Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2018

φυτά ενδιαμέσου χαρακτήρος


Στη συνέχεια το Βασίλειο της Κρήτης επήρε αργή κίνηση προς αριστερά.
Επισκόπησε τα νότια και δυτικά πλάτη των θαλασσών της. Ηρέμησε.
Επανηύρε τη συνήθη θέση της καταντικρύ της γραικικής χερσονήσου.
Στέκεται πάντα με ανοιγμένα πανιά.*

Τα περισσότερα φυτά ενδιαμέσου χαρακτήρος είναι επικίνδυνα. Ας δείχνουν ήμερα. Βαθιά μέσα τους έχουν θρασύτητα. Είναι πανέξυπνα. Συμπεριφέρονται ξέφρενα και αφροδισιακά. Τα λένε και φυτά-επιδειξίες. Δείχνουν τα αιδοία τους ανενδοιάστως. Συνευρίσκονται ανενδοιάστως. Ενώπιον ανθρώπων. Ενώπιον ζώων και άλλων εντροπαλών φυτών. Παράδειγμα η μυρτιά. Οι Λατίνοι την αποκαλούν περιφρονητικά myrtus communis. Αυτή όμως κατάγεται από πολύ μεγάλη και αρχαία οικογένεια. Ανήκει στην ομοταξία των δικοτυλήδονων. Στην υφομοταξία των ροδιδών, στην τάξη των μυρτωδών και στο γένος των μυρτίδων. Στο Βασίλειο της Κρήτης η μυρτιά λέγεται μερθιά. Είναι πιο σεμνή από όσο η μυρτιά των Γραικών. Είναι πάντα νέα. Στεφανώνει νικητές και νεονύμφους. Λένε πως όποιος είδε όνειρο πως κοιμήθηκε με μυρτιά ξυπνά βουβός και αλλοπαρμένος. Μένει άλαλος τον υπόλοιπο βίο. Ολοχρονίς μυρίζει άνθη μυρτιάς. Τρώει μύρτα άγουρα. Τον αποκαλούν «φάσμα μυρτώων».

[...]

Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Το Βασίλειο της Κρήτης. Γενικές πληροφορίες και χωριά (έκδ. Άγρα, Αθήνα 2013, σσ. 54-55).

Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2018

φυτά ανήμερα

[...]

Φυτό αγριότατο είναι επίσης και ο βάτος. Σε άλλες περιοχές του Βασιλείου εμφανίζεται αρσενικός. Σε άλλες θηλυκός. Ο αρσενικός βάτος είναι μοχθηρός και πανούργος. Τού αρέσουν τα πολύχρωμα φουστάνια των γυναικών. Μόλις γυναίκα πλησιάσει τους άγριους βάτους, εκείνοι ορμούν και τής ξεσκίζουν το φουστάνι. Ο λόγος; Θέλουν να δούν το αιδοίο της. Οι πολύ όμορφες και οι καλλονές φρόνιμο είναι να μην πλησιάζουν βάτους αρσενικούς. Τίς ξεσκίζουν. Τίς ματώνουν. Τσιμπούν τις ρόγες του στήθους και τα φυλλαράκια τους αιδοίου τους.

Ο θηλυκός βάτος είναι έννοια μεταφορική: θηλυκός βάτος σημαίνει αιδοίο γυναικών. Οι Λατίνοι τον λένε rubus fruticosus. Καιόμενη βάτος στη γλώσσα των θρησκευομένων είναι επίσης το αιδοίο. Ανάβει. Πυρπολείται όμως παραμένει άθικτο και δροσερό.

Από τους βάτους βγαίνουν μικρά, ρόδινα, χυμώδη καρπίδια. Τα γεύεσαι και κοκκινίζουν τα χείλη σου. Είναι αφροδισιακά. Στο Βασίλειο της Κρήτης τα λένε «βάτσουνα».

Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Το Βασίλειο της Κρήτης. Γενικές πληροφορίες και χωριά (έκδ. Άγρα, Αθήνα 2013, σσ. 54-55).

Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2018

λόγω υπερβολικού σουρεαλισμού


Αδάμ

Παρόλο που βρισκόταν στον ουρανό,
Ο Αδάμ περπατούσε στις αλέες του απασχολημένος και λυπημένος
Επειδή δεν γνώριζε τί τού λείπει.
Τότε ο Θεός έπλασε γι' αυτόν την Εύα
Από το ένα πλευρό του Αδάμ.
Και τού πρώτου ανθρώπου τού άρεσε τόσο πολύ αυτό το θαύμα
Τόσο πολύ από την πρώτη στιγμή
ώστε το άγγιξε σχεδόν αμέσως κι εν συνεχεία,
Αισθάνθηκε τα δάχτυλά του να γλυστρούν
Πάνω σε στήθια άκαμπτα και σε μηρούς γλυκούς
Όπως σε περιγράμματα από νότες μουσικής.
Μια Εύα νεαρή ανέτειλε μπροστά του.
Μόλις άρχισε ν' αναδύεται μέσα από τον καθρέφτη
Με χείλη αχνοκόκκινα.
“Αυτή είναι ζωή!” - αναφώνησε ο Αδάμ
Κι έπλασε κι αυτός ακόμη μία.
Κι έτσι, κάθε φορά που η Εύα η επίσημη
Τού γύριζε τις πλάτες
Ή πήγαινε στην αγορά χρυσού, για σμύρνα και λιβάνι
Ο Αδάμ έφερνε στο φώς κάποια καινούρια ερωμένη
Απ' το χαρέμι των «πλευρών» του.
Ο Θεός όμως παρατήρησε
Αυτή την προσβλητική δημιουργία του Αδάμ
Κι έτσι τον κάλεσε μπροστά του, τον σιχτίρισε με τρόπο θεϊκό
Και τον απέπεμψε απ' τον ουρανό
Λόγω υπερβολικού σουρεαλισμού.

Marin Sorescu, ποίημα από τα Νεανικά Ποιήματα (μτφρ. Δημ. Κανελλόπουλος).


*


Θα ξαναβρεθούμε

Στη θάλασσα
Εσύ
Σαν νερό
Κι εγώ
Σαν άνθος λωτού
Εσύ θα με φορέσεις
Εγώ θα σε πιώ
Θ' ανήκουμε ο ένας στον άλλον
Ενώπιον όλων των ματιών.
Ακόμα και τ' αστέρια
Θα εκπλαγούν:
Εδώ το όνειρό τους
Που τούς μνημόνευσε
Έχει μεταμορφώσει
Και τούς δύο.

Rose Auslander, ποίημα από τα Νεανικά Ποιήματα (μτφρ. Ιω. Αβραμίδου).

Δημοσιευμένα στο περ. Οροπέδιο (τ. 15, Καλοκαίρι 2015, σσ. 560-561, 566).

Δευτέρα, 10 Σεπτεμβρίου 2018

ποτάμια πλεγμένα το ένα στο άλλο τυλίγονταν


Το μαντήλι (The Scarf)

Τυλιγόταν γύρω απ’ το κεφάλι και τον λαιμό της σαν
Φήμη πράγματος που δεν είχε κάνει
Γιατί, όταν η στιγμή ωρίμαζε, το αμελούσε
Ενώ θα μπορούσε συχνά να έχει κάνει, αν το ήθελε
Από πού για τ’ όνομα θεού, αναρωτιόμουν, ξεκινάει
Και πού μπορώ να φανταστώ το τέλος του;
Απόκρημνες ακτές μού χαμογελούσαν, δολιχωτά
Ποτάμια πλεγμένα το ένα στο άλλο τυλίγονταν
Και τυλίγονταν γύρω της σαν επιθυμίες να παινέψουν
Κάθε κίνηση του κορμιού της.
Όταν κινιόταν, το ίδιο έκαναν οι ακτές, τα ποτάμια,
Στριφογύριζαν μαζί της καθώς ο χειμωνιάτικος ήλιος έδινε
Έμφαση στα χρώματα που τρεμόπαιζαν στις ακτίνες του,
Γκριζόστικτες γραμμές του άσπρου, ντελίριο του μπλε.

