Κυριακή, 23 Απριλίου 2017

δεύτε ευωχηθώμεν


«Και την ημέραν του Αγίου Γεωργίου -«ανέτειλε το έαρ, δεύτε ευωχηθώμεν...»- είχε γίνει μεγάλη σύναξις, υπό τα πελώρια δέντρα, ανδρών και παιδίων και μικρών κορασίων, διά ν' απολαύσουν το θέαμα των αιπολικών χορών του Γιάννη και ολίγων αγροδιαίτων νέων και πανηγυριστών, κατελθόντων την δείλην από το βουνόν, όπου είχεν εορτασθή εις το εξωκκλήσιόν του ο Άγιος»

μεγΑλέξανδρος ο Παπαδιαμάντης λεγόμενος, Η νοσταλγία του Γιάννη (ένα αθησαύριστο διήγημα. Εισ.-επιμ.-σημ. Νίκος Σαραντάκος, έκδ. Ερατώ, Αθήνα 2014, σσ. 38-39).

Πέμπτη, 20 Απριλίου 2017

αεί τας αισθήσεις συνάγων είσω


Εβδόμης δε ημέρας εκεί ο μέγας ενδιατρίψας, προς τα οικεία ήδη αύθις ανθυπενόστησεν [=επέστρεψε]· εν οις αεί τας αισθήσεις συνάγων είσω παρεσκεύαζε νεύειν, ως εν πλείονι γαλήνη τούτον εν μέσω θορύβων ή τους εν ερήμω όντας διατελείν [=εκεί, πάντοτε εφρόντιζε να συγκεντρώνη εσωτερικώς τις αισθήσεις του, ώστε και εν μέσω θορύβων να έχη περισσοτέρα γαλήνη από τους διαμένοντες στην έρημο].

*

Έτερος δέ τις ανήρ [...] εκ της παραλίου χώρας Καλαμάτας ορμώμενος [...]· πολλώ δε πλείω τοις την Καλαμάταν οικούσιν.

*

λίαν ερασιχρήματος ών και λημμάτων αισχρών εκτόπως ηττώμενος [=ήταν πολύ φιλοχρήματος (ενν. ο κουβικουλάριος φοροεισπράκτωρ) και υπερβολικώς εδέχετο άνομες δωροδοκίες].

*

εν χρεία ποτέ καταστάς ελαίου, τω ιδίω υπηρέτη επέσκυψε [=έδωσε εντολή] καταλαβείν προς τάχος [=να μεταβή γρήγορα] το της μονής εργαστήριον, εν ώ ειώθασι [=όπου συνηθίζουν] συντρίβεσθαι των ελαιών οι καρποί και οργάνοις τισί και λίθου βάρει το έλαιον εκπιέζεσθαι, και κενήν υδρίαν ελαίου πληρώσαι.

*

[...] θυμήρης δ’ όμως Θεώ ο σκοπός και του ορθού λόγου εχόμενος· ίνα γαρ μη λάθη των μετά ταύτα χρόνων και εξίτηλα τω χρόνω γένηται τα ουτωσί τερατουργηθέντα, δυνάμει του εν σοι ενοικήσαντος αγίου Πνεύματος και ίνα έτι και επίδηλος είη και αυτοίς τοις μη ειδόσιν η ση προς Θεόν οικείωσις και παρρησία, τούτο παρ’ ημίν επινενόηται [...]

[=ευάρεστος δ’ όμως είναι στον Θεό ο σκοπός, και τον ορθό λόγο υπηρετεί. Διότι, για να μη παραμείνουν άγνωστα στους μεταγενεστέρους χρόνους, και ξεθωριάσουν από τον χρόνο, τα κατ' αυτόν τον τρόπο θαυματουργηθέντα με την δύναμι του ενοικήσαντος σε σένα [ενν. Νίκωνα] αγίου Πνεύματος, και ακόμη για να γίνη φανερή, και σ’ αυτούς που δε γνωρίζουν, η δική σου [ενν. Νίκωνα] προς Θεόν οικείωσις και παρρησία, επινοήθηκε από μάς αυτή η γραφή].

Βίος και Πολιτεία και μερική θαυμάτων διήγησις του Οσίου Νίκωνος του Μετανοείτε (νεοελ. απόδ. Γ. Κατσούλα, έκδ. Τήνος, Αθήνα 1997, σ. 147, παραγρ. μ΄ 38-42, σσ. 185, 187, παραγρ. νς΄ 2-4, 21-22, σ. 193, παραγρ. νη΄ 19-20, σ. 237, παραγρ. ξζ΄ 10-14 και σ. 247, παραγρ. οζ΄ 42-48).


Κυριακή, 16 Απριλίου 2017

τα διαβατήρια

η πρώτη δ' ήν και
τελευταία
της εβδομάδος
ημέρα
*


Φίλωνος του παρ' Εβραίοις σοφού: Την αρχήν της εαρινής ισημερίας πρώτον αναγράφει μήνα Μωϋσής εν ταις των ενιαυτών περιόδοις, αναχθείς ουχ ώσπερ ένιοι χρόνω τα πρεσβεία μάλλον ή ταις της φύσεως χάρισιν, άς ανέτειλεν ανθρώποις·

κατά γαρ ταύτην τα μεν σπέρματα η αναγκαία τροφή τελεσιουργείται·
ο δε των δένδρων καρπός ηβώντων άρτι γεννάται, δευτέραν έχων τάξιν· όθεν και οψίγονός εστιν·

αεί γαρ εν τη φύσει τα μη λίαν αναγκαία των σφόδρα αναγκαίων δεύτερα.

σφόδρα μεν ουν αναγκαία πυροί τε και κριθαί και όσα άλλα είδη τροφής, ών άνευ ζην ουκ έστιν·

έλαιον δε και οίνος και ακρόδρυα ουχί των αναγκαίων, επεί δίχα τούτων άχρι μακροτάτου γήρους παρατείνοντες εις πολυετίαν βιούσιν άνθρωποι.

τω δε μηνί τούτω περί ιδ΄ ημέραν μέλλοντος του σεληνιακού κύκλου γίνεσθαι πλησιφανούς άγεται τα διαβατήρια, δημοφαής εορτή, το χαλδαϊστί λεγόμενον πάσχα.
Ταύτα μεν ο Φίλων.

Πασχάλιον Χρονικόν (Βόννη 1832, τομ. 1, σ. 3, στ.1-14).

-----
 * Το motto εκ του Βίος και Πολιτεία και μερική θαυμάτων διήγησις του Οσίου Νίκωνος του Μετανοείτε (νεοελ. απόδ. Γ. Κατσούλα, έκδ. Τήνος, Αθήνα 1997, σ. 139, παραγρ. λθ΄ 14-15). Σημείνει την Κυριακή. Ο ίδιος.

