέσποτα, ως εμνήσθης μου, ότε εν τω κόσμω ετύγχανον και αγνοούντος μου αυτός εξελέξω με και από του κόσμου εχώρισας και προ προσώπου της δόξης σου έστησας, ούτω και νυν ένδον ιστάμενον με εις αεί και αμετακίνητον εν τη εν εμοί οικήσει σου διαφύλαξον, ίνα βλέπων σε διηνεκώς ο νεκρός εγώ ζώ και έχων σε ο πένης αεί πλουτώ και βασιλέων πάντων έσομαι πλουσιότερος και εσθιών και πίνων σε και καθ' ώραν επενδυόμενος εν ανεκλαλήτοις ω και έσομαι εντρυφών αγαθοίς, ότι συ υπάρχεις παν αγαθόν και πάσα δόξα και πάσα τρυφή και σοι πρέπει η δόξα, τη Αγία και Ομοουσίω και Ζωοποιώ τριάδι, τη εν Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι σεβόμενη τε και γνωριζόμενη και προσκυνουμένη και λατρευομένη υπό πάντων πιστών, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Συμεών ο νέος Θεολόγος, Ευχή μυστική (Εκδόσεις του Φοίνικα, Αθήνα 2001.- Κι απ' εδωδά αντλημένο το ως άνω κείμενο).

Παρασκευή, 9 Οκτωβρίου 2015

σημαινόμενο του γένους υπάρχει διάφορα


Βασική θεωρία που κυριαρχεί σε όλη τη διάρκεια της ύπαρξης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας είναι ο συγχρονισμός της ίδρυσης [της] Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από τον Αύγουστο [με] την παρουσία του Χριστού επί της γής. Η θεωρία αυτή υποστηρίζεται για πρώτη φορά από τον Μελίτωνα Σάρδεων [Βλ. Ευσέβιος Καισαρείας].
Συνυφασμένη με τη θεωρία αυτή είναι και η πίστη ότι η «ρωμαϊκή» εξουσία είναι αιώνια, με την έννοια ότι η κατάλυσή της θα σημάνει το τέλος του κόσμου και τη δεύτερη παρουσία του Χριστού επί της γής [Πρβλ. Κοσμάς Ινδικοπλεύστης: Θαρρών γαρ αποφαίνομαι ότι, ει και διά τας ημετέρας αμαρτίας προς παιδείαν ολίγον εχθροί βάρβαροι τη Ρωμανία επανίστανται, αλλά τη δυνάμει του διακρατούντος αήττητος διαμένει η βασιλεία].

Πάρις Γουναρίδης, Γένος Ρωμαίων: βυζαντινές και νεοελληνικές ερμηνείες (έκδ. 'Ιδρυμα Γουλανδρή-Χορν, Αθήνα 1996, σσ. 11-12). 

-----
* Στον τίτλο του παρόντος φρασούλα του σοφού Νικηφόρου Βλεμμύδη από εγχειρίδιο λογικής που συνέταξε για τον αυτοκράτορα Ιωάννη Γ' Βατάτζη (ό.π., σ. 9). Και ο Ιωάννης Δαμασκηνός επιλέγει: «αδύνατον γαρ ρηθήναι γένος το μη περιέχον είδη» (Διαλεκτικά ι΄). Ο ίδιος.

Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2015

γλυπτό


Ι
Λάξεμα της θάλασσας ο βράχος
ο αφρός
το κύμα
η αρμύρα
Σανίδι μαδημένο στο γιαλό
Ναυάγιο στο βυθό
Οι αιώνες
Συντροφιά στο βράχο
το κύμα
η αρμύρα
το σύννεφο


ΙΙ
Στο σύννεφο η βροχή
Ο βράχος στη θάλασσα
Η αρμύρα στα χείλια σου
Η νύχτα
Στα μάτια σου τ' άστρα
Δάκρυα τ' άστρα στη σιωπή
'Ενα μετέωρο φιλί
ο βράχος
οι αιώνες
το κύμα
τ' άστρα
Η σιώπη
Εσύ
Εγώ
Η αρμύρα


Λορέντζο Ντετζιόρτζιο, Οι Ενστάσεις (έκδ. Πρότυπες Θεσσαλικές Εκδόσεις, Τρίκκη 1992, σ. 41). Ερωτηΐδος μάρτυρος σήμερα και κάτι τρέχει για μένα!

