Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2018

κατουράς σβέλτα


[...] Κατουράς σβέλτα, πλένεις το κουτάλι κι αν φτάσει το νερό και τα χεριά σου, βγαίνεις τρεχάτος κι αρπάζεις από τον αριστερό πάγκο το πιάτο σου – στην περίπτωσή μου δίχως πια βρισιές. Με συμπάθησαν κι οι δυό τους. Ο ένας από την τρίτη βραδιά, ο δεύτερος λίγο αργότερα, όταν την πιο απελπισμένη Δευτέρα, λίγο πριν κοιμηθώ, μού πέταξε το γκρίζο παντελόνι – το μπλε είχε σχιστεί – κι ένα προσόψι. Ο πρώτος – ένας από όσους μ’ έδειραν – ακόμη και τώρα όταν με βλέπει θέλει χειραψία και ρωτά σχεδόν καλοσυνάτα και φανερά συγκινημένος: έ φίλε, τί γίνεται;


*

[...] Ασφαλώς μεγαλύτερο από τα προηγούμενα, είπα, αλλά στενόμακρο και από πουθενά αέρας. Χτύπησα την πόρτα, στο φινιστρίνι φάνηκε ο ξανθός, ρώτησα πώς αναπνέω, μού έδειξε ψηλά, πάνω από την πόρτα, κάτι κλειστό. Τού είπα πως έχασα την ψυχραιμία μου, οι γυναίκες τη χάνουν, αποκρίθηκε, κι ύστερα από λίγο: αν κρυώνεις, σκεπάσου με την κουβέρτα / Δεν είδα ξανά γύρω μου, ούτε ψηλά ούτε χαμηλά, έπεσα όπως ήμουν στο κρεβάτι με το κεφάλι κολλητά στον τοίχο, έκλεισα τα μάτια, έβαλα από πάνω το χέρι μου, και περίμενα να ξημερώσει. [...]

Δ.Ν. Μαρωνίτης, Μαύρη γαλήνη (έκδ. Το Ροδακιό, Αθήνα 2007 [1973]).

Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2018

και συμμετοχή


[...]

Η επιθυμία μου να μένω κλεισμένος στο σπίτι μου είναι πια τόση ώστε προσπαθώ και όλες τις συναντήσεις μου, όλες τις επαπειλούμενες επισκέψεις στο σπίτι μου, να τις μετατρέψω σε πρωϊνές επισκέψεις στο γραφείο μου, ώστε να γλιτώνω τις ώρες του σπιτιού από τη διάσπαση σε μικρά μικρά κομματάκια αναμονής ή αυτονόητης κουβέντας. Δυστυχώς, δεν μπορώ να έχω και μερικές δήθεν ερωτικές – ο Θεός να τις κάνει «ερωτικές» - συναντήσεις μου στο γραφείο ώστε να τελειώνει κι αυτή η υποχρέωση.

[...] συνήθως αρνούμαι τα τραπέζια. Σε κάποιον μάλιστα που επέμενε ένα βράδυ πολύ και που στα νιάτα του πρέπει να ήταν κάτι είπα: «Άκου να σού πώ, δεν είναι τα τραπέζια, που έχω εγώ ανάγκη...». Και γελάσαμε, γιατί ο τόνος μου έδινε σαφώς να καταλάβει από ποιο άλλο έπιπλο έχω πιο πολύ ανάγκη. Κι έτσι συνήθως αρνούμαι: Χάσιμο χρόνου και πάρσιμο βάρους.

[...]

Πρόταση τέταρτη: Προσκλήσεις, προκλήσεις, προτάσεις, επισκέψεις, για έρωτα. [Αυτές γίνονται ολοένα πιο δύσκολες. Δεν τις δυσκολεύει μόνο η ηλικία αλλά και το πάχος. Δεν είμαι πολύ παχύς, ούτε και τόσο μεγάλος, αλλά είμαι αρκετά παχύς και αρκετά μεγάλος, ώστε να υφίσταμαι τη σχετική ερώτηση. Το βλέπω στα μάτια που δεν σταματούν πια απάνω μου ή και που ξεγλιστρούν με ταχύτητα, όταν νιώσουν πως κοιτάω με ενδιαφέρον. Δεν λέγω πως δεν έχω καθόλου έρωτες, δηλαδή σεξουαλικές πράξεις, αλλά δεν έχω πάντα αυτούς που θέλω και προπαντός στην ένταση και στην ποιότητα που τούς θέλω. Τα πρόσωπα που μένουν κοντά μου, ερωτικά κοντά μου, είναι συνήθως από κείνα που δεν έχω και μεγάλη ερωτική ζήτηση. Υπάρχει μια σύμβαση, μια σιωπηρά συμβιβαστική κατάσταση, τόσο για μένα όσο και γι’ αυτά. Πιο πολύ μένουν για την ασφάλεια που τούς παρέχω, τη σιγουριά, που τούς εξασφαλίζω, την εκπλήρωση των λόγων μου μέχρι κεραίας. Βέβαια, πολύ γρήγορα καταλαβαίνουν ότι και εγώ έχω τις ίδιες απαιτήσεις για προσεχτικότητα κι έτσι, όποιο πρόσωπο μένει, τουλάχιστο σ’ αυτό το θέμα φέρεται μάλλον ικανοποιητικά. Δεν βαριέσαι, στο κάτω κάτω ο σκοπός είναι να έχεις κοντά σου, στο κρεβάτι σου, έναν εκπρόσωπο του γένους των ανθρώπων, κι από κεί και πέρα τα άλλα ανήκουν στη σφαίρα των ονείρων].

[...]

Γιώργος Ι. Ιωάννου, “Εγκλεισμός και συμμετοχή”, εν Ερουρέμ (τ. 3, Χειμώνας 1984, σσ. 33-34, 41, 42).

Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2018

αλλά και την τεκνοποίηση


Τελικά, όσον αφορά το ανθρώπινο είδος, η σεξουαλική επιθυμία απαγορεύεται να πραγματωθεί εντός των ορίων της πυρηνικής οικογένειας. Αυτή η λεγόμενη απαγόρευση της αιμομιξίας, όταν έχουν παρέλθει πλέον τα άγχη που τη συνοδεύουν, νοηματοδοτεί με ύψιστη και συνειδητή κοινωνική αξία, με αίσθημα ευθύνης, όχι μόνο τον λόγο στον χώρο της εργασίας και των ανταλλαγών, αλλά και την τεκνοποίηση
·
διότι ανάγει την πατρότητα και τη διαδοχή των γενεών σε γλωσσική διεργασία, που υπερέχει της σαρκικής, και διότι υποτάσσει την εκτός νόμου επιθυμία στην απώθηση, η οποία εξαναγκάζει να μετουσιωθεί δημιουργικά σε έργα οτιδήποτε αναπτύσσεται εστιάζοντας αθέμιτα στις σώμα με σώμα, ρητά απαγορευμένες σχέσεις.

Φρανσουάζ Ντολτό, Για τη μοναξιά (μτφρ. Ελ. Κούκη, έκδ. Σμίλη, σσ. 28-29).

Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2018

κορμί που κρύβει την αθανασία


ΜΗΔΕΝ

Α΄
Το σώμα σου προεκτείνεται αργά
αγγίζεις πια τις παρειές εκκολαπτόμενων γιγάντων.

καίγεσαι, καίγεσαι.
βουβαίνονται τα πλήθη των ανθρώπων
βαθαίνουν οι ρωγμές και μένεις μόνος.

Ο τόπος απομένει αδειανός·
το στόμα σου προάγγελος της ξηρασίας.
καίγεσαι, καίγεσαι.
Το είδωλό σου στον καθρέφτη προσκυνάς
σκύβει κι αυτό γονυπετεί μπροστά σου.

Φιλί θανάτου
Χαίνουσα άβυσσος καταβροχθίζει τους ποιμένες
των εριφίων που επιδίδονται σε αλαλαγμούς.
Ξεραίνονται τα μέλη των γιγάντων
Μαραίνονται τα μάτια σου και πέφτουν κάτω.
Φιλί θανάτου
Ιδού πελώριο μηδέν.

