Τετάρτη, 24 Μαΐου 2017

ταχυδρομείον και τηλεγραφείον


Παρά την Εθν. Τράπεζαν. Ο χρόνος της αποστολής επιστολών διά την δυτικήν Ευρώπην και διά την Κωνσταντινούπολιν γνωστοποιείται διά των εφημερίδων και διά τοιχοκολλήσεως εις τας πινακίδας του Ταχυδρομείου.

Αι διά την δυτικήν Ευρώπην επιστολαί, αι μεν συστημέναι παραδίδονται εις το ταχυδρομείον μέχρι της μεσημβρίας, αι δε μη συστημέναι παραδίδονται εις το ταχυδρομείον μέχρι της 1 μ.μ.

Ταχυδρομικά τέλη

Δι' επιστολάς, απευθυνομένας εντός της πόλεως Αθηνών, επικολλάται γραμματόσημον 10 λεπτών, διά το εσωτερικόν εν γένει γραμματόσημον 20 λεπτών και διά την παγκόσμιαν ταχυδρομικά άνω των 25 λεπτών.

Διά συστημένας επιστολάς επιτίθεται επί πλέον γραμματόσημον 25 λεπτών και παραδίδεται εις το επί τούτω γραφείον των συστημένων επιστολών.

Επιστολικά δελτάρια. Διά μεν το εσωτερικόν επιτίθεται γραμματόσημον 5 λεπ. διά δε το εξωτερικόν 10 λεπτών.

Οδηγός των Αθηνών - Επιτροπή των Ολυμπιακών Αγώνων (Αθήναι 1906 - ανατύπωση Αθηναϊκή Βιβλιοθήκη Δήμου Αθηναίων, Αθήνα 2002, σσ. 7-8).

Σάββατο, 20 Μαΐου 2017

πλησάμενος δ’ οίνοιο δέπας δείδεκτο


"Τοιουτοτρόπως ωμίλησεν, είπε δε λόγον αρέσκοντα εις όλους εκείνους. αμέσως οι μεν κήρυκες έχυσαν εις τας χείρας ύδωρ, ευγενείς δε νέοι εγέμισαν με ποτόν μέχρι χειλέων τους κρατήρας, αφού δ' έκαμον αρχήν (διά της σπονδής) εμοίρασαν έπειτα (τον οίνον) εις όλα τα ποτήρια. αφού δ' έκαμον σπονδήν και έπιον όσον ήθελε η καρδία (των), εξεκίνουν εκ της σκηνής του Ατρείδου Αγαμέμνονος. εις αυτούς δε πολλά παρήγγελλεν ο εκ της Γερηνίας ιππότης Νέστωρ, ρίπτων βλέμματα εις έκαστον, μάλιστα δε εις τον Οδυσσέα, (180) ίνα προσπαθώσι να καταπραΰνωσι τον ευγενή Πηλείδην.

Εκείνοι δ' απήλθον κατά μήκος της παραλίας της πολυταράχου θαλάσσης θερμότατα ευχόμενοι εις τον περιβάλλοντα την γην ενοσίγαιον ευκόλως να πραΰνωσι την υπερήφανον ψυχήν του Αιακίδου. έφθασαν δ' εις τας σκηνάς και τα πλοία των Μυρμιδόνων· εύρον δ' αυτόν τέρποντα την ψυχήν του με λιγυράν φόρμιγγα, ωραίαν τεχνικήν, επάνω δε υπήρχε αργυρούν ζυγόν· ταύτην έλαβεν εκ των λαφύρων, ότε κατέστρεψε την πόλιν του Ηετίωνος· με ταύτην εκείνος έτερπε την ψυχήν του, έψαλλε δ' ενδόξους πράξεις ανδρών. ο δε Πάτροκλος μόνος εκάθητο σιωπηλός απέναντί του, (190) περιμένων πότε ήθελε παύσει ο Αιακίδης να ψάλλη. εκείνοι δ' εβάδισαν παρεμπρός, προηγείτο δε ο ευγενής Οδυσσέας, εστάθησαν δ' έμπροσθεν αυτού· εκπλαγείς δ' ανεπήδησεν ο Αχιλλεύς με αυτήν την φόρμιγγα αφήσας το κάθισμα, όπου εκάθητο. ωσαύτως δ' εσηκώθη ο Πάτροκλος, αφού είδε τους άνδρας, τούτους και δεξιούμενος είπεν ο ταχύς εις τους πόδας Αχιλλεύς.

«Χαίρετε. βέβαια έρχεσθε αγαπητοί άνδρες, -βέβαια θα είναι κάπως μεγάλη ανάγκη,- οι οποίοι εκ των Αχαιών μού είσθε αγαπητότατοι, αν και είμαι θυμωμένος».

Τοιουτοτρόπως λοιπόν αφού ωμίλησεν, ωδήγει παρεμπρός ο ευγενής Αχιλλεύς, (τους) εκάθισε δ' εις ανάκλιντρα και εις πορφυρούς τάπητας· (200) αμέσως δ' έλεγε προς τον εγγύς όντα Πάτροκλον·

«Μεγαλείτερον δα κρατήρα στήνε, ώ υιέ του Μενοιτίου, δυνατώτερον δε κέρνα, ετοίμασε δε ποτήριον δι' έκαστον· διότι ούτοι ευρίσκονται υπό την στέγην μου (όντες) φίλτατοι άνδρες».

Τοιουτοτρόπως είπεν, ο δε Πάτροκλος επείθετο εις τον αγαπητόν σύντροφον. εκείνος δ' έβαλε κάτω πλησίον της λάμψεως του πυρός μέγα κρεατοσάνιδον, εις αυτό δ' έθεσε νώτον προβάτου και παχείας αιγός, και ράχιν παχέος χοίρου ανθηράν από λίπος· του εκράτει δε ο Αυτομέδων, ο δε ευγενής Αχιλλεύς έκοπτεν· και ταύτα μεν καλώς ελιάνιζε και εις οβελούς επέρνα, (210) πύρ δε μέγα έκαιεν ο Μενοιτιάδης, ανήρ ισόθεος. αφού δ' εντελώς εκάησαν τα ξύλα, και η φλόξ έσβυσε, στρώσας την ανθρακιάν ήπλωσεν άνωθεν τους οβελούς, αφού σηκώσας επέθεσεν επί των κρατευτών, επασπάλιζε δε με άλας θείον. αφού δε (τα) έψησε και εις τους ελεούς τα έχυσεν, ο μεν Πάτροκλος λαβών άρτον εμοίρασεν επί της τραπέζης εντός ωραίων κανίστρων, τα κρέατα δ' εμοίρασεν ο Αχιλλεύς, αυτός δ' εκάθιζεν απέναντι του θείου Οδυσσέως· εις τον άλλον τοίχον, διέταξε δε τον Πάτροκλον τον σύντροφόν του να θυσιάση εις τους θεούς, ούτος δ' έρριπτεν εις το πύρ θυσίαν. (220) εκείνοι δε εις τα ευφρόσυνα πράγματα, τα οποία έκειντο έμπροσθεν έτοιμα, εξέτεινον τας χείρας· αφού δ' απέβαλον την επιθυμίαν ποτού και φαγητού, ένευσεν ο Αίας προς τον Φοίνικα, ενόησε δε ο ευγενής Οδυσσεύς, και γεμίσας με οίνον το ποτήριον προπίνων εχαιρέτισε τον Αχιλλέα·

«Χαίρ' Αχιλλεύ· ανάλογόν μεν μερίδα δεν στερούμεθα και εν τη σκηνή του Ατρείδου και εδώ τώρα· διότι υπάρχουσι πολλά ευχάριστα ώστε να τρώγωμεν· αλλ' η φροντίς (ημών) δεν είναι αι ασχολίαι του θελκτικού φαγητού, αλλ' επειδή, ευγενές, βλέπομεν μεγίστην συμφοράν, φοβούμεθα. αμφίβολος δ' είναι η σωτηρία ή η απώλεια (230) των καλόν κατάστρωμα εχόντων πλοίων, εάν μη αναλάβης συ την ανδρείαν (σου). διότι πλησίον των πλοίων και του τείχους εστρατοπέδευσαν οι μεγαλόψυχοι Τρώες και οι μακράν περίφημοι βοηθοί, αφού ήναψαν πολλά πυρά εις το στρατόπεδον, και λέγουσιν, ότι δεν θα σταματήσουν αλλά θα πέσουν μέσα εις τα μαύρα πλοία. ...»". (Ι 173-235)


Στο σμικρό αυτό απόσπασμα από την Ιλιάδα, βλέπουμε με τί τρόπο καλοπαιρνούσαν οι Αχαιοί στις ακτές της Τροίης... και τρωγόπιναν οι φίλοι κατόπιν σπονδών και θυσιών στους θεούς στους οποίους συνεχώς και αδιακόπως με κάθε ευκαιρία προσεύχονταν... Εξ' ού και η παροιμιώδης φιλοξενία των αρχαίων και δη εδώ και του Αχιλλέα.


[στο πρωτότυπο έχει ως εξής:]

"ώς φάτο, τοίσι δε πάσιν εαδότα μύθον έειπεν.
αυτίκα κήρυκες μεν ύδωρ επί χείρας έχευαν
κούροι δε κρητήρας επεστέψαντο ποτοίο,
νώμησαν δ' άρα πάσιν επαρξάμενοι δεπάεσσιν.
αυτάρ επεί σπείσάν τε πίον θ' όσον ήθελε θυμός,
ωρμώντ' εκ κλισίης Αγαμέμνονος Ατρείδαο.
τοίσι δε πόλλ' επέτελλε Γερήνιος ιππότα Νέστωρ,
δενδίλλων ες έκαστον, Οδυσσήι δε μάλιστα,
πειράν ως πεπίθοιεν αμύμονα Πηλείωνα.

τω δε βάτην παρά θίνα πολυφλοίσβοιο θαλάσσης
πολλά μάλ' ευχομένω γαιηόχω εννοσιγαίω
ρηιδίως πεπιθείν μεγάλας φρένας Αιακίδαο.
Μυρμιδόνων δ' επί τε κλισίας και νήας ικέσθην·
τον δ' εύρον φρένα τερπόμενον φόρμιγγι λιγείη,
καλή δαιδαλέη, επί δ' αργύρεον ζυγόν ήεν·
την άρετ' εξ ενάρων πόλιν Ηετίωνος ολέσσας·
τη ό γε θυμόν έτερπεν, άειδε δ' άρα κλέα ανδρών.