Πέμπτη, 13 Απριλίου 2017

εκ της ιστορίας περί της πρώτης αλώσεως


ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΤΟΥ ΚΥΡ ΝΙΚΗΤΑ ΤΟΥ ΧΩΝΕΙΑΤΟΥ 
ΑΠΟ ΤΗΣ ΑΥΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ

Ἵνα δὲ μὴ μακροτέρᾳ τῇ ἱστορίᾳ χρώμενοι πολυπλοκωτέρας ἐντεῦθεν τὰς λύπας κτώμεθα, ταυτὶ μὲν παρήσομεν, ἐκεῖνα δ᾿ ἐν ἐπιτομῇ τῷ λόγῳ δώσομεν. Τῆς γὰρ ἡμετέρας βασιλείας ἄρτι διαπεττευθείσης ἐς τοὺς Φραγγίσκους, ὁμοίως δὲ καὶ τῆς ἀρχιερωσύνης κληρωθείσης τοῖς Βενετίκοις, οἷς ἐπίσταται κρίμασιν ὁ τοῦ κοσμικοῦ τοῦδε σκάφους σκευαστὴς καὶ κυβερνήτης Κύριος, ἵκετο ἐκ Βενετίας πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Θωμᾶς τις τοὔνομα, τὴν μὲν ἡλικίαν μέσος, τὴν δὲ σωματικὴν πλάσιν λακκευτοῦ συὸς εὐτραφέστερος· ἦν δὲ καὶ λεῖος ξυρῷ τὸ τοῦ προσώπου ἔδαφος, ὡς οἱ λοιποὶ τῶν ἐκ τοῦ γένους ἐκείνῳ, καὶ τὰς ἐνστηθίους παρατετιλμένος τρίχας ἀκριβέστερον δρώπακος, ἀμπεχόμενος δὲ καὶ στολὴν συνυφασμένην μικροῦ τῷ δέρματι καὶ ῥαφιδουμένην ἑκάστης τὰ ἐς καρπούς, δακτύλιόν τε τῇ χειρὶ περιστρέφων, ἐνίοτε δὲ καὶ τὰ ἐκ δέρρεων ἐς δακτύλους διεσχισμένα τῶν χειρῶν φυλακτήρια περικείμενος. ὡρᾶτο δὲ καὶ τὸ περὶ αὐτὸν ὡσιωμένον θεῷ σύστημα καὶ τὴν θυωρὸν ἀμφιπονούμενον τράπεζαν τῆς αὐτῆς ἐχόμενον κεραμείας καὶ τῷ καθηγεμόνι πανείκελον τὰ ἐς στολὴν καὶ δίαιταν καὶ τὸν τοῦ πώγωνος θερισμόν.

Διήγησις Χρονική Νικήτα Χωνιάτου (σ. 274)

Σάββατο, 8 Απριλίου 2017

ο θάνατος ως έσχατο καθήκον του Ανθρώπου


Κεφ. ΙΓ΄. Στόχος όλων των κοινωνικών δυνάμεων της καταναλωτικής κοινωνίας του 21ου αιώνα είναι ακριβώς «η πάχυνση της καρδίας» των λαών της οικουμένης. Δυσπιστία, απιστία αλλά και επιθετικός μηδενισμός κατατρώγουν τις ψυχές και ακινητούν όλες τις πνευματικές δυνάμεις των ανθρώπων ώστε να ζούν χωρίς να συνειδητοποιούν τον ιερό σκοπό του βίου και χωρίς να κατορθώνουν να αποκρυπτογραφήσουν διά του Θεού το καταλυτικό, αδυσώπητο αίνιγμα του θανάτου ως εσχάτου καθήκοντος του Ανθρώπου. [...]

*

Κεφ. ΚΒ΄. Ο λόγος περί των ολίγων που συγκροτούν την μερίδα των εκλεκτών, αυτών που θα εισέλθουν στην βασιλεία του Θεού, αντηχεί βαρύς, καταθλιπτικός, σχεδόν απάνθρωπος.

Βέβαια, όσοι κλητοί δεν ανταποκρίνονται στην θεϊκή πρόσκληση, είναι σωστό να μην συμμετάσχουν στους θεϊκούς γάμους αλλά ένας δυσερμήνευτος πόνος τούς περιβάλλει, ο τυφλός, σχεδόν ενστικτώδης πόνος του τετελεσμένου. Πρόκειται για τον σπαραγμό του ανθρώπου καθώς νιώθει να εκπίπτει από την τροχιά που τού χάραξε ο Δημιουργός του.

Πέρα από τα όρια του κόσμου αυτού δεν υπάρχει μετάνοια -ίσως επειδή έχει εξαντληθεί ο ανθρώπινος χρόνος. Αυτό το πάγωμα, η αδράνεια της Δημιουργίας όλης συγκλονίζει. Εξάντληση της Ιστορίας. Άπνοια. Μή-Χρόνος.

Η προετοιμασία των γάμων Θεού και Ανθρώπου είναι η επίγεια ζωή, η επικράτεια του Χρόνου. Η άλλη ζωή, η άχρονη πλέον, είναι η επικράτεια του Θεού. Είμαστε σκιές μέσα στον χρόνο, σκιές βιαστικές, φευγαλέες, καμιά χαρά δεν μπορεί ν’ αντέξει τέτοιον σπαραγμό του όντος που κατευθύνεται στον θάνατό του, στον προθάλαμο της άλλης ζωής, εκείνης που προγεύονται μονάχα όσοι, έχοντας κατανικήσει το φάσμα του κόσμου ετούτου, πιστεύουν στην υπέρβαση της θνητότητάς τους, της χρονικότητας, της φθοράς τους. Το γήρας ακριβώς προειδοποιεί για όλα, οξύνοντας την οδύνη της εγκοσμιότητας, της μετάβασης προς μια «περιοχή» που επιβλέπει μόνο η πίστη, ποτέ η γνώση.

Ανάγκη, λοιπόν, τραγική να κατανικηθεί η εξουσία της λογικής, να εισέλθει ο άνθρωπος σε κατάσταση μετα-λογική, να ζήσει πλέον ως ον μετα-λογικό, για να κατορθώσει, διά της πίστης, να επιζήσει μετά θάνατον. Πάλιν και πολλάκις, ενώπιον του μυστηρίου του θανάτου, υπάρχουμε. Και ο χρόνος καταντά μιά βίωση οδυνηρή, πικρή και αφόρητη. Ο θάνατος αποκαλύπτεται ως γεγονός «λογικό». Το γήρας όμως, όχι. Είναι η κατάχρηση του χρόνου.

Κώστας Τσιρόπουλος, Ανάγνωση του Κατά Ματθαίον Ιερού Ευαγγελίου (έκδ. Ο Μικρός Αστρολάβος, Αθήνα 2007, σσ. 41, 66-68).