Β΄
Η κόρη αποσύρεται στο τυπικό της πλαίσιο
Το δάκρυ της είν' η βροχή μιας αναπάντεχης ημέρας
και πριν ακόμα ξημερώσει πετούν στους κήπους της πουλιά
Λευκή λευκότερη κι' από το χιόνι Δέσποινά μου
με πότισαν οι άνθρωποι φαρμάκι.

Σύννεφα πλέκουν στον ορίζοντα το φυλαχτό μου
Λυγίζουν πια τα γόνατά μου
Μειδιούν τα δάκρυα των πολλών μου αμαρτιών.

Στέκεις αγνή, μού παραστέκεις
απόψε που με ψήνει ο πυρετός.
Λευκή, λευκότερη κι' από το χιόνι Δέσποινά μου
η μεσιτεία σου είναι οδός χαριτωμένη.

Γ΄
Τώρα πετούνε διάφανα πουλιά στον ουρανό
Μετρώ στο σώμα μου τα βήματα της οικουμένης
[Διακινδυνεύω μιαν υποκρισία]
Κρυφά κι ανάκρυφα ιχνηλατεί τα βράδια
κορμί που κρύβει την αθανασία.

Άγγελος Καλογερόπουλος, εν Ερουρέμ (τ. 3, Χειμώνας 1984, σσ. 54-55).

Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2018

υποφέρουμε για να ζήσουμε


Αφότου το ανθρώπινο ον εισήλθε στον κόσμο των φαινομένων, αφότου ως υποκείμενο λόγου αποτελεί συνάντηση των αναπαραγωγικών κυττάρων εκείνων που επέλεξε να είναι γονείς της ενσάρκωσής του, η επιθυμία του δεν σταματά ποτέ μέχρι τον θάνατο του σώματος.

Η επιθυμία ακολουθεί μια πορεία σπειροειδούς κίνησης που ανοίγεται δυναμικά και εξελίσσεται μέσα από αυτό που στο σώμα του ανθρώπου είναι ανάπτυξη και πολλαπλασιασμός, με προσθήκη-αποκοπή-αποβολή, την οποία η ζωή των σχέσεων συμβολίζει με μια γλώσσα εκφραστική, σε διαρκή μεταλλαγή, καρπό των διαμελισμών του.

Αν η δυναμική της επιθυμίας εγκλωβίζεται στην απομόνωση αντί να προχωρά προς το πεπρωμένο που ανοίγεται μπροστά της, τότε η σπειροειδής κίνηση επιβραδύνει τον ρυθμό της, αναδιπλώνεται και προσφεύγει φαντασιακά σε παρελθούσες δομές του εγώ που λειτουργούν ως υποκατάστατα στοιχείων του εξωτερικού κόσμου, προξενεί εγκύστωση της γλώσσας και της σύμφυτης με την ανθρώπινη επιθυμία συμβολικής λειτουργίας, διασπά κάθε πιθανή έκφανσή της, την οποία έκτοτε εκλαμβάνει ως ένα αλλού· κι αν δεν έλθει κανείς να βγάλει το άτομο από τον φαύλο κύκλο του, στρεβλώνει και μετατρέπει οριστικά την ανάπτυξη και τον πολλαπλασιασμό σε συμβολική θανάτου και διαίρεσης.

Φρανσουάζ Ντολτό, Για τη μοναξιά (μτφρ. Ελ. Κούκη, έκδ. Σμίλη, σσ. 70-71).

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2018

σκοτεινές ιστορίες


[...]

Φαγωμένες οι λέξεις ένα σύνθημα ένα.

Πόσα παίρνει το μήνα ο χαφιές;
Πόσα παίρνεις εσύ;
Τόνα χέρι στην Αλβανία.
Τόνα πόδι στην Κατοχή.
Και τα λόγια που ξέρουν μονάχα το ψέμα.
Το μυαλό μπουκωμένο.
Το ψωμί το πικρό και πιο πέρα η τανάλια η Ευρώπη -
σκοτεινές ιστορίες.

[...]

Ποιός είσαι εσύ που περπατάς το δισάκι στον ώμο
παραμιλώντας; Χρόνο το χρόνο
σού σακατέψανε τη γενιά
προσκυνημένοι εμπόροι χωροφύλακες.
Το μούτρο σου μια ζαρωμένη εφημερίδα
Κι εκείνο το νησί που αγάπησες
όλο το Αιγαίο μια σκάφη με σκατά.
Ό,τι κι αν πείς δεν είναι απόκριση
κι απ' τον Αισχύλο ώς το Σεφέρη να φυσάει ο αέρας
η λευτεριά που πάλεψες – σκοτεινές ιστορίες.

Τάκης Σινόπουλος, ικανά αποσπάσματα από το ποίημα «Νυχτερινός μονόλογος» [1977, 1980] της συλλογής «Δρομοδείχτες» [1960-1980], όπως περιέχεται στην συγκεντρωτική έκδοση Συλλογή ΙΙ (έκδ. Ερμής, Αθήνα 1997, σσ. 34, 35).

Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2018

ύμνος στην μοναξιά


Σίτός ειμι Θεού
και σπουδάζω λοιπόν
αλησθήναι δεινότατα
όπως τω δεσπότη
έντιμος άρτος
όλος γενήσομαι.*

Δίχως εσένα, Μοναξιά του ανθρώπινου ζήν, που, από τα παιδικά χρόνια ώς τα γηρατειά, είσαι παγίδα ή οίστρος της ανθρώπινης επιθυμίας· δίχως εσένα που παραμονεύεις κάθε της έκφανση και κάνεις το σώμα, το φύλο να θέλγεται πάντα από τον άλλο, κάτοχο αυτού που το ίδιο δεν έχει και επιθυμεί να γνωρίσει, δίχως εσένα που το απειλείς, το σαγηνεύεις και το δηλητηριάζεις, δίχως εσένα που οφείλει να σού ξεφύγει, στο ανθρώπινο είδος δεν θα υπήρχαν παρά μονόλογες σκέψεις, θόρυβοι από φλύαρα λόγια για ενικές ανάγκες ή πληθυντικές, δεν θα υπήρχαν καθόλου έργα, καθόλου πολιτισμός, καθόλου γέλια παιδιών, καθόλου χαρά, γιορτές, ποίηση, τέχνες, επιστήμες, εφευρέσεις, καθόλου ζωντανό τριαδικό μυστήριο, το καθημερινό αυτό μυστήριο που τετριμμένα ονομάζουμε πατρική, μητρική και υιική αγάπη, καθόλου όπλα, καθόλου βιοτεχνία, καθόλου έλεγχος των πραγμάτων, καθόλου ερωτήσεις στον έναστρο ουρανό, στις δυνάμεις των ποταμών, στη γονιμότητα της γής, καθόλου ανταλλαγές, συναλλαγές.

Βέβαια, στον πλανήτη μας θα υπήρχε η φύση· θα ήταν στην πρωταρχική μορφή της, μόνον από τα στοιχεία της θα καταδυναστευόταν, θα υπήρχαν γυμνές ακτές, ποταμοί θα κυλούσαν νωχελικά ή αφανίζοντας τα πάντα στο πέρασμά τους, θα υπήρχαν βουνά χιονοσκέπαστα, παρθένες κορυφές, σπήλαια χωρίς ζωγραφιές στα τοιχώματά τους, μνήματα χωρίς προσφιλή αντικείμενα πλάι στα λείψανα· δεν θα υπήρχε καθόλου κυνήγι, καθόλου ζώα εξημερωμένα, καθόλου καταλύματα οικεία, καθόλου ερωτήσεις στις δυνάμεις της φωτιάς, στις δυνάμεις των ποταμών, των θαλασσών· στη γή, καθόλου ερωτήσεις στη γονιμότητά της· μεταξύ των ανθρώπων, καθόλου παραγωγική εργασία, καθόλου ανάπαυση με τη χαρά του ποτού που φέρνει γέλιο στα χείλη και οδηγεί τους χορούς, καθόλου έργα, μαρτυρίες πολιτισμών, ούτε κατακτήσεις, φθαρτή δόξα του είδους μας, καθόλου εφευρέσεις και γνώση φυλαγμένη που να μεταδίδεται ως διδασκαλία, καθόλου ανάβρυσμα τέχνης στην πεζή καθημερινότητα, καθόλου αφηγήσεις ονείρων και περιπετειών που, στις αγρυπνίες, γεμίζουν τα μάτια θαυμασμό, πλημμυρίζουν τα μάτια γέλιο ή δάκρυα, καθόλου θεοί αρωγοί ή απειλητικοί, πλασμένοι κατ' εικόνα των ανθρώπων.