Πάτροκλος δε οι οίος εναντίος ήστο σιωπή
δέγμενος Αιακίδην, οπότε λήξειεν αείδων.
τω δε βάτην προτέρω, ηγείτο δε δίος Οδυσσεύς,
σταν δε πρόσθ' αυτοίο· ταφών δ' ανόρουσεν Αχιλλεύς
αυτή συν φόρμιγγι, λιπών έδος ένθα θάασσεν.
ώς δ’ αύτως Πάτροκλος, επεί ίδε φώτας, ανέστη.
τω και δεικνύμενος προσέφη πόδας ωκύς Αχιλλεύς·

«χαίρετον· η φίλοι άνδρες ικάνετον -η τι μάλα χρεώ,-
οι μοι σκυζομένω περ Αχαιών φίλτατοί εστόν».

ως άρα φωνήσας προτέρω άγε δίος Αχιλλεύς.
είσεν δ' εν κλισμοίσι τάπησί τε πορφυρέοισιν·
αίψα δε Πάτροκλον προσεφώνειν εγγύς εόντα·

«μείζονα δη κρητήρα Μενοιτίου υιέ καθίστα.
ζωρότερον δε κέραιε, δέπας δ' έντυνον εκάστω·
οι γαρ φίλτατοι άνδρες εμώ υπέασι μελάθρω»,

ώς φάτο, Πάτροκλος δε φίλω επεπείθεθ' εταίρω.
αυτάρ ό γε κρείον μέγα κάββαλεν εν πυρός αυγή,
εν δ' άρα νώτον έθηκ' όιος και πίονος αιγός,
εν δε συός σιάλοιο ράχιν τεθαλυίαν αλοιφή.
τω δ' έχεν Αυτομέδων, τάμνεν δ' άρα δίος Αχιλλεύς.
και τα μεν ευ μίστυλλε και αμφ' οβελοίσιν έπειρε,
πύρ δε Μενοιτιάδης δαίεν μέγα, ισόθεος φώς.

αυτάρ επεί κατά πύρ εκάη και φλόξ εμαράνθη,
ανθρακιήν στορέσας οβελούς εφύπερθε τάνυσσε.
πάσσε δ' αλός θείοιο, κρατευτάων επαείρας.
αυτάρ επεί ρ' ώπτησε και ειν ελεοίσιν έχευε,
Πάτροκλος μεν οίτον ελών επένειμε τραπέζη
καλοίς εν κανέοισιν, ατάρ κρέα νείμεν Αχιλλεύς.
αυτός δ' αντίον ίζεν Οδυσσήος θείοιο
τοίχου του ετέροιο, θεοίσι δε θύσαι ανώγει
Πάτροκλον, ον εταίρον· ό δ' εν πυρί βάλλε θυηλάς.
οί δ' επ' ονείαθ' ετοίμα προκείμενα χείρας ίαλλον.
αυτάρ επεί πόσιος και εδητύος εκ έρον έντο,
νεύσ' Αίας Φοίνικι· νόησε δε δίος Οδυσσεύς,
πλησάμενος δ' οίνοιο δέπας δείδεκτ' Αχιλήα·

«χαίρ' Αχιλεύ· δαιτός μεν είσης ουκ επιδευείς
ημέν ενί κλισίη Αγαμέμνονος Ατρείδαο
ηδέ και ενθάδε νυν· πάρα γαρ μενοεικέα πολλά
δαίνυσθ'· αλλ' ου δαιτός επηράτου έργα μέμηλεν,
αλλά λίην μέγα πήμα, διοτρεφές, εισορόωντες
δείδιμεν· εν δοιή δε σαωσέμεν ή απολέσθαι
νήας ευσσέλμους, ει μη σύ γε· δύσεαι αλκήν,
εγγύς γαρ νηών και τείχεος αύλιν έθεντο
Τρώες υπέρθυμοι τηλεκλειτοί τ' επίκουροι,
κηάμενοι πυρά πολλά κατά στρατόν, ουδ' έτι φασί
σχήσεσθ', αλλ' εν νηυσί μελαίνησιν πεσέεσθαι."


εαδότα = μετοχή β΄ παρακειμένου του ανδάνω. Κατηγορ. του μύθον. = εαδώς ην ο μύθος όν έειπεν. κούροι = ευγενείς νέοι.
κρητήρ = ήτο αγγείον μέγα εντός του οποίου εκεράννυον (=εμίγνυον) οίνον και ύδωρ. έπινον δε οι αρχαίοι εν κράματι τον οίνον («κρασί») και ουδέποτε άκρατον.
επεστέψαντο = εγέμισαν μέχρι στεφάνης, μέχρι χειλέων.
471 = αφού διά της σπονδής έκαμαν αρχήν, εμοίρασαν τον οίνον εις όλα τα ποτήρια.
νώμησαν = του νωμάω, ό είναι έτερος τύπος του νέμω, όπως στρωφάω, τρωπάω, τρωχάω, πωτάομαι του πέτομαι.
επάρχεσθαι = είναι θρησκευτική λέξις, = την ιεράν πράξιν (εδώ την σπονδήν) αρχίζω.
πόλλ' επέτελλε = πολλά παρήγγελλε, πολλάς παραγγελίας, οδηγίας έδιδε.
δενδίλλων = άγνωστος η ετυμολογία. = διανεύων τοις οφθαλμοίς. ζωηρώς προσβλέπων, βλέμματα ρίπτων. Ο Νέστωρ αποτεινόμενος προς τους πρέσβεις, ενίοτε συνώδευε τους λόγους δι' εκφραστικών βλεμμάτων.
183 = Εύχονται προς τον Ποσειδώνα, διότι, αφού βαδίζουσι παρά την θάλασσαν, ούτος είναι ο εγγύτατος αυτοίς θεός.
παρά θίνα = κατά μήκος της παραλίας. ο θις κυρίως είναι σωρός, και δη σωρός άμμου, αμμουδιά και εν γένει παραλία.
γαιήοχος = είναι σύνθετον εκ του γαία και εκ του έχω. είναι επίθετον του Ποσειδώνος. = ο περιβάλλων, περιέχων την γήν.
εννοσίγαιος = ο σείων την γήν. εκ του γαία και εκ του μεθομηρείου ένοσις = κίνησις. είναι επίθετον του Ποσειδώνος, εις όν απέδιδον τους σεισμούς.
Αιακίδης = λέγεται του Αιακού ο υιός Πηλεύς και ο απόγονος Αχιλλεύς, ο υιός του Πηλέως.
φόρμιγξ -γγος = ήτο έγχορδον μουσικόν όργανον, ομοία προς την κίθαριν. έγεινε κατά μετάθεσιν εκ της ρ. φρεμ (fremo βρέμω). είναι λέξις πεποιημένη.
λιγείη, λιγύς, λίγεια, λιγύ = λιγύφωνος, οξύφωνος διά την εύηχον και βροντώδη φωνήν.
δαιδάλεος -έη και δαίδαλος = τεχνικός,πεποικιλμένος. δαιδάλλω =τεχνηέντως επεξεργάζομαι, ποικίλλω.
επί = επίρρ. επάνω.
ζυγόν = ξύλον εγκάρσιον εις το άνω μέρος της φόρμιγγος κείμενον, εις το οποίον διά των κολλόπων (στρειφτάρια) εστερεούντο αι χορδαί.
άρετο = μέσος αόριστος του αείρω ή άρνυμαι. = σηκώνω
έναρα, ενάρων = εδώ: λεία. εναίρω = φονεύω, έναρα = λάφυρα από φονευθέντος εχθρού, εξ ού γίνεται εναρίζω, εναρίξω, ενάριξα =γυμνώνω φονευθέντα εχθρόν, όθεν φονεύω.
πόλιν Ηετίωνος = Θήβην. έκειτο υπό το όρος Πλάκον (ανατολική παραφυάς της Ίδης εν Μυσία), όθεν υποπλακίη ελέγετο. ην πόλις των Κιλίκων. βασιλεύς αυτής ην ο Ηετίων ο πατήρ της Ανδρομάχης της γυναικός του Έκτορος. Την Θήβην εξεπόρθησεν ο Αχιλλεύς και εφόνευσε τον Ηετίωνα και τους επτά αυτού υιούς.
κλέος = φήμη, δόξα. εδώ κλέα = ενδόξους πράξεις. Ο προσωρινώς αργών ήρως της Ιλιάδος δεν ηδύνατο να περάση καλλίτερον την ώραν του παρά άδων πράξεις προγενεστέρων ηρώων και κεντρίζων ούτω αυτός εαυτόν εις μίμησιν. Συγχρόνως δ' ούτω παρίσταται ημίν η και άλλως ευγενής αυτού ψυχή ως προς τας καλάς τέχνας ευαίσθητος. Άλλος ήρως δεν άδει εν Ιλιάδι, εν δε τη Οδυσσεία έχομεν αοιδούς εξ επαγγέλματος.
ήστο = γ΄ ενικόν του ήμην. ήμαι = κἀθημαι.
σιωπή = δοτική τροπική, ισοδυναμούσα προς τροπικήν μετοχήν σιωπών.
δέγμενος = περιμένων πότε ήθελε παύσει ο Αχιλλεύς, ίνα ψάλλη και αυτός. Είναι μετοχή του δέχομαι κατά συγκοπήν του ο, και τροπήν του χ εις γ.
Αιακίδην = κατά πρόληψιν ετέθη ως αντικ. το υποκείμ. της εξηρτημένης πρότασης.
προτέρω = παρεμπρός, εις τα ενδότερα της σκηνής.
ηγείτο = ως προς τον Αίαντα· διότι ο Φοίνιξ είχεν εισέλθει ήδη. Τούτο είναι χαρακτηριστικόν της μείζονος δραστηριότητος του Οδυσσέως.
σταν = έστησαν.
ταφών = αόριστος β΄ εκ της ρίζης θαφ, τέθηπα, ετεθήπεα = εκθαμβούμαι, μένω εκστατικός. = εκπλαγείς διά την απροσδόκητον νυκτερινήν επίσκεψιν.
ανόρουσεν = του αν-ορούω = αναπηδώ, ανίσταμαι.
αυτή συν = Το πράγμα είναι γραφικώτατον: εκπλαγείς ο Αχιλλεύς και σπεύδων προς υποδοχήν δεν επρόφθασε ν’ αφήση την φόρμιγγα.
έδος = (έζομαι) = κάθισμα.
φώτας = ονομ. φώς, γεν. φωτός = ανήρ, έγεινεν εκ ρίζης φυ του φύω, κυρίως λοιπόν = γεννήτωρ.
δεικνύμενος = χαιρετίζων, δεξιούμενος διά χειραψίας. Την αυτήν σημασίαν έχει και ο παρακ. και υπερσ. δειδέχαται, δείδεκτο, δειδέχατο, και το δεικανάομαι και δειδίσκομαι.
197-198 = Αι βραχείαι αλλεπάλληλοι προτάσεις, η επανάληψις του βεβαιωτικού η, και η διά του φίλτατοι μετ' επιτάσεως επανάληψις του φίλοι, λαμπρώς εξεικονίζουσι του Αχιλλέα την έκπληξιν.
σκυζομένω = είναι συγγενές προς το επισκύνιον, σκυδμαίνειν, σκυθρός, σκυθρωπός, και εννοεί κυρίως σύσπασιν και ρυτίδωσιν των οφρύων. ώστε = σκουντουφλιάζω, οργίζομαι.
κλισμοίσι = ανάκλιντρον. ήτο χαμηλόν και είχε μεν ερεισίνωτον, αλλ' όχι και των χειρών στήριγμα, ενώ ο θρόνος ήτο υψηλός και είχε και ερεισίνωτον και των βραχιόνων στηρίγματα. Οι τάπητες ήσαν επί των κλισμών ηπλωμένοι.
αίψα = αμέσως, ευθύς, ταχέως. παράγεται εκ του αιπύς, ώστε κυρίως σημαίνει αποτόμως. της αυτής ρίζης είναι τα ημέτερα αψύς, αψά, εν οις συνεστάλη το αι, όπως εν τοις αρχαίοις αψίκορος, αψιμαχία και τω ημετέρω αγιόκλημα (αιγόκλημα).
δη = μετά προστακτικής δηλοί ισχυράν απαίτησιν, καθ' ής ουδεμία αντίρρησις επιτρέπεται.
ζωρότερον = σύστοιχο αντικ. Σημαίνει: δυνατώτερον κράμα κέρνα διά προσθήκης ολιγωτέρου ύδατος. Τούτο διατάσσει προς τιμήν και περιποίησιν των ξένων. Η λέξης παράγεται εκ ρίζης ζα (ζην, ζώειν, όπως βα, βωμός).
κέραιε = μόνον τούτο υπάρχει του κεραίω ετέρου τύπου του κεράννυμι.
έντυνον = προστ. αορίστου εντύω και εντύνω (έντεα) = παρασκευάζω.
οι = δεικτική αντωνυμία.
φίλτατοι άνδρες = κατηγορ.
υπέασι = του ύπειμι.
μέλαθρον = είνε α΄) η μεγάλη δοκός της στέγης, β΄) η στέγη, γ΄) όλη η οικία.
επεπείθετο = παρατ. του επιπείθομαι =υπακούω.
ο γε = ο Αχιλλεύς.
κρείον = τράπεζα, εφ ής έκοπτον το ωμόν κρέας, ίνα το περάσουν εις οβολούς.