Τρίτη, 4 Απριλίου 2017

τζυκάνιον


[...] επεί θέρους ην ο καιρός και η ώρα σταθηράς μεσημβρίας
και ο καύσων σφοδρός και ο φλογμός ανύποιστος *

και γυμνάσιον ην τοις σφαιρίζουσι... 
Σημ.: τζυκάνιον· το αγώνισμα της σφαίρας, όπερ ως σφαιρισμός χαρακτηρίζεται, ήτο λίαν αγαπητό κατά τους βυζαντινούς χρόνους. Εκαλείτο και «τζυκάνιον», επειδή, ως φαίνεται, εισήχθη εκ της Περσικής αυλής. Επαίζετο υπό εφίππων παικτών διηρημένων εις δύο ανταγωνιζόμενες ομάδες και προσπαθούντων, διά ράβδου, να μετακομίσουν την, επί του εδάφους, σφαίρα εις το αντίπαλο τέρμα. Διά τούτο ιδρύοντο και ειδικά στάδια, τα σφαιροδρόμια (όρα Φ. Κουκουλέ, Βυζαντινών βίος και πολιτισμός, τ. Γ΄, σ. 139).

Βίος και Πολιτεία και μερική θαυμάτων διήγησις του Οσίου Νίκωνος του Μετανοείτε (νεοελ. απόδ. Γ. Κατσούλα, έκδ. Τήνος, Αθήνα 1997, σ. 139, παραγρ. λθ΄ 15-16, εδώ η σημ. 59).

----- 
* Και το motto εκ του ιδίου (σ. 151, παραγρ. μβ΄ 9-11). Σημαίνει· επειδή ήτο καλοκαίρι και η ώρα ακριβώς μεσημβρινή, και μεγάλη η ζέστη και αφόρητη η φλόγα...

Παρασκευή, 31 Μαρτίου 2017

η εκδοχή του Χαγάνου και ο θρήνος της Παναγίας



Και τούτο δε έλεγεν ο άθλιος Χαγάνος τω καιρώ του πολέμου
ότι εγώ θεωρώ γυναίκα σεμνοφορούσαν περιτρέχουσαν εις το τείχος μόνην ούσαν.
Εδήλωσε δε εν τω μέλλειν αυτόν αναχωρείν ότι μη υπολάβητε ότι κατά φόβον αναχωρώ,
αλλά διά το στενωθήναι με εις δαπάνας και μη επιστήναι με υμίν εν επιτηδείω καιρώ.

Πασχάλιον Χρονικόν, (Βόννη 1832, τομ. 1, σ. 725, στ.9-14).


*


Πέντε καρφιά του 'βάλασιν, μεγάλα σιδερένα,
στα χέρια και στα πόδια του, επίτηδες κομμένα·
έναν καρφίν πυρούμενον εμπήξαν στην καρδιά του,
εκρούσαν κι εκαήκασιν μέσα τα σωθικά του.
Βάλλει φωνήν, ζητά νερόν, διψά να τον ποτίσουν,
κι οι σκύλλοι οι παράνομοι δεν θέ 'να καϊλίσουν.
Μα της καρδιάς του το καρφίν δεν μπόρ' 'ά υποφέρει.

[...]

Ιδού ρομφαία και σπαθίν τα σωθικά μου κόπτει,
ιδού θωρώ το τέκνον μου στο ξύλον σταυρωμένον
και μέσα στην καρδίαν του έχουν το καρφωμένον.

Ο θρήνος της Παναγιάς (κυπριακό δημοτικό, εκδ. Αιγαίον, Λευκωσία 2011, σσ. 16-17, 20-21).

Τρίτη, 28 Μαρτίου 2017

δίψης αλέξημα

εν τη των πολλών επιμιξία
το της ψυχής κάλλος μη λυμηνάμενος
[=δεν κατέστρεψε] (σ. 29, παραγρ. α΄ 42-43).

Πορεύση τοίνυν ευαγγελικώς, μη πήραν επιφερόμενος, μη χαλκόν εν τη ζώνη, το δε ένδυμα τρίχινον έξεις διά παντός άχρι του μέσου των σφυρών διήκον, ίνα μη περαιτέρω προϊόν το της βλακίας σοι έπηται έγκλημα. Η βρώσις λιτή και σχέδιος, άρτω μόνω και ύδατι την χρείαν εκπληρούσα· και προ γε πάντων πολλή σοι της σωφροσύνης η φυλακή και ασφάλεια· αύτη γαρ εστιν, ώ τέκνον, ο της ψυχής αγιασμός και του σώματος και αύτη η της προς Θεόν οικειώσεως αιτία. [=Να βαδίσης, λοιπόν, ευαγγελικώς, χωρίς να φέρης σάκκο, μήτε χαλκό στην ζώνη σου· το δε ένδυμά σου να είναι τρίχινο και πάντοτε να φθάνη μέχρι το μέσον των αστραγάλων σου, για να μη σε ακολουθήση το όνειδος της ανοησίας, αν προχωρήση περισσότερο (Ματθ. κγ΄ 5)].
(Προτροπές του γέροντός του πριν φύγει για τον κόσμο)
(σ. 59, παραγρ. ιβ΄ 29-38).

*


Ήγετο γαρ δι' αβάτων ορών [=όρη, βουνά], απέδιλος το παράπαν και ενί μόνω πιναρώ [=λερωμένο] και διερρωγότι [=σχισμένο] τριβωνίω [=ράσο] ενειλημμένος και μηδέν άλλο επιφερόμενος πλην μόνης της ράβδου, ην αυτώ η τω ποταμώ ομωνυμούσα δέδωκε πανάμωμος Μήτηρ του Κυρίου, και του σμικροτάτου τιμαλφούς μυακίου [=κουταλάκι], όπερ εκ σαρδίου μεν πολυτελώς κατεσκεύασται, είσω δε νυν και τούτο του ιερού ταμείου της θαυματοποιού θήκης εναπόκειται και πάσι τοις προσιούσι και δι' αυτού του ύδατος μεταλαμβάνουσι, δι' ού σπόγγω είωθεν η θεία σορός αποσμήχεσθαι [=διά του οποίου με σπόγγο συνηθίζεται να σπογγίζεται η θεία σορός], πάσης νόσου και πάσης μαλακίας εστίν αλεξιτήριον [=θεραπευτήριο] (σ. 73, παραγρ. ιζ΄ 3-14).