Βέβαια, θα υπήρχε πολλή οδύνη και πολλή ευχαρίστηση, αλλά καθόλου πόνος και χαρά αγάπης, καθόλου αλληλοβοήθεια, καθόλου μένος αδικοπραγίας καθόλου νόμοι να συνδέουν τις οικογένειες, να ορίζουν τις συμμαχίες, καθόλου ομάδες με γνώμονα τη φιλία.

Ίσως να μην υπήρχε καθόλου ρατσισμός, δεν θα υπήρχαν όμως καθόλου και άσματα πολεμικά, πένθους ή θριάμβου, καθόλου χορός και ποίηση, καθόλου αριθμοί και γραφή, καθόλου παιχνίδια δεξιότητας και τυχερά παιχνίδια, καθόλου παιδιά χαρωπά και αυθάδη, καθόλου βραχιόλια, περιδέραια και δαχτυλίδια, καθόλου μαρτυρίες αγάπης, καθόλου σοφά φίλτρα να ελέγχουν τα αισθήματα, να καταπραΰνουν τους πόνους.

Ασφαλώς θα υπήρχε το ανθρώπινο είδος, θηλαστικά γυμνά, σπαρμένα στον χώρο και στις εποχές, μαζεμένα σε αγέλες με οδηγό την πείνα, στοιβαγμένα το ένα πάνω στο άλλο μέσα στο κρύο, να φωλιάζουν στον ύπνο, να ουρλιάζουν στους κατακλυσμούς, να τρέφουν και να κρατούν αγκαλιά τα μικρά τους, αλλά δεν θα υπήρχαν καθόλου σοφοί να ερμηνεύουν τα σημεία, καθόλου τριαδικό μυστήριο στα σπλάχνα κάθε εκπροσώπου αυτού του ανθρώπινου είδους, ούτε θα υπήρχε αυτό το μυστήριο που κάνει τη δριμύτητα της ανάγκης να αγνοεί ότι είναι, το μυστήριο που λυτρώνει την επιθυμία του φύλου από κάθε φθόνο, κάθε ζήλια ή αντιζηλία, αυτό το μυστήριο που συναντά κανείς κάθε μέρα και φέρει το όνομα φιλία.

Φρανσουάζ Ντολτό, Για τη μοναξιά (μτφρ. Ελ. Κούκη, έκδ. Σμίλη, σσ. 75-77).

-----
* Το motto εκ του Ρωμανού του Μελωδού γραμμένο για τον Ιγνάτιο Αντιοχείας βέβαια. Ειλημμένο εκ του Γιάννη Δάλλα, Υπερβατική συντεχνία [1958] (έκδ. Έρασμος, Αθήνα 2018, σ. 77).

Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2018

το ανθρώπινο ον δίχως ασφάλεια


Νεαρόν ήττημα
του αρχαίου ημίν
πτώματος
λήθην εποίησε.*

Το ανθρώπινο ον, προικισμένο με νοημοσύνη και μνήμη (ενίοτε υποδεέστερη σε σύγκριση με εκείνη ορισμένων ζώων), διαφέρει ριζικά από τα άλλα θηλαστικά της πλάσης. Διαθέτει κυρίως ένα πολύ ανεπτυγμένο εγκέφαλο, που αιτιολογεί ίσως την εξαιρετικά πρώιμη ύπαρξη συμβολικής λειτουργίας· επίσης πολύ ανεπτυγμένα όταν φθάνει στον κόσμο είναι τα γεννητικά του όργανα, σε αντίθεση με το υπόλοιπο σώμα του, που απαιτεί παρατεταμένη συμπαράσταση. Το ανθρώπινο ον είναι πρωτίστως ον γλώσσας, επικοινωνίας και δημιουργικότητας.

[...]

Η ευχαρίστηση επικεντρώνεται στις περιοχές του σώματός του που ευνοούν την αίσθηση αποχωρισμών και επανευρέσεων, την επαφή ανάμεσα σε δύο μέρη που ήταν χωριστά: η επανασύνδεσή τους δημιουργεί ευχαρίστηση του είναι.

[...]

Η συμβολική λειτουργία, διαρκώς ενεργή στο μικρό του ανθρώπου (που δεν μπορεί να επιβιώσει ολομόναχο), εξηγεί επίσης για ποιο λόγο, εάν το αποκόπτουν συχνά από τον χώρο ασφάλειάς του (δίχως την προστατευτική, σώμα με σώμα παρουσία και δίχως την οπτικοακουστική επανεύρεση της μητέρας του, δηλαδή του προσώπου που είναι το σημαίνον της συνέχειάς του), καταλήγει να συνδέει τις σπλαχνικές αισθητηριακές εντυπώσεις με τις ουσιαστικές (χωρίς τις οποίες δεν θα επιβίωνε) κι έτσι επινοεί μια αυτο-γλώσσα αφού, αποκλειστικά εστιασμένο σε ό,τι στοιχειωδώς αισθάνεται επικοινωνώντας με τις λειτουργικές ιδιότητες του σώματός του, είναι προσηλωμένο στον εαυτό του και σε σήματα που προέρχονται από το περιβάλλον και αφορούν τις ανάγκες του.

Αυτό δημιουργεί σοβαρές διαταραχές στην επικοινωνία, έως και αυτισμό, ψύχωση την οποία, δυστυχώς, συναντάμε συχνά σήμερα σε παιδιά σωματικά υγιή που, λόγω παρατεταμένης απουσίας της μητέρας τους, μοναδικού γνώριμου προσώπου πριν την αποχωριστούν, ή λόγω επανειλημμένων αποχωρισμών, συνεχών αλλαγών [...] κλείνονται στον εαυτό τους και παλινδρομούν·

διότι η συμβολική λειτουργία συνεχίζει μεν τη δράση της, αλλά χωρίς γλωσσικά στοιχεία που να διαμεσολαβούν το παρελθόν τους με το παρόν. Διά βίου ανίκανα να επικοινωνήσουν -μέσω εκφράσεων του προσώπου, χειρονομιών ή λεκτικά- με τον έξω κόσμο, δεν αναζητούν πλέον κάτι ή κάποιον που θα συμπλήρωνε μια επιθυμία. Η επιθυμία τους έχει παλινδρομήσει· συνδέεται αποκλειστικά και μόνο με αυτό που αισθάνεται το σώμα τους, στο οποίο καμία ανθρώπινη συναναστροφή δεν εμπνέει ασφάλεια.

Φρανσουάζ Ντολτό, Για τη μοναξιά (μτφρ. Ελ. Κούκη, έκδ. Σμίλη, σσ. 22,23, 25-26).

-----
* Το motto εκ του Ρωμανού του Μελωδού γραμμένο για τον Ιγνάτιο Αντιοχείας βέβαια. Ειλημμένο εκ του Γιάννη Δάλλα, Υπερβατική συντεχνία [1958] (έκδ. Έρασμος, Αθήνα 2018, σ. 84).

Παρασκευή, 19 Οκτωβρίου 2018

όσα, σχηματισμένα από τα χέρια μας, κρατήσαμε, ανταλλάξαμε ή δώσαμε...


Όπως την ώρα που γεννιόμασταν αφήσαμε τον πλακούντα στα σπλάχνα της επίτοκης μητέρας μας βγάζοντας την πρώτη κραυγή που την πλημμύρισε χαρά, εκείνη και μαζί τον πατέρα μας -τους πρώτους για τους οποίους είχε νόημα επικοινωνίας η πρώτη μας κραυγή-, με τον ίδιο τρόπο δεν θα καταλάβουμε άραγε ότι περίβλημα επίσης ήταν και τούτο το σώμα όταν, τη στιγμή του θανάτου μας, με την τελευταία πνοή, θα το εγκαταλείψουμε στους ύστατους παλμούς του οργάνου του που λέγεται καρδιά; Αυτή η καρδιά, ας της αποτίσουμε φόρο τιμής, ακούραστη και καρτερική, σύμμαχός μας μέχρις εσχάτων, όταν απελευθερωθεί από το φορτίο της, δεν θα μάς ανήκει πια.