Σάββατο, 3 Οκτωβρίου 2015

κι εσύ εκεί, χωμένος στα βυζιά της...


«Κι εσύ εκεί, χωμένος στα βυζιά της», επανέλαβε σε ένα τελικό συμπέρασμα αυτός ο παθιασμένος μπανιστηρτζής, για να πάρει αμέσως φόρα και να επιδοθεί σε ένα παραληρηματικό μάθημα λαγνείας και χρηστομάθειας συνάμα. «Βρε βλάκα, πού πήγες και χώθηκες; Δεν ήξερες πως από πολύ παλιά τα βυζιά δεν είναι μόνο για χάδια; Είναι εξίσου, και κυρίως, για ξύλο, για μαστίγωμα, για φτύσιμο και για χέσιμο. Βυζιά για γέλια και βυζιά για κλάματα. Για ζήτω και για κάτω. Για κούνια και για μπέλα. Υπάρχουν βυζιά αλλήθωρα και βυζιά προσηλωμένα, βυζιά που προπορεύονται και βυζιά που ακολουθούνε. Βυζιά να εξυμνήσεις και βυζιά να κατουρήσεις. Βυζιά να τα κάνεις τραπέζι και βυζιά να καθίσεις πάνω τους. Βυζιά βραστά σφιχτά και βυζιά μάτια, ξεκάρφωτα και καρφωμένα. Για πάσης φύσεως εξυπηρετήσεις και σκαμπίλια... Δεν είναι κάτι μοναδικό κι ανεπανάληπτο, όπως φαινόσουν να πιστεύεις από τον τρόπο που τής τα χάιδευες», είπε επιτέλους ο κύριος Υπολιμενάρχης ξεφυσώντας με ανακούφιση από μια εσωτερική κούραση που έδειχνε να τόν είχε φέρει στα όριά του, ενώ την ίδια στιγμή ο Ρήγας αδυνατούσε να απαλλαγεί από την εικόνα της θολής στεφάνης που περιέβαλλε τις θηλές του στήθους της Ασμάτ.

Δημήτρης Νόλλας, Ναυαγίων πλάσματα (έκδ. Κέδρος, Αθήνα 2009 2η, σσ. 63-65).

Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2015

λαβόντα την άφεσιν των εσφαλμένων


'Αγιοι Θεόδωροι Κλαυθμώνος

Τον πριν παλαιόν όντα σου ναόν μάρτυς
και μικρόν και πήλινον και σαθρόν λίαν
ανήγειρε Νικόλαος ο σος οικέτης
ο Καλόμαλος σπαθαροκανδιδάτος
ός εύρε σε προστάτην παιδιόθεν μέγαν
βοηθόν και πρόμαχον πολλών κινδύνων
όν πρέσβευε του άνω τυχείν κλήρου
λαβόντα την άφεσιν των εσφαλμένων
+ Μηνί Σεπτεμβρίω ινδικτιώνος γ'. έτους ΣΤΦΝΗ (;)
 
[=Τον παλαιό σου ναό, που ήταν μικρός, χωμάτινος και σαθρός, ξανάχτισε ο δούλος σου Νικόλαος ο Καλόμαλος, σπανθαροκανδιδάτος, ο οποίος από παιδί σε είχε προστάτη και μεγάλο βοηθό και υπερασπιστή σε πολλούς κινδύνους· γι' αυτόν μεσολάβησε να τύχει της άνωθεν σωτηρίας, αφού λάβει άφεση των αμαρτιών του. Σεπτέμβριος, τρίτη ινδικτιών, έτος 6558 από Κτίσεως Κόσμου (1049 μ.Χ.)].

Βυζαντινή Αθήνα, “Κτιτορικές επιγραφές ναών της Αθήνας” (έκδ. Δήμος Αθηναίων, Αθήνα 2004, σ. 80).

Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2015

ενοχλείς και επηρεάζεις


ΚΥΡΙΛΛΟΣ 

Ελέω Θεού Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ρώμης και Οικουμενικός Πατριάρχης. 