Brendan Kennely, ποίημα από τα Νεανικά Ποιήματα (μτφρ. Σωκρ. Καμπουρόπουλος).

*
Ο δρόμος

Σκεπτόμενος και με τα χέρια στις πλάτες
Βαδίζω στην σιδηροδρομική γραμμή,
Ο πιο ευθύς δρόμος
Με θέληση.

Πίσω μου, με ταχύτητα,
Έρχεται ένα τραίνο
Το οποίον δεν άκουσε τίποτα για μένα.

Αυτό το τραίνο -μάρτυράς μου ο γερο-Ζήνων-
Δεν θα με προφτάσει ποτέ,
Διότι εγώ συχνά θα 'θελα μια προκαταβολή
Ενώπιον των πραγμάτων που δεν σκέφτομαι.
Ή ακόμη όταν, βιαίως
Θα περάσει πάνω μου,
Πάντοτε θα βρίσκει έναν άνθρωπο
Να προχωρεί μπροστά τουλάχιστον
Έμπλεο σκέψεων
Και με τα χέρια στις πλάτες

Όπως εμένα τώρα
Έμπροσθεν του μαύρου τέρατος
Το οποίον πλησιάζει με μια ταχύτητα τρομακτική
Με την οποία δεν θα με φτάσει
Ποτέ.

*
Πίνακες

[...]

Οι καμβάδες του Βαν Γκογκ είναι τρελοί,
Περιστρέφονται και σε χτυπούν στο κεφάλι,
Και πρέπει να κρατιέσαι καλά απ' αυτούς
Με τα δυό σου χέρια,
Γιατί είναι απορροφημένοι από μια δύναμη του φεγγαριού.

Δεν ξέρω γιατί ο Μπρύγκελ με κάνει να κλαίω,
Αυτός δεν ήταν γεροντότερος από εμένα,
Αλλά τον αποκάλεσαν γηραιό,
Γιατί σαν πέθανε τα γνώριζε όλα.

[...]

Marin Sorescu, ποίημα από τα Νεανικά Ποιήματα (μτφρ. Δημ. Κανελλόπουλος).

Δημοσιευμένα όλα στο περ. Οροπέδιο (τ. 15, Καλοκαίρι 2015, σσ. 540, 555-556 και 565-566, 562).

Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2018

ένα ξανθό σκοτάδι


πάντα τα μεν του σώματος ποταμός *

κάτω απ' τον αφαλό
ιστός με πανιά νευρικά
γυρεύοντας άνεμο

[...]

τύχη

σε ποθούσα παράφορα
κι αντιστεκόσουν ορθώνοντας

εσώρουχα τείχη


κάτοπτρο

στην πηγή των μηρών σου
τσακάλι ξανθό καθρεφτίζεται
με στόμα ανοιχτό και διψασμένο

[...]

στο κρεβάτι

σκίζω τον μαύρο σου στηθόδεσμο
κι απ' άκρη σ' άκρη
αφράτο άσπρο
χορταίνει το κρεβάτι


χρυσάφι

στα σκέλια σου ανάμεσα ανάσαινε
ένα ξανθό σκοτάδι


*

Ο Μπάμπης Δερμιτζάκης ενώνοντας ημιστίχια, σημειώνει: «Και κλείνουμε, όπως πάντα, με τους ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους που εντοπίσαμε στη συλλογή:»
Κατάγυμνο κρεμότανε απ΄τα κλαριά το κρύο (σελ. 10)
Όταν σ’ ακούω να έρχεσαι παλεύω με τον χρόνο (σελ. 33)
Την επομένη αντίκριζε το μάτι πικραμένο (σελ. 35)


Στάθης Κουτσούνης, ικανά αποσπάσματα από τα ποιήματα «Σωματογραφίες» περιεχόμενα στην συλλογή του· Στιγμιότυπα του σώματος (έκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα 2014, σσ. 15, 20, 28). - Το motto (ό.π., σ. 7) απόλογος που αποδελτιώνει και προτάσσει ως προμετωπίδα ο ποιητής εκ του Μάρκου Αυρηλίου (Εις εαυτόν, ΙΙ 17).

Κυριακή, 2 Σεπτεμβρίου 2018

αγκαλιάζουν τη φύση σου σαν κισσοί


Ωδή στην αδυναμία

Αδυναμία,
χειμώνα καλοκαίρι
επαιτείς μέσα σε διπλά μισοφόρια
και καναβίσιες κιλότες
πού αγκαλιάζουν τη φύση σου σαν κισσοί.
Σαν τα θύματα της μαλάριας
τρέμεις στην καυτή ανάσα του χαμσινιού
και γδύνεσαι μόνο για να παρθείς
μ' αυτούς που γκρεμίζουν τους φράχτες σου.
Τούς καταπίνεις μαζί με χάπια κινίνου.
Κολλάς πάνω τους όπως οι πεταλίδες στο βράχο.
Σμίγεις παράταιρα σαν τα σκυλιά κώλο με κώλο
ως να ξαγκιστρωθείς μ' ένα τίναγμα
αρπάζοντας τα ρούχα σου βιαστικά
για να χαθείς χωλαίνοντας με συνοδεία από βλαστήμιες.
Αδυναμία,
πόση αγιοσύνη θρέφει τη μαύρη σου αρρώστια;
πόσες κουτσές ηδονές στριμώχνονται στα μπαγκάζια σου;

με πόση απελπισιά ξεχνάς τη γόβα σου σε κάθε φευγιό
προσμένοντας κάποιον να γονατίσει μπροστά σου
και φορώντας σου το υπόδημα να σε χρίσει βασίλισσα.

Δημήτρης Νικηφόρου, «Ωδή στην αδυναμία».



*


Μάρτης 1999

[...] Να κλάψεις χωρίς να το ξέρει κανείς – δάκρυα.
Δάκρυα όπως σαντουιτσάκια αργοπορημένα λεωφορεία ακουμπισμένα στην κολόνα.
Φάτσες στην είσοδο του Νοσοκομείου η οδός Πορτουένσε καπνισμένη και μια γωνιά γεμάτη μυγάκια μπροστά από την κόλαση
Αχ (τι μακρύ μονοπάτι μέχρι να φτάσεις στο στήθος)
Η ανατολή υψώνεται γρήγορα στον ουρανό ανάμεσα στα κτίρια
Έμοιαζε με ένα πουλάκι χωρίς φτερά ένας απελπισμένος αητός
(κι εμείς ακίνητοι σε ένα σκαλάκι διαβάζουμε για τον Βιέρι και τον Ντι Μπιάτζο
Μέχρι που το μάρμαρο να παγώσει τον κώλο μας
Και ο ουρανός από μπλε σκούρος να γίνει φωτεινός.
Και τα περιστέρια να ανταλλάζουν τα πρώτα χάδια ποιός ξέρει από ποιό πόθο συνεπαρμένα.
Και ήταν ένας άντρας ή μία γυναίκα
Και μού λέει ότι το άπειρο είναι πέρα από τις στοές, αόρατο και βουβό
Όπως ένα κλειστό ψιλικατζίδικο.
Βότανα, γιασεμιά, μανόλιες, τριαντάφυλλα. Κοριέρε ντέλο Σπορ, όλα τα Στηθάκια
Ο αφαλός τα μάτια το άπειρο όλα.
Κι εγώ παραπατούσα σα χαλασμένο τραμ
Βρέχει κάτω από τις στοές του Χέλντερλιν του Ντε Σολ
Σίγουρα είναι Μάρτης κι εγώ σαν ηλίθιος φωνάζω το όνομά μου “Βιτόριο”
(θέλω να ξαπλώσω σε ένα πάγκο υγρό από ψάρια)
Προετοίμαζαν τη λαϊκή. Καθάριζαν. Και ένας εργάτης εξέπεμψε μια θαυμάσια πορδή και με κοίταξε (Ωραίος!)
Λαχανιάζει η καρδιά με ψίχουλα αλκοόλ και πριόνια του Ντε Πίζις.
(να πεθάνεις και γιατί στο καλό. Θα το ήθελε ο Αλλάχ. Πόσο θα το ήθελε)
Αχ στάμνα στάμνα αγγείο καμώμενο από θραύσματα ανάμεσα σε σκουριασμένα σίδερα
Στάμνα της μυγδαλιάς και σκατά στάμνα του φιλιού της ανάμνησης του κερασιού
Όλα ήταν μια λανθασμένη στροφή στο μωσαϊκό
(αλλά να κάνεις λάθος στα 16 είναι δώρο θεού)
Και ύστερα τουλάχιστον αυτό από καρδιάς. Το να είμαστε μαλάκες.