κάββαλεν = αντί κατάβαλεν.
εν πυρός αυγή = εν τω υπό του πυρός φωτιζομένω χώρω. Το πύρ εχρησίμευε και προς φωτισμόν, διότι ηγνόουν οι ήρωες την χρήσιν λαμπτήρων.
νώτον = το άριστον μέρος του ζώου. τα περί την οσφύν μέρη, τα από του μέσου της σπονδυλικής στήλης εκατέρωθεν της ακάνθης μέχρι των μηριαίων οστών φθάνοντα, κοινώς φιλέτον.
πίων -πίονος = παχύς.

σιάλοιο = παχέος, ευτραφούς, σιτευτού. Επίθετον του συός. Κείται και άνευ αυτού ως ουσιαστικόν Φ 363.
τεθαλυίαν = ανθηράν τ. έ. με άφθονον λίπος κεκαλυμμένην. τεθηλώς, τεθαλυία παρακ. του θάλλω.
τω = τω Αχιλλεί. Χαριστική δοτική.
έχειν = δηλ. το κρέας.
Αυτομέδων = θανόντος του Πατρόκλου ην ηνίοχος του Αχιλλέως. Ο πατήρ αυτού ονομάζετο Διώρης. Εν 190 λέγεται «Πάτροκλος οίος». Πότε λοιπόν προσήλθεν ο Αυτομέδων δεν ελέγχθη.
τάμνεν = τάμνω έτερος τύπος του τέμνω. Σημαίνει κόπτειν εις μεγάλα τεμάχια, το δε μιστύλλω (210) = κόπτω εις μικρά, κομματιάζω, λιανίζω.
τα = τα μεγάλα τεμάχια, ά τάμνων έκαμε.
Μενοιτιάδης = παρασκευάσας τον οίνον, παρασκευάζει και πύρ προς όπτησιν του κρέατος.
δαίεν = πύρ υπήρχεν, όσον ήρκει προς φωτισμόν (206), ήδη δε προσέθεσε ξύλα πολλά, ίνα γείνη ανθρακιά ικανή προς όπτησιν του κρέατος.
μέγα = κατηγορ. κατά πρόληψιν.
κατά εκάη = κατεκάη.
εμαράνθη = έσβυσε.
πύρ = εννοεί την καύσιμον ύλη.
φλοξ = εννοεί την λάμπουσαν φλόγα.
τάνυσσεν = υποκ.: Αχιλλεύς. = έβαλεν από πάνω, κυρίως = εξέτεινε, έστρωσε.
πάσσε = αντικ.: το κρέας των οβελών.
αλός = γενική μεριστική. Τας τοιαύτας γενικάς κατόπιν ανεπλήρωσεν η οργανική δοτική, και ούτως εξηγούμεν συνήθως. Αλλαχού δεν αναφέρει ο Όμ. το αλάτισμα του κρέατος.
θείοιο = ούτω λέγεται ως απαραίτητον και εξόχως ευεργετικόν δώρον των θεών.
κρατευτάων = μόνον ενταύθα απαντά. Ήσαν δ' οι κρατευταί λίθοι ή δικρανοειδή ξύλα, εφ' ών εστηρίζοντο και εστρέφοντο οι οβελοί. Άγνωστος η ετυμολογία.
επαείρας = άειραν επί, τ. έ. σηκώσαντες. Το κρατ. επαείρας είναι ανάπτυξις του οβελούς εφύπερθε τάνυσσεν και προηγείται του αλατίσματος. Το δε αλάτισμα έγεινε διαρκούσης της οπτήσεως. Ο Αρίσταρχος ανεγίνωσκεν απαείρας.
ελεοίσιν = τράπεζα εφ' ής τα ψημένα κρέατα διήρουν εις μερίδας των δαιτυμόνων.

έχευεν = έχυσεν, άπλωσε.
τοίχου = τοπική γενική. Ο Αίας και ο Φοίνιξ εκάθηντο αντιμέτωποι, πάντες δε εις την αυτήν τράπεζαν. Συνήθως όμως έκαστος των δαιτυμόνων είχεν ιδίαν προ εαυτού τράπεζαν. Παραδόξως η θυσία γίνεται ενταύθα ουχί υπό του οικοδεσπότου.
ανώγει = Το γ΄ ενικόν του ηνώγεα υπερσυντέλικος του άνωγα κάμνει ηνώγει ηνώγειν ανώγει.
όν = εόν.
θυηλάς = (θύω). Η λέξις απαντά μόνον ενταύθα. = θυσία. Ήτο δ' αύτη εδώ τεμάχια εκ του παρεσκευασμένου κρέατος. Πάντοτε προ του να φάγωσιν έθυον, όπως ημείς προσευχόμεθα.
όνειαρ = (ονίνημι), ο πληθ. ονείατα. = αναψυκτικά, ευφρόσυνα πράγματα. Λέγεται πάντοτε (εκτός Ω 367) περί φαγητού, άρα = άρτος και κρέας.
ετοίμα = κατηγ.
ιάλλω, ίαλλον, ίηλα = α΄) πέμπω, ρίπτω β΄) εκτείνω, βάζω.
222 = Στίχος στερεότυπος δηλών το τέλος του πρώτου μέρους του δείπνου του προωρισμένου προς πλήρωσιν της πρώτης πείνης και δίψης. Αλλά και κατά το δεύτερον μέρος το αφιερωμένον εις συνδιάλεξιν και άλλας εκ της συναναστροφής ηδονάς παρεδίδοντο εις την πόσιν, και, ότε διηγείρετο πάλιν όρεξις, πάλιν έτρωγον.
223 = Ο ξενίζων ηρώτα τον ξενιζόμενον το αίτιον της επισκέψεώς του, αφού πρώτον έτρωγε καλά. (όρα Ζ 174). Αλλ' εδώ ο Αχιλλεύς δεν ερωτά επίτηδες· διό ο Αίας ανυπομονών νεύει τω Φοινίκι. Ο Αίας ήθελε τον Φοίνικα πρόμαχον της πρεσβείας, ο δ' Οδυσσεύς επίκουρον, ίσως δεν είχεν άδικον· διότι αφού με τον Οδυσσέα εξεθύμανεν ο Αχιλλεύς, μαλάσσεται ολίγον έπειτα υπό του Φοίνικος, πρβλ. 428 προς 619.
δείδεκτο = όρα 196.
δαιτός είσης = δαίνυμι = μοιράζω, δαίνυμαι = εστιώμαι, τρώγω. η δαις λέγεται είση, διότι έκαστος λαμβάνει το προσήκον, το πρέπον μερίδιον, όχι ίσον· διότι έξοχοι άνδρες κανονικώς ελάμβανον μεγαλείτερα ή καλλίτερα μερίδια. όρα και Η 361, Θ 162.
επιδευείς = εννοείται ειμέν.
πάρα = πάρεστι. Προθέσεις τινές παρ’ Ομήρω με αναβιβασμένον τόνον έχουν ρηματικήν έννοιαν. Υποκ.: μενοεικέα πολλά.
μενοεικέα = μενοFεικής (μένος, είκω έοικα) = ο ανάλογος προς την όρεξιν, άφθονος.
δαίνυσθαι = δηλοί το δυνατόν επακολούθημα.
αλλ’ ού δαιτός = η αντίθεσις ζωηρώς συνάπτεται προς το μετ' εμφάσεως και εν προεχούση θέσει προκείμενον δαίνυσθαι. Επειδή δε διά της προ του δαιτός προτάξεως της αρνήσεως εντόνως αίρεται η έννοια αύτη, ισχυρώς εξαίρεται η αντίθετος έννοια πήμα.
δαιτός έργα = κυρίως η περί το φαγητόν ενασχόλησις, όθεν το φαγητόν και τα προς τούτο απαιτούμενα έργα. ούτως έργα γάμοιο, έργα πολέμοιο.
επήρατος = (επί, εράω) = επέραστος, θελκτικός.
μέμηλεν = παρακείμενος του μέλω ευχρήστου συνήθως εις το γ΄ πρόσωπον. λαμβάνει δοτικήν του προσώπου του φροντίζοντος, και υποκείμενον ονομαστικήν του περί ού γίνεται φροντίς.
λίην = προσδιορισμός του μέγα.
πήμα = πάθημα, συμφορά. εκ ρίζης πα πάσχω.
διοτρεφές = διά της ανανεώσεως της προσαγορεύσεως προκαλεί ο Οδυσσεύς την προσοχήν του Αχιλλέως προς την επομένην έκθεσιν του κινδύνου.
εισορόωντες = θεωρούντες, ουχί απλώς αλλά μετά τινος σεβασμού ή εκπλήξεως. Αντικ.: πήμα. Ο Οδυσσεύς επιδιώκει πρώτον να κινήση την συμπάθειαν του Αχιλλέως.
δείδιμεν = μετ' εμφάσεως και εν προεχούση θέσει κείται. = διατελούμεν εν φόβω, φοβούμεθα.
εν δοιή = δηλ. εστί. Ουσιαστικωμένον επίθετον = in dubio est, εν αμφιβόλω εστί, είναι αμφίβολον.
δε = γαρ.
σαωσέμεν = μικτός αόρ. Υποκ.: ημάς. Το δε νήας αντικείμενον αυτού και υποκείμενον του απολέσθαι. Δυνάμεθα να εξηγήσωμεν τας απαρέμφ. ταύτας ή δι' ουσιαστικού ή διά πλαγίας ερωτήσεως: αν θα σώσωμεν ή θα καταστραφούν.
εύσσελμος = σέλμα = κατάστρωμα.