Ιερώτατε Μητροπολίτα Ευρίπου εν αγίω πνεύματι αγαπητέ συλλειτουργέ της ημών Μετριότητος, κυρ-Παΐσιε· χάρις είη σαυτή Ιερότητι και ειρήνη από Θεού. 

Διά της παρούσης ημετέρας πατριαρχικής επιστολής δηλοποιούμεν τη Αρχιερωσύνη σου ότι ανηνέχθη ημίν πώς, ουκ οίδαμεν όπως, ενοχλείς και επηρεάζεις το αυτόθι Γαλατάκη ευρισκόμενον ιερόν Μοναστήριον Βασιλικόν, και Σταυροπηγιακόν υπάρχον, το επ' ονόματι του αγίου Νικολάου τιμώμενον και προξενείς ταραχάς και συγχύσεις εις τους εν αυτώ πατέρας
όπου δεν συμφέρει τούτο τελείως με το να είναι σταυροπηγιακόν και ελεύθερον και δεν έχεις κανένα λόγον δικαίου. Προς δε τούτοις ολιγωρείς και περιφρονητικώς φέρεσαι εις το επιδοθέν εις το αυτό Μοναστήριον πατριαρχικόν Σιγγίλιον το παριστάνον την αυτονομίαν και αδουλωσίαν αυτού, και εμποδίζεις το μνημόσυνον του κανονικού Πατριαρχικού ημών ονόματος

Διά τούτο ήθελε σού γείνει η προσήκουσα κατά κανόνας εκκλησιαστική παιδεία· όμως κατά το παρόν εφιλανθρωπεύθημεν διά τινας αξιολόγους μεσιτείας και πρόσεχε λοιπόν καλώς να μη απομείνης πλέον αβοήθητος. 'Ετι δε και να απέχης από την εξουσίαν του Μετοχίου της Παναγίας όπερ εστί του Μοναστηρίου και ευρίσκεται εις θέσιν Πολιτικά. Και να μείνη εις την εξουσίαν του ρηθέντος Σταυροπηγιακού Μοναστηρίου μετά πάντων των προσόντων αυτώ κτημάτων και αφιερωμάτων· και στοχάζου από τα τοιαύτα τα μη διαφέροντά σοι πλέον να λείπης διά να μη σε ακολουθήση εκκλησιαστική παιδεία

Ούτω ποίησον και μη άλλως εξ αποφάσεως 
η δε του Θεού χάρις είη μετά της σης Ιερότητος.


αρχιμ. Ιερώνυμος Λιάπης [τα νυν αρχιεπίσκοπος], «Μονή Γαλατάκη» (ανάτυπον εκ του Μεσαιωνικά Μνημεία Ευβοίας, έκδ. Ι. Μ. Χαλκίδος, Αθήνα 1972, σσ. 21-22). Η επιστολή εστάλη περί τα 1752.

Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2015

Θεοδώρου Καντέρμπουρυ (+690)