Victor Cavallo, ποίημα από τη συλλογή Περίπατοι και φάρσες ενός ρωμαίου ποπολάρου (μτφρ. Αμ. Σαλαπάση).

Δημοσιευμένα και τα δυό στο περ. Οροπέδιο (τ. 15, Καλοκαίρι 2015, σσ. 504, 532-533).

Τετάρτη, 29 Αυγούστου 2018

και καίγονται ούλες οι αρρώστιες...


...αγγεία δε θείου τε και ασφάλτου
εμπλησάμενοι και φαρμάκου,
όπερ Μήδοι μεν νάφθαν καλούσιν,
Έλληνες δε Μηδείας έλαιον,
πυρί δε ταύτα υφάψαντες
επί τας μηχανάς των κριών έβαλλον.*

Την ημέρα που γιορτάζει η χάρη του, όποιος θέλει μετράει μια κλωνιά με τον άγιο Γιάννη, όσο δηλαδή είναι το εικόνισμα του τέμπλου, και τη ζώνει στη μέση του. Κοιμάται με δαύτηνε δυό τρεις βραδιές κι ύστερα τήνε χύνει κερί και την ανάβει στη χάρη του και καίγονται ούλες οι αρρώστιες.

από την λαϊκή παράδοση της Κορώνης για την ημέρα τ' Α-Γιαννιού (29 Αυγούστου)


-----
* Στο motto ολίγος Προκόπιος (Γοτθικός πόλεμος, VIII, 11:36), περιγράφοντας το υγρόν πυρ, αποτελούμενο από θειάφι και νάφθα, δηλαδή πετρέλαιον Μηδείας, εντός χειροβομβίδων ή και, γενικότερων ούτως ειπείν, οβίδων βαλλόμενον.

Δευτέρα, 27 Αυγούστου 2018

η λατρεία του «νεοφανούς» αγίου Φανουρίου


Άγιος Γεώργιος. [14]89 ή [14]97. Φορητή εικόνα αγίου Γεωργίου δρακοντοκτόνου.
Χρονολόγηση: [14]89 ή [14]97.
Διαστάσεις: 1,23 x 0,62 μ.

Προέρχεται από την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου του Άνω στην πόλη της Ρόδου. Στην ίδια θέση πιθανώς βρισκόταν το 14ο αιώνα η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου (του Φανουρίου). Αντίγραφο της λατρευτικής εικόνας του αγίου μεταφέρθηκε στην Κρήτη από τον ηγούμενο της μονής Βαλσαμονερού Ιωνά Παλαμά, από όπου άρχισε η λατρεία του «νεοφανούς» αγίου Φανουρίου.

Στη δεξιά κάτω γωνία διασώζεται τμήμα της χρονολόγησης της εικόνας ... ξ΄Ζ (...97). Με δεδομένο το γεγονός ότι αυτό το έργο, για τεχνοτροπικούς λόγους, δεν μπορεί να είναι παλαιότερου του 15ου και νεότερο των αρχών του 16ου αιώνα, η χρονολογία θα πρέπει να συμπληρωθεί [14]97 ή [69]97 (6997-5508= 1489).

Η Ρόδος από τον 4ο αιώνα μ.Χ. μέχρι την κατάληψή της από τους Τούρκους (1522). Παλάτι μεγάλου Μαγίστρου (έκδ. ΤΑΠ, Αθήνα 2004, σ. 92).

Τετάρτη, 22 Αυγούστου 2018

μνήμη η Μακρόνησος


«Χαίρομαι που είμαστε μαζί σε έναν χώρο που είναι μνήμη. Εδώ έχουν βασανιστεί εκατοντάδες άνθρωποι, αξιωματικοί του στρατού, πολίτες, φοιτητές. Εδώ είναι το μικρό Νταχάου» δήλωσε ο Κώστας Μανταίος για τον τόπο διεξαγωγής της συνέντευξης, επιδιδόμενος ακολούθως σε παράθεση ιστορικών στοιχείων για το νησί της Μακρονήσου, που έχει περίπου 12 χλμ. μήκος και 2,5-3,5 χλμ. πλάτος.

Για τα νεότερα χρόνια είπε: «Η Μακρόνησος αρχίζει το '47.

Εκεί στήθηκαν πολλά στρατόπεδα, τα οποία ξεκίνησαν από τον Μάιο του '47 οπότε ιδρύθηκε το Β′ Τάγμα Ειδικών Οπλιτών, τον Ιούλιο του '47, οπότε στήθηκε το Γ′ Τάγμα Ειδικών Οπλιτών και παράλληλα το Α′ Τάγμα Οπλιτών, ενώ τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς έγινε το Γ′ Κέντρο Παρουσιάσεων Αξιωματικών, αυτοί που υπήρξαν στον Εμφύλιο Πόλεμο.

Τον Αύγουστο του '47 μεταφέρθηκαν εκεί οι στρατιωτικές φυλακές Αθηνών, οπότε ονομάστηκαν Στρατιωτικές Φυλακές Μακρονήσου και τον Νοέμβριο του '48 ιδρύθηκε το στρατόπεδο πολιτικών εξορίστων. Το καλοκαίρι του '49 ιδρύθηκε το ειδικό στρατόπεδο αναμόρφωσης ιδιωτών, αριστερών πολιτών, και το 1950 μεταφέρθηκαν περίπου 500 γυναίκες από το Τρίκερι και έκαναν ένα ειδικό στρατόπεδο αναμόρφωσης γυναικών.

Η Μακρόνησος διατηρήθηκε ως το 1953 και αργότερα ως το '54 και το '55, που άρχισε να αδειάζει, οπότε ιδρύθηκαν άλλα μικρά τάγματα ανεπιθύμητων. Στη Μακρόνησο όλη την περίοδο υπολογίζεται ότι πέρασαν, βασανίστηκαν και υπέφεραν περίπου 100.000 άνθρωποι. Καταλαβαίνετε γιατί θέλουμε να το κάνουμε μνημείο».

Για την ανάδειξη της Μακρονήσου σε Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO (με πληροφορίες από το ΑΠΕ-ΜΠΕ, βλ. Ι, ΙΙ, ΙΙΙ).