ει μή... = λέγει μεν «εν δοιή σαωσέμεν ή απολέσθαι» αλλά το τελευταίον είναι πιθανότερον και προς αυτό συνάπτεται η υπόθεσις.
σύ γε = εντόνως λέγεται: σύ, ο μόνος, όστις δύναται να σώση. Η ομολογία αύτη είναι η πρώτη ικανοποίησις του Αχιλλέως συμφωνούσα προς την πρόρρησιν αυτού εν Α 240.
δύσεαι = μέλλων του δύομαι = περιβληθής, φορέσης, αναλάβης την δύναμίν σου, ήν είχεν αποθέσει τρόπον τινά διαρκούσης της μήνιδος, πρβλ. «αναιδείην, αλκήν επιειμένος» = ενδεδυμένε, εφωδιασμένε εν Α 149, Η 164. ώστε η αλκή παραβάλλεται προς ιμάτιον ή προς οπλισμόν.
τείχεος = ουχί του της Ιλίου αλλά του περί τας νήας.
νηών και τείχεος = προετάχθη το νηών, διότι τούτο είναι το κύριον και περί αυτών ήτο ο αγών.
αύλιν = τόπος αναπαύσεως, κατάλυμα. Εξ αυτού το αυλίζομαι.
υπέρθυμοι, μεγαλήτορες, μεγάθυμοι = λέγονται οι Τρώες. = μεγαλόψυχοι.
τηλεκλειτοί = εκ του τηλε (=μακράν) και κλειτοί = περιβόητοι, περίφημοι, εκ του κλείω = κλεΐζω, φημίζω.
σχήσεσθαι = μέσον αυτοπαθές: θα κρατηθούν, θα σταματήσουν.
εν νηυσί πεσέεσθαι = δηλοί σφοδράν και ακατάσχετον έφοδον κατά των πλοίων. Υποκειμ. των δύο απαρεμφάτων: Τρώες.

(απόδοση, υπό Α.Ξ. Καραπαναγιώτου (1893), έκδοση βασισμένη στην Ιλιάδα του J. La Roche.)

'Αλλο απόσπασμα από το ίδιο έργο εδωδά.

Τρίτη, 16 Μαΐου 2017

απαθής μετρητής του Καιρού


Έν ιδιαίτερον της Βυζαντινής εξοχής κατ’ εμέ είναι η φαιδρότης της. Αι κοιλάδες, οι ρύακες, τα βουνά της μειδιώσι πάντοτε. Τα αεράκια της είναι αγαθά πνεύματα παρηγορίας και θάρρους. Όσον καταβεβλημένος και αν ήσαι, όσαι στενοχωρίαι και αν σε πιέζουν, όταν έβγης και γυρίσης εις ένα κάμπον της Πόλεως ή εις μίαν ακρογιαλιάν αισθάνεσαι ότι ανεκουφίσθης κάπως - η Ψυχή της Βυζαντινής Φύσεως σοι ψυθιρίζει «Έχει ο Θεός».

Την νύχτα ήν περιγράφω ησθάνθην την επιρροήν αυτήν ζωηρότατα. Λεπτός αήρ έπνεεν επί του Βοσπόρου και ετάραττε την ομαλότητά του, και τω έκαμνε ρυτίδας. Αλλά αι ρυτίδαις του Βοσπόρου δεν ομοιάζουν τας ρυτίδας άλλων υδάτων, αίτινες φαίνονται ως η έκφρασις κακεντρεχούς ή γηρασμένης φυσιογνωμίας. Όταν ο Βόσπορος χάνει την λειότητά του και ρυτιδιάζει, είναι απλώς διότι χαίρεται, διότι γελά.

Είναι καλόκαρδος θεός και θέλει την ευτυχίαν των ανθρώπων, και αγαπά το κέφι. Φέρει με χαράν το βράδυ [...]

[...]

Επήρα εκ νέου την άγουσαν προς το χωρίον. Το εύρον να κοιμάται εν ύπνω βαθεί. Εις τον ίσιον δρόμον ερημία. Μόνον τον γέροντα μπεκτσήν απήντησα όστις με το ρόπαλόν του έκρουε την ώραν επί της γής - απαθής μετρητής του Καιρού.

Κ.Π. Καβάφης, “Μία νυξ εις το Καλιντέρι”, από τα Κρυμμένα Πεζά, στο: Ο Καβάφης και η Πόλη. Έκδοση για τα 150 χρόνια από τη γέννηση του Καβάφη (εισαγ. Θωμάς Κοροβίνης, έκδ. Ιστός, Istanbul 2013, σσ. 43, 47).

Παρασκευή, 12 Μαΐου 2017

υπό την αψίδα ευρυχώρου σπηλαίου


Εις μικράν απόστασιν από του Άργους, παρά τον μεγάλον δρόμον τον άγοντα εις Τριπολιτσάν, κάτωθεν των βραχωδών υπωρειών του Χάωνος και υπό την αψίδα ευρυχώρου σπηλαίου*, αναβλύζει ο ποταμός Ερασίνος, διαυγές, βαθύ και άφθονον ρεύμα, νομιζόμενον ότι αποστραγγίζει τα νερά της Στυμφαλίας λίμνης.

Αμέσως φράττεται διἀ λιθίνης κοπάνας με πέντε στόματα, διευθύνοντα τον ποταμόν εις άλλους τόσους ρύακας, περιωρισμένους διά τοίχων, και ζευγομένους διά πολλών μικρών γεφυρών, εις έν χωρίον καλούμενον Κεφαλάρια, ακριβώς προ του σημείου του χωρισμού· αφού δε ελίσσεται ανά την πεδιάδα, στρέφων πολλούς μύλους και γεμίζων τας τάφρους τας διατεμνούσας τους αμπελώνας του Άργους, ο κύριος βραχίων του εκβάλλει εις την θάλασσαν, εις τόπον καλούμενον Γεφύρι, μεταξύ Ναυπλίου και Λέρνης.

Όσοι βαίνουσι κατ' ευθείαν από Ναυπλίου εις Τριπολιτσάν, προσεγίζουσιν εις το μικρόν χωρίον τους Μύλους, σειράν κτιρίων επί στενής λωρίδος, περιεχομένης μεταξύ του κόλπου και του περιφήμου έλους της Λέρνης, εν τω μέσω της οποίας ευρίσκεται ο απύθμενος Λάκκος της Αλκυόνης· άμετρος όγκος δροσερού ύδατος εδώ ρέει από τον βάλτον εις την θάλασσαν, του ρού μη υπερβαίνοντος ολίγας οργυιάς.

Η οδός του Άργους περικάμπτει το τέναγος τούτο, διαθέουσα τους πρόποδας πετρώδους υψώματος (όπου σώζονται λείψανα αρχαίου πύργου), εντός βολής τουφεκίου από τους Μύλους, και αφού ανηφορίζει επί τέσσαρας λεύγας, συναντά παρά τον Αχλαδόκαμπον την οδόν από της αυτής πόλεως εις την Τριπολιτσάν.

* Εντός του σπηλαίου τούτου οι αρχαίου Έλληνες έθυον εις τον Βάκχον και τον Πάνα· νυν περιέχει παρεκκλήσιον καθιερωμένον επ’ ονόματι της Αγίας Σοφίας.

Θωμά Γόρδωνος, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως (μτφρ. Αλ. Παπαδιαμάντης, έκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 2015, τόμ. Β΄, Βιβλίον 2ον, Κεφ. Δ΄, Τμήμα 1ον, σσ. 145-146).

*

σημ.14: [σήμερα όμως] στο σπἠλαιο των πηγών του Ερασίνου βρίσκεται ο ναός της Ζωοδόχου Πηγής (Παναγία Κεφαλαριώτισσα).

Τα λείψανα τέλος του αρχαίου πύργου, που αναφέρει ο Γόρδων, δεν είναι ει μη η περιβόητη πυραμίδα του σημερινού Ελληνικού, μια κυκλώπεια πυραμιδοειδής κατασκευή, φυλάκιον(;) ίσως της οδού, με σηραγγοειδή αψιδωτή είσοδο, ωσάν των τειχών της Τίρυνθος!

Δευτέρα, 8 Μαΐου 2017

βή δ’ επί Πατρόκλω, και ακόντισε δουρί φαεινώ


"Πάλιν δ' επί του Πατρόκλου είχεν εξαπλωθή πεισματώδης μάχη επίπονος πολλών δακρύων πρόξενος, διότι εξήγειρε την φιλονικίαν η Αθηνά [καταβάσα εκ του ουρανού· διότι απέστειλεν (αυτήν) ο βροντόφωνος Ζευς, ίνα εξεγείρη τους Δαναούς· διότι ήδη είχε γυρίση ο νους αυτού]. [...]

Προς αυτήν δε πάλιν είπεν ο ικανός εις την μάχην Μενέλαος· «Φοίνιξ, γεροπατέρα παλαιέ, είθε βέβαια η Αθηνά να δώση εις εμέ δύναμιν, (560) και ν' αποκρούη την ορμήν των βελών· εν τοιαύτη περιπτώσει εγώ βέβαια θα ήθελον να ίσταμαι πλησίον και να υπερασπίζω τον Πάτροκλον· διότι αποθανών πολύ με ήγγισε την καρδίαν· αλλ' ο Έκτωρ έχει σφοδράν ορμήν πυρός και δεν παύει να σπαράττη διά του χαλκού· διότι εις τούτον παρέχει δόξαν ο Ζεύς».