Η γη, σφύζοντας από το βουητό της ζωής, θα δεχτεί τούτο το λείψανο, το σώμα, για να ταφεί εκεί όπου άλλοι θα το έχουν εναποθέσει. Η γη όπου προηγήθηκαν ο πλακούντας μας και όσα πράγματα από εκείνη παρμένα της επιστρέφαμε κατά τη διάρκεια της ζωής μας. Όσα, φτιαγμένα από τα στοιχεία της, είχαμε νομίσει δικά μας, όσα, σχηματισμένα από τα χέρια μας, κρατήσαμε, ανταλλάξαμε ή δώσαμε, όσα από τα χέρια των άλλων δεχτήκαμε, χρησιμοποιήσαμε, αγαπήσαμε, όλα τούτα τα πράγματα, ώσπου να σημάνει για το καθένα η ώρα της φθοράς του, θα μείνουν μετά από εμάς, αδιάφορα, χρήσιμα για τους άλλους ή προς τέρψιν τους.

Φρανσουάζ Ντολτό, Για τη μοναξιά (μτφρ. Ελ. Κούκη, έκδ. Σμίλη, σσ. 81-82).

Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2018

οι επιθυμούντες που χάθηκαν από μοναξιά


Αυτό που ονομάζουμε προπατορικό αμάρτημα ή δυσφορία του πολιτισμού
ίσως τελικά να είναι η επιθυμία που δεν μπορεί να γιατρευτεί
από την πρωταρχική κανιβαλική της βιαιότητα απέναντι στη μητέρα
που μάς επέβαλε τον απογαλακτισμό...*

Η μοναξιά, οδύνη μετά τους αναπόφευκτους αποχωρισμούς που αναδεικνύουν το άτομο, μέσω του σώματός του, στον χώρο και στον χρόνο -«τα απτά όριά του»-, καθιστώντας το πλάσμα μοναδικό, είναι επίσης το αίσθημα που επιτρέπει στους ανθρώπους να εδραιώνουν μέσω της γλώσσας λεπτούς δεσμούς πέραν του χώρου και πέραν του χρόνου. Από εκεί αντλεί οίστρο η συμβολική λειτουργία του ανθρώπινου όντος ώστε, από το όλον των αναγκών και των επιθυμιών, να πλάθονται ευρηματικά γλωσσικοί δεσμοί που μεταδίδονται υπερβαίνοντας τα αισθητηριακά όριά τους.

Το οξύ αίσθημα μοναξιάς που γεννά η απαγορευμένη επιθυμία – η οποία είναι αδύνατο να πραγματωθεί με άμεσο τρόπο- ωθεί το ανθρώπινο πλάσμα να την εκδηλώσει αναστέλλοντας την ορμή, το πλεόνασμα ζωής που εμπεριέχει, και να τη στρέψει προς τη δημιουργικότητα αντί της τεκνογονίας. Αυτή ακριβώς η επιθυμία, που απαγορεύεται να εκδηλωθεί εντός των ορίων του σώματος όταν βρίσκεται σε άμεση επαφή με το σώμα ενός άλλου, δίνει στον άνθρωπο την ικανότητα να εκφράζεται μέσω της εργασίας, να συμπράττει και να απολαμβάνει τους καρπούς της από κοινού με τους άλλους, να συναλλάσσεται με απώτερο σκοπό το έχειν και την εξουσία, αλλά επίσης και με μόνο σκοπό τη δωρεά αγάπης.

Αυτή ακριβώς η επιθυμία κάνει να ακμάζουν οι τέχνες και οι επιστήμες, τιμή και γόητρο κάθε πολιτισμού, μαρτυρία και σιωπηλή δωρεά αγάπης εκ μέρους ατόμων από αλλοτινούς καιρούς, από πολιτισμούς παλαιούς, πέραν του χρόνου που τούς είδε να βυθίζονται στον θάνατό τους. Από αυτούς τους επιθυμούντες που χάθηκαν, αυτούς που, χωρίς να το συνειδητοποιούν στην εποχή τους, υπήρξαν εξάγγελοι του πραγματικού, αυτούς που ευόδωσαν έργα αγάπης πλασμένα στη γλώσσα που μάς παρέδωσαν, στην ύλη την οποία σημάδεψαν με τη βούληση να φθάσουν ώς εμάς, δεχόμαστε τα δημιουργήματά της επιθυμίας τους, η οποία συναντά τη δική μας προτρέποντας να μεταδώσουμε με τη σειρά μας, μέσω της εργασίας μας, τους καρπούς της δικής μας επιθυμίας, περιστοιχισμένοι από τη μοναξιά που όλοι γνωρίζουμε. Αυτή η επιθυμία μάς προτρέπει να συνδεθούμε με εκείνους που έχουμε αποχωριστεί και να αφήσουμε τα έργα μας ως μαρτυρία για τις επερχόμενες γενεές.

Φρανσουάζ Ντολτό, Για τη μοναξιά (μτφρ. Ελ. Κούκη, έκδ. Σμίλη, σσ. 42-43). - Το motto εκ της ιδίας (ό.π., σ. 44).

Σάββατο, 13 Οκτωβρίου 2018

μια εντελώς αδιέξοδη μοναξιά


Η παρατεταμένη απουσία τους το καταδικάζει σε μια εντελώς αδιέξοδη μοναξιά. Έως και σε ψυχοσωματική αποδιοργάνωση –πεπρωμένο που το διακρίνει από τα άλλα θηλαστικά, και στο οποίο οφείλει ίσως την ισχυρή, τη σωτήρια επιθυμία του και την κυρίαρχη, από κοινού με τη μνήμη και τη ζωτική φαντασία, συμβολική λειτουργία του.

Η ίδια η αδυναμία του, αν βρίσκει συμπαράσταση από τους γονείς, τους πρώτους άλλους του, διεγείρει τις δυνατότητες της φαντασίας του, της νόησης και την καταπληκτική δεξιότητά του να επινοεί τρόπους επικοινωνίας με τους άλλους, παρά τους αποχωρισμούς. Το πεπρωμένο αυτό, που η ευφυΐα του σκέφτηκε να σημαδέψει με την απαγόρευση της αιμομιξίας, για να υποστηρίξει το αγελαίο του ένστικτο -χωρίς να ενδώσει σε αυτό-, εφεξής, ενισχύει ακόμη περισσότερο το άγχος του όταν επιθυμεί σεξουαλικά κάτι απαγορευμένο και μετουσιώνει σε καθαρή αγάπη μια απωθημένη επιθυμία·

όταν μετουσιώνει σε εκφορά φωνημάτων τον απογαλακτισμό· και, αφού έχει ολοκληρώσει το πένθος της ύστατης βοηθητικής, σώμα με σώμα, σχέσης με τον κηδεμόνα ενήλικο (από τη στιγμή που δεν είναι πια απαραίτητο να το κρατούν αγκαλιά διότι αρχίζει να κάνει όρθιο τα πρώτα του βήματα, από τη στιγμή επίσης που μπορεί να ελέγχει τους σφιγκτήρες του),

όταν μετουσιώνει την επιδεξιότητα, σημαίνον των αναγκών του, που υπηρετούσε άλλοτε μια ορμητική επιθετικότητα αυτοσυντήρησης, σε ευρηματικότητα, σε ένα δράν μιμητικό στην αρχή, αλλά που συμβολοποιείται αργότερα σε παραγωγική -ανταλλακτική ή δοτική- εργασία, η οποία εξελίσσεται σε πράξεις άδολες με τους οικείους του και τους συν αυτώ, υποκατάστατα ανεπίτρεπτων, σώμα με σώμα, σχέσεων, πράξεων σαρκικών εκτός νόμου. [...]

Φρανσουάζ Ντολτό, Για τη μοναξιά (μτφρ. Ελ. Κούκη, έκδ. Σμίλη, σσ. 27-28).

Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2018

καταφύγιο παγίδα


Ωστόσο, η μοναξιά γίνεται θελκτική όταν αποτυγχάνει η επιθυμία, όταν κυριαρχεί η θλίψη ή η απογοήτευση από τη ματαιωμένη επικοινωνία με τον άλλο. Παραδίδει τότε τον άνθρωπο ολοκληρωτικά στη μαγεία των ρεμβασμών του, εκεί όπου η επιθυμία επινοεί τις φαντασιώσεις της κατευνάζοντας τις εντάσεις της μέσα από μια ευχαρίστηση που ναρκώνει τη δοκιμασία της μοναξιάς.