Σάββατο, 18 Αυγούστου 2018

τα μήλα άρα γε παρά θίν’ αλός;


"...Αφού δε πλέον αύται έφθασαν εις το ωραιότατον ρεύμα του ποταμιού, -αυτού ήσαν μεν αένναοι πλυνοί, πολύ δε ωραίον ύδωρ έρρεε κάτωθεν προς τα έξω, ώστε να καθαρίση πολύ μάλιστα λερωμένα,- ενταύθα τας ημιόνους απέλυσαν από κάτω από την φορτηγόν άμαξαν. και ταύτας μεν αφήκαν να τρέχωσι παρά τον στροβιλώδη ποταμόν, ίνα τρώγωσι μελίγλυκυ χόρτον· αύται δ' από την άμαξαν (90) έλαβον με τας χείρας τα ρούχα και έφερον εις το μέλαν ύδωρ, (προς καθαρισμόν) δε κατεπάτουν εντός των λάκκων ταχέως αμιλλώμεναι. αφού δ' έπλυναν και εκαθάρισαν πάσαν ακαθαρσίαν, κατά σειράν ήπλωσαν εις την παραλίαν της θαλάσσης, όπου μάλιστα εις την ξηράν χαλίκια εξέπλυνε συνήθως η θάλασσα. αύται δ', αφού ελούσθησαν και ηλείφθησαν λιπαρώς δι' ελαίου, έπειτα εγευμάτισαν εις τας όχθας του ποταμού, περιέμενον δε να στεγνώσουν τα ρούχα εις τας ακτίνας του ηλίου, αφού δ’ ηυφράνθησαν φαγητόν αι δούλαι και αυτή, με σφαίραν αύται έπειτα έπαιζον, αφού απέβαλον το μαντήλι της κεφαλής. (100) μεταξύ δ' αυτών η λευκώλενος Ναυσικά έκαμνεν αρχήν του παιγνιδιού. καθώς δ' η τοξεύτρια Άρτεμις πορεύεται εις τα όρη, ή εις τον υπερύψηλον Ταΰγετον ή εις τον Ερύμανθον, διασκεδάζουσα (με το κυνήγιον) κάπρων και ταχειών ελάφων· ομού δε με αυτήν αι αγροτικαί νύμφαι, αι κόραι του αιγιόχου Διός παίζουσι, χαίρει δε εις την καρδίαν η Λητώ· υπερέχει δε όλας κατά την κεφαλήν και το μέτωπον, ευκολώτατα δε διακρίνεται, αν και είναι όλαι ωραίαι. τοιουτοτρόπως αύτη διέπρεπε μεταξύ των θεραπαινίδων η άγαμος παρθένος. Αλλ' ότε πλέον φυσικά έμελλε να επανέλθη οπίσω εις την οικίαν, (110) αφού ήθελε ζεύξει τας ημιόνους και διπλώσει τα ωραία ρούχα, τότε πάλιν άλλο εσκέφθη η γλαυκώπις Αθηνά, ίνα σηκωθή ο Οδυσσεύς και ίδη την ωραίους οφθαλμούς έχουσαν κόρη, η οποία να οδηγήση αυτόν εις την πόλιν των Φαιάκων ανδρών. την σφαίραν λοιπόν έρριψεν η βασιλόπαις προς τινα θεραπαινίδα· την θεραπαινίδα μεν δεν επέτυχεν, αλλά έρριψεν εις το βαθύ συστρεφόμενον ύδωρ· αύται δ' επάνω εις αυτό εφώναξαν μακράν· εξύπνησε δ' ο θείος Οδυσσεύς, ανακαθήμενος δ' εσκέπτετο κατά την διάνοιαν και κατά την καρδίαν· «αλλοίμονον εις εμένα! Εις τίνων πάλιν ανθρώπων την γήν έχω φθάσει; ποίον από τα δύο δηλ. είναι ούτοι βίαιοι και άγριοι και όχι πολιτισμένοι, (120) ή είναι φιλόξενοι και έχουσιν ψυχήν θεοσεβή; ήλθεν εις τας ακοάς μου κραυγή οξεία ως νεανίδων· [νυμφών, αι οποίαι έχουσι τας αποκρήμνους κορυφάς των ορέων και τας πηγάς των ποταμών και τους χλοερούς λειμώνας.] βεβαίως λοιπόν, πιστεύω, είμαι πλησίον ανθρώπων με ομιλίαν· αλλ' εμπρός εγώ αυτός θα εξετάσω και θα ίδω.» Τοιουτοτρόπως αφού είπεν, εξήλθε κάτω από τους θάμνους ο θείος Οδυσσεύς, έκοψε δ' από του πυκνού δάσους διά της χονδράς χειρός κλάδον πολύφυλλον, ίνα καλύψη περί το σώμα τα αιδοία.". (Ζ 85-129)


Απόδοσις υπό Π. Γιαννακοπούλου (1977). Στο πρωτότυπο έχει ως εξής:

"αι δ' ότε δη ποταμοίο ρόον περικαλλέ' ίκοντο, 85
ένθ' ή τοι πλυνοί ήσαν επηετανοί, πολύ δ' ύδωρ
καλόν υπεκπρόρεεν μάλα περ ρυπόωντα καθήραι,
ένθ' αι γ' ημιόνους μεν υπερκπροέλυσαν απήνης.
και τας μεν σεύαν ποταμόν πάρα δινήεντα
τρώγειν άγρωστιν μελιηδέα· ται δ' απ' απήνης 90
είματα χερσίν έλοντο και εσφόρεον μέλαν ύδωρ,
στείβον δ' εν βόθροισι θοώς έριδα προφέρουσαι.
αυτάρ επεί πλύνάν τε κάθηράν τε ρύπα πάντα,
εξείης πέτασαν παρά θίν' αλός, ήχι μάλιστα
λάιγγας ποτί χέρσον αποπλύνεσκε θάλασσα. 95
αι δε λοεσσάμεναι και χρισάμεναι λίπ' ελαίω
δείπνον έπειθ΄είλοντο παρ' όχθησιν ποταμοίο,
είματα δ' ηελίοιο μένον τερσήμεναι αυγή,
αυτάρ επεί σίτου τάρφθεν ομωαί τε και αυτή,
σφαίρη ται δ' άρ' έπαιζον από κρήδεμνα βαλούσαι· 100
τήσι δε Ναυσικάα λευκώλενος ήρχετο μολπής.
οίη δ' Άρτεμις είσι κατ' ούρεα ιοχέαιρα,
ή κατά Ταΰγετον περιμήκετον ή Ερύμανθον,
τερπομένη κάπροισι και ωκείης ελάφοισιν
· τη δε θ' άμα νύμφαι, κούραι Διός αιγιόχοιο, 105
αγρονόμοι παίζουσι γέγηθε δε τε φρένα Λητώ·
πασάων δ' ύπερ ή γε κάρη έχει ηδέ μέτωπα,
ρείά τ' αριγνώτη πέλεται, καλαί δε τε πάσαι,
ως ή γ' αμφιπόλοισι μετέπρεπε παρθένος αδμής.
αλλ' ότε δη άρ' έμελλε πάλιν οικόνδε νέεσθαι 110
ξεύξασ' ημιόνους πτύξασά τε είματα καλά,
ένθ' αύτ' άλλ' ενόησε θεά, γλαυκώπις Αθήνη,
ως Οδυσσεύς έγροιτο ίδοι τ' ενώπιδα κούρην,
ή οι Φαιήκων ανδρών πόλιν ηγήσαιτο.
σφαίραν έπειτ' έρριψε μετ' αμφίπολον βασίλεια· 115
αμφιπόλου μεν άμαρτε, βαθείη δ' έμβαλε δίνη
· αι δ' επί μακρόν άυσαν· ο δ' έγρετο δίος Οδυσσεύς,
εζόμενος δ' ώρμαινε κατά φρένα και κατά θυμόν
· «ώ μοι εγώ, τέων αύτε βροτών ες γαίαν ικάνω;
ή ρ' οί γ' υβρισταί τε και άγριοι ουδέ δίκαιοι, 120
ήε φιλόξεινοι και σφιν νόος εστί θεουδής;
ώς τε με κουράων αμφήλυθε θήλυς αυτή
· [νυμφάων, αί έχουσ' ορέων αιπεινά κάρηνα
και πηγάς ποταμών και πίσεα ποιήεντα]
ή νύ που ανθρώπων ειμί σχεδόν αυδηέντων. 125
άλλ' άγ' εγών αυτός πειρήσομαι ηδέ ίδωμαι.»
ώς ειπών θάμνων υπεδύσετο δίος Οδυσσεύς,
εκ πυκίνης δ' ύλης πτόρθον κλάσε χειρί παχείη
φύλλων, ως ρύσαιτο περί χροΐ μήδεα φωτός". (Ζ 85-129)