Τοιουτοτρόπως είπεν, εχάρη δε η γλαυκώπις θεά Αθηνά, διότι δηλ. εις αυτήν πρώτα πρώτα εξ όλων των θεών ηυχήθη. ενέβαλε δε δύναμιν εις τους ώμους και τα γόνατα, και του ενέβαλεν εις τα στήθη θάρρος μυίας, (570) η οποία, αν και σφοδρώς αποδιώκεται, επιθυμεί ανθρώπινον σώμα, ώστε να δαγκάση (αυτό), και ευχάριστον είναι εις αυτήν το αίμα του ανθρώπου· τοιούτου θάρρους επλήρωσεν αυτόν (περί) τας σκοτεινάς φρένας, εβάδισε δε προς τον Πάτροκλον και ηκόντισε με το στιλπνόν δόρυ". (Ρ 543-546, 560-574)


Στο σμικρό αυτό απόσπασμα από την Ιλιάδα, και δη και την Μενελάου αριστεία, ο Μενέλαος παίρνει θάρρος από την θεά Αθηνά, προς την οποία άλλωστε προσεύχεται καίτοι δεν γνωρίζει ότι ήδη του συμπαραστέκεται με την μορφήν του γερο-Φοίνικος, ώστε να κτυπήσει τον εχθρό προστατεύοντας συγχρόνως το νεκρό σώμα του Πάτροκλου. Εδώ λαμβάνει χώρα η γνωστή σκηνή μάχης των Αχαιών, όπως παρασταίνεται και στον αργυρό κρατήρα της μάχης εκ του τάφου IV, πρίγκηπος τινός 18 ετών, του Α΄ κυκλικού ταφικού περιβόλου των Μυκηνών, που έφερε στο φώς ο Σλήμαν κατά το 1876, χωρίς να τού δώσει περισσότερη σημασία, διότι δεν ήταν χρυσός. Μέχρι πρόσφατα δεν είχε βγεί από τις αποθήκες του Αρχαιολογικού Μουσείου. Τον απολαύσαμε στις Δράσεις του Αθέατου Μουσείου τον παρελθόντα Σεπτέμβριο - Οκτώβριο του 2016, δηλαδή 140 έτη μετά την ανεύρεσή του.


[στο πρωτότυπο έχει ως εξής:]

"αψ δ' επί Πατρόκλω τέτατο κρατερή υσμίνη
αργαλέη πολύδακρυς, έγειρε δε νείκος Αθήνη
[ουρανόθεν καταβάσα· προήκε γαρ ευρύοπα Ζευς
ορνύμεναι Δαναούς· δη γαρ νόος ετράπετ' αυτού]
.
[...]


την δ' αύτε προσέειπε βοήν αγαθός Μενέλαος·

«Φοίνιξ, άττα γεραιέ παλαιγενές, ει γαρ Αθήνη
δοίη κάρτος εμοί, βελέων δ' απερύκοι ερωήν·
τω κεν εγώ γ' εθέλοιμι παρεστάμεναι και αμύνειν
Πατρόκλω· μάλα γαρ με θανών εσεμάσσατο θυμόν·
αλλ' Έκτωρ πυρός αινόν έχει μένος, ουδ' απολήγει
χαλκώ δημόων· τω γαρ Ζευς κύδος οπάζει».


ως φάτο, γήθησεν δε θεά γλαυκώπις Αθήνη,
όττι ρα οι πάμπρωτα θεών ηρήσατο πάντων
εν δε βίην ώμοισι και εν γούνεσσιν έθηκε,
και οι μυίης θάρσος ενί στήθεσσιν ενήκεν,
η τε και εργομένη μάλα περ χροός ανδρομέοιο
ισχανάα δακέειν, λαρόν τε οι αίμ' ανθρώπου·
τοίου μιν θάρσευς πλήσε φρένας αμφιμελαίνας.
βή δ' επί Πατρόκλω, και ακόντισε δουρί φαεινώ
·"

αψ = πάλιν, αφού δηλ. επανήλθον οι Αίαντες και ο Μενέλαος, ο Έκτωρ και ο Αινείας, όπερ παρέλιπεν ο ποιητής. επί = τοπικήν έννοιαν έχει.
υσμίνη = μάχη.
έγειρε = εξήγειρεν, ανερρίπιζεν.
δε = γαρ.
545-546 = οι στίχοι απορρίπτονται, διότι, αφού ο Ζευς διατρίβει επί της Ίδης, δεν δύναται να στείλη από του ουρανού την Αθηνάν, και διότι αποφασίσας να δώση την νίκην μέχρι της εσπέρας εις τους Τρώας (206, 453), δεν μετέβαλεν ήδη γνώμην, αλλ' εκτελεί εν 593 κ. εξ. την απόφασίν του.
άττα = φιλική προσφώνησις νεωτέρου προς πρεσβύτερον, ανάλογος πρς τα ημέτερα παππού, γεροπατέρα.
ει γαρ... = πρότασις ευχής.
κάρτος = υπεροχήν, νίκην.
δ' απερύκοι = κατά παράταξιν εξηνέχθη αντί μετοχής: απερύκουσα.
τώ = επαναλαμβάνει την ευχήν του 562.
εγώ = επιτείνεται υπό του γε.
παρεστάμεναι = παρά τω Πατρόκλω.
θανών = διά του θανάτου αυτού, ο θάνατος αυτού.
εσεμάσσατο = του εισ-μαίομαι = εγγίζω, συγκινώ. Η έννοια: ο θάνατός του πολύ μού ήγγισε την καρδίαν, πολύ με συνεκίνησεν. Έλαβε δύο αιτιατικάς, όλου και μέρους, όπως το λαμβάνειν, αιρείν, ικάνειν, ικείν Ξ 475, Π 805, Α 362.
565 = ως ακατάσχετος ο Έκτωρ λέγεται ότι έχει μένος πυρός Λ 596, Ν 39.
έχει = έχει εν εαυτώ, είναι πλήρης.
χαλκώ = η ύλη αντί του εξ αυτής οργάνου, δόρατος, ξίφους, μαχαίρας, πελέκεως.
δηιόων = του δηιόω μετοχή συνηρημένη και επεκτεταμένη.
γλαυκώπις = όρα Α 206 = έχουσα αστράπτοντας οφθαλμούς, διότι παράγεται εκ του γλαυκός (= λαμπρός, σπινθηροβόλος, πρβλ. γλαύσσω = λάμπω) και ώψ. Είναι επίθετο της Αθηνάς, αλλ’ ευρίσκεται και μόνον του ως ουσ. Θ 373 κ. α.
ηρήσατο = του αράομαι.
ώμοισι = διότι ούτοι εσήκωνον τα όπλα. πρβλ. Π 106.
570 = Θάρρος αποδίδει εις την μυίαν διά την επιμονήν, μεθ' ής και πολλάκις διωκομένη επανέρχεται.
μάλα περ = ανήκει εις την παραχωρητικήν μετοχήν και εργομένη, ην επιτείνει. Συνήθως προτάσσεται της μετοχής· εδώ δε παρά την συνήθειαν είναι επιτεταγμένον. πρβλ. Ζ 85, Α 217.
ισχανάω = μόνον ενεστ. και παρατ. Τούτο και το ισχάνω έτεροι τύποι του ίσχω = έχω, κρατώ, εμποδίζω. Μετά γενικής = έχομαί τινος, επιθυμώ τινος.
δακέειν = του έδακον του δάκνω. Ανάπτυξις του «χροός ισχανάα».
λαρόν = (λάω, λιλαίομαι Γ 133) = γλυκύ, ευχάριστον.
574 = Πολλαχού η επί μετά δοτικής προσώπου δεν σημαίνει εχθρικήν προσέγγισιν Β 6, Δ 251, 273, Ρ 706.


(απόδοση, υπό Α.Ξ. Καραπαναγιώτου (1893), έκδοση βασισμένη στην Ιλιάδα του J. La Roche.)

'Αλλο απόσπασμα από το ίδιο έργο εδωδά.

Πέμπτη, 4 Μαΐου 2017

και τα «τσιτσίραφα»...


- τον εφίλευε τουρσί από ακρόδρυα πιμπιράμφον, στυφά και ευώδη υπόξινα· πιμπιράμφον: ανύπαρκτη λέξη που οφείλεται σε παρανάγνωση, μάλλον από το χειρόγραφο κατά την πρώτη δημοσίευση στην Αλήθεια. Όπως γνωμάτευσε και ο Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος σε προσωπική επικοινωνία μας, το ορθό πρέπει να είναι «τσιτσιράφων». Τα «τσιτσίραφα» (σήμερα γνωστότερα ως «τσιτσίραβλα») είναι τρυφεροί βλαστοί της τσιτσιρεβιάς ή τριμιθιάς (αγριοφιστικιάς), διατηρημένοι τουρσί με αλάτι και λάδι, που αποτελούν έξοχο μεζέ για το ρακί και το ούζο στο Πήλιο, τις Σποράδες και τη Β. Εύβοια. Ο τύπος «τσιτσίραφα» παραδίδεται έτσι στο Φυτολογικό λεξικό του Ιω. Γεννάδιου (σελ. 783). Παλαιογραφικά, η παρανάγνωση εξηγείται.

- ήσαν νευροπαθή και οξύχολα· νευροπαθής: η λέξη, που τότε ήταν σχετικά καινούργια (1870 η πρώτη καταγραφή της) υπάρχει στον «Πανδρολόγο» (3.378.17).

Νίκος Σαραντάκος, στο: Αλ. Παπαδιαμάντης, Η νοσταλγία του Γιάννη. Ένα αθησαύριστο διήγημα (Εισ.-επιμ.-σημ. Νίκος Σαραντάκος, έκδ. Ερατώ, Αθήνα 2014, σσ. 34, 53, 37, 56).

Κυριακή, 30 Απριλίου 2017

καθαρά και άσπιλος έμελλεν ... να παρασταθή...


