Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2018

άποψη για τη γραφή στα καλά καθούμενα


Είναι κi' όλας μια νέα γραφή
ασημένιο χαρτί που πετάει
κι' ανεμίζει ό,τι έχει γραφεί.

Γράφω κάθε φορά συνεπαρμένος. Νιώθω τις λέξεις να τρέχουν όλο σφρίγος και ζωή, όλο πάθος και πόνο. Το μολύβι μου δεν τις προλαβαίνει. Μόνο με φαντασίωση, με ονείρωξη μπορώ να παρομοιάσω αυτή την κατάσταση. Με πιάνει στον ύπνο, με ευχαριστεί, μοιάζει να είναι αληθινό, μα αυτή η αλήθεια κρατά όσο να ξυπνήσει κανείς.

Η γραφή δεν είναι για να πλάθει κανείς το φανταστικό του βασίλειο που ουδέποτε αξιώθηκε στη στερεμένη του ζωή [και που αν τόβλεπε ζήτημα είναι αν θάμπαινε μέσα]· ούτε για να κλαίγεται και να γεμίζει άπειρες σελίδες με ό,τι τον φορτώνει ένας αδιέξοδος συναισθηματισμός.

Η τέχνη αξίζει μονάχα όταν φτάσει να λειτουργεί σ' ένα επίπεδο πρωτόγονο, αυθεντικό, αυτούσιο και ισοδυναμεί μ' ένα γρύλισμα, μ' ένα νεύμα, μ' έναν ήχο, μια σχέτη γραμμή με μόνο σκοπό να φέρει εις πέρας την πρωταρχική ανάγκη του ανθρώπου να ζήσει και μάλιστα αιωνίως.

Άγγελος Καλογερόπουλος, “Μικρή ποσότητα ύλης”, εν Ερουρέμ (Χειμώνας '85, τ. 4, σσ. 60-61, απ' όπου ενσωματωμένο και το motto).

Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2018

ιχθύς αιχμάλωτος ασπαίρει ο Θεός


Αιχμαλωσία Φωτός

Ο ιερέας που εσταύρωσε τον Άρτο
δίχτυ άπλωσε τα λόγια στο ποτήρι
κι ετελειώθη το μυστήριο σε θαύμα,
Ιχθύς αιχμάλωτος ασπαίρει ο Θεός.

Διαμελίζει με τη λόγχη τον Ι-Χ-Θ-Υ
μερίδες άτμητες που ακαίριο τον κρατάνε
και με λαβίδα πιάνει άνθρακες πυρός
τους πεινασμένους όλους Ήλιο να χορτάσει.

Κλεισμένος στης καρδιάς το στρείδι
Μαργαρίτης
θάλασσα ερυθρά το αίμα καταυγάζει
και φθάνει ως τη διαφάνεια της σαρκός
στα πρόσωπα που λάμπουν παραδείσιο φως.

                                                  Ελευθέριος Μάινας, απ' εδωδά ειλημμένο.

Τρίτη, 25 Δεκεμβρίου 2018

η όνος είδε άγγελον


[...] ο ιερέας δεν πρέπει ποτέ να ρίχνει
έναν άνθρωπο στην απελπισία.
Όταν θέλει να μετανοήσει και να εξιλεωθεί,
οι αμαρτίες του πρέπει να τού συγχωρούνται.*

ΑΡΙΘΜΟΙ 22
21 και αναστάς Βαλαάμ το πρωί επέσαξε την όνον αυτού και επορεύθη μετά των αρχόντων Μωάβ. 22 και ωργίσθη θυμώ ο Θεός, ότι επορεύθη αυτός, και ανέστη ο άγγελος του Θεού διαβαλείν αυτόν, και αυτός επιβεβήκει επί της όνου αυτού, και δύο παίδες αυτού μετ' αυτού.
23 και ιδούσα η όνος τον άγγελον του Θεού ανθεστηκότα εν τη οδώ και την ρομφαίαν εσπασμένην εν τη χειρί αυτού, και εξέκλινεν η όνος εκ της οδού και επορεύετο εις το πεδίον· και επάταξε την όνον εν τη ράβδω αυτού του ευθύναι αυτήν εν τη οδώ.
24 και έστη ο άγγελος του Θεού εν ταις αύλαξι των αμπέλων, φραγμός εντεύθεν και φραγμός εντεύθεν
25 και ιδούσα η όνος τον άγγελον του Θεού προσέθλιψεν εαυτήν προς το τοίχον· και απέθλιψε τον πόδα Βαλαάμ προς τον τοίχον· και προσέθετο έτι μαστίξαι αυτήν.
26 και προσέθετο ο άγγελος του Θεού και απελθών υπέστη εν τόπω στενώ, εις ον ουκ ήν εκκλίναι δεξιάν ή αριστεράν.
27 και ιδούσα η όνος τον άγγελον του Θεού συνεκάθισεν υποκάτω Βαλαάμ· και εθυμώθη Βαλαάμ και έτυπτε την όνον τη ράβδω.
28 και ήνοιξεν ο Θεός το στόμα της όνου, και λέγει τω Βαλαάμ· τι εποίησά σοι ότι πέπαικάς με τρίτον τούτο;
29 και είπε Βαλαάμ τη όνω· ότι εμπέπαιχάς μοι· και ει είχον μάχαιραν εν τη χειρί, ήδη αν εξεκέντησά σε.
30 και λέγει η όνος τω Βαλαάμ· ούκ εγώ η όνος σου, εφ' ής επέβαινες από νεότητός σου έως της σήμερον ημέρας; μη υπεροράσει υπεριδούσα εποίησά σοι ούτως; Ο δε είπεν· ουχί.
31 απεκάλυψε δε ο Θεός τους οφθαλμούς Βαλαάμ, και ορά τον άγγελον Κυρίου ανθεστηκότα εν τη οδώ και την μάχαιραν εσπασμένην εν τη χειρί αυτού και κύψας προσεκύνησε τω προσώπω αυτού.
32 και είπεν αυτώ ο άγγελος του Θεού· διατί επάταξας την όνον σου τούτο τρίτον; και ιδού εγώ εξήλθον εις διαβολήν σου, ότι ουκ αστεία η οδός σου εναντίον μου,
33 και ιδούσα με η όνος εξέκλινεν απ' εμού τρίτον τούτο· και ει μη εξέκλινεν, νύν ούν σε μεν απέκτεινα, εκείνην δ' αν περιεποιησάμην.
34 και είπε Βαλαάμ τω αγγέλω Κυρίου· ημάρτηκα, ου γαρ ηπιστάμην ότι συ μοι ανθέστηκας εν τη οδώ εις συνάντησιν· και νύν ει μη σοι αρκέσει, αποστραφήσομαι.
35 και είπεν ο άγγελος του Θεού προς Βαλαάμ· συμπορεύθητι μετά των ανθρώπων· πλήν το ρήμα, ο εάν είπω προς σε, τούτο φυλάξη λαλήσαι. και επορεύθη Βαλαάμ μετά των αρχόντων Βαλάκ.
36 Και ακούσας Βαλάκ ότι ήκει Βαλαάμ, εξήλθεν εις συνάντησιν αυτώ, εις πόλιν Μωάβ, η εστιν επί των ορίων Αρνών, ο εστιν εκ μέρους των ορίων.
37 και είπε Βαλάκ προς Βαλαάμ· ουχί απέστειλα προς σε καλέσαι σε; διατί ούκ ήρχου προς με; όντως ου δυνήσομαι τιμήσαι σε;

-----
* Το motto εκ του Ερρίκος Χάινε, Οι εξόριστοι Θεοί (έκδ. Σμυρνιωτάκης, χ.χ., σ. 42).

Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2018

οι όντως Θεοφόροι


Για να κτιστεί το σπίτι, η εκκλησία,
είναι κατάλληλα τα σκουπίδια για τοιχοποιία;
Πολλές εκκλησίες κτίστηκαν με παλαιότερα υλικά,
ανακαινισμένες εκ βάθρων σε θεμέλια που προϋπήρχαν,
με μάρμαρα και στήλες από αρχαίους ναούς στηρίζοντας τα υπέρθυρα,
να νικήσει τη φθορά του χρόνου το οικοδόμημα, της λατρείας το σχήμα.
Συμφραζόμενα αριθμών λαβαίνοντας υπόσταση στους μεταβολισμούς των ορυκτών,
στους τρόπους σποράς, πολλαπλασιασμού, ανθοφορίας, καρποφορίας του φυτικού βασιλείου
μετά τη χειμερία νάρκη, του χειμώνα που έθρεψε τον κύκλο του καρπού και του σπόρου.*


[...] Δια τούτο και όταν [ο όντως Θεοφόρος Ιγνάτιος] εμαρτύρησε εις την Ρώμην, όλα μεν τα άλλα του μέλη και τας σάρκας τα έφαγον οι λέοντες, την δε αγίαν καρδίαν του δεν απετόλμησαν να φάγουν, αλλά την αφήκαν ακέραιον· την οποίαν παίρνοντες οι στρατιώται και ασεβείς, και σχίζοντές την εις δύο μέρη· ώ του θαύματος! Ευρήκαν γεγραμμένα με χρυσά γράμματα, εις μεν το ένα μέρος ΙΗΣΟΥ εις δε το άλλο ΧΡΙΣΤΕ, καθώς τούτο μαρτυρεί το σλαβωνικόν συναξάριον του αγίου.

*

[...] ούτος λοιπόν ο τρισμακάριστος άνθρωπος (ο ονομαζόμενος Λαργάτης] παρακινούμενος από την άσβεστον φλόγα της προς τον Χριστόν αγάπης, αποφάσισε να υπάγη εις την Ιερουσαλήμ διά να προσκυνήση με άκραν ευλάβειαν τον άγιον και ζωοποιόν τάφον του ηγαπημένου του Ιησού, και μετά την πρσκύνησιν αυτήν να δροσίση ολίγόν το την κάμινον της εις αυτόν αγάπης του. Όθεν έφθασεν εκεί με πολλήν δίψαν, και αγκαλιάζοντας τον θεοδόχον τάφον, και καταφιλώντας αυτόν πυκνά πυκνά με πολλά δάκρυα, και αναστεναγμούς, τόσον εχάρη, οπού από την υπερβολικήν χαράν έμεινε ξεψυχισμένος. Οι δε σύντροφοί του βλέποντες τοιούτον θαυμαστόν και παράδοξον θέαμα, και θέλοντες να μάθουν διά ποίαν αφορμήν να απέθανε, τον έσχισαν, και ώ του θαύματος! Ευρήκαν γεγραμμένα εις την καρδίαν του ταύτα τα ερωτικά και θεία λόγια, ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΓΛΥΚΕΙΑ ΑΓΑΠΗ.

Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, "Συναξάρι", ειλημμένο εκ του βιβλίου του Ο Αόρατος πόλεμος, τα νυν εν Ερουρέμ (τ. 3, Χειμώνας 1984, σσ. 78, 79).