*

Απάρας ουν εκείθεν, την Εύβοιαν καταλαμβάνει, ήν δη και Εύριπον κεκλήκασιν οι ανέκαθεν μεταφορικώς από της εν αυτή του παλιρρόου ροθίου [=παλιρροϊκού κύματος] συνεχούς μεταβολής, είτ’ ουν μεταπτώσεως, επτάκις γινομένης, ως λόγος εστίν [=όπως λέγεται], εφ’ εκάστω αεί ημερονυκτίω, του συμβόλου δηλούντος, ως οίμαι, και διδάσκοντος τους δυναμένους τη του νοός επιστασία τον λογισμόν εμβαθύνειν απλανώς και φιλαλήθως τεκμαίρεσθαι [=να συμπεράνουν], ως ουχ απλώς ούτω και ως έτυχε συμβαίνειν σπουδής άνευ ανθρωπίνης και τέχνης την τοιαύτην του θαλαττίου κύματος παλίρροιαν, αλλά τινα δύναμιν είναι μυστηρίου εγκεκρυμμένην τω πράγματι, εν ή θεωρείται το ρευστόν και άστατον και αβέβαιον και ευμετάβλητον, μηδέν όλως στάσιμον έχον ή μόνιμον, της εβδομάδος ταυτησί χιλιονταετηρίδος ζωής άμα και βιοτής [=στον κατά τους βυζαντινούς έβδομον αιώνα από κτίσεως κόσμου, ήτοι από 492 έως 1492 μ.Χ.] (σσ. 95-97, παραγρ. κε΄ 4-19).


*

[το μειράκον] έλεγεν, «ο το Μετανοείτε βοών, εν αέροις φθάσας εδέξατό με, και ουκ είασε προσαραχθήναι τη γη» (σ. 99, παραγρ. κστ΄ 25-28).


*

Εν όσω γαρ ο μακάριος την οδοιπορίαν ήνυε διά της παρακειμένης τω τόπω κοιλάδος, καθαρώς εώρα αυτόν ο αγρότης, εν περιόπτω την ανάκλισιν κεκτημένος [=ενόσω γύρισε και ξεκουραζόταν], την θέσιν υποδυόμενον, αλλά τουναντίον μετέωρον άφνω και εναέριον και φωτί λαμπάδων καταστραπτόμενον. Και τούτο ην ορών ο αγρότης, έως των οφθαλμών αυτού απέδυ [=μέχρις ότου κρύφτηκε από τα μάτια του] αεροβατών ο όσιος. (σ. 107, παραγρ. κθ΄ 34-40).


*

φιλανθρώποις τούτους ιδών οφθαλμοίς [=αφού τούς είδε με φιλάνθρωπα μάτια] και τω πάθει επικλασθείς [=και τους ευσπλαγχνίσθηκε για το πάθος] ευθύς εις ευχήν έστη. Τη δε ευχή και τη της θείας προσηγορίας επωδή [=διά της ευχής δε και της υμνωδίας του θείου Ονόματος], έτι δε και τη αφή της χειρός τας οδύνας έλυσε, και τους ούτω κακώς μέλλοντας κινδυνεύειν ιάσατο (σσ. 106-109, παραγρ. λ΄ 10-14).


*

Και ήν ευδαίμων η Λακεδαίμων τοιούτου ακέστορος [=θεραπευτή] και πολιούχου ευμοιρήσασα και ταις τούτου μάλλον εναβρυνομένη θείαις παρακλήσεσι και ταις ιεραίς διδασκαλίαις ρυθμιζομένη [=που την καθοδηγούσαν] προς παν είδος αρετής ή ταις πάλαι Λυκούργου κεναίς νομοθεσίαις (σ. 117, παραγρ. λδ΄ 13-17).


Βίος και Πολιτεία και μερική θαυμάτων διήγησις του Οσίου Νίκωνος του Μετανοείτε (νεοελ. απόδ. Γ. Κατσούλα, έκδ. Τήνος, Αθήνα 1997). Εκ του ιδίου (σ. 153, παραγρ. μβ΄ 34) και ο τίτλος. Σημαίνει· φυγαδευτήριο δίψας. Ο ίδιος.

Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

με τη ζακχαρώδη λευκότητα...


[...] Παίρνω και εξετάζω τον κρίνο με τη ζακχαρώδη λευκότητα. Η κατάληξη των παρατηρήσεών μου έχει διατυπωθεί από τους βοτανικούς στα γνωστά άνθινα διαγράμματα. Στην περίπτωση του κρίνου (Lilium Candidum) έχουμε: 3 σέπαλα + 3 πέταλα + 6 στήμονες (3+3) + 3 καρπόφυλλα (σχηματίζουν ωοθήκη τρίχωρη με πλήθος ωάρια) + 1 στύλο που καταλήγει σε 3 στίγματα. Προσέχοντας στη σταθερή επανάληψη του αριθμού 3, ανάγονται οι βοτανικοί στο σχηματισμό του άνθους όλων των μονοκοτυληδόνων.

Στο γενικόν αυτό τύπο υπάγονται και τα γένη Όφρυς και Όρχις που ανέφερα ήδη ότι με τόση χαρά συνέλεξα την άνοιξη βγαίνοντας στο γειτονικό μας δάσος Κουρί. Σ' αυτά τα παράξενα λουλούδια που χαρακτηρίστηκαν από μερικούς ειδικούς «νύμφες του αιθέρα», ο αριθμός των στημόνων περιορίζεται από 3 σε 1, του οποίου οι ανθέρες βρίσκονται προσκολλημένοι επί της απολήξεως του υπέρου, αποτελώντας το γυνόστεμμα, κάπως ξεχωριστό όργανο που στεφανώνει το θήλυ, την ωοθήκη, που αυξάνει περιστρεφομένη γύρω από τον εαυτό της, σε τρόπο που νά 'ρθει μπροστά στο χείλος το υπερτροφικό από τα τρία πέταλα του άνθους, που ξεμοιάζοντας σε σχήμα και χρώμα πολλά άλλα ζώα, έντομα, μύγες, πεταλούδες, ή ακόμα και τη γόβα που φόραγε η Αφροδίτη, προσδίδει σε ολόκληρη την οικογένεια αυτών των φυτών την ομορφιά που τα καθιστά περιζήτητα, ιδίως από τον 18ο αιώνα του Διαφωτισμού και μετά, που εισήχθηκαν τα σπάνια εξωτικά είδη.

Το είδος Ophrys που βρίσκω στο Κουρί μοιάζει με μέλισσα [αλλού γράφει· σφήκα]. Επίσης στο υπόδασος από το Κουρί έχω βρεί άτομα του είδους Λιμόδορον, που στέλεχος, φύλλα, άνθος έχουν μια χαρακτηριστική κυανή ορφνή σαν καρβουνιασμένη απόχρωση, λόγω της τελείας απουσίας της χλωροφύλλης εκ του σαπροφύτου αυτού, που βλασταίνει πάνω στα πεσμένα μαραμένα φύλλα των δένδρων και θάμνων που σωριάσαν τα έτη. Αν ήμουν ρομαντικός και αφηνόμουν ανεξέλεγκτα στις παρορμήσεις των συναισθημάτων, θα μπορούσα να σας πώ ότι με το Λιμόδορον ταυτίζω την αισιοδοξία που νιώθω να εξανθεί μέσα μου, καθώς βάνω μπροστά τη δουλειά να επαναλάβω όσα περί ψυχής διετύπωσε ο Πλάτων, νιώθoντας δικαιολογημένη την αθανασία στην οποία πίστευε.