[...] μετέβημεν εις την μονήν των Αγίων Αναργύρων, ένθα ετάφησαν τα πτώματα της περιφήμου Κυράς-Φροσύνης, και των συμπνιγεισών υπό του Αλή δεκαεπτά νεονύμφων συντρόφων της, άτινα τα κύματα απέρριψαν κατά την παραλίαν εκείνην. Γραίά τις νεωκόρος μάς έδειξεν, εις γωνίαν τινά του περιβόλου, τον αγνώριστον άλλως τάφον της ηρωΐδος Ιωαννίτιδος. Εις την θέαν του μέρους, ένθα ετάφη το πτώμα της, μ’ όλας τας μομφάς τας αποδιδομένας εις την αυτήν υπό τινων κακολόγων, μοί επήλθε κατά νουν το περί αυτής ειλικρινές των συμπολιτών της άσμα:

Για σταυρό δεν έχει χρεία,
γιατί εσταύρωσε τα χέρια·
είναι ήσυχη και κρύα
δεν την έφαγαν μαχαίρια.

Τα στήθια τα χιονάτα της γήλιος δεν θα μαυρίση.
Πλυμένα με τα κύματα και με τα δάκρυά της
ασπρότερα κι ολόλευκα θε να φανούν στην κρίση.
Το κύμα πλένει το κορμί, το δάκρυ την καρδιά της,
η βαρυστέναχτη ψυχή θα λάβη τη γιατριά της.


Οι στίχοι ούτοι, «εν οις η πνέουσα χριστιανική ευσέβεια φαίνεται αδιστάκτως αποδεχομένη, ότι διά του διπλού βαπτίσματος, του ύδατος και των δακρύων, καθαρά και άσπιλος έμελλεν ήδη η Ευφροσύνη να παρασταθή ενώπιον του υπερτάτου της ανθρωπότητος κριτού, καθ’ όσον εν μεν τη λίμνη, ώσπερ εν καινή κολυμβήθρα ηγιάσθη η σαρξ, διά δε του μύρου της μετανοίας το πνεύμα», καθ' ά βεβαιοί ο Λευκάδιος υμνητής της, έστωσαν ως επίγραμμα επί του αφανούς τάφου αυτής. [ ...]

Κώστας Κρυστάλλης
, Η πανήγυρις της Μεταμορφώσεως εν Ιωαννίνοις [1890] (έκδ. Ι.Μ. Ελεούσης Νήσου, Ιωάννινα 1999, σσ. 51-52).


Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017

αωρί


Λεξικόν Σουΐδα:
άωρον απρεπές, άχαρι, άκαιρον. ένιοι δε αντί του ανοίκειον και ασύμφορον. και άωρος ο ωμός.
αωρώ το αλογώ.
αωρία αντί του ακαίρως και παρά τον δέοντα καιρόν. άωρα γαρ τα παρά τον καιρόν τρυγώμενα
αωρί των νυκτών εις ακατάλληλον ώραν, ακαίρως, σημαίνει δε και την σκοτίαν...

Λεξικόν Ιωάννου Ζωναρά:
άωρον άμορφον, απρεπές, ανοίκειον, ασύμφορον
άωρες οι γυναίκες
αωρί ακαίρως, άκαιρα
αωρία σκοτάδι, μεσονύκτιο
αωρόλειος ο φαλακρός

Λεξικόν Σταματάκου:
άωρον (α + ώρα) ο παρά την ώραν, ο μη εις τον καιρόν του.
ανώριμος, πρώϊμος, άγουρος, αγίνωτος, παραμορφωμένος, άσχημος.

Λεξικόν Etymologicon Magnum:
αώροι πόδες (μ΄ Οδυσσείας) λεπτοί και ασθενείς / δυσόρμητοι. ου γαρ χράται αυτοίς εις πορείαν.
νυκτός άωρος (ώρος γαρ ο ύπνος)
Σαπφώ. οφθαλμοίς δε μέλαις
ώρα γαρ η φροντίς
άωρος σκότος (ώρα γαρ το φώς)
ώρα γαρ η φυλακή
άωρον γαρ το ωμόν, άγριον

Κυριακή, 23 Απριλίου 2017

δεύτε ευωχηθώμεν


«Και την ημέραν του Αγίου Γεωργίου -«ανέτειλε το έαρ, δεύτε ευωχηθώμεν...»- είχε γίνει μεγάλη σύναξις, υπό τα πελώρια δέντρα, ανδρών και παιδίων και μικρών κορασίων, διά ν' απολαύσουν το θέαμα των αιπολικών χορών του Γιάννη και ολίγων αγροδιαίτων νέων και πανηγυριστών, κατελθόντων την δείλην από το βουνόν, όπου είχεν εορτασθή εις το εξωκκλήσιόν του ο Άγιος»

μεγΑλέξανδρος ο Παπαδιαμάντης λεγόμενος, Η νοσταλγία του Γιάννη (ένα αθησαύριστο διήγημα. Εισ.-επιμ.-σημ. Νίκος Σαραντάκος, έκδ. Ερατώ, Αθήνα 2014, σσ. 38-39).

Πέμπτη, 20 Απριλίου 2017

αεί τας αισθήσεις συνάγων είσω


Εβδόμης δε ημέρας εκεί ο μέγας ενδιατρίψας, προς τα οικεία ήδη αύθις ανθυπενόστησεν [=επέστρεψε]· εν οις αεί τας αισθήσεις συνάγων είσω παρεσκεύαζε νεύειν, ως εν πλείονι γαλήνη τούτον εν μέσω θορύβων ή τους εν ερήμω όντας διατελείν [=εκεί, πάντοτε εφρόντιζε να συγκεντρώνη εσωτερικώς τις αισθήσεις του, ώστε και εν μέσω θορύβων να έχη περισσοτέρα γαλήνη από τους διαμένοντες στην έρημο].

*

Έτερος δέ τις ανήρ [...] εκ της παραλίου χώρας Καλαμάτας ορμώμενος [...]· πολλώ δε πλείω τοις την Καλαμάταν οικούσιν.

*

λίαν ερασιχρήματος ών και λημμάτων αισχρών εκτόπως ηττώμενος [=ήταν πολύ φιλοχρήματος (ενν. ο κουβικουλάριος φοροεισπράκτωρ) και υπερβολικώς εδέχετο άνομες δωροδοκίες].

*

εν χρεία ποτέ καταστάς ελαίου, τω ιδίω υπηρέτη επέσκυψε [=έδωσε εντολή] καταλαβείν προς τάχος [=να μεταβή γρήγορα] το της μονής εργαστήριον, εν ώ ειώθασι [=όπου συνηθίζουν] συντρίβεσθαι των ελαιών οι καρποί και οργάνοις τισί και λίθου βάρει το έλαιον εκπιέζεσθαι, και κενήν υδρίαν ελαίου πληρώσαι.

*

[...] θυμήρης δ’ όμως Θεώ ο σκοπός και του ορθού λόγου εχόμενος· ίνα γαρ μη λάθη των μετά ταύτα χρόνων και εξίτηλα τω χρόνω γένηται τα ουτωσί τερατουργηθέντα, δυνάμει του εν σοι ενοικήσαντος αγίου Πνεύματος και ίνα έτι και επίδηλος είη και αυτοίς τοις μη ειδόσιν η ση προς Θεόν οικείωσις και παρρησία, τούτο παρ’ ημίν επινενόηται [...]

[=ευάρεστος δ’ όμως είναι στον Θεό ο σκοπός, και τον ορθό λόγο υπηρετεί. Διότι, για να μη παραμείνουν άγνωστα στους μεταγενεστέρους χρόνους, και ξεθωριάσουν από τον χρόνο, τα κατ' αυτόν τον τρόπο θαυματουργηθέντα με την δύναμι του ενοικήσαντος σε σένα [ενν. Νίκωνα] αγίου Πνεύματος, και ακόμη για να γίνη φανερή, και σ’ αυτούς που δε γνωρίζουν, η δική σου [ενν. Νίκωνα] προς Θεόν οικείωσις και παρρησία, επινοήθηκε από μάς αυτή η γραφή].

Βίος και Πολιτεία και μερική θαυμάτων διήγησις του Οσίου Νίκωνος του Μετανοείτε (νεοελ. απόδ. Γ. Κατσούλα, έκδ. Τήνος, Αθήνα 1997, σ. 147, παραγρ. μ΄ 38-42, σσ. 185, 187, παραγρ. νς΄ 2-4, 21-22, σ. 193, παραγρ. νη΄ 19-20, σ. 237, παραγρ. ξζ΄ 10-14 και σ. 247, παραγρ. οζ΄ 42-48).


Κυριακή, 16 Απριλίου 2017

τα διαβατήρια

η πρώτη δ' ήν και
τελευταία
της εβδομάδος
ημέρα
*


Φίλωνος του παρ' Εβραίοις σοφού: Την αρχήν της εαρινής ισημερίας πρώτον αναγράφει μήνα Μωϋσής εν ταις των ενιαυτών περιόδοις, αναχθείς ουχ ώσπερ ένιοι χρόνω τα πρεσβεία μάλλον ή ταις της φύσεως χάρισιν, άς ανέτειλεν ανθρώποις·

κατά γαρ ταύτην τα μεν σπέρματα η αναγκαία τροφή τελεσιουργείται·
ο δε των δένδρων καρπός ηβώντων άρτι γεννάται, δευτέραν έχων τάξιν· όθεν και οψίγονός εστιν·

αεί γαρ εν τη φύσει τα μη λίαν αναγκαία των σφόδρα αναγκαίων δεύτερα.

σφόδρα μεν ουν αναγκαία πυροί τε και κριθαί και όσα άλλα είδη τροφής, ών άνευ ζην ουκ έστιν·

έλαιον δε και οίνος και ακρόδρυα ουχί των αναγκαίων, επεί δίχα τούτων άχρι μακροτάτου γήρους παρατείνοντες εις πολυετίαν βιούσιν άνθρωποι.

τω δε μηνί τούτω περί ιδ΄ ημέραν μέλλοντος του σεληνιακού κύκλου γίνεσθαι πλησιφανούς άγεται τα διαβατήρια, δημοφαής εορτή, το χαλδαϊστί λεγόμενον πάσχα.
Ταύτα μεν ο Φίλων.

Πασχάλιον Χρονικόν (Βόννη 1832, τομ. 1, σ. 3, στ.1-14).

-----
 * Το motto εκ του Βίος και Πολιτεία και μερική θαυμάτων διήγησις του Οσίου Νίκωνος του Μετανοείτε (νεοελ. απόδ. Γ. Κατσούλα, έκδ. Τήνος, Αθήνα 1997, σ. 139, παραγρ. λθ΄ 14-15). Σημείνει την Κυριακή. Ο ίδιος.