-----
* Tο πάνυ ποιητικό τούτο motto εκ του Αλέξανδρου Κοσματόπουλου, Το άλγος της αφής (έκδ. Άγρα, Αθήνα 1985, σσ. 18-19).

Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2018

είμαστε ακόμη μια κοινωνία νεολιθικού τύπου


[…]
Στην προσπάθειά του ο Αλαίν Μπαντιού να κάνει ένα διαχωρισμό στα ιστορικά γεγονότα, διακρίνει τα φαινόμενα που υπόκεινται στους νόμους της ιστορίας αποκαλώντας τα “συμβάντα” και τις απρόβλεπτες ρήξεις τις οποίες αποκαλεί "γεγονότα".
Η ιστορία είναι κατά τον Μπαντιού η γνώση της ανάπτυξης μέσα στο χρόνο, κοινωνικών που προέκυψαν μέσα από την νεολιθική επανάσταση που ξεκίνησε πριν από 5.000 με 6.000 χρόνια, ενώ η σύγχρονη ανθρωπότητα είναι μια κοινωνία νεολιθικού τύπου που βασίζεται σε τρεις πυλώνες, την ιδιοκτησία, την οικογένεια και το κράτος που ελέγχει τους πληθυσμούς.
Οι ανισότητες όπως είπε ο Μπαντιού δεν έχουν προηγούμενο στην ιστορία και είναι πολύ μεγαλύτερες σε σχέση με την εποχή των ευγενών και της μοναρχίας.
Το ερώτημα που θέτει ο Μπαντιού για την σύγχρονη κοινωνία και ιστορία είναι αν ο σύγχρονος παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός, είναι η τελευταία μορφή νεολιθικής κοινωνίας και αν μπορούμε να περάσουμε από το τρίγωνο της ιδιοκτησίας, της οικογένειας και του κράτους, σε μια κοινωνία που θα είναι πολύ πιο ισότιμη.
Περνώντας από τον Θουκυδίδη και τον Πλάτωνα στον Χέγκελ και στον Μαρξ, ο Γάλλος φιλόσοφος είπε ότι κατά τον Μάρξ ο κομουνισμός είναι η αρχή μιας νέας σχέσης πνευματικής και πρακτική με την ιστορία και θεμελιώνει ένα σύστημα δυνατοτήτων εξόδου από τη νεολιθική εποχή, από αυτό δηλαδή που βιώνει η ανθρωπότητα τα τελευταία 5.000 χρόνια. [...]

Αλαίν Μπαντιού: "Τα «γεγονότα» καθορίζουν την ιστορία. Ο Τσίπρας δεν θέλησε να γίνει Μιραμπώ". Κώστας Πλιάκος, εν CNN Greece, Σάββατο, 27 Ιανουαρίου 2018.

Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2018

μήδεα λαχνήεντα


υποτρώγοντ' ερεβίνθους *

κήρυξ -κος, κοχύλι. Εμπεδοκλής 76· ναί μην κηρύκων τε λιθορρίνων χελύων τε: μάλιστα μέσα σε λιθόδερμα κοχύλια και χελώνες. (σσ. 35, 41)

μήδος -μήδεα, ανδρικά γενετήσια μέλη. Εμπεδοκλής 29 και 134·
ου πόδες, ου θοά γούν' (α), ου μήδεα γεννήεντα / ου πόδες, ου θοά γούν' (α), ου μήδεα λαχνήεντα: ούτε και πόδια, γόνατα γοργά ή γενετήσια μέλη / ούτε και πόδια, γόνατα γοργά, ανδρικά μέρη τριχωμένα (σ. 41)

*

ιχθύσιν υδρομελάθροις **

Εμπεδοκλής 103· τήδε μεν ουν ιότητι Τύχης πεφρόνηκεν άπαντα: έτσι λοιπόν με θέληση της τύχης σκέπτονται όλα (ανιμισμός) (σ.64)


Άννα Κελεσίδου, Από τον θησαυρό των πρώτων Ελλήνων ποιητών φιλοσόφων. Λεκτικά σήματα (έκδ. Αρμός, Αθήνα 2015). -Στο πρώτο motto εκ του ιδίου (σ. 68) τομιδίου, Ξενοφάνης 22: «τραγαλίζοντας ψητά ρεβίθια»! Και στο δεύτερο εκ του ιδίου πάλι τομιδίου (σ. 67), Εμπεδοκλής 20: «στα υδρόβια ψάρια (ίδιος ο κλήρος)»!

Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2018

η μινωική ανδρική αμφίεση με τον αιδοιοθύλακα


Ε.Σ.: [...] Στα δεκαπέντε αυτά χρόνια, είχα τις μεγαλύτερες επιστημονικές επιτυχίες που θα μπορούσε να επιθυμήσει ένας αρχαιολόγος:

Κατ' αρχήν βρήκα και ανέσκαψα την Κύμη, την πόλη που έκανε τις πρώτες αποικίες στη Δύση μαζί με τους Χαλκιδαίους. Την αναζητούσαν χρόνια οι αρχαιολόγοι, από τον προπερασμένο αιώνα. Ο Wilamowitz γράφει ότι «θα βρεθεί από κάποιον που θα εργαστεί φιλοτίμως». Κι εγώ από την ώρα που πήγα έψαχνα να τη βρω. Γυρίζοντας από τη Σκύρο, από μια άλλη ανασκαφή που ήταν στην αρμοδιότητά μου, σταμάτησα στο λόφο Βιγλατούρι και βρήκα το λιθοσωρό που έκρυβε ένα ολόκληρο κτήριο. Είπα «εδώ θα σκάψουμε», και αποκαλύφθηκε η αρχαία Κύμη. Οι Ιταλοί που επισκέφθηκαν το χώρο θεωρούν ότι είναι η «motherland» τους. Έχει πια γίνει αποδεκτό σε συνέδρια. Όταν πήγαμε στην Cuma στην Ιταλία είδαμε ότι οι άποικοι είχαν επιλέξει το ίδιο τοπίο. Από τα άλλα ευρήματά μου στην Εύβοια σπουδαίο είναι το τεράστιο σύμπλεγμα του Ηρακλή με το λιοντάρι από τούς Ωρεούς, το οποίο δεν έχει πάρει τη δημοσιότητα που του πρέπει. Μαζί με τον Κούρο της Σάμου, είναι από τα ωραιότερα αρχαϊκά ευρήματα του τελευταίου μισού του 20ού αιώνα.

Α.Ρ.: Και πού εκτίθεται;

Ε.Σ.: Αυτό το έργο δεν εκτίθεται ακόμη. Επειδή δεν υπάρχει Μουσείο στη Βόρεια Εύβοια κι επειδή είχαν γίνει ορισμένες κλοπές σε κάποιες αποθήκες, το μετέφερα στην Ερέτρια στην αποθήκη. Τώρα γίνεται ένα μεγάλο μουσείο στην Κεντρική Εύβοια και φυσικά θα εκτεθεί εκεί. Μετά, έσκαψα στην Αμάρυνθο, όπου βρήκα τον σπουδαίο αποθέτη του ναού της Αμαρυσίας Αρτέμιδος. Κοντά στη Χαλκίδα ανέσκαψα στη Μάνικα μέρος της πρωτοελλαδικής πόλης και του νεκροταφείου, όπου βρήκα πολλά κυκλαδικά ειδώλια. Στη Σκύρο, όπου ο Θουκυδίδης έλεγε ότι πήγανε οι Αθηναίοι για να εκπολιτίσουν τους «βαρβάρους» Σκυριανούς, βρέθηκε πρώιμη εκλεκτή αττική κεραμική, φοινικικά αντικείμενα, χρυσά κ.λπ., που δείχνουν ότι δεν ήταν καθόλου βάρβαροι οι Σκυριανοί και ανασκευάζουν τη φιλοαθηναϊκή άποψη του αρχαίου ιστορικού. Και βέβαια εντόπισα τη μυκηναϊκή Αυλίδα, όπου βρέθηκαν κτίσματα και κεραμική της περιόδου του τρωικού πολέμου. Γιατί είχε βρεθεί η κλασική Αυλίδα εκεί που είναι τα τσιμέντα «Ηρακλής». Δηλαδή, η επιλογή μου να πάω στην Εύβοια, η οποία βασικά δεν είχε μελετηθεί πολύ, ήταν καλή. Βρήκα ένα έδαφος παρθένο και με πολύ σημαντική ιστορία.

Α.Ρ.: Έτσι εξηγείται το ότι γράψατε τους οδηγούς του ΤΑΠΑ για τη Σκύρο, την Ερέτρια και τη Χαλκίδα. [...]

Α.Ρ.: Να σας ρωτήσω κάτι διαφορετικό. Βρήκα τη διατριβή σας για το Μινωικό ζώμα εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, έτσι καθώς κινείται ανάμεσα στην αρχαιολογία και την ενδυματολογία. Κατάλαβα καλά; Αυτή η μινωική ανδρική αμφίεση με τον αιδοιοθύλακα είναι αποκλειστικά μινωική;

Ε.Σ.: Ναι. Κοιτάξτε, και σε άλλους λαούς οι άνδρες φορούν τον αιδοιοθύλακα αλλά αυτός ο τύπος, ειδικά βέβαια το περίζωμα, είναι καθαρά μινωικό. Όλα τα εικονογραφικά στοιχεία, ακόμη η διακόσμηση που υπάρχει στα ενδύματα των Keftiu/Κρητών που εικονίζονται στους τάφους των αιγυπτιακών Θηβών, οι τύποι είναι καθαρά μινωικοί. Όπως είπαμε, οι Keftiu που φέρουν αυτό το ένδυμα είναι Κρήτες. Κρατάνε αντικείμενα τα οποία είναι καθαρά μινωικά. Είναι πολλά άλλα στοιχεία που αποδεικνύουν τη μοναδικότητα του μινωικού ανδρικού ενδύματος και κυρίως η ποικιλία που υπάρχει σε ειδώλια, σφραγίδες, δαχτυλίδια, τοιχογραφίες, όπου αποδίδονται τα πιο απλά καθημερινά μονόχρωμα ανδρικά ενδύματα αλλά και πολυτελή με κεντήματα και μοναδική πλούσια και ποικίλη διακόσμηση.

Έφη Σαπουνά-Σακελλαράκη, συνέντευξη στην Αγγελική Ροβάτσου (ανθρωπολόγο-ιστορικό και συνεργάτιδα του "Archaeology & Arts") απ' εδωδά ειλημμένο.

Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2018

οὐ κοιμηθήσῃ κοίτην γυναικείαν


Λευιτικόν, 18, 1 ΚΑΙ εἶπε Κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων· 2 λάλησον τοῖς υἱοῖς ᾿Ισραὴλ καὶ ἐρεῖς πρὸς αὐτούς· ἐγὼ Κύριος ὁ Θεὸς ὑμῶν. [...] 21 [...] καὶ οὐ βεβηλώσεις τὸ ὄνομα τὸ ἅγιον· ἐγὼ Κύριος· 22 καὶ μετά ἄρσενος οὐ κοιμηθήσῃ κοίτην γυναικείαν, βέλυγμα γάρ ἐστι. 23 καὶ πρὸς πᾶν τετράπουν οὐ δώσεις τὴν κοίτην σου εἰς σπερματισμόν, ἐκμιανθῆναι πρὸς αὐτό. καὶ γυνὴ οὐ στήσεται πρὸς πᾶν τετράπουν βιβασθῆναι, μυσαρὸν γάρ ἐστι. 24 Μὴ μιαίνεσθε ἐν πᾶσι τούτοις· ἐν πᾶσι γὰρ τούτοις ἐμιάνθησαν τὰ ἔθνη, ἃ ἐγὼ ἐξαποστέλλω πρὸ προσώπου ὑμῶν, 25 καὶ ἐξεμιάνθη ἡ γῆ, καὶ ἀνταπέδωκα ἀδικίαν αὐτοῖς δι᾿ αὐτήν, καὶ προσώχθισεν ἡ γῆ τοῖς ἐγκαθημένοις ἐπ᾿ αὐτῆς. 26 καὶ φυλάξεσθε πάντα τὰ νόμιμά μου καὶ πάντα τὰ προστάγματά μου, καὶ οὐ ποιήσετε ἀπὸ πάντων τῶν βδελυγμάτων τούτων

20, 1 ΚΑΙ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων· 2 καὶ τοῖς υἱοῖς ᾿Ισραὴλ λαλήσεις· ἐάν τις ἀπὸ τῶν υἱῶν ᾿Ισραὴλ ἢ ἀπὸ τῶν γεγενημένων προσηλύτων ἐν ᾿Ισραήλ, ὃς ἂν δῷ τοῦ σπέρματος αὐτοῦ ἄρχοντι, θανάτῳ θανατούσθω· τὸ ἔθνος τὸ ἐπὶ τῆς γῆς λιθοβολήσουσιν αὐτὸν ἐν λίθοις. [...] 7 καὶ ἔσεσθε ἅγιοι, ὅτι ἅγιος ἐγὼ Κύριος ὁ Θεὸς ὑμῶν· 8 καὶ φυλάξεσθε τὰ προστάγματά μου καὶ ποιήσετε αὐτά· ἐγὼ Κύριος ὁ ἁγιάζων ὑμᾶς. 9 ἄνθρωπος ἄνθρωπος, ὃς ἂν κακῶς εἴπῃ τὸν πατέρα αὐτοῦ ἢ τὴν μητέρα αὐτοῦ, θανάτῳ θανατούσθω· πατέρα αὐτοῦ ἢ μητέρα αὐτοῦ κακῶς εἶπεν; ἔνοχος ἔσται. 10 ἄνθρωπος ὃς ἂν μοιχεύσηται γυναῖκα ἀνδρός, ἢ ὃς ἂν μοιχεύσηται γυναῖκα τοῦ πλησίον, θανάτῳ θανατούσθωσαν, ὁ μοιχεύων καὶ ἡ μοιχευομένη. 11 καὶ ἐάν τις κοιμηθῇ μετὰ γυναικὸς τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, ἀσχημοσύνην τοῦ πατρὸς αὐτοῦ ἀπεκάλυψε, θανάτῳ θανατούσθωσαν, ἀμφότεροι ἔνοχοί εἰσι. 12 καὶ ἐάν τις κοιμηθῇ μετὰ νύμφης αὐτοῦ, θανάτῳ θανατούσθωσαν ἀμφότεροι· ἠσεβήκασι γάρ, ἔνοχοί εἰσι. 13 καὶ ὃς ἂν κοιμηθῇ μετά ἄρσενος κοίτην γυναικός, βδέλυγμα ἐποίησαν ἀμφότεροι· θανάτῳ θανατούσθωσαν, ἔνοχοί εἰσιν. 14 ὃς ἂν λάβῃ γυναῖκα καὶ τὴν μητέρα αὐτῆς, ἀνόμημά ἐστιν, ἐν πυρὶ κατακαύσουσιν αὐτὸν καὶ αὐτάς, καὶ οὐκ ἔσται ἀνομία ἐν ὑμῖν. 15 καὶ ὃς ἂν δῷ κοιτασίαν αὐτοῦ ἐν τετράποδι, θανάτῳ θανατούσθω, καὶ τὸ τετράπουν ἀποκτενεῖτε. 16 καὶ γυνή, ἥτις προσελεύσεται πρὸς πᾶν κτῆνος βιβασθῆναι αὐτὴν ὑπ᾿ αὐτοῦ, ἀποκτενεῖτε τὴν γυναῖκα καὶ τὸ κτῆνος· θανάτῳ θανατούσθωσαν, ἔνοχοί εἰσιν.

Απ' αφορμή την μυθική εκείνη Πασιφάη. Βλέπε και: Γ. Γιατρομανωλάκης, “Πασιφάη, ένα γυναικείο δράμα”, στον τόμο: Το θήλυ και οι ανατρεπτικές όψεις του στην ελληνική αρχαιότητα. Πρακτικά Συνεδρίου (μτφρ. Σ. Λεωνίδη, έκδ. Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού Σχολής Μωραΐτη, Αθήνα 2018, σ. 40).

Υ.Γ.1: Ενώ από την ιερά ιστορία των Εβραίων εμάθαμε για την λατρεία του Βάαλ και του ιερού βοός του, είναι στην μινωική μυθολογία που γνωρίσαμε και αυτήν τούτην την κατασκευή του ομοιώματος του Βοός από τον άριστο εκείνον τεχνίτη του Μίνωα Δαίδαλο και την συνεπόμενη ομιλία του [ταύρου] μετά της Πασιφάης. Αυτή ήτο που και τον εξέλεξε, βλέποντάς τον στα λιβάδια στιλπνό να βόσκει. Κι αυτό αν δεν ισχύει η ετέρα διήγησις ότι δηλαδή ήταν ο ίδιος ο Ταύρος πρόσωπο υπαρκτό και δή στρατηγός του Μίνωα, με τον οποίον και εμοιχεύθει...

Υ.Γ.2: Οι νεολιθικές δαιδαλώδεις κατοικίες προ-τυπώνονται στον Λαβύρινθο. Αφού μόνον με αυτές τις κατασκευές εξασφαλιζόταν η 'κλειδωνιά' και το αμπάρωμα, δηλονότι ειπείν η εξασφάλιση και ασφάλεια των εντός της οικίας -να πώ μεγάρου- κειμένων!

Κυριακή, 2 Δεκεμβρίου 2018

λαβωμένο περιστέρι


Πάνω σε ένα αργυρό ρυτό από τον AIV μυκηναϊκό τάφο απεικονίζεται η πολιορκία μιας πόλης. Στο κάτω μέρος του αγγείου οι πολιορκητές με τις γυμνές τριγωνικές πλάτες, τους δυνατούς μηρούς και τις στρογγυλεμένες μέσες εφορμούν, ενώ ψηλά στα τείχη της πόλης οι πολιορκημένοι αμύνονται με τόξα. Λέγεται πως οι πολιορκημένοι είναι οι Τρώες.

«Είν' η προσπάθειές μας, των συφοριασμένων
είν' η προσπάθειές μας σαν των Τρώων.
Κομμάτι κατορθώνουμε· κομμάτι
παίρνουμ' επάνω μας· κι αρχίζουμε
νάχουμε θάρρος και καλές ελπίδες» («Τρώες»)


Η τραγικότητα των κινήσεων και το δραματικό των προσώπων στην παράσταση του αγγείου έχει την ίδια ποιότητα με τον καβαφικό στίχο· και τα δύο στερημένα από οποιοδήποτε μελοδραματικό στοιχείο. Από αυτή την αντίληψη ξεκινώντας ίσως έχει ενδιαφέρον η απόπειρα να αντιστοιχίσουμε παραστάσεις αγγείων με στίχους του Καβάφη. Μερικές φορές η αντιστοιχία αυτή είναι τόσο συγκλονιστική, σαν τα αγγεία να χρησίμευσαν για πηγή έμπνευσης.

Έτσι η κύλικα του Λούβρου, του γραφέως του Βρύγου (490 π.Χ.) απεικονίζεται πάλι η Ιλίου Πέρσις, αλλά με περισσότερη βιαιότητα στις κινήσεις. Οι στρογγυλές ασπίδες, οι φοβερές περικεφαλαίες, έρχονται σε αντίθεση με τα πολύπτυχα ενδύματα δημιουργώντας δραματική εντύπωση.

«Είν' η προσπάθειές μας, σαν των Τρώων.
Θαρρούμε πως με απόφασι και τόλμη,
θ' αλλάξουμε της τύχης την καταφορά,
κ' εξω στεκόμεθα ν' αγωνισθούμε.» («Τρώες»)


Την ένταση συμπληρώνει η μορφή του ήρωα με το ξίφος, για να πληγώσει άλλον ήρωα, που γέρνει τον λαιμό προς τα πίσω, ενώ το ώριμο πρόσωπό του, κοσμημένο με ένα θαυμάσιο γένι, αντανακλά ηρωική γαλήνη. Ετοιμάζεται να πεθάνει ωραία, γιατί αγωνίστηκε.

Από τον ζωγράφο του Κλεοφράδους έχουμε μία εφιαλτική σκηνή με την άλωση της Τροίας. Ακράτητος ο Νεοπτόλεμος σκοτώνει τον μικρό γιό του Έκτορος Αστυάνακτα πάνω στα γόνατα του Πριάμου. Τρυφερό το κορμί του παιδιού θυμίζει λαβωμένο περιστέρι. Απελπισμένη η κίνηση του Πριάμου που φέρνει τα χέρια για να τραβήξει την κόμη.

Ελένη Λαδιά, Άρθρα για την Καβαφική Ποίηση (έκδ. Αρμός, Αθήνα 2016 (γ΄ αναθεωρ.), σσ. 47-49).

Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2018

ποί τρέχεις;


Η ομορφιά του εφήβου Απολλωνίου του Τυανέως ασφαλέστατα συγκίνησε τον ποιητή, ιδιαιτέρως αισθαντικό στις εφηβικές καλλονές. [...] Ο έφηβος του Καβάφη με τα φθηνά ρούχα, τις τριμμένες γραβάτες, τις κανελιές ξεθωριασμένες φορεσιές και τα αχτένιστα ανασηκωμένα μαλλιά φέρνει στον νού τον ωραιότατο έφηβο Απολλώνιο Τυανέα με τα πρόχειρα λινά ενδύματα, τα γυμνά χωρίς υπιδήματα πόδια και τα μακριά μαλλιά.