Συχνά οι μέσα μας λυρικές φωνές μάς παρωθούν σε τέτοιου είδους συσχετίσεις, που αν γενικά ευσταθούν, ωστόσο εύκολα γίνονται τροφή της αρνήσεως σε κάθε «πιστεύω», μετά που θα δούμε το εύχαρι αντικείμενο να μαραίνεται στα χέρια μας.

Δεν πρόκειται ποτέ ν' αμφισβητήσω ότι ο Αρχάγγελος Γαβριήλ, Ταξίαρχος των Επουρανίων Ασωμάτων Δυνάμεων, κατερχόμενος επί γής διά να ευαγγελίσει τη Θεοτόκο, έτεινε με το χέρι του προς το παρθενικό της Άγιο πρόσωπο ένα κρίνο με ζακχαρώδη λευκότητα. Η σκέψη μου απλώς μόνο τείνει στην εκδοχή ότι κρίνο κάλλιστα μπορεί νά 'ταν το ίδιο το χέρι της επουρανίου δυνάμεως.

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Αρχιτεκτονική της σκόρπιας ζωής, Β΄.


Δευτέρα, 20 Μαρτίου 2017

εις καρδίαν λαβών


γόνυ κλίνας, τη γή το πρόσωπον δίδωσι
και τον εν ουρανοίς κατοικούντα Κύριον
εις καρδίαν λαβών,
εκείνου και εδέετο *

Νίκων ο παλαιός εκείνος παπουλάκος πληρώνει θαυματουργικά(;) τους χτίστες του ναού

Εν μιά ουν βουληθείς ο όσιος πείραν του πόθου και της πίστεως, ήν έφασκον έχειν οι προύχοντες της πόλεως εις αυτόν καν τούτω τω μέρει [=κάποια ημέρα, λοιπόν, θέλοντας ο Όσιος να λάβη πείρα του πόθου και της εμπιστοσύνης, που έλεγαν ότι έχουν σ’ αυτόν οι άρχοντες της πόλεως και σ’ αυτήν την περιοχή], επεί ουκ είχεν όθεν αφοσιώσοιτο τον μισθόν τοις δομήτορσιν ο και μηδενός οβολού ευπορείν μάρτυρας έχων τους πάντα βλέποντας οφθαλμούς [=επειδή δεν είχε από πού να πληρώση τον μισθό στους οικοδόμους, αφού δεν διέθετε ούτε έναν οβολό, σαν μάρτυρες έχοντας τους οφθαλμούς που τα πάντα βλέπουν], προυτρέψατο τοις δομήτορσιν άλυσιν αυτώ περιθείναι και δίκην ανδραπόδου [=σαν να είναι σκλάβος] εφέλκεσθαι αυτόν εκ του τραχήλου καθ' όλης της πόλεως.

Ο δε πιστός ταύτης λαός, αισθόμενος [=όταν αντελήφθη] τον σκοπόν του πράγματος, ευψύχως άμα και φιλοτίμως πάνθ' όσα τοις έλκουσιν ώφειλε καταβαλλόμενοι [=κατέβαλαν όλο όσα ώφειλε σ' αυτούς που τον έσυραν], ευχών αντελάμβανον πλούτον [=ανταμειβόμενοι με τον πλούτο των ευχών του].

Της γουν αλύσεως ταύτης τί αν γένοιτο μακαριώτερον, της τη προσψαύσει της τιμίας και καθαράς αυτού σαρκός αγιασθείσης [=η οποία με το άγγιγμα της τιμίας και καθαράς αυτού σαρκός αγιάσθηκε] και τη μεθέξει του εν αυτώ αγίου Πνεύματος [=και με την μέθεξι του αγίου Πνεύματος που υπήρχε σ’ αυτόν] νόσου πάσης και μαλακίας λυτήριον αποδειχθείσης [=απεδείχθη θεραπευτήριο κάθε ασθενείας και νόσου];

Δι' ής καθ' εκάστην πονηρά πνεύματα εξ ανθρώπων απελαύνονται και σημεία τελούνται παράδοξα και ιάσεις βρύουσι διηνεκείς επί πάσι τοις πίστει προσιούσι και επαυχενιζομένοις αυτήν; Κάν γαρ σιδηράς έτυχε της ουσίας [=κι αν είναι από σίδηρο], αλλά θεϊκής πεπλήρωται χάριτος και δυνάμεως.

Βίος και Πολιτεία και μερική θαυμάτων διήγησις του Οσίου Νίκωνος του Μετανοείτε (νεοελ. απόδ. Γ. Κατσούλα, έκδ. Τήνος, Αθήνα 1997, σ. 133, παραγρ. λζ΄ 32-52). Από όπου (σσ. 77-79, παραγρ. ιη΄ 13-15) και το motto και ο τίτλος του παρόντος. Ο ίδιος.

Πέμπτη, 16 Μαρτίου 2017

μια εκτίμηση


[...] το ωραιότερο κτίσμα του κόσμου
[η Ακρόπολη]
ήταν [το 1687, επί Μοροζίνι]
από τα πρώτα θύματα της πυρίτιδας,
που μόλις είχε εφευρεθεί! *

[...] Ήδη από τον καιρό του Θεοδοσίου (4ος αιώνας), που τον είπαν Μεγάλο, είχε διακοπεί η συνέχεια της εθνικής παράδοσης με βίαιο τρόπο. Είχαν κλείσει οι ελληνικοί ναοί και τα μαντεία με αυτοκρατορική διαταγή. Οι σχολές της Αθήνας, της Αλεξάνδρειας, της Βηρυτού και άλλες αλλού, άρχισαν σιγά-σιγά να χάνουν δύναμη, ώσπου επί Ιουστινιανού με αυτοκρατορική διαταγή διακόπηκαν σχεδόν τελείως τα μαθήματα, για να εξοικονομηθούν χρήματα για το χτίσιμο επιδεικτικών εκκλησιών, όπως της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη.

Η ομορφιά της τέχνης δεν υπήρχε πια στην αίσθηση των λαών, ούτε καν στις ανώτερες τάξεις, λόγω έλλειψης παιδείας, αλλά και λόγω πολυποίκιλης φυλετικής καταγωγής. Κυρίως όμως λόγω της επικράτησης του Χριστιανισμού, ο οποίος δεν είχε κανένα συμφέρον να τρέφει την καλαισθησία του παρελθόντος και να δυσκολεύει έτσι την δική του επικράτηση!