υπεκπρόρεεν = έρρεεν εμπρός (προ) εκ του βάθους έξω (υπέκ).
καθήραι = απαρέμφατον του σκοπουμένου, δυνατού αποτελέσματος: τόσον άφθονο, ώστε να δυνηθή να καθαρίση.
υπεκπροέλυσαν = άφησαν, απέλυσαν τας ημιόνους κάτωθεν του ζυγού προς τα εμπρός από της αμάξης ν' απέλθωσιν.
άγρωστις = αγριάδα, χόρτον.
έριδα προφέρουσαι = εξήγησις του θοώς = φέρουσαι εις φώς, δεικνύουσαι άμιλλαν, προς αλλήλας αμιλλώμεναι.
κάθηραν = κείται συνεπτυγμένως = απεμάκρυναν διά καθαρίσεως.
ποτί χέρσον αποπλύνεσκε = προς την ξηράν (κυμαινομένη) συνήθιζε να εκπλύνη· άρα επί καθαρωτάτου καχληκώδους εδάφους.
τήσι – μεταξύ τούτων
μολπήν = παιδιά, πιθανώς μετά χορού συνδεδεμένη.
αγρονόμοι = αι εν τοις αγροίς διατρίβουσαι, αγροδίαιτοι.
παίζουσι = διασκεδάζουσι κατά την πορείαν.
Λητώ = η γλυκύθυμος συμμετοχή της μητρός, ήτις ως θεατής εισάγεται, προάγει την παραβολήν πέραν του αμέσου αυτής σκοπού εις περιτετορνευμένην και πλήρη ζωής εικόνα.
βασίλεια = η βασιλόπαις.
αμφιπόλου μεν άμαρτε = χιαστί ετέθησαν αι λέξεις ως προς το έρριψε μετ' αμφίπολον. Η πρότασις είναι ασύνδετος, ώστε το κοινόν αμφοτέρων των προτάσεων υποκείμενον εις το τέλος της πρώτης ετάχθη.
εζόμενος = καθήμενος, τ. έ. επί της ευνής ανεγειρόμενος.
δίκαιοι = πολιτισμένοι.
θήλυς = γυναικεία τ. έ. λιγυρά, οξεία.
θάμνων = αφαιρετική γενική, μετά του υπεδύσετο = από κάτω από τους θάμνους.
φύλλων = προσδιορίζει το πτόρθον ως είδος γενικής της ύλης.
ρύσαιτο = αλλαχού περί των αμυντικών όπλων = καλύψη, ενν. υποκείμενο: ο πτόρθος.
μήδεα φωτός = τα ανδρικά αιδοία.

Χαρίεν ομηρικό απόσπασμα. Χορός, τραγούδι, παιγνίδι παρά θίν' αλός. Τα φρεσκολουσμένα κοράσια και καλολαδωμένα, βάλλασι και παίζασι τα μήλα; μέχρι που ξύπνησαν τον δίο Οδυσσέα. Έτσι το θέλησε η γλαυπώπις Αθήνη! Ο ίδιος.

'Αλλο απόσπασμα από το ίδιο έργο εδωδά, αλλά κι εδώ.

Τρίτη, 14 Αυγούστου 2018

κάποτε, η Ίσις και ο Όσιρις


Κάποτε, η Ίσις και ο Όσιρις ήταν σημαντικότατοι θεοί για τους Έλληνες, με την υπόσχεση μιας θρησκείας που προσέφερε προσωπική λύτρωση και μεταθανάτια ζωή. Τον 2ο αιώνα μ.Χ., ο Απουλήιος, στις «Μεταμορφώσεις», παρουσιάζει τη θεά να σώζει τον πρωταγωνιστή Λούκιο, μεταμορφώνοντας τον σε άνθρωπο πάλι από γάιδαρο. Και συστήνει τον εαυτό της: «Η οικουμένη με λατρεύει με χίλιες μορφές, χίλια ονόματα και με διάφορες τελετές και προσευχές. Οι Φρύγες με ονομάζουν Κυβέλη· οι Κυπριώτες Παφία Αφροδίτη, οι ντόπιοι Αθηναίοι Κεκρόπεια Αθηνά· οι Κρήτες Άρτεμη Δικτύνη· οι Σικελοί, που μιλούν τρεις γλώσσες, Περσεφόνη Στυγία· οι κάτοικοι της Ελευσίνας, αρχαία Δήμητρα, άλλοι Ήρα Μπελλόνα, Έκάτη, μερικοί Ραμνούσια Νέμεση. Μα οι Αιθίοπες, που ο ήλιος τούς φωτίζει στην ανατολή του, οι Αριανοί και οι Αιγύπτιοι, που στις επιστήμες προηγήθηκαν από όλους τους λαούς, μου αποδίδουν τη λατρεία που μου πρέπει με το αληθινό όνομα, της θεάς Ίσιδος» (μετάφραση Αριστείδη Αϊβαλιώτη, εκδόσεις Νεφέλη, 1982).


Νίκος Κωνσταντάρας, “Αιγύπτιοι θεοί, Έλληνες Εβραίοι”, στην Καθημερινή της 30ης.06.2018.

Παρασκευή, 10 Αυγούστου 2018

κατά λάθος


Κατά λάθος, αντί για το βρακάκι σου
μού άφησες το μάλλινο σκουφί σου.*

Άντων, Αντών! Κοίτα
εδώ, εδώ, δες εδώ -

Είχε γείρει, πού ακριβώς;
Είχε γείρει έτσι που όλο το κορμί της
ήταν λόφοι, λόγγοι και κοιλάδες
πάνω από έναν ολοκαίνουργιο Κορινθιακό -
τον ατενίζω τώρα
στη βίγλα των Κτηρίων
απέναντι στα πλάγια κατσίκια
που βόσκουν κατηφορικά χορτάρια.

[...]

Τούτα τα στιλπνά κι εύσαρκα λαγόνια
ήταν κάποτε δικά μου
σαν τα συρτάρια του γραφείου,
άνοιγαν κι έκλειναν με τη βουλή μου.

[...]

Αντώνης Ζέρβας, Διάλογοι με τον Αρχίλοχο (έκδ. Περισπωμένη, Αθήνα 2016, σσ. 33-34). - Το motto εκ του ιδίου (ό.π, σ. 29).

Δευτέρα, 6 Αυγούστου 2018

ποιό άγουρο σταφύλι νάχω ‘ςτο στόμα μου;


Είναι ωραία τα μάτια σου
ανοίγουν πρωϊνά
‘ςτις εσοχές του ουρανού.*

[...]

Η τέχνη
νεωκόρος εξόριστη
θεραπεύει την αρχαία πληγή.

Θα γραφούν ωραίοι στίχοι.

Ο άνεμος τους ταξιδεύει σαν κύματα ‘ςτα ξένα.
Κάποιοι θα γίνουν άγαλμα
θα το χαζεύει ένα παιδί μέχρι τον έρωτά του.

Θα βασιλεύει η σιωπή.
Οι άνθρωποι τεχνολογούν δοξάζοντας
Ιερείς που κατεβάζουν τον ουρανό ‘ςτα χέρια τους
και τον μοιράζουν σε κομματάκια ψωμί
· -τα πουλιά μαζεύουν τα ψίχουλα
και φεύγουν πάλι ‘ςτα μέρη
που τούς δίνουνε μιλιά-

Φτάνουμε ‘ςτο ανείπωτο κάποτε
κι επιστρέφουμε
‘ςτις κοινότατες λέξεις.

*

Ο Θεός είναι μια αύρα
που κάποτε κατοίκησε
‘ςτο σώμα μιας γυναίκας.


Άγγελος Καλογερόπουλος, “Κοινός λόγος”, ποίημα από την συλλογή Αργά Μαθήματα (έκδ. Το κοινόν των Ωραίων Τεχνών, Αθήνα 2002, σ. 33). - Το motto εκ του ιδίου, (σ. 10). Αλλά και το μοιράδι εκ του “Ύστερον”, εκ του ιδίου (ό.π., σ. 31). Κι ο τίτλος ακόμη στιχάκι εκ του ιδίου (ό.π., 30).