«ποί τρέχεις; ή επί τον έφηβον;»

Να η παροιμιώσης φράση που λεγόταν στην Κιλικία, όταν ο έφηβος Απολλώνιος ζούσε στο ιερό του Ασκληπιού. (Φιλόστρατου, Βίος Απολλωνίου Τυανέως 1,8).

Η διαφορά όμως είναι πως ο Απολλώνιος, εκτός από την φημισμένη του καλλονή, υπήρξε ενάρετος και παρθένος, ενώ ο διχασμένος καβαφικός έφηβος προσπαθεί να οπλιστεί με θεωρία και μελέτη, ώστε τα πάθη του να μη φοβάται σα δειλός.

[…]

Η επίγνωση του καβαφικού ανθρώπου πως η ολότητα θα εμποδίσει τον χρόνο που χρειάζεται για την ομαλή εξέλιξη της σχέσης, αναγκάζει τον καβαφικό άνθρωπο να ρίξει το κέντρο βάρους στην σωματική επαφή. Αφού λοιπόν δημιουργείται αυτός ο ψυχικός αποκλεισμός, ο έρωτας μεταμφιέζεται σε πάνδημο αλλά διατηρεί την αυταπάτη πως κυριεύοντας το κορμί του άλλου, παίρνεις ένα τεμάχιο της ψυχής του.

Το σώμα συμβολίζει μία πελώρια χάλκινη κλειδαριά, που ο ερωτευμένος ζητά επιμόνως να ανοίξει. [...]

Ελένη Λαδιά, Άρθρα για την Καβαφική Ποίηση (έκδ. Αρμός, Αθήνα 2016 (γ΄ αναθεωρ.), σσ. 86-87, 78).

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2018

Ορφέας


Η καρδιά του ήταν το δόλωμα: οι ουρανοί ήταν η λίμνη!
Για ψαράς ποιά αλιεύματα του γλυκού ή του θαλασσινού νερού
είναι ίσα με αυτόν, είτε στο σχήμα είτε στη γεύση,
υπέροχο θείο ψάρι, Ιησού, Σωτήρα μου;

*

Η πιο θηλυκή από τις αλκυονίδες,
η αγάπη, οι δελεαστικές Σειρήνες,
όλοι γνωρίζουν τα θανατηφόρα τραγούδια
επικίνδυνα και απάνθρωπα.
Μην ακούτε τα καταραμένα τα πουλιά
αλλά τις λέξεις των αγγέλων στον παράδεισο.

*

Το περιστέρι

Περιστέρι, αγάπη και πνεύμα,
ποιός γέννησε τον Ιησού Χριστό;
Όπως κι εσύ αγαπώ μια Μαρία
και θα την κάνω γυναίκα μου.


Γκυγιώμ Απολλιναίρ, εκλογή από τα Calligrammes. Βεστιάριο ή η Λιτανεία του Ορφέα (μτφρ. Αχ. Κατσαρός).

Δημοσιευμένα όλα τα τετράστιχα της συλλογής στο περ. Οροπέδιο (τ. 15, Καλοκαίρι 2015, σσ. 520-524, εδώ η εκλογή εκ των σσ. 522 και 523).

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2018

παν το δαιμόνιον μεταξύ εστι θεού τε και θνητού


[...] «κάτι μεταξύ θνητού και αθανάτου». «Δηλαδή, Διοτίμα, τί;» «Δαίμων μέγας, Σωκράτη. Άλλωστε κάθε τι δαιμονικόν ευρίσκεται μεταξύ θεού και θνητού». «Και ποία είναι» είπα εγώ «η δράσις του;». «Να μεταφράζη και να μεταβιβάζη εις τους θεούς τα προερχόμενα εκ των ανθρώπων και εις τους ανθρώπους τα εκ των θεών, εκείνων μεν τας προσευχάς και τας θυσίας, τούτων δε τας προσταγάς και τας ανταποδόσεις. Εις το μέσον δε και των δύο όπως ευρίσκεται, γεμίζει το κενόν, ώστε το σύμπαν να έχη συνοχήν εσωτερικήν».

«Πατέρα» είπα τότ' εγώ «και μητέρα ποίον έχει;». «Αυτό» είπε «είναι μία ιστορία κάπως μεγάλη, αλλά θα σού την διηγηθώ. Τον καιρό λοιπόν που ήλθεν εις τον κόσμον η Αφροδίτη, οι θεοί είχαν τραπέζι, μαζί με τους άλλους και της Μήτιδος ο υιός ο Πόρος [ενν. ήλθεν]. Όταν απόφαγαν, ήλθεν η Πενία να επαιτήση, όπως ήτο φυσικόν εις μίαν τόσον μεγάλη διασκέδασιν· εστέκετο λοιπόν εκεί προς την είσοδον. Ο Πόρος τότε μεθυσμένος από το νέκταρ (κρασί δεν υπήρχεν ακόμη) κατέβη, εξήλθεν έξω εις του Διός τον κήπον, και με το κεφάλι βαρύ όπως ήτον, έπεσε και απεκοιμήθη. Η Πενία τότε, μέσα εις την απορίαν της, συνέλαβε το σχέδιον ν' αποκτήση παιδί από τον Πόρον. Πηγαίνει λοιπόν και πλαγιάζει κοντά του· έτσι απέκτησε τον έρωτα. Δι' αυτόν τον λόγον έγινε ο Έρως της Αφροδίτης συνοδός και υπηρέτης, επειδή εγεννήθη εις τα γενέθλιά της και συγχρόνως επειδή εμφύτως είν’ ερωτευμένος με το ωραίον, η δε Αφροδίτη είναι ωραία.

Ως ο υιός λοιπόν του Πόρου και της Πενίας που είναι ο Έρως, συμβαίνει ώστε η κατάστασίς του να είναι η εξής: Πρώτα πρώτα είναι αιωνίως πτωχός και κάθε άλλο παρά απαλός και ωραίος, όπως τον φαντάζεται ο κόσμος. Αντιθέτως είναι τραχύς και απεριποίητος και ανυπόδυτος και άστεγος· πλαγιάζει πάντοτε χάμω και χωρίς στρώματα, κοιμάται εις το ύπαιθρον, εις τα κατώφλια, και τους δρόμους, έχει της μητέρας του το φυσικόν, διαρκή επομένως σύντροφον την στέρησιν. Αφ' ετέρου κατά του πατέρα του το φυσικόν, είναι παγιδευτής πανούργος των ωραίων και των εκλεκτών, είναι γενναίος και ριψοκίνδυνος και ενεργητικός, κυνηγός φοβερός, εξυφαίνων νέα διαρκώς σχέδια, της φρονήσεως επιθυμητής και επινοητικός, την γνώσιν ζητών επί ζωής, τρομερός εις το να μαγεύη με γοητείας, με βότανα, με λόγια ωραία. Με αθάνατον όμοιος δεν είναι εις την φύσιν του ούτε με θνητόν, αλλά εντός μιάς και της αυτής ημέρας πότε ανθεί και ζή, όταν ευπορίαν εύρη, πότε αποθνήσει και πάλιν ξαναζωντανεύει, χάρις εις την πατρικήν του φύσιν και πάλιν ό,τι αποκτά κάθε φοράν, τού φεύγει διαρκώς μεσ' από τα δάκτυλα. Έτσι ούτε άπορος ποτέ τελείως είν’ ο Έρως , ούτε πλούσιος εις μέσα».

Πλάτωνος, Συμπόσιον, εν Ερουρέμ (μτφρ. Ιω. Συκουτρής, [έκδ. Εστία 1976], τ. 3, Χειμώνας 1984, σσ. 70-72, ένθα ομιλεί η Διοτίμα. Δικό της λογίο και ο τίτλος του παρόντος).

Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2018

κατουράς σβέλτα


[...] Κατουράς σβέλτα, πλένεις το κουτάλι κι αν φτάσει το νερό και τα χεριά σου, βγαίνεις τρεχάτος κι αρπάζεις από τον αριστερό πάγκο το πιάτο σου – στην περίπτωσή μου δίχως πια βρισιές. Με συμπάθησαν κι οι δυό τους. Ο ένας από την τρίτη βραδιά, ο δεύτερος λίγο αργότερα, όταν την πιο απελπισμένη Δευτέρα, λίγο πριν κοιμηθώ, μού πέταξε το γκρίζο παντελόνι – το μπλε είχε σχιστεί – κι ένα προσόψι. Ο πρώτος – ένας από όσους μ’ έδειραν – ακόμη και τώρα όταν με βλέπει θέλει χειραψία και ρωτά σχεδόν καλοσυνάτα και φανερά συγκινημένος: έ φίλε, τί γίνεται;


*

[...] Ασφαλώς μεγαλύτερο από τα προηγούμενα, είπα, αλλά στενόμακρο και από πουθενά αέρας. Χτύπησα την πόρτα, στο φινιστρίνι φάνηκε ο ξανθός, ρώτησα πώς αναπνέω, μού έδειξε ψηλά, πάνω από την πόρτα, κάτι κλειστό. Τού είπα πως έχασα την ψυχραιμία μου, οι γυναίκες τη χάνουν, αποκρίθηκε, κι ύστερα από λίγο: αν κρυώνεις, σκεπάσου με την κουβέρτα / Δεν είδα ξανά γύρω μου, ούτε ψηλά ούτε χαμηλά, έπεσα όπως ήμουν στο κρεβάτι με το κεφάλι κολλητά στον τοίχο, έκλεισα τα μάτια, έβαλα από πάνω το χέρι μου, και περίμενα να ξημερώσει. [...]

Δ.Ν. Μαρωνίτης, Μαύρη γαλήνη (έκδ. Το Ροδακιό, Αθήνα 2007 [1973]).

Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2018

και συμμετοχή


[...]

Η επιθυμία μου να μένω κλεισμένος στο σπίτι μου είναι πια τόση ώστε προσπαθώ και όλες τις συναντήσεις μου, όλες τις επαπειλούμενες επισκέψεις στο σπίτι μου, να τις μετατρέψω σε πρωϊνές επισκέψεις στο γραφείο μου, ώστε να γλιτώνω τις ώρες του σπιτιού από τη διάσπαση σε μικρά μικρά κομματάκια αναμονής ή αυτονόητης κουβέντας. Δυστυχώς, δεν μπορώ να έχω και μερικές δήθεν ερωτικές – ο Θεός να τις κάνει «ερωτικές» - συναντήσεις μου στο γραφείο ώστε να τελειώνει κι αυτή η υποχρέωση.