Αν όμως η επιθυμία του υποκειμένου δεν λειτουργεί πια στον χώρο της πραγματικότητας, παύει κι αυτό να ανανεώνει το γνώριμο του εαυτού του που, πέρα από το σώμα και το μονότονο ζην των αναγκών, ενδίδει τότε στο πεδίο της φαντασίας. Εκεί, η επιθυμία αναδιπλώνεται στον ναρκισσισμό.

[...] τότε το ανθρώπινο ον κινδυνεύει να πέσει στην παγίδα μιας μοναξιάς στείρας.
[...] περιορίζεται στον διάλογο με το σώμα του.

Εάν τίποτα και κανείς δεν έλθει να τον λυτρώσει από αυτή την παγίδα, η επιθυμία του δελεάζεται με φαντασιώσεις όλο και πιο συγκεχυμένες, οι οποίες σχετίζονται με τη νοσταλγική εποχή που η επιθυμία ήταν αδύναμη και ασαφής. Τότε, καίτοι ον επιθυμίας, οδηγείται στην άγνοια της επιθυμίας του, καίτοι ον γλώσσας, μένει ανέκφραστος, βουβός: μυϊκή ατονία, πρόσωπο αποβλακωμένο· εκτός εάν απορρυθμιστούν οι λειτουργίες του σώματός του από την επίπτωση που έχει επάνω του αυτή η επιθυμία της οποίας είναι αδιέξοδη η εκπλήρωση αλλού, πέραν του ατόμου, οπότε μιλούν για «ψυχοσωματικές» διαταραχές -γλώσσα άγχους στην πραγματικότητα- εφόσον δεχόμαστε ότι η υγεία του σώματος, πάντα ψυχοσωματική, απορρέει από την επιθυμία, από τη γλωσσική εκπλήρωσή της σε συνάρτηση με τον έξω κόσμο [...]

Αυτή η παθολογική μοναξιά γίνεται παθογόνος και πρέπει ο άνθρωπος να βγεί από εκεί προτού γίνει γι' αυτόν καταφύγιο δίχως άνοιγμα προς τον έξω κόσμο. Απεναντίας, μολονότι υποφέρει, οφείλει να αντέξει καρτερικά, άνδρας ή γυναίκα, τον επίμονο πόνο της πληγής του και, πέραν του εαυτού του, να στραφεί σε ένα αλλού όπου υπάρχουν ίσως και άλλοι που επίσης αναζητούν ή άλλοι που θα βρούν πώς να συμπαρασταθούν στην οδύνη του, να απευθύνουν λόγια στην έλλειψή του, να κάνουν κάποια χειρονομία για να ηρεμήσει.

Φρανσουάζ Ντολτό, Για τη μοναξιά (μτφρ. Ελ. Κούκη, έκδ. Σμίλη, σσ. 52, 53, 54).

Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 2018

η μοναξιά που προοδευτικά τιθασεύεται


Όλοι οι αποχωρισμοί είναι επώδυνοι. Η οδύνη είναι αναπόφευκτη, ταυτόχρονα όμως κάθε άνθρωπος προσπαθεί να μετριάσει την άσκοπη δυστυχία και οδύνη όταν η επιθυμία του εστιάζει εκεί την επιθυμούσα σημασία της, όσο αδύναμος κι αν νιώθει κανείς με την εξατομίκευσή του, κοινή οδύνη όλων των επιθυμούντων.

Διότι η οδύνη των πρώτων αποχωρισμών -γέννηση, απογαλακτισμός, νευρομυϊκή ανάπτυξη και αυτόνομη κίνηση στον χώρο- είναι εκείνη που οδηγεί προοδευτικά στην εξατομίκευση του σώματος του παιδιού, το οποίο, με τα απτά όριά του, αναδεικνύεται πλάσμα μοναδικό και χωρισμένο.

Τόσο η μόνωση όσο και το ότι το σώμα είναι τμητό, ιδιότητα χάρη στην οποία αποκαλύπτεται το μικρό του ανθρώπου, που αργεί πολύ να φθάσει στην πλήρη ανάπτυξή του, είναι ερεθίσματα για το παιδί που, ως προς την επιβίωση του σώματός του, εξαρτάται για πολύ μεγάλο διάστημα από μια γονεϊκή κηδεμονία. Η απουσία της το ωθεί να εφεύρει λεπτά μέσα, εξ αποστάσεως από τη σώμα με σώμα σχέση: τη γλώσσα – βλέμματα, φθόγγους, χειρονομίες που εκφράζουν τις ανάγκες και τις επιθυμίες του.

[...]

Εξημμένη από τη μοναξιά, η επιθυμία εφευρίσκει διάφορους τρόπους για να διαμεσολαβηθεί η επικοινωνία.

Πράγματι, η μοναξιά που αισθάνεται το μικρό του ανθρώπου διεγείρει τη μνήμη του και τη συμβολική λειτουργία του, ώστε να πλάθει υποκατάστατες κηδεμονικές παρουσίες, να φαντάζεται τον άλλον παρόντα, να τού μιλά σαν να ήταν εκεί, να μιμείται τις χειρονομίες του όταν είναι απών, να παίζει με τα χέρια του περιμένοντας την επιστροφή του, να ανακαλύπτει την εξουσία του στον περιβάλλοντα χώρο επινοώντας τρόπους για να τον αλλάξει, και να νιώθει ευχαρίστηση με όλες του τις αισθήσεις, ευχαρίστηση που δίνει στον εαυτό του και προσφέρει στους άλλους.

Ευτυχής δοκιμασία, η μοναξιά που προοδευτικά τιθασεύεται [...]

Φρανσουάζ Ντολτό, Για τη μοναξιά (μτφρ. Ελ. Κούκη, έκδ. Σμίλη, σσ. 72-73, 73-74). Και ακολουθεί ο ύμνος στην Μοναξιά (ό.π., σσ. 75-77).

Πέμπτη, 4 Οκτωβρίου 2018

η ανοίκεια δοκιμασία τού να είναι κανείς δίχως να ξέρει


[...] ο αββάς Βησσαρίων (ζ΄) δεν θα διστάσει, όταν ο πρεσβύτερος απομάκρυνε κάποιον αδελφό από την εκκλησία γιατί είχε περιπέσει σε αμάρτημα, να τον ακολουθήσει έξω λέγοντας: «Καγώ αμαρτωλός ειμί».

Πουθενά δεν βρίσκουμε τόσο άμεση και οικεία σχέση του Θεού με τον άνθρωπο, όσο στη ζωή των αββάδων της Θηβαϊδος. Μόνο στο Ομηρικό σύμπαν οι θεοί εμπλέκονται τόσο άμεσα στις πράξεις και στα κατορθώματα των ηρώων, συμμετέχοντας στη μοίρα τους. Στην έρημο ο Θεός γεμίζει με την παρουσία του τη ζωή των γερόντων, οι οποίοι κοινωνώντας στην παρουσία αυτή, εγκαταλείπονται στα χέρια Του.

Αλέξανδρος Κοσματόπουλος, Έρημος λέξη (έκδ. Αρμός, Αθήνα 1996, σ. 29).


*

Μοναξιά, για εμάς τους ζωντανούς, με ακμαίες ακόμα τις δυνάμεις μας, είσαι η ανοίκεια δοκιμασία τού να είναι κανείς δίχως να ξέρει, μάς οδηγείς στον μαρασμό όταν δεν βρίσκεται κάποιο πρόσωπο για να γνωρίσουμε τον εαυτό μας εκεί, να τον αναγνωρίσουμε μαζί του και, πέραν των ανομοιοτήτων και των διαφορών μας στον χρόνο και στον χώρο, να ανακαλύψουμε τη χαρά της επικοινωνίας, τη θέρμη ενός ζήν που, μέσα στο υποταγμένο στις ανάγκες και στα όριά του σώμα του καθενός ξεχωριστά, εγκλωβίζεται στην απόγνωσή του.