Πέμπτη, 2 Αυγούστου 2018

και των ψυχών


στραβά που σ' έραψα στραβά
στραβά θα με ξηλώσεις *

Σάββατο των ψυχών
Κάνει πάλι Σάββατο έξω
Και γω κλεισμένος σ' ένα κάτι κλιματιζόμενο
Μετρώ κοινωνικότητα σε κλεμμένους αναπτήρες
Πόλη γεμάτη Σάββατο
Στα δάχτυλά σου μετρώ τις ημέρες μου
Σάββατο των ψυχών
Στην πολιτεία της Άλμπα

Θωμάς Τσαλαπάτης, «Άλμπα» (έκδ. Εκάτη, Αθήνα 2015).


*

ΜΕΔΟΥΣΑ
Κατ' αρχήν
είναι το βλέμμα
κι εκείνη το 'φερνε από μεγάλα βάθη
Δεν ξέρω αν εξηγεί η μοναξιά
μα ωστόσο η μοναξιά –
που δυο χαλίκια δεν ενώνονται ποτέ
και τα βουνά μια μέρα θα μας γίνουνε χαλίκια
Ήταν πικρή κι αμίλητη
που όλα την ίδια τύχη μες τα μάτια της
από ένα μυρμήγκι
ώς τη δημοκρατία
κι ανάμεσα σ' αυτά τα δυο
πλήθος κορμιά συρρέανε
κόρες εκπάγλου καλλονής
οι μάγκες με τις λεοντές
–να σημειώσουμε πως τότε δεν υπήρχαν φωτογράφοι–
Ήταν καλή
και την εσκότωσαν
ο μανιακός ο θαυμαστής
με τη λεπίδα
Ξεσπάσαν μαύρες ταραχές
σειρήνες
μπάτσοι
πετροπόλεμος
από παντού συνθήματα:
Νεκρή μου φύση σού 'ρχομαι
Ψωμί
Παιδεία
Ελευθερία
σ' όλα δοκίμασα τα δόντια μου
σ' όλα μού σπάσανε
Λοιπόν;
Εκεί που η τάξη αδυνατεί
έρχεται ο μύθος
Αυτά.
Δεν σώθηκε τίποτα δικό της
Κρίμα.
Πρέπει να ήτο
εξαίσια γλύπτις

Γιάννης Στίγκας, από την ποιητική συλλογή· Βλέπω τον κύβο Ρούμπικ φαγωμένο (έκδ. Μικρή Άρκτος, Αθήνα 2014). - Στο motto, εκ του ιδίου, αρκτικοί στίχοι από το ποίημα "Φρανκεστάιν ή καλύτερα άτιτλο".

Απ' εδωδά ειλημμένα! 

Σάββατο, 28 Ιουλίου 2018

λίγες ώρες μετά η Γη έσκασε σαν ρόδι


Τρώσαντος εν μαχαίρα, του βαρβάρου Παρθένε,
κατά την παρειάν σην εικόνα,
εξεπήδησεν αίμα ευθύς...*

Ο δέκατος όγδοος αιώνας πέρασε, το ίδιο και ο δέκατος ένατος, ο εικοστός και μερικοί άλλοι ακόμα. Η Εκκλησία γιορτάζει σήμερα τη μνήμη του αγίου Αντωνίου και είμαστε στη χρονιά 2316».
«Άρα είμαι νεκρός!»
«Εδώ κι εξακόσια χρόνια περίπου».
«Και η Έλενα;»
«Νεκρή, όπως κι εσύ. Πέθανες τη νύχτα που γνωριστήκαμε...»
«Πώς πέθανα; Ήπια το βιτριόλι;»
«Μέχρι την τελευταία σταγόνα. Και η Έλενα έσβησε από τη θλίψη της όταν έμαθε το άτυχο τέλος σου. Πάνε λοιπόν έξι αιώνες που και οι δύο βρίσκεστε κάτω από την εξουσία μου».

[...]

«Η Έλενα κι εσύ πεθάνατε την ημέρα που σού είπα. Η Έλενα ήταν προορισμένη να ανέβει στην έπαυλη των αγγέλων την ημέρα της Κρίσεως, ενώ εσένα σού αξίζανε τα χειρότερα μαρτύρια της κολάσεως. Εκείνη επειδή ήταν άδολη και αγνή – εσύ επειδή έζησες μακριά από τον Θεό κι επειδή έτρεφες ποταπές φιλοδοξίες. Πρόσεξε τώρα: η ημέρα της Κρίσεως είναι αύριο, μόλις η ώρα σημάνει τρεις το μεσημέρι στη Ρώμη».

Πέδρο Αντόνιο δε Αλαρκόν, Ο θάνατος κι ο φίλος του (μτφρ. Δ. Σταυρίδου, έκδ. Ροές, Αθήνα 2014, σ. 120). Ο τίτλος φρασούλα εκ του ιδίου (ό.π., σ. 127). Στις σσ. 108-109 το ταξείδι των ψυχών επάνω ανά τις Ηπείρους από τα κύματα!

-----
* Στο motto στιχάκι εκ του υπό στοιχείον 'Τ' οίκου των Χαιρετισμών Παναγίας της Πορταϊτίσσης, εκ χειρογράφων της Ι.Μ. Ιβήρων (έκδ. Ι.Μ. Ιβήρων 2006, σ. 54). Εκ του ιδίου (ό.π., σ. 50) και ο υπό στοιχείον 'Κ' οίκος:

«Κατά νώτων θαλάσσης, επαφίησιν είτα, εικόνα η γυνή την αγίαν· ήπερ ορθίω σχήματι σαφώς,
θαυμασἰως εποιείτο την έλευσιν, κατά δυσμάς ηλίου· διό η μήτηρ συν υιώ εβόα· Αλληλούϊα».

Τρίτη, 24 Ιουλίου 2018

το χωριό των κακομαθημένων γυναικών


Το χωριό των κακομαθημένων γυναικών βρίσκεται στη ωραιότερη θέση του Βασιλείου της Κρήτης. Μπροστά απλώνεται θάλασσα. Πετούν χελιδονόψαρα. Χορεύουν δελφίνια. Πνέουν αύρες θεσπέσιες. Πίσω υψώνεται κατάφυτο βουνό. Δένδρα μεγάλα κινούν τον αέρα και τον αναζωογονούν. Πρόβατα βελάζουν. Πέρδικες κακαρίζουν. Στα δεξιά απλώνονται περιβόλια ανοιξιάτικα και θημωνιές εαρινές. Αριστερά θάλλουν τα καρποφόρα δέντρα του Βασιλείου. Μηλιές, κερασιές, πορτοκαλιές, αχλαδιές. Αμπέλια πλούσια. Στρέφουν λοιπόν πίσω οι κακομαθημένες το κεφαλάκι τους και αναπνέουν το βουνό. Απλώνουν τα ποδαράκια τους και τα λούζει το κύμα. Πιάνουν όποιους καρπούς θέλουν με το δεξί. Έχουν στο αριστερό χέρι όποιο φρούτο επιθυμούν. Οι γυναίκες αυτού του χωριού είναι πολύ ωραίες και κακομαθημένες. Γι’ αυτό ονομάζεται έτσι το χωριό. Στην πρώτη γλώσσα της Κρήτης τις γυναίκες αυτές τις έλεγαν «ξενινιασμένες». Η λέξη θέλει να πεί ότι αυτές οι γυναίκες συμπεριφέρονται ωσάν τα νινία, κάνουν δηλαδή σαν τα μωρά παιδιά.