Πέμπτη, 13 Απριλίου 2017

εκ της ιστορίας περί της πρώτης αλώσεως


ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΤΟΥ ΚΥΡ ΝΙΚΗΤΑ ΤΟΥ ΧΩΝΕΙΑΤΟΥ 
ΑΠΟ ΤΗΣ ΑΥΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ

Ἵνα δὲ μὴ μακροτέρᾳ τῇ ἱστορίᾳ χρώμενοι πολυπλοκωτέρας ἐντεῦθεν τὰς λύπας κτώμεθα, ταυτὶ μὲν παρήσομεν, ἐκεῖνα δ᾿ ἐν ἐπιτομῇ τῷ λόγῳ δώσομεν. Τῆς γὰρ ἡμετέρας βασιλείας ἄρτι διαπεττευθείσης ἐς τοὺς Φραγγίσκους, ὁμοίως δὲ καὶ τῆς ἀρχιερωσύνης κληρωθείσης τοῖς Βενετίκοις, οἷς ἐπίσταται κρίμασιν ὁ τοῦ κοσμικοῦ τοῦδε σκάφους σκευαστὴς καὶ κυβερνήτης Κύριος, ἵκετο ἐκ Βενετίας πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Θωμᾶς τις τοὔνομα, τὴν μὲν ἡλικίαν μέσος, τὴν δὲ σωματικὴν πλάσιν λακκευτοῦ συὸς εὐτραφέστερος· ἦν δὲ καὶ λεῖος ξυρῷ τὸ τοῦ προσώπου ἔδαφος, ὡς οἱ λοιποὶ τῶν ἐκ τοῦ γένους ἐκείνῳ, καὶ τὰς ἐνστηθίους παρατετιλμένος τρίχας ἀκριβέστερον δρώπακος, ἀμπεχόμενος δὲ καὶ στολὴν συνυφασμένην μικροῦ τῷ δέρματι καὶ ῥαφιδουμένην ἑκάστης τὰ ἐς καρπούς, δακτύλιόν τε τῇ χειρὶ περιστρέφων, ἐνίοτε δὲ καὶ τὰ ἐκ δέρρεων ἐς δακτύλους διεσχισμένα τῶν χειρῶν φυλακτήρια περικείμενος. ὡρᾶτο δὲ καὶ τὸ περὶ αὐτὸν ὡσιωμένον θεῷ σύστημα καὶ τὴν θυωρὸν ἀμφιπονούμενον τράπεζαν τῆς αὐτῆς ἐχόμενον κεραμείας καὶ τῷ καθηγεμόνι πανείκελον τὰ ἐς στολὴν καὶ δίαιταν καὶ τὸν τοῦ πώγωνος θερισμόν.

Διήγησις Χρονική Νικήτα Χωνιάτου (σ. 274)

Σάββατο, 8 Απριλίου 2017

ο θάνατος ως έσχατο καθήκον του Ανθρώπου


Κεφ. ΙΓ΄. Στόχος όλων των κοινωνικών δυνάμεων της καταναλωτικής κοινωνίας του 21ου αιώνα είναι ακριβώς «η πάχυνση της καρδίας» των λαών της οικουμένης. Δυσπιστία, απιστία αλλά και επιθετικός μηδενισμός κατατρώγουν τις ψυχές και ακινητούν όλες τις πνευματικές δυνάμεις των ανθρώπων ώστε να ζούν χωρίς να συνειδητοποιούν τον ιερό σκοπό του βίου και χωρίς να κατορθώνουν να αποκρυπτογραφήσουν διά του Θεού το καταλυτικό, αδυσώπητο αίνιγμα του θανάτου ως εσχάτου καθήκοντος του Ανθρώπου. [...]

*

Κεφ. ΚΒ΄. Ο λόγος περί των ολίγων που συγκροτούν την μερίδα των εκλεκτών, αυτών που θα εισέλθουν στην βασιλεία του Θεού, αντηχεί βαρύς, καταθλιπτικός, σχεδόν απάνθρωπος.

Βέβαια, όσοι κλητοί δεν ανταποκρίνονται στην θεϊκή πρόσκληση, είναι σωστό να μην συμμετάσχουν στους θεϊκούς γάμους αλλά ένας δυσερμήνευτος πόνος τούς περιβάλλει, ο τυφλός, σχεδόν ενστικτώδης πόνος του τετελεσμένου. Πρόκειται για τον σπαραγμό του ανθρώπου καθώς νιώθει να εκπίπτει από την τροχιά που τού χάραξε ο Δημιουργός του.

Πέρα από τα όρια του κόσμου αυτού δεν υπάρχει μετάνοια -ίσως επειδή έχει εξαντληθεί ο ανθρώπινος χρόνος. Αυτό το πάγωμα, η αδράνεια της Δημιουργίας όλης συγκλονίζει. Εξάντληση της Ιστορίας. Άπνοια. Μή-Χρόνος.

Η προετοιμασία των γάμων Θεού και Ανθρώπου είναι η επίγεια ζωή, η επικράτεια του Χρόνου. Η άλλη ζωή, η άχρονη πλέον, είναι η επικράτεια του Θεού. Είμαστε σκιές μέσα στον χρόνο, σκιές βιαστικές, φευγαλέες, καμιά χαρά δεν μπορεί ν’ αντέξει τέτοιον σπαραγμό του όντος που κατευθύνεται στον θάνατό του, στον προθάλαμο της άλλης ζωής, εκείνης που προγεύονται μονάχα όσοι, έχοντας κατανικήσει το φάσμα του κόσμου ετούτου, πιστεύουν στην υπέρβαση της θνητότητάς τους, της χρονικότητας, της φθοράς τους. Το γήρας ακριβώς προειδοποιεί για όλα, οξύνοντας την οδύνη της εγκοσμιότητας, της μετάβασης προς μια «περιοχή» που επιβλέπει μόνο η πίστη, ποτέ η γνώση.

Ανάγκη, λοιπόν, τραγική να κατανικηθεί η εξουσία της λογικής, να εισέλθει ο άνθρωπος σε κατάσταση μετα-λογική, να ζήσει πλέον ως ον μετα-λογικό, για να κατορθώσει, διά της πίστης, να επιζήσει μετά θάνατον. Πάλιν και πολλάκις, ενώπιον του μυστηρίου του θανάτου, υπάρχουμε. Και ο χρόνος καταντά μιά βίωση οδυνηρή, πικρή και αφόρητη. Ο θάνατος αποκαλύπτεται ως γεγονός «λογικό». Το γήρας όμως, όχι. Είναι η κατάχρηση του χρόνου.

Κώστας Τσιρόπουλος, Ανάγνωση του Κατά Ματθαίον Ιερού Ευαγγελίου (έκδ. Ο Μικρός Αστρολάβος, Αθήνα 2007, σσ. 41, 66-68).

Τρίτη, 4 Απριλίου 2017

τζυκάνιον


[...] επεί θέρους ην ο καιρός και η ώρα σταθηράς μεσημβρίας
και ο καύσων σφοδρός και ο φλογμός ανύποιστος *

και γυμνάσιον ην τοις σφαιρίζουσι... 
Σημ.: τζυκάνιον· το αγώνισμα της σφαίρας, όπερ ως σφαιρισμός χαρακτηρίζεται, ήτο λίαν αγαπητό κατά τους βυζαντινούς χρόνους. Εκαλείτο και «τζυκάνιον», επειδή, ως φαίνεται, εισήχθη εκ της Περσικής αυλής. Επαίζετο υπό εφίππων παικτών διηρημένων εις δύο ανταγωνιζόμενες ομάδες και προσπαθούντων, διά ράβδου, να μετακομίσουν την, επί του εδάφους, σφαίρα εις το αντίπαλο τέρμα. Διά τούτο ιδρύοντο και ειδικά στάδια, τα σφαιροδρόμια (όρα Φ. Κουκουλέ, Βυζαντινών βίος και πολιτισμός, τ. Γ΄, σ. 139).

Βίος και Πολιτεία και μερική θαυμάτων διήγησις του Οσίου Νίκωνος του Μετανοείτε (νεοελ. απόδ. Γ. Κατσούλα, έκδ. Τήνος, Αθήνα 1997, σ. 139, παραγρ. λθ΄ 15-16, εδώ η σημ. 59).

----- 
* Και το motto εκ του ιδίου (σ. 151, παραγρ. μβ΄ 9-11). Σημαίνει· επειδή ήτο καλοκαίρι και η ώρα ακριβώς μεσημβρινή, και μεγάλη η ζέστη και αφόρητη η φλόγα...

Παρασκευή, 31 Μαρτίου 2017

η εκδοχή του Χαγάνου και ο θρήνος της Παναγίας



Και τούτο δε έλεγεν ο άθλιος Χαγάνος τω καιρώ του πολέμου
ότι εγώ θεωρώ γυναίκα σεμνοφορούσαν περιτρέχουσαν εις το τείχος μόνην ούσαν.
Εδήλωσε δε εν τω μέλλειν αυτόν αναχωρείν ότι μη υπολάβητε ότι κατά φόβον αναχωρώ,
αλλά διά το στενωθήναι με εις δαπάνας και μη επιστήναι με υμίν εν επιτηδείω καιρώ.

Πασχάλιον Χρονικόν, (Βόννη 1832, τομ. 1, σ. 725, στ.9-14).


*


Πέντε καρφιά του 'βάλασιν, μεγάλα σιδερένα,
στα χέρια και στα πόδια του, επίτηδες κομμένα·
έναν καρφίν πυρούμενον εμπήξαν στην καρδιά του,
εκρούσαν κι εκαήκασιν μέσα τα σωθικά του.
Βάλλει φωνήν, ζητά νερόν, διψά να τον ποτίσουν,
κι οι σκύλλοι οι παράνομοι δεν θέ 'να καϊλίσουν.
Μα της καρδιάς του το καρφίν δεν μπόρ' 'ά υποφέρει.

[...]

Ιδού ρομφαία και σπαθίν τα σωθικά μου κόπτει,
ιδού θωρώ το τέκνον μου στο ξύλον σταυρωμένον
και μέσα στην καρδίαν του έχουν το καρφωμένον.

Ο θρήνος της Παναγιάς (κυπριακό δημοτικό, εκδ. Αιγαίον, Λευκωσία 2011, σσ. 16-17, 20-21).

Τρίτη, 28 Μαρτίου 2017

δίψης αλέξημα

εν τη των πολλών επιμιξία
το της ψυχής κάλλος μη λυμηνάμενος
[=δεν κατέστρεψε] (σ. 29, παραγρ. α΄ 42-43).