Φρανσουάζ Ντολτό, Για τη μοναξιά (μτφρ. Ελ. Κούκη, έκδ. Σμίλη, σ. 80).

Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2018

Ρωμανός και Συμεώς


Στο κελλί της Θεοτόκου εν τοις Κύροις αποσκεπασμένος, απόμερος μακροημέρευσε. Έργα της νύκτας, που ετάζει νεφρούς και καρδίας, τα ποιήματά του. Και, για να μη μείνει στην αιώνια μνήμη εν καιρώ μοναχός με τους μοναχούς και ψαλμωδός με τους καντηλανάφτες που μαζί των εμόναζε, έκρυβε στις ακροστοιχίδες των ύμνων του την ελάχιστη μνεία της ποιητικής του ταυτότητας: «Του ταπεινού Ρωμανού». Ο ταπεινός υπερυψούται τώρα στη συνείδησή μας. Γιατί ήταν ο ίδιος μια συνείδηση προικισμένη και συνάμα αενάως διαδραματιζόμενη στη σφαίρα του πιο επίκαιρου επιστητού. Και πάντα παλεύοντας εδώθε απ’ την εξαΰλωση, ένα σκεύος.

Έτσι, σαν ένα σκεύος εκλογής στάθηκε εν μέσω του καιρού του, διάνοια μοναχική: πομπός ενεργητικός, διαλεκτική άγρυπνη μεταξύ των πιο υψηλών ιδεών και των φορέων τους, των ανθρώπων. Και σαν καρδιά κοινόχρηστος: πεδίον όπου μέσα του παραμένει πάντα ανοιχτή η αυλαία του αιώνιου αλλά και καθημερινού θείου δράματος. Κι ενώ ο καιρός εκύρτωνε από δυσχερή και δυσχείρωτη συνάμα σοφία, αυτός σφηνώθηκε εκεί ανάμεσα στα πένθιμα εμβόλια (έτσι θα τα έλεγε ο Κάλβος) μπόλι ζωής. Φρέσκος, δροσερός ήχος, λαλιά νεόκοπη, κρωγμός και κλάμα ζωντανού στήθους. Οι σκέψεις του κι αυτές φωνήεντα, ακόμη και το όραμά του επιφώνημα.

Είναι η εφηβεία, η ψυχολογική στιγμή του μεσαιωνικού μας Ελληνισμού. Και χρειάστηκε να περάσει πολύς χειμάζων αιώνας, για να καρποφορήσει η άλλη, η πνευματική στιγμή. Αυτήν πια ευδόκησε τώρα να την κατορθώσει, ολόκληρη μες στη μυστική φώτιση, ένας άλλος, μεγάλος άγνωστος, που τ' όνομά του θα πρέπει κάποτε σοβαρά ν' απασχολήσει ως σπουδή και την ποίηση. Μετά τού Ρωμανού την αγωνία η χάρις τού Συμεών του νέου, του Θεολόγου. Αυτός, αιωνίως εγκάθειρκτος, εκείνος προ πολλού απόδημος τού σώματος.

Του Ρωμανού ο κόσμος παρέμεινε εγκόσμιος, κυριολεκτώντας ουσία και λόγω. Ο Συμεών ευδόκησε περιφραστικά, να τον αποθεώσει:

Μοναχός όστις αμιγής έστι κόσμω
και αενάως ομιλών θεώ μόνον.
Βλέπων βλέπεται, φιλών φιλείται
και γίνεται φως λαμπόμενος αρρήτως.
Δοξαζόμενος δοκεί πλέον πτωχεύειν
και προσοικειούμένος ως ξένος πέλει.
Ω ξένον πάντη θαύματος καί αφράστου,
δια πλούτον άπειρον υπάρχω πένης
και μηδέν έχειν δοκώ, πολύ κατέχων,
και λέγων διψώ δια πλήθος υδάτων.

Έρχονται τώρα, ας τούς φαντασθούμε εναλλάξ, δυο στάσεις, δυο χωριστοί άνθρωποι, προ του φρικτού θρόνου της Κρίσεως. Ο Ρωμανός στο κάτω πάτωμα, εδαφιαίος, ολόσωμος, γαντζωμένος επάνω στη σάρκα του (γαιώδες αλώνι δοκιμασίας) αγωνιστικός κι αγωνιώδης, τρομερός και μολαταύτα περίτρομος:

Όταν έλθης ο θεός
επί γης μετά δόξης
ποταμοί δε του πυρός
προ του βήματος έλκη
και βίβλοι διανοίγωνται
και τα κρυπτά δημοσιεύωνται,
τότε ρύσαί με
εκ του πυρός του ασβέστου

Κι ο Συμεών επάνω υπερίπταται όλος ψυχή, δορυφόρος των άνω δυνάμεων:

Η δε απαυγή της δόξης σου της θείας
φως απλούν ημίν, φως γλυκύ καθοράται,
φως πνευματικόν βλεπόμενον μακρόθεν,
φως εντός ημών ευρισκόμενον αίφνης,
φως ως ύδωρ βρύον, ως πυρ τε φλέγον
τής ήσπερ πάντων καθάψεται καρδίας.

Ο 10ος αιώνας έτσι συμπλήρωσε τον 6ον αιώνα Κι ένας κύκλος πολιτισμού ολοκληρώθηκε κι έκλεισε. Η μεσαιωνική μας ψυχή απ' το πάθος πέρασε κι ετελειώθη στην έκσταση.

Γιάννης Δάλλας, Υπερβατική συντεχνία [1958] (έκδ. Έρασμος, Αθήνα 2018, σσ. 85-88).

Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2018

φυτά ήμερα κηπευτικά


Μια μέρα η νήσος Κρήτη οργίστηκε πάρα πολύ.
Τράνταξε ολόκληρη επάνω στην αδαμάντινη βάση της
και απομακρύνθηκε από τα παράλια της χώρας των Γραικών.
Έκτοτε ζεί στη μέση του πελάγους.*

[...]

Ο στρύχνος ο κηπαίος ευδοκιμεί σε όλο το Βασίλειο της Κρήτης. Στα γραικικά λέγεται στύφνος. Είναι αυθάδης, ανυπάκουος και ερμαφρόδιτος. Γονιμοποιείται με τη βοήθεια των εντόμων. Μεταφέρουν τον αρσενικό σπόρο στον κόλπο του θηλυκού και έτσι δένει ο ανθός. Από το άνθος παράγονται σπόροι. Πολλές φορές ο στρύχνος, λόγω του ερμαφρόδιτου χαρακτήρος του, οργίζεται και μαυρίζει. Οι Λατίνοι τον αποκαλούν solanum nigrum. Τού αρέσει το λάδι. Παλαιά ζούσε στη σκιά των ελαιοδέντρων. Έπεφταν χάμω οι ελιές και έπινε το λάδι.

Καμιά φορά ο στρύχνος συνευρίσκεται με ένα φυτό θηλυκό ονόματι μπέλλα-ντόνα. Οι Λατίνοι το γράφουν belladona. Παλαιότερα η μπέλλα-ντόνα ήταν γυναίκα μάγισσα. Εκφύλου ωραιότητος. Συνουσιαζόμενη έχυνε δηλητήριο στους εραστές. Άλλοι πέθαναν. Άλλοι τρελαίνονταν. Για τούτο όταν συνευρίσκεται στρύχνος με μπέλλα-ντόνα το έδαφος δακρύζει λόγω αφροδισιακής οξύτητος. Απο αυτά τα δάκρυα παράγεται το δηλητήριο της μπέλλα-ντόνα. Το πίνουν όσοι ερωτεύονται απελπισμένα.

Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Το Βασίλειο της Κρήτης. Γενικές πληροφορίες και χωριά (έκδ. Άγρα, Αθήνα 2013, σσ. 54-55).

Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2018

φυτά ενδιαμέσου χαρακτήρος


Στη συνέχεια το Βασίλειο της Κρήτης επήρε αργή κίνηση προς αριστερά.
Επισκόπησε τα νότια και δυτικά πλάτη των θαλασσών της. Ηρέμησε.
Επανηύρε τη συνήθη θέση της καταντικρύ της γραικικής χερσονήσου.
Στέκεται πάντα με ανοιγμένα πανιά.*

Τα περισσότερα φυτά ενδιαμέσου χαρακτήρος είναι επικίνδυνα. Ας δείχνουν ήμερα. Βαθιά μέσα τους έχουν θρασύτητα. Είναι πανέξυπνα. Συμπεριφέρονται ξέφρενα και αφροδισιακά. Τα λένε και φυτά-επιδειξίες. Δείχνουν τα αιδοία τους ανενδοιάστως. Συνευρίσκονται ανενδοιάστως. Ενώπιον ανθρώπων. Ενώπιον ζώων και άλλων εντροπαλών φυτών. Παράδειγμα η μυρτιά. Οι Λατίνοι την αποκαλούν περιφρονητικά myrtus communis. Αυτή όμως κατάγεται από πολύ μεγάλη και αρχαία οικογένεια. Ανήκει στην ομοταξία των δικοτυλήδονων. Στην υφομοταξία των ροδιδών, στην τάξη των μυρτωδών και στο γένος των μυρτίδων. Στο Βασίλειο της Κρήτης η μυρτιά λέγεται μερθιά. Είναι πιο σεμνή από όσο η μυρτιά των Γραικών. Είναι πάντα νέα. Στεφανώνει νικητές και νεονύμφους. Λένε πως όποιος είδε όνειρο πως κοιμήθηκε με μυρτιά ξυπνά βουβός και αλλοπαρμένος. Μένει άλαλος τον υπόλοιπο βίο. Ολοχρονίς μυρίζει άνθη μυρτιάς. Τρώει μύρτα άγουρα. Τον αποκαλούν «φάσμα μυρτώων».

[...]

Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Το Βασίλειο της Κρήτης. Γενικές πληροφορίες και χωριά (έκδ. Άγρα, Αθήνα 2013, σσ. 54-55).

Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2018

φυτά ανήμερα


[...]

Φυτό αγριότατο είναι επίσης και ο βάτος. Σε άλλες περιοχές του Βασιλείου εμφανίζεται αρσενικός. Σε άλλες θηλυκός. Ο αρσενικός βάτος είναι μοχθηρός και πανούργος. Τού αρέσουν τα πολύχρωμα φουστάνια των γυναικών. Μόλις γυναίκα πλησιάσει τους άγριους βάτους, εκείνοι ορμούν και τής ξεσκίζουν το φουστάνι. Ο λόγος; Θέλουν να δούν το αιδοίο της. Οι πολύ όμορφες και οι καλλονές φρόνιμο είναι να μην πλησιάζουν βάτους αρσενικούς. Τίς ξεσκίζουν. Τίς ματώνουν. Τσιμπούν τις ρόγες του στήθους και τα φυλλαράκια τους αιδοίου τους.

Ο θηλυκός βάτος είναι έννοια μεταφορική: θηλυκός βάτος σημαίνει αιδοίο γυναικών. Οι Λατίνοι τον λένε rubus fruticosus. Καιόμενη βάτος στη γλώσσα των θρησκευομένων είναι επίσης το αιδοίο. Ανάβει. Πυρπολείται όμως παραμένει άθικτο και δροσερό.

Από τους βάτους βγαίνουν μικρά, ρόδινα, χυμώδη καρπίδια. Τα γεύεσαι και κοκκινίζουν τα χείλη σου. Είναι αφροδισιακά. Στο Βασίλειο της Κρήτης τα λένε «βάτσουνα».

Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Το Βασίλειο της Κρήτης. Γενικές πληροφορίες και χωριά (έκδ. Άγρα, Αθήνα 2013, σσ. 54-55).

Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2018

λόγω υπερβολικού σουρεαλισμού


Αδάμ

Παρόλο που βρισκόταν στον ουρανό,
Ο Αδάμ περπατούσε στις αλέες του απασχολημένος και λυπημένος
Επειδή δεν γνώριζε τί τού λείπει.
Τότε ο Θεός έπλασε γι' αυτόν την Εύα
Από το ένα πλευρό του Αδάμ.
Και τού πρώτου ανθρώπου τού άρεσε τόσο πολύ αυτό το θαύμα
Τόσο πολύ από την πρώτη στιγμή
ώστε το άγγιξε σχεδόν αμέσως κι εν συνεχεία,
Αισθάνθηκε τα δάχτυλά του να γλυστρούν
Πάνω σε στήθια άκαμπτα και σε μηρούς γλυκούς
Όπως σε περιγράμματα από νότες μουσικής.
Μια Εύα νεαρή ανέτειλε μπροστά του.
Μόλις άρχισε ν' αναδύεται μέσα από τον καθρέφτη
Με χείλη αχνοκόκκινα.
“Αυτή είναι ζωή!” - αναφώνησε ο Αδάμ
Κι έπλασε κι αυτός ακόμη μία.
Κι έτσι, κάθε φορά που η Εύα η επίσημη
Τού γύριζε τις πλάτες
Ή πήγαινε στην αγορά χρυσού, για σμύρνα και λιβάνι
Ο Αδάμ έφερνε στο φώς κάποια καινούρια ερωμένη
Απ' το χαρέμι των «πλευρών» του.
Ο Θεός όμως παρατήρησε
Αυτή την προσβλητική δημιουργία του Αδάμ
Κι έτσι τον κάλεσε μπροστά του, τον σιχτίρισε με τρόπο θεϊκό
Και τον απέπεμψε απ' τον ουρανό
Λόγω υπερβολικού σουρεαλισμού.

Marin Sorescu, ποίημα από τα Νεανικά Ποιήματα (μτφρ. Δημ. Κανελλόπουλος).


*


Θα ξαναβρεθούμε

Στη θάλασσα
Εσύ
Σαν νερό
Κι εγώ
Σαν άνθος λωτού
Εσύ θα με φορέσεις
Εγώ θα σε πιώ
Θ' ανήκουμε ο ένας στον άλλον
Ενώπιον όλων των ματιών.
Ακόμα και τ' αστέρια
Θα εκπλαγούν:
Εδώ το όνειρό τους
Που τούς μνημόνευσε
Έχει μεταμορφώσει
Και τούς δύο.

Rose Auslander, ποίημα από τα Νεανικά Ποιήματα (μτφρ. Ιω. Αβραμίδου).

Δημοσιευμένα στο περ. Οροπέδιο (τ. 15, Καλοκαίρι 2015, σσ. 560-561, 566).

Δευτέρα, 10 Σεπτεμβρίου 2018

ποτάμια πλεγμένα το ένα στο άλλο τυλίγονταν


Το μαντήλι (The Scarf)

Τυλιγόταν γύρω απ’ το κεφάλι και τον λαιμό της σαν
Φήμη πράγματος που δεν είχε κάνει
Γιατί, όταν η στιγμή ωρίμαζε, το αμελούσε
Ενώ θα μπορούσε συχνά να έχει κάνει, αν το ήθελε
Από πού για τ’ όνομα θεού, αναρωτιόμουν, ξεκινάει
Και πού μπορώ να φανταστώ το τέλος του;
Απόκρημνες ακτές μού χαμογελούσαν, δολιχωτά
Ποτάμια πλεγμένα το ένα στο άλλο τυλίγονταν
Και τυλίγονταν γύρω της σαν επιθυμίες να παινέψουν
Κάθε κίνηση του κορμιού της.
Όταν κινιόταν, το ίδιο έκαναν οι ακτές, τα ποτάμια,
Στριφογύριζαν μαζί της καθώς ο χειμωνιάτικος ήλιος έδινε
Έμφαση στα χρώματα που τρεμόπαιζαν στις ακτίνες του,
Γκριζόστικτες γραμμές του άσπρου, ντελίριο του μπλε.

Brendan Kennely, ποίημα από τα Νεανικά Ποιήματα (μτφρ. Σωκρ. Καμπουρόπουλος).

*
Ο δρόμος

Σκεπτόμενος και με τα χέρια στις πλάτες
Βαδίζω στην σιδηροδρομική γραμμή,
Ο πιο ευθύς δρόμος
Με θέληση.

Πίσω μου, με ταχύτητα,
Έρχεται ένα τραίνο
Το οποίον δεν άκουσε τίποτα για μένα.