[...] συνήθως αρνούμαι τα τραπέζια. Σε κάποιον μάλιστα που επέμενε ένα βράδυ πολύ και που στα νιάτα του πρέπει να ήταν κάτι είπα: «Άκου να σού πώ, δεν είναι τα τραπέζια, που έχω εγώ ανάγκη...». Και γελάσαμε, γιατί ο τόνος μου έδινε σαφώς να καταλάβει από ποιο άλλο έπιπλο έχω πιο πολύ ανάγκη. Κι έτσι συνήθως αρνούμαι: Χάσιμο χρόνου και πάρσιμο βάρους.

[...]

Πρόταση τέταρτη: Προσκλήσεις, προκλήσεις, προτάσεις, επισκέψεις, για έρωτα. [Αυτές γίνονται ολοένα πιο δύσκολες. Δεν τις δυσκολεύει μόνο η ηλικία αλλά και το πάχος. Δεν είμαι πολύ παχύς, ούτε και τόσο μεγάλος, αλλά είμαι αρκετά παχύς και αρκετά μεγάλος, ώστε να υφίσταμαι τη σχετική ερώτηση. Το βλέπω στα μάτια που δεν σταματούν πια απάνω μου ή και που ξεγλιστρούν με ταχύτητα, όταν νιώσουν πως κοιτάω με ενδιαφέρον. Δεν λέγω πως δεν έχω καθόλου έρωτες, δηλαδή σεξουαλικές πράξεις, αλλά δεν έχω πάντα αυτούς που θέλω και προπαντός στην ένταση και στην ποιότητα που τούς θέλω. Τα πρόσωπα που μένουν κοντά μου, ερωτικά κοντά μου, είναι συνήθως από κείνα που δεν έχω και μεγάλη ερωτική ζήτηση. Υπάρχει μια σύμβαση, μια σιωπηρά συμβιβαστική κατάσταση, τόσο για μένα όσο και γι’ αυτά. Πιο πολύ μένουν για την ασφάλεια που τούς παρέχω, τη σιγουριά, που τούς εξασφαλίζω, την εκπλήρωση των λόγων μου μέχρι κεραίας. Βέβαια, πολύ γρήγορα καταλαβαίνουν ότι και εγώ έχω τις ίδιες απαιτήσεις για προσεχτικότητα κι έτσι, όποιο πρόσωπο μένει, τουλάχιστο σ’ αυτό το θέμα φέρεται μάλλον ικανοποιητικά. Δεν βαριέσαι, στο κάτω κάτω ο σκοπός είναι να έχεις κοντά σου, στο κρεβάτι σου, έναν εκπρόσωπο του γένους των ανθρώπων, κι από κεί και πέρα τα άλλα ανήκουν στη σφαίρα των ονείρων].

[...]

Γιώργος Ι. Ιωάννου, “Εγκλεισμός και συμμετοχή”, εν Ερουρέμ (τ. 3, Χειμώνας 1984, σσ. 33-34, 41, 42).

Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2018

αλλά και την τεκνοποίηση


Τελικά, όσον αφορά το ανθρώπινο είδος, η σεξουαλική επιθυμία απαγορεύεται να πραγματωθεί εντός των ορίων της πυρηνικής οικογένειας. Αυτή η λεγόμενη απαγόρευση της αιμομιξίας, όταν έχουν παρέλθει πλέον τα άγχη που τη συνοδεύουν, νοηματοδοτεί με ύψιστη και συνειδητή κοινωνική αξία, με αίσθημα ευθύνης, όχι μόνο τον λόγο στον χώρο της εργασίας και των ανταλλαγών, αλλά και την τεκνοποίηση
·
διότι ανάγει την πατρότητα και τη διαδοχή των γενεών σε γλωσσική διεργασία, που υπερέχει της σαρκικής, και διότι υποτάσσει την εκτός νόμου επιθυμία στην απώθηση, η οποία εξαναγκάζει να μετουσιωθεί δημιουργικά σε έργα οτιδήποτε αναπτύσσεται εστιάζοντας αθέμιτα στις σώμα με σώμα, ρητά απαγορευμένες σχέσεις.

Φρανσουάζ Ντολτό, Για τη μοναξιά (μτφρ. Ελ. Κούκη, έκδ. Σμίλη, σσ. 28-29).

Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2018

κορμί που κρύβει την αθανασία


ΜΗΔΕΝ

Α΄
Το σώμα σου προεκτείνεται αργά
αγγίζεις πια τις παρειές εκκολαπτόμενων γιγάντων.

καίγεσαι, καίγεσαι.
βουβαίνονται τα πλήθη των ανθρώπων
βαθαίνουν οι ρωγμές και μένεις μόνος.

Ο τόπος απομένει αδειανός·
το στόμα σου προάγγελος της ξηρασίας.
καίγεσαι, καίγεσαι.
Το είδωλό σου στον καθρέφτη προσκυνάς
σκύβει κι αυτό γονυπετεί μπροστά σου.

Φιλί θανάτου
Χαίνουσα άβυσσος καταβροχθίζει τους ποιμένες
των εριφίων που επιδίδονται σε αλαλαγμούς.
Ξεραίνονται τα μέλη των γιγάντων
Μαραίνονται τα μάτια σου και πέφτουν κάτω.
Φιλί θανάτου
Ιδού πελώριο μηδέν.

Β΄
Η κόρη αποσύρεται στο τυπικό της πλαίσιο
Το δάκρυ της είν' η βροχή μιας αναπάντεχης ημέρας
και πριν ακόμα ξημερώσει πετούν στους κήπους της πουλιά
Λευκή λευκότερη κι' από το χιόνι Δέσποινά μου
με πότισαν οι άνθρωποι φαρμάκι.

Σύννεφα πλέκουν στον ορίζοντα το φυλαχτό μου
Λυγίζουν πια τα γόνατά μου
Μειδιούν τα δάκρυα των πολλών μου αμαρτιών.

Στέκεις αγνή, μού παραστέκεις
απόψε που με ψήνει ο πυρετός.
Λευκή, λευκότερη κι' από το χιόνι Δέσποινά μου
η μεσιτεία σου είναι οδός χαριτωμένη.

Γ΄
Τώρα πετούνε διάφανα πουλιά στον ουρανό
Μετρώ στο σώμα μου τα βήματα της οικουμένης
[Διακινδυνεύω μιαν υποκρισία]
Κρυφά κι ανάκρυφα ιχνηλατεί τα βράδια
κορμί που κρύβει την αθανασία.

Άγγελος Καλογερόπουλος, εν Ερουρέμ (τ. 3, Χειμώνας 1984, σσ. 54-55).

Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2018

υποφέρουμε για να ζήσουμε


Αφότου το ανθρώπινο ον εισήλθε στον κόσμο των φαινομένων, αφότου ως υποκείμενο λόγου αποτελεί συνάντηση των αναπαραγωγικών κυττάρων εκείνων που επέλεξε να είναι γονείς της ενσάρκωσής του, η επιθυμία του δεν σταματά ποτέ μέχρι τον θάνατο του σώματος.

Η επιθυμία ακολουθεί μια πορεία σπειροειδούς κίνησης που ανοίγεται δυναμικά και εξελίσσεται μέσα από αυτό που στο σώμα του ανθρώπου είναι ανάπτυξη και πολλαπλασιασμός, με προσθήκη-αποκοπή-αποβολή, την οποία η ζωή των σχέσεων συμβολίζει με μια γλώσσα εκφραστική, σε διαρκή μεταλλαγή, καρπό των διαμελισμών του.

Αν η δυναμική της επιθυμίας εγκλωβίζεται στην απομόνωση αντί να προχωρά προς το πεπρωμένο που ανοίγεται μπροστά της, τότε η σπειροειδής κίνηση επιβραδύνει τον ρυθμό της, αναδιπλώνεται και προσφεύγει φαντασιακά σε παρελθούσες δομές του εγώ που λειτουργούν ως υποκατάστατα στοιχείων του εξωτερικού κόσμου, προξενεί εγκύστωση της γλώσσας και της σύμφυτης με την ανθρώπινη επιθυμία συμβολικής λειτουργίας, διασπά κάθε πιθανή έκφανσή της, την οποία έκτοτε εκλαμβάνει ως ένα αλλού· κι αν δεν έλθει κανείς να βγάλει το άτομο από τον φαύλο κύκλο του, στρεβλώνει και μετατρέπει οριστικά την ανάπτυξη και τον πολλαπλασιασμό σε συμβολική θανάτου και διαίρεσης.

Φρανσουάζ Ντολτό, Για τη μοναξιά (μτφρ. Ελ. Κούκη, έκδ. Σμίλη, σσ. 70-71).

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2018

σκοτεινές ιστορίες


[...]

Φαγωμένες οι λέξεις ένα σύνθημα ένα.

Πόσα παίρνει το μήνα ο χαφιές;
Πόσα παίρνεις εσύ;
Τόνα χέρι στην Αλβανία.
Τόνα πόδι στην Κατοχή.
Και τα λόγια που ξέρουν μονάχα το ψέμα.
Το μυαλό μπουκωμένο.
Το ψωμί το πικρό και πιο πέρα η τανάλια η Ευρώπη -
σκοτεινές ιστορίες.

[...]

Ποιός είσαι εσύ που περπατάς το δισάκι στον ώμο
παραμιλώντας; Χρόνο το χρόνο
σού σακατέψανε τη γενιά
προσκυνημένοι εμπόροι χωροφύλακες.
Το μούτρο σου μια ζαρωμένη εφημερίδα
Κι εκείνο το νησί που αγάπησες
όλο το Αιγαίο μια σκάφη με σκατά.
Ό,τι κι αν πείς δεν είναι απόκριση
κι απ' τον Αισχύλο ώς το Σεφέρη να φυσάει ο αέρας
η λευτεριά που πάλεψες – σκοτεινές ιστορίες.

Τάκης Σινόπουλος, ικανά αποσπάσματα από το ποίημα «Νυχτερινός μονόλογος» [1977, 1980] της συλλογής «Δρομοδείχτες» [1960-1980], όπως περιέχεται στην συγκεντρωτική έκδοση Συλλογή ΙΙ (έκδ. Ερμής, Αθήνα 1997, σσ. 34, 35).

Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2018

ύμνος στην μοναξιά


Σίτός ειμι Θεού
και σπουδάζω λοιπόν
αλησθήναι δεινότατα
όπως τω δεσπότη
έντιμος άρτος
όλος γενήσομαι.*

Δίχως εσένα, Μοναξιά του ανθρώπινου ζήν, που, από τα παιδικά χρόνια ώς τα γηρατειά, είσαι παγίδα ή οίστρος της ανθρώπινης επιθυμίας· δίχως εσένα που παραμονεύεις κάθε της έκφανση και κάνεις το σώμα, το φύλο να θέλγεται πάντα από τον άλλο, κάτοχο αυτού που το ίδιο δεν έχει και επιθυμεί να γνωρίσει, δίχως εσένα που το απειλείς, το σαγηνεύεις και το δηλητηριάζεις, δίχως εσένα που οφείλει να σού ξεφύγει, στο ανθρώπινο είδος δεν θα υπήρχαν παρά μονόλογες σκέψεις, θόρυβοι από φλύαρα λόγια για ενικές ανάγκες ή πληθυντικές, δεν θα υπήρχαν καθόλου έργα, καθόλου πολιτισμός, καθόλου γέλια παιδιών, καθόλου χαρά, γιορτές, ποίηση, τέχνες, επιστήμες, εφευρέσεις, καθόλου ζωντανό τριαδικό μυστήριο, το καθημερινό αυτό μυστήριο που τετριμμένα ονομάζουμε πατρική, μητρική και υιική αγάπη, καθόλου όπλα, καθόλου βιοτεχνία, καθόλου έλεγχος των πραγμάτων, καθόλου ερωτήσεις στον έναστρο ουρανό, στις δυνάμεις των ποταμών, στη γονιμότητα της γής, καθόλου ανταλλαγές, συναλλαγές.