Ὁ σπουδαιότερος τῶν Ἀρχιεπισκόπων Καντέρμπουρυ. Ἑλληνικῆς καταγωγῆς, γεννήθηκε στήν Ταρσό τῆς Κιλικίας τό 602 καί σπούδασε στήν Ἀθήνα. Ἀργότερα ἔγινε μοναχός. Σέ μεγάλη ἡλικία βρέθηκε στή Ρώμη, κατά τήν ἐκλογή Ἀρχιεπισκόπου Καντέρμπουρυ, μετά τόν θάνατο ἀπό ἐπιδημία τοῦ ἀρχιεπ. Βιγκχάρδου. Ὁ τότε Πάπας Βιταλιανός ἐξέλεξε τόν Ἀφρικανό κληρικό Ἀδριανό, ἀλλά ἐκεῖνος πρότεινε τόν Ἕλληνα Θεόδωρο. Ὁ Βιταλιανός δέχθηκε μέ τόν ὅρο νά συνοδεύση ὁ Ἀδριανός τόν Θεόδωρο στή Βρεττανία.
Ὁ Θεόδωρος χειροτονήθηκε διαδοχικά Διάκονος καί Πρεσβύτερος καί τήν 26. 3. 668 Ἐπίσκοπος. Ἔφυγε γιά τήν ἕδρα του συνοδευόμενος ἀπό τόν Ἀδριανό καί τόν Ἡγούμενο τῆς Νορθουμβρίας Βενέδικτο. Κατά τήν διαδρομή συνάντησε στό Παρίσι τόν πρ. Ἐπίσκοπο τοῦ Ντόρσεστερ ἅγ. Ἀγιλβέρτο καί τόν προσέλαβε στή συνοδεία του.
Στό Καντέρμπουρυ ἔφθασε τήν 27. 5. 669 καί ἀμέσως διόρισε Ἡγούμενο τῆς Μονῆς τοῦ ἁγ. Πέτρου τόν Βενέδικτο. Παρά τήν ἡλικία του καί τό γεγονός, ὅτι ἦταν ἀπολύτως ξένος μέ τήν ἡμιβάρβαρη Ἀρχιεπισκοπή του, ἐπέδειξε θαυμαστό ζῆλο γιά τήν ἱεραποστολή καί τήν ὀργάνωσή της. Μαζί μέ τόν Ἀδριανό ἵδρυσε τήν περίφημη Σχολή τοῦ Καντέρμπουρυ. Περιόδευσε ὅλη τήν χώρα, χειροτόνησε Ἐπισκόπους καί συγκάλεσε Συνόδους, ὅπως τοῦ HERTFORD (τό 670, μέ τήν ὁποία θεσπίσθηκαν Κανόνες ζωῆς τῶν Χριστιανῶν) καί τοῦ HETFILD (τό 680, μέ τήν ὁποία ἀναγνωρίσθηκαν οἱ μέχρι τότε πέντε Οἰκουμενικές Σύνοδοι καί καταδικάσθηκε ὁ Μονοφυσιτισμός - Μονοθελητισμός).
Κοιμήθηκε είρηνικά τό 690, σέ ἡλικία 88 ἐτῶν. Ἐνταφιάσθηκε κοντά στόν ἅγ. Αὐγουστῖνο, πρώτο Ἀρχιεπίσκοπο τοῦ Καντέρμπουρυ, στή Μονή τῶν ἁγ. Ἀποστόλων Πέτρου καί Παύλου. Τό 1091, λίγα μόλις χρόνια μετά τήν ἔκπτωση τῆς Βρεττανίας ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Πίστη καί τήν ἐπιβολή διά τῆς βίας τοῦ Παπισμοῦ, τό Λείψανό του ἀνακομίσθηκε ἀδιάφθορο. Μετά τήν Διαμαρτύρηση δέν ὑπάρχουν πληροφορίες γιά τήν τύχη του. Ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 19η Σεπτεμβρίου.

Εκ του συναξαρίου της ημέρας. Βλέπε σχετική ανάρτηση του καθ. Αντ. Μάρκου εδωδά.

Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2015

δ' όσοι φρονούσιν εις ημάς μέγα


ΑΦΡΟΔΙΤΗ:

Πολλὴ μὲν ἐν βροτοῖσι κοὐκ ἀνώνυμος θεὰ κέκλημαι Κύπρις οὐρανοῦ τ' ἔσω• ὅσοι τε Πόντου τερμόνων τ' Ἀτλαντικῶν ναίουσιν εἴσω, φῶς ὁρῶντες ἡλίου, τοὺς μὲν σέβοντας τἀμὰ πρεσβεύω κράτη, 5 σφάλλω δ' ὅσοι φρονοῦσιν εἰς ἡμᾶς μέγα. ἔνεστι γὰρ δὴ κἀν θεῶν γένει τόδε• τιμώμενοι χαίρουσιν ἀνθρώπων ὕπο. δείξω δὲ μύθων τῶνδ' ἀλήθειαν τάχα. 