Αυτό το τραίνο -μάρτυράς μου ο γερο-Ζήνων-
Δεν θα με προφτάσει ποτέ,
Διότι εγώ συχνά θα 'θελα μια προκαταβολή
Ενώπιον των πραγμάτων που δεν σκέφτομαι.
Ή ακόμη όταν, βιαίως
Θα περάσει πάνω μου,
Πάντοτε θα βρίσκει έναν άνθρωπο
Να προχωρεί μπροστά τουλάχιστον
Έμπλεο σκέψεων
Και με τα χέρια στις πλάτες

Όπως εμένα τώρα
Έμπροσθεν του μαύρου τέρατος
Το οποίον πλησιάζει με μια ταχύτητα τρομακτική
Με την οποία δεν θα με φτάσει
Ποτέ.

*
Πίνακες

[...]

Οι καμβάδες του Βαν Γκογκ είναι τρελοί,
Περιστρέφονται και σε χτυπούν στο κεφάλι,
Και πρέπει να κρατιέσαι καλά απ' αυτούς
Με τα δυό σου χέρια,
Γιατί είναι απορροφημένοι από μια δύναμη του φεγγαριού.

Δεν ξέρω γιατί ο Μπρύγκελ με κάνει να κλαίω,
Αυτός δεν ήταν γεροντότερος από εμένα,
Αλλά τον αποκάλεσαν γηραιό,
Γιατί σαν πέθανε τα γνώριζε όλα.

[...]

Marin Sorescu, ποίημα από τα Νεανικά Ποιήματα (μτφρ. Δημ. Κανελλόπουλος).

Δημοσιευμένα όλα στο περ. Οροπέδιο (τ. 15, Καλοκαίρι 2015, σσ. 540, 555-556 και 565-566, 562).

Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2018

ένα ξανθό σκοτάδι


πάντα τα μεν του σώματος ποταμός *

κάτω απ' τον αφαλό
ιστός με πανιά νευρικά
γυρεύοντας άνεμο

[...]

τύχη

σε ποθούσα παράφορα
κι αντιστεκόσουν ορθώνοντας

εσώρουχα τείχη


κάτοπτρο

στην πηγή των μηρών σου
τσακάλι ξανθό καθρεφτίζεται
με στόμα ανοιχτό και διψασμένο

[...]

στο κρεβάτι

σκίζω τον μαύρο σου στηθόδεσμο
κι απ' άκρη σ' άκρη
αφράτο άσπρο
χορταίνει το κρεβάτι


χρυσάφι

στα σκέλια σου ανάμεσα ανάσαινε
ένα ξανθό σκοτάδι


*

Ο Μπάμπης Δερμιτζάκης ενώνοντας ημιστίχια, σημειώνει: «Και κλείνουμε, όπως πάντα, με τους ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους που εντοπίσαμε στη συλλογή:»
Κατάγυμνο κρεμότανε απ΄τα κλαριά το κρύο (σελ. 10)
Όταν σ’ ακούω να έρχεσαι παλεύω με τον χρόνο (σελ. 33)
Την επομένη αντίκριζε το μάτι πικραμένο (σελ. 35)


Στάθης Κουτσούνης, ικανά αποσπάσματα από τα ποιήματα «Σωματογραφίες» περιεχόμενα στην συλλογή του· Στιγμιότυπα του σώματος (έκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα 2014, σσ. 15, 20, 28). - Το motto (ό.π., σ. 7) απόλογος που αποδελτιώνει και προτάσσει ως προμετωπίδα ο ποιητής εκ του Μάρκου Αυρηλίου (Εις εαυτόν, ΙΙ 17).

Κυριακή, 2 Σεπτεμβρίου 2018

αγκαλιάζουν τη φύση σου σαν κισσοί


Ωδή στην αδυναμία

Αδυναμία,
χειμώνα καλοκαίρι
επαιτείς μέσα σε διπλά μισοφόρια
και καναβίσιες κιλότες
πού αγκαλιάζουν τη φύση σου σαν κισσοί.
Σαν τα θύματα της μαλάριας
τρέμεις στην καυτή ανάσα του χαμσινιού
και γδύνεσαι μόνο για να παρθείς
μ' αυτούς που γκρεμίζουν τους φράχτες σου.
Τούς καταπίνεις μαζί με χάπια κινίνου.
Κολλάς πάνω τους όπως οι πεταλίδες στο βράχο.
Σμίγεις παράταιρα σαν τα σκυλιά κώλο με κώλο
ως να ξαγκιστρωθείς μ' ένα τίναγμα
αρπάζοντας τα ρούχα σου βιαστικά
για να χαθείς χωλαίνοντας με συνοδεία από βλαστήμιες.
Αδυναμία,
πόση αγιοσύνη θρέφει τη μαύρη σου αρρώστια;
πόσες κουτσές ηδονές στριμώχνονται στα μπαγκάζια σου;

με πόση απελπισιά ξεχνάς τη γόβα σου σε κάθε φευγιό
προσμένοντας κάποιον να γονατίσει μπροστά σου
και φορώντας σου το υπόδημα να σε χρίσει βασίλισσα.

Δημήτρης Νικηφόρου, «Ωδή στην αδυναμία».



*


Μάρτης 1999

[...] Να κλάψεις χωρίς να το ξέρει κανείς – δάκρυα.
Δάκρυα όπως σαντουιτσάκια αργοπορημένα λεωφορεία ακουμπισμένα στην κολόνα.
Φάτσες στην είσοδο του Νοσοκομείου η οδός Πορτουένσε καπνισμένη και μια γωνιά γεμάτη μυγάκια μπροστά από την κόλαση
Αχ (τι μακρύ μονοπάτι μέχρι να φτάσεις στο στήθος)
Η ανατολή υψώνεται γρήγορα στον ουρανό ανάμεσα στα κτίρια
Έμοιαζε με ένα πουλάκι χωρίς φτερά ένας απελπισμένος αητός
(κι εμείς ακίνητοι σε ένα σκαλάκι διαβάζουμε για τον Βιέρι και τον Ντι Μπιάτζο
Μέχρι που το μάρμαρο να παγώσει τον κώλο μας
Και ο ουρανός από μπλε σκούρος να γίνει φωτεινός.
Και τα περιστέρια να ανταλλάζουν τα πρώτα χάδια ποιός ξέρει από ποιό πόθο συνεπαρμένα.
Και ήταν ένας άντρας ή μία γυναίκα
Και μού λέει ότι το άπειρο είναι πέρα από τις στοές, αόρατο και βουβό
Όπως ένα κλειστό ψιλικατζίδικο.
Βότανα, γιασεμιά, μανόλιες, τριαντάφυλλα. Κοριέρε ντέλο Σπορ, όλα τα Στηθάκια
Ο αφαλός τα μάτια το άπειρο όλα.
Κι εγώ παραπατούσα σα χαλασμένο τραμ
Βρέχει κάτω από τις στοές του Χέλντερλιν του Ντε Σολ
Σίγουρα είναι Μάρτης κι εγώ σαν ηλίθιος φωνάζω το όνομά μου “Βιτόριο”
(θέλω να ξαπλώσω σε ένα πάγκο υγρό από ψάρια)
Προετοίμαζαν τη λαϊκή. Καθάριζαν. Και ένας εργάτης εξέπεμψε μια θαυμάσια πορδή και με κοίταξε (Ωραίος!)
Λαχανιάζει η καρδιά με ψίχουλα αλκοόλ και πριόνια του Ντε Πίζις.
(να πεθάνεις και γιατί στο καλό. Θα το ήθελε ο Αλλάχ. Πόσο θα το ήθελε)
Αχ στάμνα στάμνα αγγείο καμώμενο από θραύσματα ανάμεσα σε σκουριασμένα σίδερα
Στάμνα της μυγδαλιάς και σκατά στάμνα του φιλιού της ανάμνησης του κερασιού
Όλα ήταν μια λανθασμένη στροφή στο μωσαϊκό
(αλλά να κάνεις λάθος στα 16 είναι δώρο θεού)
Και ύστερα τουλάχιστον αυτό από καρδιάς. Το να είμαστε μαλάκες.

Victor Cavallo, ποίημα από τη συλλογή Περίπατοι και φάρσες ενός ρωμαίου ποπολάρου (μτφρ. Αμ. Σαλαπάση).

Δημοσιευμένα και τα δυό στο περ. Οροπέδιο (τ. 15, Καλοκαίρι 2015, σσ. 504, 532-533).