Άλλο χαρακτηριστικό των κακομαθημένων γυναικών είναι ότι έχουν στην εξουσία τους όσους και όποιους άνδρες επιθυμούν. Απεχθάνονται τους ταπεινούς, τους άξεστους και τους ανέραστους. Τούς αρέσουν οι ευγενικοί. Οι υπερήφανοι. Οι πλούσιοι και οι ερωτικοί. Είναι αυτοί που υποτάσσονται εύκολα και υπηρετούν με θέρμη τις κακομαθημένες τους. Υποτάσσονται σε αυτές διότι θέλουν να υποτάσσονται. Υπηρετούν διότι θέλουν να υπηρετούν. Κοιμούνται στο κρεβάτι των κακομαθημένων γυναικών τους μόνο όταν θέλουν εκείνες. Όταν δεν θέλουν να τούς έχουν στο κρεβάτι, τούς βάζουν και κοιμούνται στο χαλάκι. Σηκώνονται εκείνες τη νύχτα να πάνε για νερό τους. Κατεβαίνουν. Πατούν με τα ωραία τους πόδια τους άνδρες που κοιμούνται στο χαλάκι. Πάνε, κάνουν το νερό τους. Επιστρέφουν στο κρεβάτι τους. Πατούν επάνω στους ωραίους και τους υπερήφανους άνδρες. Ανεβαίνουν στο κρεβάτι. Κοιμούνται. Οι άνδρες ξαγρυπνούν και παρακολουθούν με ευλάβεια την ανάσα των κακομαθημένων γυναικών τους.

Το χωριό των κακομαθημένων γυναικών το ίδρυσε η Βασἰλισσα Πασιφάη η Γ1 η Ανελέητη ή Αναβαίνουσα. Λέγεται πως προτού γίνει βασίλισσα, συνήθιζε να συνευρίσκεται με όποιον ήθελε και με όποιαν ήθελε. «Τα αιδοία της», αναφέρουν τα Βασιλικά Χρονικά, «ήσαν ανελέητα. Περιέλουζε τους εραστές της με υγρἀ θεσπέσια και περιφλεγή. Μέγας πόθος έκαιγε τα σώματα αυτών. Και εκείνη αφού τούς έχριε με τα ζείδωρα υγρά της, κατέκαιε την υπόστασίν τους. Εμαίνοντο οι άνδρες. Εφλέγοντο. Και εκείνη τούς είχε στην υπηρεσία της. Ήτανε δύστροπη. Ήταν άγαν κακομαθημένη. Αλλά εις τα ερωτικά ήταν θεότης». [...]

Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Το Βασίλειο της Κρήτης. Γενικές πληροφορίες και χωριά (έκδ. Άγρα, Αθήνα 2013, σσ. 149-150).

Παρασκευή, 20 Ιουλίου 2018

ένα παράδειγμα και για το μουνάκι


Σε ένα ιταλικό λύκειο στη Ρώμη, πραγματοποιήθηκε, μεταξύ των μαθητών, έρευνα, ανόητη όπως και οι υπόλοιπες, ρωτώντας τους, αν έπρεπε να επιλέξουν, αν θα προτιμούσαν να είναι πλούσιοι και ανάπηροι ή υγιείς αλλά φτωχοί. Η πλειονότητα προτιμούσε να είναι πλούσια και ανάπηρη, και μια τέτοια αισχρή απάντηση αποδεικνύει ότι ήταν ήδη φτωχοί και ανάπηροι.

Είναι άχρηστο να διαμαρτύρονται για το εκπαιδευτικό σύστημα όταν παράγει τέτοια τερατουργήματα. Τα λυκειόπαιδα αυτά δεν είναι τίποτα άλλο από ό,τι τούς ζητάνε και τούς προετοιμάζουν να είναι: δουλοπάροικοι. Η κατάργηση της δουλείας, έλεγε ο Leopardi, προήλθε από την κατάργηση της ελευθερίας.

Την τελευταία φορά που οι Ιταλοί ήταν υγιείς και πραγματικά πλούσιοι, δηλαδή κατά την Αναγέννηση, μιλούσαν πολύ ελεύθερα για όλα, συνεπώς και για το μουνάκι· αρκεί να διαβάσει κανείς την ιδιωτική αλληλογραφία των επιφανών ανθρώπων της εποχής.

[...]

Εκτιμά κανείς τη διαφορά μεταξύ εκείνων των ανθρώπων που δημιούργησαν Ιστορία, και εκείνων που, όντας ανίκανοι να το κάνουν, θα περάσουν στην Ιστορία μόνο λόγω μιας πίπας, χωρίς κατάποση και διατηρούμενης στο ψυγείο, από μια εκπαιδευόμενη στο οβάλ γραφείο του Λευκού Οίκου. Αν η πίπα έχει κανονικά ως αποτέλεσμα να μεγαλώσει ό,τι μόλις μια στιγμή πριν ήταν μικρό, αυτή εδώ έδωσε ένα μικρό χτύπημα στη μεγαλύτερη δύναμη του κόσμου.

Gianfranco Sanguinetti, Το μουνάκι χθες και σήμερα (μτφρ. Τηλεμ. Δουφεξής – Αντωνόπουλος, έκδ. Bibliotheque du temps perdu, Αθήμα 2018, σσ. 68-69). Κρίμα να έχει τόσα ορθογραφικά και τυπογραφικά σφάλματα το εν λόγω τομίδιο. Τέτοιες αφρόντιστες εκδόσεις θα έπρεπε να πωλούνται κοψοχρονιά. Δυστυχώς είναι ίδιον τον εν λόγω εκδόσεων τα αφρόντιστα τυπωμένα βιβλία. Κρίμα.

Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2018

προοδευτική ατροφία


Ακριβώς όπως κάποιος για αυτοάμυνα απέναντι σε ένα πολύ ισχυρό φώς σχεδόν τυφλώνεται, και κουφαίνεται έναντι ενός εκκωφαντικού θορύβου, ο άνθρωπος στην κοινωνία του θεάματος, κακοποιώντας και ακρωτηριάζοντας δίχως οίκτο και χωρίς αντίσταση την ίδια του την ανθρωπιά, οφείλει, ως αντιστάθμισμα, πρωτίστως να μειώσει δραστικά τις ικανότητές του να υποφέρει και να απολαμβάνει. [...] Γνωρίζουμε ότι η οικονομική, τεχνική και παραγωγική ανάπτυξη των δύο τελευταίων αιώνων, έπραξε ούτως ώστε η εργασία να εξειδικεύεται συνεχώς, γινόμενη ολοένα και πιο παθητική, επαναλαμβανόμενη και αφηρημένη. Και με αυτό τον τρόπο καθένας να αναπτύσσει στην εργασία του γνώσεις και συμπεριφορές εντελώς καθορισμένες και λειτουργικές, και γενικούς όρους επιβίωσης στους οποίους πρέπει να προσαρμοστεί εις βάρος όλων των άλλων.

Επομένως, η προσωπική ανάπτυξη μέσα στον κόσμο, που στα παιδιά βρίσκεται στο μέγιστο βαθμό, αναστέλλεται και ακρωτηριάζεται κοινωνικά. Παραμένοντας αδρανής, ατροφεί. [...] Όπως το διατύπωσε ένας μεγάλος γιατρός αλλοτινών καιρών, μπορούμε πάντα να ξέρουμε περισσότερα για όλο και λιγότερα, ώσπου να ξέρουμε περισσότερα για όλο και λιγότερα, ώσπου να ξέρουμε τα πάντα από το τίποτα.

Ευνουχισμένος σε νεαρή ηλικία, στο σύνολο των προδιαθέσεων και των ποιοτήτων ήδη από παιδί, περιβαλλόμενος από ένα ψυχολογικό τοπίο εντελώς ενοχικό, ο σύγχρονος άνθρωπος πολύ σύντομα αρχίζει να παλινδρομεί επιτρέποντας να τον εκλαμβάνουν ως ανήλικο, ή ακόμα και σαν ψυχικά ανήλικο.