 ὁ γάρ με Θησέως παῖς, Ἀμαζόνος τόκος, 10 Ἱππόλυτος, ἁγνοῦ Πιτθέως παιδεύματα, μόνος πολιτῶν τῆσδε γῆς Τροζηνίας λέγει κακίστην δαιμόνων πεφυκέναι• ἀναίνεται δὲ λέκτρα κοὐ ψαύει γάμων, Φοίβου δ' ἀδελφὴν Ἄρτεμιν, Διὸς κόρην, 15 τιμᾶι, μεγίστην δαιμόνων ἡγούμενος, χλωρὰν δ' ἀν' ὕλην παρθένωι ξυνὼν ἀεὶ κυσὶν ταχείαις θῆρας ἐξαιρεῖ χθονός, μείζω βροτείας προσπεσὼν ὁμιλίας. τούτοισι μέν νυν οὐ φθονῶ• τί γάρ με δεῖ; 20 

ἃ δ' εἰς ἔμ' ἡμάρτηκε τιμωρήσομαι Ἱππόλυτον ἐν τῆιδ' ἡμέραι• τὰ πολλὰ δὲ πάλαι προκόψασ', οὐ πόνου πολλοῦ με δεῖ. ἐλθόντα γάρ νιν Πιτθέως ποτ' ἐκ δόμων σεμνῶν ἐς ὄψιν καὶ τέλη μυστηρίων 25 Πανδίονος γῆν πατρὸς εὐγενὴς δάμαρ ἰδοῦσα Φαίδρα καρδίαν κατέσχετο ἔρωτι δεινῶι τοῖς ἐμοῖς βουλεύμασιν. καὶ πρὶν μὲν ἐλθεῖν τήνδε γῆν Τροζηνίαν, πέτραν παρ' αὐτὴν Παλλάδος, κατόψιον 30 γῆς τῆσδε, ναὸν Κύπριδος ἐγκαθείσατο, ἐρῶσ' ἔρωτ' ἔκδημον, Ἱππολύτωι δ' ἔπι τὸ λοιπὸν ὀνομάσουσιν ἱδρῦσθαι θεάν. 

ἐπεὶ δὲ Θησεὺς Κεκροπίαν λείπει χθόνα μίασμα φεύγων αἵματος Παλλαντιδῶν 35 καὶ τήνδε σὺν δάμαρτι ναυστολεῖ χθόνα ἐνιαυσίαν ἔκδημον αἰνέσας φυγήν, ἐνταῦθα δὴ στένουσα κἀκπεπληγμένη κέντροις ἔρωτος ἡ τάλαιν' ἀπόλλυται σιγῆι, ξύνοιδε δ' οὔτις οἰκετῶν νόσον. 40 

ἀλλ' οὔτι ταύτηι τόνδ' ἔρωτα χρὴ πεσεῖν, δείξω δὲ Θησεῖ πρᾶγμα κἀκφανήσεται. καὶ τὸν μὲν ἡμῖν πολέμιον νεανίαν κτενεῖ πατὴρ ἀραῖσιν ἃς ὁ πόντιος ἄναξ Ποσειδῶν ὤπασεν Θησεῖ γέρας, 45 μηδὲν μάταιον ἐς τρὶς εὔξασθαι θεῶι• 

ἡ δ' εὐκλεὴς μὲν ἀλλ' ὅμως ἀπόλλυται Φαίδρα• τὸ γὰρ τῆσδ' οὐ προτιμήσω κακὸν τὸ μὴ οὐ παρασχεῖν τοὺς ἐμοὺς ἐχθροὺς ἐμοὶ δίκην τοσαύτην ὥστε μοι καλῶς ἔχειν. 50 

ἀλλ' εἰσορῶ γὰρ τόνδε παῖδα Θησέως στείχοντα, θήρας μόχθον ἐκλελοιπότα, Ἱππόλυτον, ἔξω τῶνδε βήσομαι τόπων. 

πολὺς δ' ἅμ' αὐτῶι προσπόλων ὀπισθόπους κῶμος λέλακεν, Ἄρτεμιν τιμῶν θεὰν 55 ὕμνοισιν• οὐ γὰρ οἶδ' ἀνεωιγμένας πύλας Ἅιδου, φάος δὲ λοίσθιον βλέπων τόδε


Η είσοδος της Αφροδίτης [πρβλ. κατά το στιχηρόν του Πάσχα: Δεύτε από θέας Γυναίκες ευαγγελίστριαι, καὶ τῇ Σιὼν εἴπατε· Δέχου παρ' ἡμῶν χαρᾶς (: ή, αράς! τουλάχιστον εδώ) εὐαγγέλια...] στην τραγωδία του Ευριπίδη Ιππόλυτος. Η οποία ταυτόχρονα μάς εισάγει σε όλη την κείμενη τραγωδία. Το κείμενο εκ του Euripidis fabulae (J. Diggle (ed.), vol. 1. Oxford: Clarendon Press, 1984).

Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2015

τα μυστικά της ομορφιάς


Κάπου αλλού, ένα απόσπασμα κωμωδίας αποδεικνύει ότι οι γυναίκες ελαφρών ηθών δεν δίσταζαν να διαβιβάζουν από γενιά σε γενιά τα μυστικά της ομορφιάς:
«Μόλις βγάλουν τα δικά τους χρήματα, στρέφουν την προσοχή τους στα κορίτσια που κάνουν τα πρώτα τους βήματα στο επάγγελμα. Τις αναμορφώνουν, τους αλλάζουν όψη.
Αυτή είναι πολύ κοντή; Φελλό στα παπούτσια της. Η άλλη είναι πολύ ψηλή; Κομψά πασουμάκια και το κεφάλι γερμένο προς τον ώμο, για να φαίνεται κοντύτερη. Αυτή εκεί δεν έχει περιφέρεια; Φουρό αμέσως και το κοινό θα μείνει άφωνο από τα ωραία της οπίσθια.
Είναι σαν τους άνδρες ηθοποιούς με τα πρόσθετα στήθη. Τις βάζουν να στέκονται στητές και να προκαλούν με τα μισοσηκωμένα τους φορέματα. Τα φρύδια τους είναι πολύ αραιά; Τους τα βάφουν με μαύρο χρώμα. Είναι πολύ σκουρόχρωμες; Τις πασπαλίζουν με πούδρα.
Εάν το δέρμα της εταίρας είναι πολύ λευκό, βάζει χρώμα. Εάν κάποιο μέρος του κορμιού της είναι όμορφο, το απογυμνώνει. 'Εχει ωραία δόντια; Θα προσπαθεί να γελάει συνέχεια, ώστε η συντροφιά της να θαυμάσει το στόμα της, που την κάνει τόσο περίφανη. Εάν δεν έχει διάθεση να γελάσει... κρατάει ανάμεσα στα χείλη ένα κλαδάκι μυρτιάς, ώστε να χαμογελάει είτε το θέλει είτε όχι».

('Αλεξις, απόσπασμα 18)


Bérénice Ceoffroy-Schneiter, Γυκαικείο Κάλλος (μτφρ. Ιω. Λεκκάκου, έκδ. 'Αγρα, Αθήνα 2005, σσ. 20-21). Ο 'Αλεξις υπήρξε «ποιητής της Μέσης Κωμωδίας που αναφέρεται και ως δάσκαλος ή θείος του Μένανδρου. 'Εζησε περίπου από το 372 ώς το 270 π.Χ. (Σ.τ.μ.)» (ό.π.).

Παρασκευή, 4 Σεπτεμβρίου 2015

βυθίζω το φεγγάρι



Τις νύχτες πέφτει 
Λιβάνι ο έρωτας 
Στα καρβουνάκια *

Η πολύ χαμηλή θερμοκρασία γεμίζει χαρά τη φύλακα του μουσείου, μια γυναίκα εξήντα ενός χρονώ, υπεύθυνη του τελευταίου πατώματος του Μουσείου Καλών Τεχνών του Καταντζάρο. Κανείς σχεδόν δεν επισκέπτεται το μουσείο και κανείς δεν ανεβαίνει στο πάνω πάτωμα· με το κρύο που κάνει, δικαιολογείται να φοράει το βαρύ μάλλινο παλτό της που χρησιμεύει σαν κάλυμμα για να κάθεται να αυνανίζεται κάθε τόσο μες στο χειμώνα, στυλώνοντας το βλέμμα στον φλογερό και μύωδη Ιωάννη το Βαπτιστή, που βρίσκεται στην άλλη άκρη της χωρίς θέρμανση αίθουσας, έργο ενός ανώνυμου μαθητή του Καραβάτζιο.

*

Μια εικοσιτετράχρονη παίκτρια τσέλο κάθεται γυμνή σε ένα σκαμνί στην κρεβατοκάμαρά της στη Μανίλα. 'Εχει απλώσει τα πόδια της και με το αριστερό της χέρι τραβάει προς τα πίσω τα χείλη του αιδοίου της, ενώ με το δεξί περνάει την άκρη του δοξαριού πάνω από την κλειτορίδα της με ένα αχαλίνωτο τρέμουλο.