Βέβαια, στον πλανήτη μας θα υπήρχε η φύση· θα ήταν στην πρωταρχική μορφή της, μόνον από τα στοιχεία της θα καταδυναστευόταν, θα υπήρχαν γυμνές ακτές, ποταμοί θα κυλούσαν νωχελικά ή αφανίζοντας τα πάντα στο πέρασμά τους, θα υπήρχαν βουνά χιονοσκέπαστα, παρθένες κορυφές, σπήλαια χωρίς ζωγραφιές στα τοιχώματά τους, μνήματα χωρίς προσφιλή αντικείμενα πλάι στα λείψανα· δεν θα υπήρχε καθόλου κυνήγι, καθόλου ζώα εξημερωμένα, καθόλου καταλύματα οικεία, καθόλου ερωτήσεις στις δυνάμεις της φωτιάς, στις δυνάμεις των ποταμών, των θαλασσών· στη γή, καθόλου ερωτήσεις στη γονιμότητά της· μεταξύ των ανθρώπων, καθόλου παραγωγική εργασία, καθόλου ανάπαυση με τη χαρά του ποτού που φέρνει γέλιο στα χείλη και οδηγεί τους χορούς, καθόλου έργα, μαρτυρίες πολιτισμών, ούτε κατακτήσεις, φθαρτή δόξα του είδους μας, καθόλου εφευρέσεις και γνώση φυλαγμένη που να μεταδίδεται ως διδασκαλία, καθόλου ανάβρυσμα τέχνης στην πεζή καθημερινότητα, καθόλου αφηγήσεις ονείρων και περιπετειών που, στις αγρυπνίες, γεμίζουν τα μάτια θαυμασμό, πλημμυρίζουν τα μάτια γέλιο ή δάκρυα, καθόλου θεοί αρωγοί ή απειλητικοί, πλασμένοι κατ' εικόνα των ανθρώπων.

Βέβαια, θα υπήρχε πολλή οδύνη και πολλή ευχαρίστηση, αλλά καθόλου πόνος και χαρά αγάπης, καθόλου αλληλοβοήθεια, καθόλου μένος αδικοπραγίας καθόλου νόμοι να συνδέουν τις οικογένειες, να ορίζουν τις συμμαχίες, καθόλου ομάδες με γνώμονα τη φιλία.

Ίσως να μην υπήρχε καθόλου ρατσισμός, δεν θα υπήρχαν όμως καθόλου και άσματα πολεμικά, πένθους ή θριάμβου, καθόλου χορός και ποίηση, καθόλου αριθμοί και γραφή, καθόλου παιχνίδια δεξιότητας και τυχερά παιχνίδια, καθόλου παιδιά χαρωπά και αυθάδη, καθόλου βραχιόλια, περιδέραια και δαχτυλίδια, καθόλου μαρτυρίες αγάπης, καθόλου σοφά φίλτρα να ελέγχουν τα αισθήματα, να καταπραΰνουν τους πόνους.

Ασφαλώς θα υπήρχε το ανθρώπινο είδος, θηλαστικά γυμνά, σπαρμένα στον χώρο και στις εποχές, μαζεμένα σε αγέλες με οδηγό την πείνα, στοιβαγμένα το ένα πάνω στο άλλο μέσα στο κρύο, να φωλιάζουν στον ύπνο, να ουρλιάζουν στους κατακλυσμούς, να τρέφουν και να κρατούν αγκαλιά τα μικρά τους, αλλά δεν θα υπήρχαν καθόλου σοφοί να ερμηνεύουν τα σημεία, καθόλου τριαδικό μυστήριο στα σπλάχνα κάθε εκπροσώπου αυτού του ανθρώπινου είδους, ούτε θα υπήρχε αυτό το μυστήριο που κάνει τη δριμύτητα της ανάγκης να αγνοεί ότι είναι, το μυστήριο που λυτρώνει την επιθυμία του φύλου από κάθε φθόνο, κάθε ζήλια ή αντιζηλία, αυτό το μυστήριο που συναντά κανείς κάθε μέρα και φέρει το όνομα φιλία.

Φρανσουάζ Ντολτό, Για τη μοναξιά (μτφρ. Ελ. Κούκη, έκδ. Σμίλη, σσ. 75-77).

-----
* Το motto εκ του Ρωμανού του Μελωδού γραμμένο για τον Ιγνάτιο Αντιοχείας βέβαια. Ειλημμένο εκ του Γιάννη Δάλλα, Υπερβατική συντεχνία [1958] (έκδ. Έρασμος, Αθήνα 2018, σ. 77).

Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2018

το ανθρώπινο ον δίχως ασφάλεια


Νεαρόν ήττημα
του αρχαίου ημίν
πτώματος
λήθην εποίησε.*

Το ανθρώπινο ον, προικισμένο με νοημοσύνη και μνήμη (ενίοτε υποδεέστερη σε σύγκριση με εκείνη ορισμένων ζώων), διαφέρει ριζικά από τα άλλα θηλαστικά της πλάσης. Διαθέτει κυρίως ένα πολύ ανεπτυγμένο εγκέφαλο, που αιτιολογεί ίσως την εξαιρετικά πρώιμη ύπαρξη συμβολικής λειτουργίας· επίσης πολύ ανεπτυγμένα όταν φθάνει στον κόσμο είναι τα γεννητικά του όργανα, σε αντίθεση με το υπόλοιπο σώμα του, που απαιτεί παρατεταμένη συμπαράσταση. Το ανθρώπινο ον είναι πρωτίστως ον γλώσσας, επικοινωνίας και δημιουργικότητας.

[...]

Η ευχαρίστηση επικεντρώνεται στις περιοχές του σώματός του που ευνοούν την αίσθηση αποχωρισμών και επανευρέσεων, την επαφή ανάμεσα σε δύο μέρη που ήταν χωριστά: η επανασύνδεσή τους δημιουργεί ευχαρίστηση του είναι.

[...]

Η συμβολική λειτουργία, διαρκώς ενεργή στο μικρό του ανθρώπου (που δεν μπορεί να επιβιώσει ολομόναχο), εξηγεί επίσης για ποιο λόγο, εάν το αποκόπτουν συχνά από τον χώρο ασφάλειάς του (δίχως την προστατευτική, σώμα με σώμα παρουσία και δίχως την οπτικοακουστική επανεύρεση της μητέρας του, δηλαδή του προσώπου που είναι το σημαίνον της συνέχειάς του), καταλήγει να συνδέει τις σπλαχνικές αισθητηριακές εντυπώσεις με τις ουσιαστικές (χωρίς τις οποίες δεν θα επιβίωνε) κι έτσι επινοεί μια αυτο-γλώσσα αφού, αποκλειστικά εστιασμένο σε ό,τι στοιχειωδώς αισθάνεται επικοινωνώντας με τις λειτουργικές ιδιότητες του σώματός του, είναι προσηλωμένο στον εαυτό του και σε σήματα που προέρχονται από το περιβάλλον και αφορούν τις ανάγκες του.

Αυτό δημιουργεί σοβαρές διαταραχές στην επικοινωνία, έως και αυτισμό, ψύχωση την οποία, δυστυχώς, συναντάμε συχνά σήμερα σε παιδιά σωματικά υγιή που, λόγω παρατεταμένης απουσίας της μητέρας τους, μοναδικού γνώριμου προσώπου πριν την αποχωριστούν, ή λόγω επανειλημμένων αποχωρισμών, συνεχών αλλαγών [...] κλείνονται στον εαυτό τους και παλινδρομούν·

διότι η συμβολική λειτουργία συνεχίζει μεν τη δράση της, αλλά χωρίς γλωσσικά στοιχεία που να διαμεσολαβούν το παρελθόν τους με το παρόν. Διά βίου ανίκανα να επικοινωνήσουν -μέσω εκφράσεων του προσώπου, χειρονομιών ή λεκτικά- με τον έξω κόσμο, δεν αναζητούν πλέον κάτι ή κάποιον που θα συμπλήρωνε μια επιθυμία. Η επιθυμία τους έχει παλινδρομήσει· συνδέεται αποκλειστικά και μόνο με αυτό που αισθάνεται το σώμα τους, στο οποίο καμία ανθρώπινη συναναστροφή δεν εμπνέει ασφάλεια.

Φρανσουάζ Ντολτό, Για τη μοναξιά (μτφρ. Ελ. Κούκη, έκδ. Σμίλη, σσ. 22,23, 25-26).

-----
* Το motto εκ του Ρωμανού του Μελωδού γραμμένο για τον Ιγνάτιο Αντιοχείας βέβαια. Ειλημμένο εκ του Γιάννη Δάλλα, Υπερβατική συντεχνία [1958] (έκδ. Έρασμος, Αθήνα 2018, σ. 84).

Παρασκευή, 19 Οκτωβρίου 2018

όσα, σχηματισμένα από τα χέρια μας, κρατήσαμε, ανταλλάξαμε ή δώσαμε...


Όπως την ώρα που γεννιόμασταν αφήσαμε τον πλακούντα στα σπλάχνα της επίτοκης μητέρας μας βγάζοντας την πρώτη κραυγή που την πλημμύρισε χαρά, εκείνη και μαζί τον πατέρα μας -τους πρώτους για τους οποίους είχε νόημα επικοινωνίας η πρώτη μας κραυγή-, με τον ίδιο τρόπο δεν θα καταλάβουμε άραγε ότι περίβλημα επίσης ήταν και τούτο το σώμα όταν, τη στιγμή του θανάτου μας, με την τελευταία πνοή, θα το εγκαταλείψουμε στους ύστατους παλμούς του οργάνου του που λέγεται καρδιά; Αυτή η καρδιά, ας της αποτίσουμε φόρο τιμής, ακούραστη και καρτερική, σύμμαχός μας μέχρις εσχάτων, όταν απελευθερωθεί από το φορτίο της, δεν θα μάς ανήκει πια.