Πορεύση τοίνυν ευαγγελικώς, μη πήραν επιφερόμενος, μη χαλκόν εν τη ζώνη, το δε ένδυμα τρίχινον έξεις διά παντός άχρι του μέσου των σφυρών διήκον, ίνα μη περαιτέρω προϊόν το της βλακίας σοι έπηται έγκλημα. Η βρώσις λιτή και σχέδιος, άρτω μόνω και ύδατι την χρείαν εκπληρούσα· και προ γε πάντων πολλή σοι της σωφροσύνης η φυλακή και ασφάλεια· αύτη γαρ εστιν, ώ τέκνον, ο της ψυχής αγιασμός και του σώματος και αύτη η της προς Θεόν οικειώσεως αιτία. [=Να βαδίσης, λοιπόν, ευαγγελικώς, χωρίς να φέρης σάκκο, μήτε χαλκό στην ζώνη σου· το δε ένδυμά σου να είναι τρίχινο και πάντοτε να φθάνη μέχρι το μέσον των αστραγάλων σου, για να μη σε ακολουθήση το όνειδος της ανοησίας, αν προχωρήση περισσότερο (Ματθ. κγ΄ 5)].
(Προτροπές του γέροντός του πριν φύγει για τον κόσμο)
(σ. 59, παραγρ. ιβ΄ 29-38).

*


Ήγετο γαρ δι' αβάτων ορών [=όρη, βουνά], απέδιλος το παράπαν και ενί μόνω πιναρώ [=λερωμένο] και διερρωγότι [=σχισμένο] τριβωνίω [=ράσο] ενειλημμένος και μηδέν άλλο επιφερόμενος πλην μόνης της ράβδου, ην αυτώ η τω ποταμώ ομωνυμούσα δέδωκε πανάμωμος Μήτηρ του Κυρίου, και του σμικροτάτου τιμαλφούς μυακίου [=κουταλάκι], όπερ εκ σαρδίου μεν πολυτελώς κατεσκεύασται, είσω δε νυν και τούτο του ιερού ταμείου της θαυματοποιού θήκης εναπόκειται και πάσι τοις προσιούσι και δι' αυτού του ύδατος μεταλαμβάνουσι, δι' ού σπόγγω είωθεν η θεία σορός αποσμήχεσθαι [=διά του οποίου με σπόγγο συνηθίζεται να σπογγίζεται η θεία σορός], πάσης νόσου και πάσης μαλακίας εστίν αλεξιτήριον [=θεραπευτήριο] (σ. 73, παραγρ. ιζ΄ 3-14).


*

Απάρας ουν εκείθεν, την Εύβοιαν καταλαμβάνει, ήν δη και Εύριπον κεκλήκασιν οι ανέκαθεν μεταφορικώς από της εν αυτή του παλιρρόου ροθίου [=παλιρροϊκού κύματος] συνεχούς μεταβολής, είτ’ ουν μεταπτώσεως, επτάκις γινομένης, ως λόγος εστίν [=όπως λέγεται], εφ’ εκάστω αεί ημερονυκτίω, του συμβόλου δηλούντος, ως οίμαι, και διδάσκοντος τους δυναμένους τη του νοός επιστασία τον λογισμόν εμβαθύνειν απλανώς και φιλαλήθως τεκμαίρεσθαι [=να συμπεράνουν], ως ουχ απλώς ούτω και ως έτυχε συμβαίνειν σπουδής άνευ ανθρωπίνης και τέχνης την τοιαύτην του θαλαττίου κύματος παλίρροιαν, αλλά τινα δύναμιν είναι μυστηρίου εγκεκρυμμένην τω πράγματι, εν ή θεωρείται το ρευστόν και άστατον και αβέβαιον και ευμετάβλητον, μηδέν όλως στάσιμον έχον ή μόνιμον, της εβδομάδος ταυτησί χιλιονταετηρίδος ζωής άμα και βιοτής [=στον κατά τους βυζαντινούς έβδομον αιώνα από κτίσεως κόσμου, ήτοι από 492 έως 1492 μ.Χ.] (σσ. 95-97, παραγρ. κε΄ 4-19).


*

[το μειράκον] έλεγεν, «ο το Μετανοείτε βοών, εν αέροις φθάσας εδέξατό με, και ουκ είασε προσαραχθήναι τη γη» (σ. 99, παραγρ. κστ΄ 25-28).


*

Εν όσω γαρ ο μακάριος την οδοιπορίαν ήνυε διά της παρακειμένης τω τόπω κοιλάδος, καθαρώς εώρα αυτόν ο αγρότης, εν περιόπτω την ανάκλισιν κεκτημένος [=ενόσω γύρισε και ξεκουραζόταν], την θέσιν υποδυόμενον, αλλά τουναντίον μετέωρον άφνω και εναέριον και φωτί λαμπάδων καταστραπτόμενον. Και τούτο ην ορών ο αγρότης, έως των οφθαλμών αυτού απέδυ [=μέχρις ότου κρύφτηκε από τα μάτια του] αεροβατών ο όσιος. (σ. 107, παραγρ. κθ΄ 34-40).


*

φιλανθρώποις τούτους ιδών οφθαλμοίς [=αφού τούς είδε με φιλάνθρωπα μάτια] και τω πάθει επικλασθείς [=και τους ευσπλαγχνίσθηκε για το πάθος] ευθύς εις ευχήν έστη. Τη δε ευχή και τη της θείας προσηγορίας επωδή [=διά της ευχής δε και της υμνωδίας του θείου Ονόματος], έτι δε και τη αφή της χειρός τας οδύνας έλυσε, και τους ούτω κακώς μέλλοντας κινδυνεύειν ιάσατο (σσ. 106-109, παραγρ. λ΄ 10-14).


*

Και ήν ευδαίμων η Λακεδαίμων τοιούτου ακέστορος [=θεραπευτή] και πολιούχου ευμοιρήσασα και ταις τούτου μάλλον εναβρυνομένη θείαις παρακλήσεσι και ταις ιεραίς διδασκαλίαις ρυθμιζομένη [=που την καθοδηγούσαν] προς παν είδος αρετής ή ταις πάλαι Λυκούργου κεναίς νομοθεσίαις (σ. 117, παραγρ. λδ΄ 13-17).


Βίος και Πολιτεία και μερική θαυμάτων διήγησις του Οσίου Νίκωνος του Μετανοείτε (νεοελ. απόδ. Γ. Κατσούλα, έκδ. Τήνος, Αθήνα 1997). Εκ του ιδίου (σ. 153, παραγρ. μβ΄ 34) και ο τίτλος. Σημαίνει· φυγαδευτήριο δίψας. Ο ίδιος.

Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

με τη ζακχαρώδη λευκότητα...


[...] Παίρνω και εξετάζω τον κρίνο με τη ζακχαρώδη λευκότητα. Η κατάληξη των παρατηρήσεών μου έχει διατυπωθεί από τους βοτανικούς στα γνωστά άνθινα διαγράμματα. Στην περίπτωση του κρίνου (Lilium Candidum) έχουμε: 3 σέπαλα + 3 πέταλα + 6 στήμονες (3+3) + 3 καρπόφυλλα (σχηματίζουν ωοθήκη τρίχωρη με πλήθος ωάρια) + 1 στύλο που καταλήγει σε 3 στίγματα. Προσέχοντας στη σταθερή επανάληψη του αριθμού 3, ανάγονται οι βοτανικοί στο σχηματισμό του άνθους όλων των μονοκοτυληδόνων.

Στο γενικόν αυτό τύπο υπάγονται και τα γένη Όφρυς και Όρχις που ανέφερα ήδη ότι με τόση χαρά συνέλεξα την άνοιξη βγαίνοντας στο γειτονικό μας δάσος Κουρί. Σ' αυτά τα παράξενα λουλούδια που χαρακτηρίστηκαν από μερικούς ειδικούς «νύμφες του αιθέρα», ο αριθμός των στημόνων περιορίζεται από 3 σε 1, του οποίου οι ανθέρες βρίσκονται προσκολλημένοι επί της απολήξεως του υπέρου, αποτελώντας το γυνόστεμμα, κάπως ξεχωριστό όργανο που στεφανώνει το θήλυ, την ωοθήκη, που αυξάνει περιστρεφομένη γύρω από τον εαυτό της, σε τρόπο που νά 'ρθει μπροστά στο χείλος το υπερτροφικό από τα τρία πέταλα του άνθους, που ξεμοιάζοντας σε σχήμα και χρώμα πολλά άλλα ζώα, έντομα, μύγες, πεταλούδες, ή ακόμα και τη γόβα που φόραγε η Αφροδίτη, προσδίδει σε ολόκληρη την οικογένεια αυτών των φυτών την ομορφιά που τα καθιστά περιζήτητα, ιδίως από τον 18ο αιώνα του Διαφωτισμού και μετά, που εισήχθηκαν τα σπάνια εξωτικά είδη.

Το είδος Ophrys που βρίσκω στο Κουρί μοιάζει με μέλισσα [αλλού γράφει· σφήκα]. Επίσης στο υπόδασος από το Κουρί έχω βρεί άτομα του είδους Λιμόδορον, που στέλεχος, φύλλα, άνθος έχουν μια χαρακτηριστική κυανή ορφνή σαν καρβουνιασμένη απόχρωση, λόγω της τελείας απουσίας της χλωροφύλλης εκ του σαπροφύτου αυτού, που βλασταίνει πάνω στα πεσμένα μαραμένα φύλλα των δένδρων και θάμνων που σωριάσαν τα έτη. Αν ήμουν ρομαντικός και αφηνόμουν ανεξέλεγκτα στις παρορμήσεις των συναισθημάτων, θα μπορούσα να σας πώ ότι με το Λιμόδορον ταυτίζω την αισιοδοξία που νιώθω να εξανθεί μέσα μου, καθώς βάνω μπροστά τη δουλειά να επαναλάβω όσα περί ψυχής διετύπωσε ο Πλάτων, νιώθoντας δικαιολογημένη την αθανασία στην οποία πίστευε.

Συχνά οι μέσα μας λυρικές φωνές μάς παρωθούν σε τέτοιου είδους συσχετίσεις, που αν γενικά ευσταθούν, ωστόσο εύκολα γίνονται τροφή της αρνήσεως σε κάθε «πιστεύω», μετά που θα δούμε το εύχαρι αντικείμενο να μαραίνεται στα χέρια μας.

Δεν πρόκειται ποτέ ν' αμφισβητήσω ότι ο Αρχάγγελος Γαβριήλ, Ταξίαρχος των Επουρανίων Ασωμάτων Δυνάμεων, κατερχόμενος επί γής διά να ευαγγελίσει τη Θεοτόκο, έτεινε με το χέρι του προς το παρθενικό της Άγιο πρόσωπο ένα κρίνο με ζακχαρώδη λευκότητα. Η σκέψη μου απλώς μόνο τείνει στην εκδοχή ότι κρίνο κάλλιστα μπορεί νά 'ταν το ίδιο το χέρι της επουρανίου δυνάμεως.

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Αρχιτεκτονική της σκόρπιας ζωής, Β΄.