*

'Ενας ανθρωπολόγος πλησιάζει ένα δεκαεπτάχρονο αγόρι που στέκεται σε μια ακρογιαλιά κοντά στη Σούβα, στις νήσους Φίτζι, και που χωρίς να νιώθει ντροπή αυνανίζεται κι εκσπερματώνει στο απαλό κύμα του Ειρηνικού. Ρωτάει το παιδί πώς λέγεται αυτό που κάνει. Η απάντηση του νέου είναι «Τοκολάνο», που σημαίνει «βυθίζω το φεγγάρι».


Harry Mathews, Ιδιαίτερες απολαύσεις (μτφρ. Ιουλία Ραλλίδη, έκδ. 'Αγρα, Αθήνα 1986, σσ. 32, 46, 57).


-----
* Στο motto χάικου του Χρίστου Γ. Παπαδόπουλου (Κάϊρο) από τα χάϊκου της ερήμου (εδώ το νο 7).

Τρίτη, 1 Σεπτεμβρίου 2015

ο πρόναος ούτος, ήτοι νάρθηξ


θα σού φέρω ένα πράσινο πανωφόρι από την Κίνα 
που θά 'χει πάνω κεντημένους δράκους, 
θα σού βάλω τα κατακόκκινα μεταξωτά βρακιά 
από το άγαλμα του Θείου Βρέφους 
στη Σάντα Μαρία Νοβέλα, 
για να μην πουν ότι μάς λείπει γούστο, 
ή πώς η οικογένεια δε βαστάει από μεγάλο σόι. *


στην Μονή Καισαριανής αναγράφεται
Ιστόρηται ο πρόναος ούτος, ήτοι νάρθηξ,
διά δαπάνης των προσδραμόντων τη Μονή
φόβω λοιμού
τη κραταιά χειρί της πανυμνήτου Τριάδος,
και σκέπη της Μακαρίας Παρθένου,
οίτινες εισίν, ο ευγενής και λογιώτατος Μπενιζέλος,
υιός Ιωάννου,
άμα ταις ευγενέσιν αδελφαίς και τη τεκούση,
και τη λοιπή αυτού συνοδεία,
επί ηγουμένου Ιεροθέου του σοφωτάτου ιερομονάχου,
διά χειρός δε Ιωάννου Υπάτου του εκ Πελοποννήσου.
'Ετει ΑΧΠΒ' μηνί Αυγούστω κ'

[Δηλαδή: Ιστορήθηκε αυτός ο πρόναος, δηλαδή ο νάρθηκας, με έξοδα αυτών οι οποίοι από το φόβο λοιμού προσέφυγαν στη Μονή με τη βοήθεια της παντοδύναμης και Πανυμνήτου Τριάδος και με την προστασία της Μακαρίας Παρθένου, δηλαδή του λογιότατου Μπενιζέλου, γιού του Ιωάννη, με τις ευγενείς στην καταγωγή αδελφές του και τη μητέρα του και την υπόλοιπη συνοδεία του, επί ηγουμένου Ιεροθέου, του σοφότατου ιερομονάχου, διά χειρός δε του Πελοποννήσιου Ιωάννη Υπάτου. 20 Αυγούστου του 1682].

Βυζαντινή Αθήνα, “Κτιτορικές επιγραφές ναών της Αθήνας” (έκδ. Δήμος Αθηναίων, Αθήνα 2004, σ. 81).


-----
 * Το motto εκ του 'Eζρα Πάουντ, 32 ποιήματα (εισαγ.-μτφρ.-σημ. Γ. Λειβαδάς, έκδ. Κουκούτσι, Αθήνα 2013, σσ. 40-41).

Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2015

η αποκατάσταση του σώματος


Ο χριστιανισμός αποκατέστησε το σώμα με το κήρυγμα της Αναστάσεως του Χριστού εκ νεκρών και της Ενσαρκώσεως του Θεού. Αποκαθιστώντας το σώμα, ολοκλήρωσε την αντιστροφή με την έννοια της αναζωογόνησης και της ανανέωσης του κόσμου.
[...]
Το κήρυγμα αυτής της νέας πίστης για την αποκατάσταση του σώματος κατά τη μεταθανάτια ζωή έδρασε θαυματουργικά τόσο στο νού όσο και στην καρδιά των ανθρώπων. Αυτή η διδασκαλία θύμιζε πολύ στον κόσμο την ομηρική, τη λαϊκή πίστη της πρώιμης περιόδου του [κόσμου] στην μεταθανάτια ζωή των ανθρώπων, αλλά ήταν ασύγκριτα συμπαθέστερη από εκείνη.
[...]
Ο χριστιανισμός επέστρεψε στο σώμα εκείνα τα δικαιώματα, τα οποία ο Δημιουργός του κόσμου τού προόριζε κατά τη δημιουργία. Κι έτσι, καθαγίασε το σώμα ως «ναό του Αγίου Πνεύματος», δηλαδή ως κάτι θεϊκό, κάτι αναμφισβήτητο. Η αποκατάσταση του σώματος είναι μακράν η αιτία της ξαφνικής εξάπλωσης του χριστιανισμού και της ιστορικής του δόξας. Με την αποκατάσταση του σώματος ο χριστιανισμός ανανέωσε τον κόσμο και έδωσε παλμό στους λαούς για νέους ένδοξους άθλους, κάτι που είναι χαρακτηριστικό μόνο των νέων και δυνατών λαών.
[...] η Ανάσταση είναι για τον ίδιο λόγο σήμερα δημοφιλής, για τον οποίο ήταν δημοφιλής και κατά τα πρώτα χρόνια του χριστιανισμού, επειδή μ' αυτήν εορτάζεται η αποκατάσταση του σώματος.

αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Το σώμα υπό το φως της Αναστάσεως (έκδ. Χρόες, Αθήνα 2013, σσ. 87, 94, 98, 99).

Δευτέρα, 24 Αυγούστου 2015

μεταθανάτια ζωή


Οι 'Ελληνες πίστευαν στη μεταθανάτια ζωή.
Το σώμα, κατά την αντίληψή τους, είναι θνητό ενώ η ψυχή αθάνατη. Αλλά την ψυχή δεν τη φαντάζονταν σαν κάτι άμορφο και άυλο. 'Οχι· η ψυχή είναι από αόρατη ύλη, που έχει το σχήμα του σώματος, από το οποίο κατά το θάνατο δραπετεύει. Το σώμα υποτάσσεται στον θάνατο, αλλά η ψυχή όχι· η ψυχή κατά τον 'Ομηρο είναι άφθαρτη και για το θάνατο απρόσιτο ον (Ιλιάδα, Ψ΄ 65).
Παρόλα αυτά, πραγματικός αληθινός άνθρωπος, δεν είναι ο ψυχικός άνθρωπος, αλλά ο σωματικός άνθρωπος, αυτός στην πραγματικότητα είναι ο πλήρης άνθρωπος [...]· η ψυχή είναι μόνο προσωποποίηση του υπαρκτού σωματικού ανθρώπου, είναι μόνον το είδωλον (Ιλιάδα, Ψ΄ 100. - Οδύσσεια, ε΄ 495. - ζ΄ 222). Ως σκιά κατοικεί λοιπόν η ψυχή στο σώμα, ως σκιά παρατείνει την ύπαρξή της και μετά το θάνατο του σώματος.
[...]
[στον Πλάτωνα όμως:] Η ψυχή καθοδηγεί το σώμα, όπως ο αμαξάς καθοδηγεί τους ίππους. Το σώμα κατά κάποιον τρόπο είναι το είδωλον της ψυχής, και όχι το αντίστροφο, όπως θεωρούσε ο 'Ομηρος.
Το σώμα είναι κακό, από το οποίο πρέπει να φυλαχθούμε, από το οποίο πρέπει να αμυνθούμε και πρέπει να το συγκρατήσουμε όσο το δυνατόν πιο σφικτά, ώστε η ψυχή μέσα του να αισθανθεί πιο ελεύθερη και πιο ανεξάρτητη.

αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Το σώμα υπό το φως της Αναστάσεως (έκδ. Χρόες, Αθήνα 2013, σσ. 64, 74).