Επί Ιουστινιανού λοιπόν, θαύμαζαν πολύ το κτίσμα της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη ως έργο τέχνης, ενώ δεν ήταν και δεν είναι -αν εξαιρέσει κανείς τον θόλο του- παρά τερατούργημα. Πώς γίνεται να υπάρχει αρχιτεκτονική ως τέχνη με λογική και ομορφιά, όταν απ’ τον καιρό ακόμα του Κωνσταντίνου οι συνήθως αμόρφωτοι αυτοκράτορες έχτιζαν συνεχώς κτίρια με δανεικά υλικά; Άρπαζαν έτοιμα καλλιτεχνήματα από παλαιά κτίρια, κομμάτια με διαφορετική τεχνοτροπία και τα έχτιζαν μαζί.

Η γλυπτική είχε σχεδόν καταργηθεί στους χριστιανικούς ναούς και για τη ζωγραφική αρκεί να ρίξουμε μια μόνο ματιά στα βυζαντινά νομίσματα, στις εικόνες των μοναστηριών του Αγίου Όρους και των μουσείων και στα ζωγραφίσματα παλαιών χειρογράφων. Από τον άσχημο και αφύσικο σχεδιασμό των μορφών καταλαβαίνουμε σε ποιά κατάπτωση είχε φτάσει αυτή η τέχνη, που γινόταν πια μηχανικά.

Για ποίηση δεν μπορεί να γίνεται λόγος, εκτός από κάποιους υποφερτούς ψαλμούς, που όμως ήταν μακρόσυρτοι και γεμάτοι ταυτολογίες. Ακόμη και η μουσική έγινε άτεχνη και σιγά-σιγά άλλαξε από ελληνική σε ασιατική, με ύφος αποχαυνωμένο και μαλθακό.

Αντί όλων αυτών, επιδίδονταν στην καλλιγραφία. Από τις άλλες τέχνες της λογικής, φρόντιζαν τη γραμματική και την ρητορική από τον άμβωνα, και κάπως την ιστοριογραφία. Ήταν βέβαια οι Βυζαντινοί πιο γραμματισμένοι από τους λαούς της Δύσης, αλλά όχι όσο μορφωμένοι χρειαζόταν. Είχαν απομακρυνθεί από την υγιή φιλοσοφία και ξέπεσαν στην σχολαστικότητα.

Την εποχή του Μεσαίωνα είχαν περιφρονήσει την μελέτη της φύσης, ενώ οι λαοί της Δύσης και του Βορρά είχαν προχωρήσει πολύ περισσότερο. Αναφέρονται βέβαια μερικές έξυπνες παρατηρήσεις και πειράματα, όπως και προσπάθειες στη βιομηχανία. Η γνώση της δύναμης του ατμού, το «πυρ του Καλλίνικου» (ή «υγρόν πυρ») που κατέστρεψε τον αραβικό στόλο, οι μεταξοσκώληκες που έφεραν από την Κίνα, η κατασκευή χαλιών, κάποια βυρσοδεψία σε ελληνικές και ασιατικές πόλεις, όλα αυτά ήταν χωρίς συνέχεια και χωρίς σπουδαία αποτελέσματα.

Το πνεύμα των λαών ήταν, μπορεί να πεί κανείς, αιχμαλωτισμένο και μακριά από το μισό μέρος της φύσης, το υλικό -ή αυτό που φαίνεται υλικό- και προτιμούσε να απολαμβάνει μέρος μόνο της ανθρώπινης διάνοιας με τρόπο υπερβατικό. Κυριαρχούσε ύφος σκυθρωπό, που προερχόταν από την παρά φύσιν καλογερική ζωή. [...]

*

[σημ. 34: Ο μονοθεϊσμός προετοιμάστηκε από την οικουμενικότητα του ρωμαϊκού κόσμου και απευθύνθηκε σε πληθυσμούς δούλων ή και σε όλους τους υπηκόους της Ρώμης, που είχαν απαρνηθεί πια τα δημοκρατικά πολιτεύματα. Έτσι εγκατέλειψαν τους θεούς που λάτρευε η Ρώμη και προτίμησαν ένα μοντέλο θεού-δημιουργού του κόσμου, εβραϊκής έμπνευσης. Οι πιο μορφωμένοι ήταν φυσικό να διατηρήσουν τα πιο φιλελεύθερα ιδεώδη μιας πιο δημοκρατικής θρησκείας σαν την ελληνορρωμαϊκή. Όταν όμως ο μονοθεϊσμός έινε η επίσημη θρησκεία του κράτους από τον Μ. Κωνσταντίνο και τον Θεοδόσιο, αναγκάστηκαν κι αυτοί να εκχριστιανιστούν. Τα ευαγγέλια της νέας θρησκείας διαδόθηκαν στα ελληνικά, ενώ ο Ελληνικός πολιτισμός ήταν ο μεγάλος εχθρός της.]

[σημ. 37: Η νέα θρησκεία άργησε να βρεί το τελικό της δόγμα. Όταν όμως επικράτησε ολοκληρωτικά, δεν ήταν δυνατό να επιτρέψει καμμιάν ελευθερία γνώμης στα θεολογικά ζητήματα. Όποιος δεν υπέκυπτε, έπρεπε να βγεί εκτός της εκκλησίας και λογαριαζόταν εχθρός και του κράτους. Αφορισμός σήμαινε εξόντωση.]

[σημ. 38: Εικονομαχία: για άλλη μια φορά η σύγκρουση Ανατολής-Δύσεως για την απεικόνιση του Θείου: η Ανατολή με το Ισλάμ που απαγόρευε τις θείες εικόνες και η Δύση με τις ιερές εικόνες και τα ιερά αγάλματα μέσα κι έξω από τους ναούς. Τον 8ο αιώνα το Βυζάντιο έπρεπε να πάρει θέση. Κατέληξε κάπου στη μέση.]


Στέφανος Κουμανούδης, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (μτγρ.-σχόλια Γιώργος Πανουσόπουλος, έκδ. Αιγαίον, Λευκωσία 2010, σσ. 66-70, 123-124, 125). -Το motto εκ του Γ. Πανουσόπουλου (ό.π., σ. 127, σημ. 48). Και ακριβώς επειδή η γλώσσα και το ύφος του μεταγραμμένου κειμένου είναι ολόιδια με την γλώσσα και το ύφος των σημειώσεων, αλλά και της επέκτασης της ιστορίας ίσαμε το έτος 1999, όπως ρητώς δηλώνεται στην έκδοση, αμφισβητώ ότι εκφράζονται ιδέες του Κουμανούδη (1876) σε αυτήν την επί το δημοτικότερον της λαλιάς μεταγραφή της επίτομης ιστορίας του ελληνικού έθνους. Ο ίδιος.