Η γη, σφύζοντας από το βουητό της ζωής, θα δεχτεί τούτο το λείψανο, το σώμα, για να ταφεί εκεί όπου άλλοι θα το έχουν εναποθέσει. Η γη όπου προηγήθηκαν ο πλακούντας μας και όσα πράγματα από εκείνη παρμένα της επιστρέφαμε κατά τη διάρκεια της ζωής μας. Όσα, φτιαγμένα από τα στοιχεία της, είχαμε νομίσει δικά μας, όσα, σχηματισμένα από τα χέρια μας, κρατήσαμε, ανταλλάξαμε ή δώσαμε, όσα από τα χέρια των άλλων δεχτήκαμε, χρησιμοποιήσαμε, αγαπήσαμε, όλα τούτα τα πράγματα, ώσπου να σημάνει για το καθένα η ώρα της φθοράς του, θα μείνουν μετά από εμάς, αδιάφορα, χρήσιμα για τους άλλους ή προς τέρψιν τους.

Φρανσουάζ Ντολτό, Για τη μοναξιά (μτφρ. Ελ. Κούκη, έκδ. Σμίλη, σσ. 81-82).

Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2018

οι επιθυμούντες που χάθηκαν από μοναξιά


Αυτό που ονομάζουμε προπατορικό αμάρτημα ή δυσφορία του πολιτισμού
ίσως τελικά να είναι η επιθυμία που δεν μπορεί να γιατρευτεί
από την πρωταρχική κανιβαλική της βιαιότητα απέναντι στη μητέρα
που μάς επέβαλε τον απογαλακτισμό...*

Η μοναξιά, οδύνη μετά τους αναπόφευκτους αποχωρισμούς που αναδεικνύουν το άτομο, μέσω του σώματός του, στον χώρο και στον χρόνο -«τα απτά όριά του»-, καθιστώντας το πλάσμα μοναδικό, είναι επίσης το αίσθημα που επιτρέπει στους ανθρώπους να εδραιώνουν μέσω της γλώσσας λεπτούς δεσμούς πέραν του χώρου και πέραν του χρόνου. Από εκεί αντλεί οίστρο η συμβολική λειτουργία του ανθρώπινου όντος ώστε, από το όλον των αναγκών και των επιθυμιών, να πλάθονται ευρηματικά γλωσσικοί δεσμοί που μεταδίδονται υπερβαίνοντας τα αισθητηριακά όριά τους.

Το οξύ αίσθημα μοναξιάς που γεννά η απαγορευμένη επιθυμία – η οποία είναι αδύνατο να πραγματωθεί με άμεσο τρόπο- ωθεί το ανθρώπινο πλάσμα να την εκδηλώσει αναστέλλοντας την ορμή, το πλεόνασμα ζωής που εμπεριέχει, και να τη στρέψει προς τη δημιουργικότητα αντί της τεκνογονίας. Αυτή ακριβώς η επιθυμία, που απαγορεύεται να εκδηλωθεί εντός των ορίων του σώματος όταν βρίσκεται σε άμεση επαφή με το σώμα ενός άλλου, δίνει στον άνθρωπο την ικανότητα να εκφράζεται μέσω της εργασίας, να συμπράττει και να απολαμβάνει τους καρπούς της από κοινού με τους άλλους, να συναλλάσσεται με απώτερο σκοπό το έχειν και την εξουσία, αλλά επίσης και με μόνο σκοπό τη δωρεά αγάπης.

Αυτή ακριβώς η επιθυμία κάνει να ακμάζουν οι τέχνες και οι επιστήμες, τιμή και γόητρο κάθε πολιτισμού, μαρτυρία και σιωπηλή δωρεά αγάπης εκ μέρους ατόμων από αλλοτινούς καιρούς, από πολιτισμούς παλαιούς, πέραν του χρόνου που τούς είδε να βυθίζονται στον θάνατό τους. Από αυτούς τους επιθυμούντες που χάθηκαν, αυτούς που, χωρίς να το συνειδητοποιούν στην εποχή τους, υπήρξαν εξάγγελοι του πραγματικού, αυτούς που ευόδωσαν έργα αγάπης πλασμένα στη γλώσσα που μάς παρέδωσαν, στην ύλη την οποία σημάδεψαν με τη βούληση να φθάσουν ώς εμάς, δεχόμαστε τα δημιουργήματά της επιθυμίας τους, η οποία συναντά τη δική μας προτρέποντας να μεταδώσουμε με τη σειρά μας, μέσω της εργασίας μας, τους καρπούς της δικής μας επιθυμίας, περιστοιχισμένοι από τη μοναξιά που όλοι γνωρίζουμε. Αυτή η επιθυμία μάς προτρέπει να συνδεθούμε με εκείνους που έχουμε αποχωριστεί και να αφήσουμε τα έργα μας ως μαρτυρία για τις επερχόμενες γενεές.

Φρανσουάζ Ντολτό, Για τη μοναξιά (μτφρ. Ελ. Κούκη, έκδ. Σμίλη, σσ. 42-43). - Το motto εκ της ιδίας (ό.π., σ. 44).

Σάββατο, 13 Οκτωβρίου 2018

μια εντελώς αδιέξοδη μοναξιά


Η παρατεταμένη απουσία τους το καταδικάζει σε μια εντελώς αδιέξοδη μοναξιά. Έως και σε ψυχοσωματική αποδιοργάνωση –πεπρωμένο που το διακρίνει από τα άλλα θηλαστικά, και στο οποίο οφείλει ίσως την ισχυρή, τη σωτήρια επιθυμία του και την κυρίαρχη, από κοινού με τη μνήμη και τη ζωτική φαντασία, συμβολική λειτουργία του.

Η ίδια η αδυναμία του, αν βρίσκει συμπαράσταση από τους γονείς, τους πρώτους άλλους του, διεγείρει τις δυνατότητες της φαντασίας του, της νόησης και την καταπληκτική δεξιότητά του να επινοεί τρόπους επικοινωνίας με τους άλλους, παρά τους αποχωρισμούς. Το πεπρωμένο αυτό, που η ευφυΐα του σκέφτηκε να σημαδέψει με την απαγόρευση της αιμομιξίας, για να υποστηρίξει το αγελαίο του ένστικτο -χωρίς να ενδώσει σε αυτό-, εφεξής, ενισχύει ακόμη περισσότερο το άγχος του όταν επιθυμεί σεξουαλικά κάτι απαγορευμένο και μετουσιώνει σε καθαρή αγάπη μια απωθημένη επιθυμία·

όταν μετουσιώνει σε εκφορά φωνημάτων τον απογαλακτισμό· και, αφού έχει ολοκληρώσει το πένθος της ύστατης βοηθητικής, σώμα με σώμα, σχέσης με τον κηδεμόνα ενήλικο (από τη στιγμή που δεν είναι πια απαραίτητο να το κρατούν αγκαλιά διότι αρχίζει να κάνει όρθιο τα πρώτα του βήματα, από τη στιγμή επίσης που μπορεί να ελέγχει τους σφιγκτήρες του),

όταν μετουσιώνει την επιδεξιότητα, σημαίνον των αναγκών του, που υπηρετούσε άλλοτε μια ορμητική επιθετικότητα αυτοσυντήρησης, σε ευρηματικότητα, σε ένα δράν μιμητικό στην αρχή, αλλά που συμβολοποιείται αργότερα σε παραγωγική -ανταλλακτική ή δοτική- εργασία, η οποία εξελίσσεται σε πράξεις άδολες με τους οικείους του και τους συν αυτώ, υποκατάστατα ανεπίτρεπτων, σώμα με σώμα, σχέσεων, πράξεων σαρκικών εκτός νόμου. [...]

Φρανσουάζ Ντολτό, Για τη μοναξιά (μτφρ. Ελ. Κούκη, έκδ. Σμίλη, σσ. 27-28).

Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2018

καταφύγιο παγίδα


Ωστόσο, η μοναξιά γίνεται θελκτική όταν αποτυγχάνει η επιθυμία, όταν κυριαρχεί η θλίψη ή η απογοήτευση από τη ματαιωμένη επικοινωνία με τον άλλο. Παραδίδει τότε τον άνθρωπο ολοκληρωτικά στη μαγεία των ρεμβασμών του, εκεί όπου η επιθυμία επινοεί τις φαντασιώσεις της κατευνάζοντας τις εντάσεις της μέσα από μια ευχαρίστηση που ναρκώνει τη δοκιμασία της μοναξιάς.

Αν όμως η επιθυμία του υποκειμένου δεν λειτουργεί πια στον χώρο της πραγματικότητας, παύει κι αυτό να ανανεώνει το γνώριμο του εαυτού του που, πέρα από το σώμα και το μονότονο ζην των αναγκών, ενδίδει τότε στο πεδίο της φαντασίας. Εκεί, η επιθυμία αναδιπλώνεται στον ναρκισσισμό.

[...] τότε το ανθρώπινο ον κινδυνεύει να πέσει στην παγίδα μιας μοναξιάς στείρας.
[...] περιορίζεται στον διάλογο με το σώμα του.

Εάν τίποτα και κανείς δεν έλθει να τον λυτρώσει από αυτή την παγίδα, η επιθυμία του δελεάζεται με φαντασιώσεις όλο και πιο συγκεχυμένες, οι οποίες σχετίζονται με τη νοσταλγική εποχή που η επιθυμία ήταν αδύναμη και ασαφής. Τότε, καίτοι ον επιθυμίας, οδηγείται στην άγνοια της επιθυμίας του, καίτοι ον γλώσσας, μένει ανέκφραστος, βουβός: μυϊκή ατονία, πρόσωπο αποβλακωμένο· εκτός εάν απορρυθμιστούν οι λειτουργίες του σώματός του από την επίπτωση που έχει επάνω του αυτή η επιθυμία της οποίας είναι αδιέξοδη η εκπλήρωση αλλού, πέραν του ατόμου, οπότε μιλούν για «ψυχοσωματικές» διαταραχές -γλώσσα άγχους στην πραγματικότητα- εφόσον δεχόμαστε ότι η υγεία του σώματος, πάντα ψυχοσωματική, απορρέει από την επιθυμία, από τη γλωσσική εκπλήρωσή της σε συνάρτηση με τον έξω κόσμο [...]

Αυτή η παθολογική μοναξιά γίνεται παθογόνος και πρέπει ο άνθρωπος να βγεί από εκεί προτού γίνει γι' αυτόν καταφύγιο δίχως άνοιγμα προς τον έξω κόσμο. Απεναντίας, μολονότι υποφέρει, οφείλει να αντέξει καρτερικά, άνδρας ή γυναίκα, τον επίμονο πόνο της πληγής του και, πέραν του εαυτού του, να στραφεί σε ένα αλλού όπου υπάρχουν ίσως και άλλοι που επίσης αναζητούν ή άλλοι που θα βρούν πώς να συμπαρασταθούν στην οδύνη του, να απευθύνουν λόγια στην έλλειψή του, να κάνουν κάποια χειρονομία για να ηρεμήσει.