Και έτσι συμβαίνει πράγματι. Οι αντιφατικές κατηγορίες, οι αυθαίρετες απαγορεύσεις, οι εξευτελιστικές κυρώσεις ξεφεύγουν πέρα από κάθε λογική κι αξιοπρέπεια. Το κάπνισμα ενός τσιγάρου προς απόλαυση απαγορεύεται ολοένα και περισσότερο, διότι είναι κακό για την υγεία, αλλά η εισπνοή του αέρα των σύγχρονων πόλεων γεμάτου από ύπουλο κονιορτό και τα αέρια της βιομηχανίας και των αυτοκινήτων, η εισπνοή ραδιενέργειας και η βρώση χημικών είναι υποχρεωτική, διότι είναι καλό για την οικονομία. [...]

Gianfranco Sanguinetti, Το μουνάκι χθες και σήμερα (μτφρ. Τηλεμ. Δουφεξής – Αντωνόπουλος, έκδ. Bibliotheque du temps perdu, Αθήμα 2018, σσ. 64-65). Κρίμα να έχει τόσα ορθογραφικά και τυπογραφικά σφάλματα το εν λόγω τομίδιο. Τέτοιες αφρόντιστες εκδόσεις θα έπρεπε να πωλούνται κοψοχρονιά. Δυστυχώς είναι ίδιον τον εν λόγω εκδόσεων τα αφρόντιστα τυπωμένα βιβλία. Κρίμα.

Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2018

η αλληλεγγύη του είδους


Κάθε έμβιο ον, στην απαρχή του, αποκτά υπόσταση χάρη στο συν-είναι με έναν φέροντα οργανισμό που συγκροτεί σε μικρογραφία τις βιολογικές του ικανότητες. Αν βρεί ό,τι χρειάζεται για να συντηρηθούν και να εξελιχθούν αυτές οι ικανότητες, ένα άτομο, ομοειδές με εκείνο που το έφερε στον κόσμο, αναπτύσσεται με τα λειτουργικά και αναπαραγωγικά χαρακτηριστικά τού είδους του. Έτσι μεταδίδεται η ζωή διαμέσου του χρόνου και του χώρου από τους έμβιους οργανισμούς.

Σε κάθε θηλαστικό, η πραγματικότητα έχει ορίσει ένα πεπρωμένο που, αρχικά, τού επιφυλάσσει τη συνθήκη μιας εξατομικευμένης οντότητας, αδύναμης να επιβιώσει αν είναι απομονωμένη.

Ο σπόρος ενός φυτού μπορεί να μείνει απομονωμένος εκατομμύρια χρόνια, να μεταφερθεί στον χώρο μακριά από το φυτό από το οποίο προέρχεται, κι ωστόσο να διατηρεί ενεργή την ικανότητα αναπαραγωγής ενός ολοκληρωμένου εκπροσώπου του είδους του, αρκεί να συναντήσει τις γεωλογικές και κλιματικές συνθήκες που απαιτεί η ανάπτυξή του.

Το γονιμοποιημένο αυγό ενός εντόμου, ενός ψαριού, ενός βατραχοειδούς, ενός ερπετού, ενός πτηνού μπορεί να επιβιώσει, άλλοτε για μικρότερο χρονικό διάστημα κι άλλοτε για μεγαλύτερο, εν αναμονή των συνθηκών που θα επιτρέψουν την εκκόλαψή του.

Το γονιμοποιημένο αυγό ενός θηλαστικού (άρα και του ανθρώπου) δεν καταλήγει στη δημιουργία ενός βιώσιμου ατόμου αν δεν εμφωλεύσει στα σπλάχνα ενός θηλυκού εκπροσώπου του είδους του, ο οποίος παρήγαγε το θηλυκό μέρος του αυγού για να το γονιμοποιήσει το αρσενικό μέρος, που προέρχεται από ένα αρσενικό εκπρόσωπο του ίδιου είδους. Ο γεννήτωρ, το αρσενικό άτομο, δεν είναι απαραίτητος για την επιβίωση των νεογνών.

Μετά τη γέννησή τους, τα μικρά θηλαστικά πρέπει απαραιτήτως να θηλάσουν. Ανεξαρτήτως αν τα θηλάζει η μητέρα τους ή κάποιος άλλος θηλυκός εκπρόσωπος του ίδιου ή διαφορετικού είδους, που τα υιοθετεί και τα προστατεύει επί αρκετό διάστημα, ή αν την προστασία τους έχει αναλάβει ο άνθρωπος παρέχοντάς τους τροφή και φροντίδα, τα μικρά θηλαστικά, μόλις απογαλακτιστούν, είτε είναι μόνα είτε κοντά σε άτομα ενός είδους διαφορετικού από το δικό τους, μεγαλώνουν και συμπεριφέρονται σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά του είδους τους. [...]

Για να γεννηθεί βιώσιμο, το μικρό του ανθρώπου πρέπει, όπως όλα τα θηλαστικά, να περάσει ορισμένους μήνες συ-ζώντας, εμφωλεύοντας μέσα στη μητέρα του.

Μετά τον τοκετό, κατά τη διάρκεια του οποίου αφήνει τον πλακούντα στα σπλάχνα της και υπάρχει με τον οργανισμό του διαχωρισμένο από εκείνη, υφίσταται μια μεταλλαγή – αναπνέει, κυκλοφορεί το αίμα του, λειτουργεί η πέψη και αυτονομείται η αφόδευση. Ωστόσο, για ένα διάστημα τουλάχιστον διπλάσιο εκείνου της κυοφορίας του, δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς να εξαρτάται από τον θηλασμό, τη θαλπωρή, τις σωματικές φροντίδες και την προστασία που έχει αναλάβει να τού εξασφαλίζει κάποιο ζωντανό πλάσμα.

Φρανσουάζ Ντολτό, Για τη μοναξιά (μτφρ. Ελ. Κούκη, έκδ. Σμίλη, Αθήνα 2008, σσ. 19-21).

Κυριακή, 8 Ιουλίου 2018

μια ποθητή γυναίκα


Η Κνίδια Αφροδίτη απεικονίζει για πρώτη φορά τη θεά του έρωτα και της σεξουαλικής δραστηριότητας ως μια ποθητή γυναίκα, εισάγοντας τον ερωτισμό στη μνημειακή τέχνη.


*

Η ερωτική υποδοχή του αγάλματος [...] συνάγεται με σαφήνεια από τις αφηγήσεις μιας σειράς αρχαίων συγγραφέων. Όπως παραδίδει ο Λουκιανός, το άγαλμα είχε τοποθετηθεί στο κέντρο ενός μονόπτερου ναού (κυκλικός ναός με μια σειρά κιόνων), ώστε να είναι ορατό και από την μπροστινή και από την οπίσθια όψη του. Μάλιστα, αφηγείται ένα περιστατικό, κατά το οποίο ένας άνδρας κρύφτηκε κατά τη διάρκεια μιας νύχτας στο ναό και συνευρέθηκε με το άγαλμα.


*

Ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος αφηγείται πως οι Κώοι, οι οποίοι είχαν παραγγείλει στον Πραξιτέλη ένα άγαλμα της Αφροδίτης, αρνήθηκαν να το παραλάβουν, καθώς η γυμνότητά του θεωρήθηκε απαράδεκτη· έτσι, ζήτησαν από τον καλλιτέχνη να φιλοτεχνήσει ένα άλλο, με τη θεά ντυμένη. Το γυμνό άγαλμα το αγόρασε η Κνίδος και το τοποθέτησε στο τέμενος της Αφροδίτης. Αργότερα, κατά τη βασιλεία του Θεοδοσίου Α΄η Κνίδια Αφροδίτη μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη όπου καταστάφηκε σε πυρκαγιά το 476 μ.Χ.

Η ελληνική τέχνη στα μουσεία του κόσμου. Μουσεία Βατικανού-Καπιτωλίου. Ρώμη (έκδ. Η Καθημερινή, Αθήνα 2010, σσ. 20-21).