Φρανσουάζ Ντολτό, Για τη μοναξιά (μτφρ. Ελ. Κούκη, έκδ. Σμίλη, σσ. 52, 53, 54).

Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 2018

η μοναξιά που προοδευτικά τιθασεύεται


Όλοι οι αποχωρισμοί είναι επώδυνοι. Η οδύνη είναι αναπόφευκτη, ταυτόχρονα όμως κάθε άνθρωπος προσπαθεί να μετριάσει την άσκοπη δυστυχία και οδύνη όταν η επιθυμία του εστιάζει εκεί την επιθυμούσα σημασία της, όσο αδύναμος κι αν νιώθει κανείς με την εξατομίκευσή του, κοινή οδύνη όλων των επιθυμούντων.

Διότι η οδύνη των πρώτων αποχωρισμών -γέννηση, απογαλακτισμός, νευρομυϊκή ανάπτυξη και αυτόνομη κίνηση στον χώρο- είναι εκείνη που οδηγεί προοδευτικά στην εξατομίκευση του σώματος του παιδιού, το οποίο, με τα απτά όριά του, αναδεικνύεται πλάσμα μοναδικό και χωρισμένο.

Τόσο η μόνωση όσο και το ότι το σώμα είναι τμητό, ιδιότητα χάρη στην οποία αποκαλύπτεται το μικρό του ανθρώπου, που αργεί πολύ να φθάσει στην πλήρη ανάπτυξή του, είναι ερεθίσματα για το παιδί που, ως προς την επιβίωση του σώματός του, εξαρτάται για πολύ μεγάλο διάστημα από μια γονεϊκή κηδεμονία. Η απουσία της το ωθεί να εφεύρει λεπτά μέσα, εξ αποστάσεως από τη σώμα με σώμα σχέση: τη γλώσσα – βλέμματα, φθόγγους, χειρονομίες που εκφράζουν τις ανάγκες και τις επιθυμίες του.

[...]

Εξημμένη από τη μοναξιά, η επιθυμία εφευρίσκει διάφορους τρόπους για να διαμεσολαβηθεί η επικοινωνία.

Πράγματι, η μοναξιά που αισθάνεται το μικρό του ανθρώπου διεγείρει τη μνήμη του και τη συμβολική λειτουργία του, ώστε να πλάθει υποκατάστατες κηδεμονικές παρουσίες, να φαντάζεται τον άλλον παρόντα, να τού μιλά σαν να ήταν εκεί, να μιμείται τις χειρονομίες του όταν είναι απών, να παίζει με τα χέρια του περιμένοντας την επιστροφή του, να ανακαλύπτει την εξουσία του στον περιβάλλοντα χώρο επινοώντας τρόπους για να τον αλλάξει, και να νιώθει ευχαρίστηση με όλες του τις αισθήσεις, ευχαρίστηση που δίνει στον εαυτό του και προσφέρει στους άλλους.

Ευτυχής δοκιμασία, η μοναξιά που προοδευτικά τιθασεύεται [...]

Φρανσουάζ Ντολτό, Για τη μοναξιά (μτφρ. Ελ. Κούκη, έκδ. Σμίλη, σσ. 72-73, 73-74). Και ακολουθεί ο ύμνος στην Μοναξιά (ό.π., σσ. 75-77).

Πέμπτη, 4 Οκτωβρίου 2018

η ανοίκεια δοκιμασία τού να είναι κανείς δίχως να ξέρει


[...] ο αββάς Βησσαρίων (ζ΄) δεν θα διστάσει, όταν ο πρεσβύτερος απομάκρυνε κάποιον αδελφό από την εκκλησία γιατί είχε περιπέσει σε αμάρτημα, να τον ακολουθήσει έξω λέγοντας: «Καγώ αμαρτωλός ειμί».

Πουθενά δεν βρίσκουμε τόσο άμεση και οικεία σχέση του Θεού με τον άνθρωπο, όσο στη ζωή των αββάδων της Θηβαϊδος. Μόνο στο Ομηρικό σύμπαν οι θεοί εμπλέκονται τόσο άμεσα στις πράξεις και στα κατορθώματα των ηρώων, συμμετέχοντας στη μοίρα τους. Στην έρημο ο Θεός γεμίζει με την παρουσία του τη ζωή των γερόντων, οι οποίοι κοινωνώντας στην παρουσία αυτή, εγκαταλείπονται στα χέρια Του.

Αλέξανδρος Κοσματόπουλος, Έρημος λέξη (έκδ. Αρμός, Αθήνα 1996, σ. 29).


*

Μοναξιά, για εμάς τους ζωντανούς, με ακμαίες ακόμα τις δυνάμεις μας, είσαι η ανοίκεια δοκιμασία τού να είναι κανείς δίχως να ξέρει, μάς οδηγείς στον μαρασμό όταν δεν βρίσκεται κάποιο πρόσωπο για να γνωρίσουμε τον εαυτό μας εκεί, να τον αναγνωρίσουμε μαζί του και, πέραν των ανομοιοτήτων και των διαφορών μας στον χρόνο και στον χώρο, να ανακαλύψουμε τη χαρά της επικοινωνίας, τη θέρμη ενός ζήν που, μέσα στο υποταγμένο στις ανάγκες και στα όριά του σώμα του καθενός ξεχωριστά, εγκλωβίζεται στην απόγνωσή του.

Φρανσουάζ Ντολτό, Για τη μοναξιά (μτφρ. Ελ. Κούκη, έκδ. Σμίλη, σ. 80).

Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2018

Ρωμανός και Συμεώς


Στο κελλί της Θεοτόκου εν τοις Κύροις αποσκεπασμένος, απόμερος μακροημέρευσε. Έργα της νύκτας, που ετάζει νεφρούς και καρδίας, τα ποιήματά του. Και, για να μη μείνει στην αιώνια μνήμη εν καιρώ μοναχός με τους μοναχούς και ψαλμωδός με τους καντηλανάφτες που μαζί των εμόναζε, έκρυβε στις ακροστοιχίδες των ύμνων του την ελάχιστη μνεία της ποιητικής του ταυτότητας: «Του ταπεινού Ρωμανού». Ο ταπεινός υπερυψούται τώρα στη συνείδησή μας. Γιατί ήταν ο ίδιος μια συνείδηση προικισμένη και συνάμα αενάως διαδραματιζόμενη στη σφαίρα του πιο επίκαιρου επιστητού. Και πάντα παλεύοντας εδώθε απ’ την εξαΰλωση, ένα σκεύος.

Έτσι, σαν ένα σκεύος εκλογής στάθηκε εν μέσω του καιρού του, διάνοια μοναχική: πομπός ενεργητικός, διαλεκτική άγρυπνη μεταξύ των πιο υψηλών ιδεών και των φορέων τους, των ανθρώπων. Και σαν καρδιά κοινόχρηστος: πεδίον όπου μέσα του παραμένει πάντα ανοιχτή η αυλαία του αιώνιου αλλά και καθημερινού θείου δράματος. Κι ενώ ο καιρός εκύρτωνε από δυσχερή και δυσχείρωτη συνάμα σοφία, αυτός σφηνώθηκε εκεί ανάμεσα στα πένθιμα εμβόλια (έτσι θα τα έλεγε ο Κάλβος) μπόλι ζωής. Φρέσκος, δροσερός ήχος, λαλιά νεόκοπη, κρωγμός και κλάμα ζωντανού στήθους. Οι σκέψεις του κι αυτές φωνήεντα, ακόμη και το όραμά του επιφώνημα.

Είναι η εφηβεία, η ψυχολογική στιγμή του μεσαιωνικού μας Ελληνισμού. Και χρειάστηκε να περάσει πολύς χειμάζων αιώνας, για να καρποφορήσει η άλλη, η πνευματική στιγμή. Αυτήν πια ευδόκησε τώρα να την κατορθώσει, ολόκληρη μες στη μυστική φώτιση, ένας άλλος, μεγάλος άγνωστος, που τ' όνομά του θα πρέπει κάποτε σοβαρά ν' απασχολήσει ως σπουδή και την ποίηση. Μετά τού Ρωμανού την αγωνία η χάρις τού Συμεών του νέου, του Θεολόγου. Αυτός, αιωνίως εγκάθειρκτος, εκείνος προ πολλού απόδημος τού σώματος.

Του Ρωμανού ο κόσμος παρέμεινε εγκόσμιος, κυριολεκτώντας ουσία και λόγω. Ο Συμεών ευδόκησε περιφραστικά, να τον αποθεώσει:

Μοναχός όστις αμιγής έστι κόσμω
και αενάως ομιλών θεώ μόνον.
Βλέπων βλέπεται, φιλών φιλείται
και γίνεται φως λαμπόμενος αρρήτως.
Δοξαζόμενος δοκεί πλέον πτωχεύειν
και προσοικειούμένος ως ξένος πέλει.
Ω ξένον πάντη θαύματος καί αφράστου,
δια πλούτον άπειρον υπάρχω πένης
και μηδέν έχειν δοκώ, πολύ κατέχων,
και λέγων διψώ δια πλήθος υδάτων.

Έρχονται τώρα, ας τούς φαντασθούμε εναλλάξ, δυο στάσεις, δυο χωριστοί άνθρωποι, προ του φρικτού θρόνου της Κρίσεως. Ο Ρωμανός στο κάτω πάτωμα, εδαφιαίος, ολόσωμος, γαντζωμένος επάνω στη σάρκα του (γαιώδες αλώνι δοκιμασίας) αγωνιστικός κι αγωνιώδης, τρομερός και μολαταύτα περίτρομος:

Όταν έλθης ο θεός
επί γης μετά δόξης
ποταμοί δε του πυρός
προ του βήματος έλκη
και βίβλοι διανοίγωνται
και τα κρυπτά δημοσιεύωνται,
τότε ρύσαί με
εκ του πυρός του ασβέστου

Κι ο Συμεών επάνω υπερίπταται όλος ψυχή, δορυφόρος των άνω δυνάμεων:

Η δε απαυγή της δόξης σου της θείας
φως απλούν ημίν, φως γλυκύ καθοράται,
φως πνευματικόν βλεπόμενον μακρόθεν,
φως εντός ημών ευρισκόμενον αίφνης,
φως ως ύδωρ βρύον, ως πυρ τε φλέγον
τής ήσπερ πάντων καθάψεται καρδίας.

Ο 10ος αιώνας έτσι συμπλήρωσε τον 6ον αιώνα Κι ένας κύκλος πολιτισμού ολοκληρώθηκε κι έκλεισε. Η μεσαιωνική μας ψυχή απ' το πάθος πέρασε κι ετελειώθη στην έκσταση.

Γιάννης Δάλλας, Υπερβατική συντεχνία [1958] (έκδ. Έρασμος, Αθήνα 2018, σσ. 85-88).