Κυριακή, 12 Μαρτίου 2017

και δη τίς η αιώνιος ζωή


ουδέ γαρ άγευστος ην και αυτής δη
της θείας γνώσεως, δι’ ης γινώσκεσθαι
πέφυκε τα μυστήρια του Θεού *

«Η γαρ εν βαπτίσματι γέννησις
αρχή της μελλούσης εστί ζωής,
και η των καινών μελών και των αισθήσεων κομιδή
της εκεί διαίτης παρασκευή·
παρασκευάσασθαι δε προς το μέλλον ουκ έστιν ετέρως, ή
την του Χριστού ζωήν ενθένδε ήδη λαβόντας,
ός πατήρ εγένετο του μέλλοντος αιώνος...
Και άλλως δε γέννησίς εστι το λουτρόν,
και γεννά μεν εκείνος, γεννώμεθα δε ημείς·
τω δε γεννωμένω παντί που δήλον, ως άρα
την εαυτού ζωήν εντίθησιν ο γεννών»

Νικόλαος Καβάσιλας

Η νέα εν Χριστώ ζωή, ως φαίνεται, συνιστά την αιώνιον ζωήν,
η οποία άρχεται διά της πλήρους ενώσεως του βαπτισθέντος μετά του σώματος του αναστάντος Χριστού κατά την θείαν Ευχαριστίαν.
[...] το σώμα του Χριστού εμφανίζεται εις την Εκκλησίαν διά της θείας Ευχαριστίας, η οποία συνιστά την πρόγευσιν της μελλούσης ζωής, της Βασιλείας του Θεού.
Επομένως η αρχή της μελλούσης ζωής ταυτίζεται μετά της ενδύσεως εν τω Χριστώ, ενώσεως μετά του Χριστού, εισόδου εις την Εκκλησίαν, ενσωματώσεως μετά της Εκκλησίας, τοιουτοτρόπως δε δηλούται η εσχατολογική σημασία του μυστηρίου της χριστιανικής μυήσεως.

Νέναντ Μιλόσεβιτς, Η θεία Ευχαριστία ως κέντρον της θείας λατρείας. Η σύνδεσις των μυστηρίων μετά της θείας Ευχαριστίας (έκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2001, σσ. 114-115).  


-----
* Το motto εκ του Βίος και Πολιτεία και μερική θαυμάτων διήγησις του Οσίου Νίκωνος του Μετανοείτε (νεοελ. απόδ. Γ. Κατσούλα, έκδ. Τήνος, Αθήνα 1997, σ. 159, παραγρ. μδ΄ 10-12). Για δε το καθ' αυτώ post, το πάνυ σημαίνον, οφείλουμε να παραβάλλουμε το χωρίο εκ της προς Ρωμαίους, στ΄ 23 (: Διότι ὁ μισθὸς ποὺ πληρώνει ἡ ἁμαρτία εἶναι θάνατος, ἐνῶ τὸ δῶρον τοῦ Θεοῦ εἶναι ζωὴ αἰώνιος διὰ τοῦ Χριστοῦ Ἰησοῦ τοῦ Κυρίου μας). Ο ίδιος.

Τετάρτη, 8 Μαρτίου 2017

το της αληθινής φιλοσοφίας φροντιστήριον

Η μετά την βάπτισιν επίθεσις των χειρών
των Αποστόλων
επί των κεφαλών των βαπτιζομένων,
η κλάσις του άρτου
και η μετάληψις των νεοφωτίστων,
συνιστούν δια την
αποστολικήν Εκκλησίαν τα τρία αδιάσπαστα στοιχεία
του μυστηρίου της χριστιανικής μυήσεως.

[...] ο [ιερός Χρυσόστομος] αναφέρων το άγιον θυσιαστήριον ισχυρίζεται ότι
«τούτο μεν γαρ θαυμαστόν διά την επιτιθεμένην εν αυτώ θυσίαν...
Θαυμαστόν τούτο πάλιν, ότι λίθος μεν εστι την φύσιν,
άγιον δε γίνεται, επειδή σώμα δέχεται Χριστού»
(Ιωάννου Χρυσοστόμου, Εις την Β΄ Κορινθίους,
 Ομιλία Κ΄, 3, ΕΠΕ 19, 528).*



Νίκων ο παλαιός εκείνος παπουλάκος χτίζει ναόν στην Λακεδαίμονα με την σύμφωνη γνώμη του τοπικού επισκόπου:

«Ηγάπησα υμάς εξόχως, ώ τέκνα, ίστε δήπου και αυτοί [=το γνωρίζετε, πιστεύω, και σείς]· δήλον δε τούτο και εκ του ελέσθαι με [=και από το ότι εξέλεξα] συμβιοτεύειν υμίν. Ει ουν εύρω χάριν παρ’ υμίν, ό εγώ ποιώ και υμείς ποιήσατε».
Και στραφείς παραχρήμα προς τον θεοφιλή επίσκοπον -Θεόπεμπτος δ’ ην κατ’ εκείνω [τω] καιρώ, ο εξ Αθηνών μεν την γέννησιν κεκτημένος, εκ Θεού δε τοις Λάκωσι φερωνύμως καταπεμφθείς- λέγει προς αυτόν·«Εξέλθωμεν, ώ θειότατε, εν τη αγορά λιτανεύοντες άμα τω ευαγεί κλήρω και παντί τω λαώ».
Του δε προς τούτο επινεύσαντος, τρεις λίθους εν τω πορεύεσθαι ο όσιος επωμισάμενος [=επάνω στους ώμους του] έφερε, συμβάλειν μηδενός δυναμένου ό τι βούλεται αυτώ [=χωρίς κανείς να μπορή να εξηγήση τί θέλει να φανερώση αυτός με] η των λίθων αχθοφορία.
Ως δ’ άχρι της αγοράς εληλύθει, τους λίθους εναποθέμενος τω εδάφει, «Ενταύθα», είπεν, «ώ τεκνία μου, δέδοκται τω Θεώ καθώς μοι τω ταπεινώ απεκαλύφθη, ναόν ιδρυθήναι επ’ ονόματι αυτού του κυρίου ημών Ιησού Χριστού, της πανυμνήτου Θεομήτορος και της καλλιμάρτυρος Κυριακής, εις βοήθειαν πάσης της πόλεως υμών και σωτηρίαν. Καιρός τοίνυν υμίν εκδηλοτέραν θέσθαι την εις Χριστόν πίστιν υμών και ευσέβειαν».
Οι δ’ ουχ ως απειθείς ώφθησαν και ανήκοοι, ουδ’ ως τέκνα μωμητά [=αξιοκατάκριτα] και υιοί άνομοι, αλλ’ ως οικέται ευπειθείς και ευγνώμονες άπαντες, άνδρες τε και γυναίκες όσον εν άρχουσι και όσον εν ιδιώταις, άμα τω λόγω ως εξ ενός συνθήματος συν προθυμία πολλή, τον τε πολύν φορυτόν εξεκάθαιρον [=τον τόπο από τα πολλά αγριόχορτα και άχυρα εκαθάριζαν] και την συγκομιδήν των υλών εποιούντο, και θάτερος θάτερον εφιλονείκει τω πόθω υπερβαλέσθαι [=προσπαθούσε να υπερβάλλη στον πόθο].
Επαγωγόν γαρ εις πειθώ ο λόγος [=διότι ο λόγος είναι πειστικός], οπόταν και βίον αυτώ συμφθεγγόμενον έχη [=όταν έχει και τον βίο σύμφωνο και σύμμαχο].
Και χρήματα δε, τα μεν παρείχον μεγαλοψύχως, τα δ’ υπισχνούντο [=άλλοι δε υπόσχοντο ότι θα δώσουν], και τα καιριώτατα [=στις σπουδαιότερες ανάγκες] αυτώ συμβαλέσθαι επηγγέλλοντο και πολλήν συνεισενέγκαι [=θα συνεισφέρουν] μετά της χειρός [=με την χειρωνακτική] και την δαπάνην χρήμά τι ποθεινόν και του παντός άξιον τούτοις ελογίζετο [=γεγονός που σ’ αυτούς ήτο πολύ αγαπητό και αξιοζήλευτο]. Ην ουν ιδείν τότε πληρούμενον το του Ιερεμίου λέγοντος, «Δοκιμαστήν δέδωκά σε τω λαώ μου, και γνώση εν τω δοκιμάζεσθαι την οδόν αυτών».
Ως ουν εν ολίγω πολλή ηθροίσθη ύλη και άλλος άλλα τα προς την οικοδομήν επιτήδεια της καλλίστης ύλης τω αγίω επεδαψίλευσεν [=έφερε στον Άγιο], ως ικανόν είναι και τούτο παραστήσαι την του οσίου χάριν και το κατά γνώμην Θεού γεγενήσθαι το έργον [=ήταν δε και αυτό ικανό δείγμα που φανέρωνε την χάρι του Οσίου και ότι το έργο εγίνετο κατά το θέλημα του Θεού], απήρξατο ήδη της οικοδομής, σπαρτίω πρότερον ταύτην υπογράψας [=αφού προηγουμένως την εσχεδίασε με σχοινί] και τας τε κάτω στοάς και τας υπερκειμένας ειργάσατο, φιλοτιμοτέραν της χειρός [=της χειρωνακτικής] και τέχνην [=τεχνική ικανότητα] εισενεγκών [=επιδεικνύοντας].

Βίος και Πολιτεία και μερική θαυμάτων διήγησις του Οσίου Νίκωνος του Μετανοείτε (νεοελ. απόδ. Γ. Κατσούλα, έκδ. Τήνος, Αθήνα 1997, παραγρ. λε΄ 18-60, σσ. 119-121).

----- 
* Τα motto εκ του Νέναντ Μιλόσεβιτς, Η θεία Ευχαριστία ως κέντρον της θείας λατρείας. Η σύνδεσις των μυστηρίων μετά της θείας Ευχαριστίας (έκδ. Π. Πουρναράς, Θεσ/νίκη 2001 σσ. 34, 280-281). Ο τίτλος πάλι σημαίνει το Μοναστήριον· λεξούλες εκ του Νίκωνος (ό.π., παραγρ. μγ΄ 2, σ. 153).

Σάββατο, 4 Μαρτίου 2017

αγάπην εσθίω

ἐλπίδα μὴ ἔχοντες
καὶ ἄθεοι ἐν τῷ κόσμῳ
*

Ο υποτακτικός φορτώνει τους λογισμούς του στις πλάτες του γέροντα, και ο ίδιος παραμένει ήσυχος και αμέριμνος. Ο γέροντας είναι το φώς των οματιών του. Ο δρόμος του υποτακτικού είναι η βασιλική οδός προς τα ουράνια.

Μπορεί να κουράζεται σωματικώς, αλλά σώζεται απ’ τον ανηλεή πόλεμο των λογισμών, και ελεύθερος σαν πουλί πετάει. Γιατί οι λογισμοί είναι οι δαιμονικές ενέργειες που συνταιριάζουν με τα πάθη του καθενός. Ο λογισμός εξαχρειώνει και ο λογισμός αποκαθαίρει. Στο τέλος, πράξη και λογισμός γίνονται ένα και το αυτό.

Εγώ είμαι δούλος και ο Κύριός μου μού είπε· κάνε το έργο σου, κι εγώ θα σε τρέφω· και από πού μη ρωτάς· είτε έχω, είτε κλέβω, είτε δανείζομαι, εσύ να μη ρωτάς· μόνο να εργάζεσαι, κι εγώ θα σε τρέφω· εγώ λοιπόν αν εργάζομαι τρώω απ’ τον μισθό μου· κι αν δεν εργάζομαι, τρώω αγάπη. [Αββά Σιλουανού]

Απ’ εδώ αρχίζει η εμπιστοσύνη προς τον Θεό, και κατ’ επέκταση προς το Γέροντα. Ο υποτακτικός χορταίνει από ψωμί αλλά και από αγάπη, χωρίς να νοιάζεται από πού προέρχονται αυτά τα αγαθά, από ποιούς προσωπικούς αγώνες.

«Αν είναι μπορετό, όσα βήματα κάνει ο μοναχός ή όσες σταγόνες πίνει στο κελλί του, τόσες φορές να έχει θάρρος και εμπιστοσύνη στους Γέροντες. Αν, βέβαια, δεν έχει κάποιο φταίξομο απέναντί τους». [Αββά Σιλουανού].

Αλέξανδρος Κοσματόπουλος, Θηριομαχία (έκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2003, σσ. 65-66).



*

 

Δεύτε πιστοί επεργασώμεθα εν φωτί τα έργα του Θεού,
ως εν ημέρα ευσχημόνως περιπατήσωμεν·
πάσαν άδικον συγγραφήν αφ’ εαυτών,
του πλησίον αφελώμεθα,
μη τιθέντες πρόσκομμα τούτω εις σκάνδαλον·
αφήσωμεν της σαρκός την ευπάθειαν·
αυξήσωμεν της ψυχής τα χαρίσματα·
δώσωμεν ενδεέσιν άρτον,
και προσέλθωμεν Χριστώ εν μετανοία βοώντες·
Ο Θεός ημών
ελέησον ημάς.

-----
* Το motto εκ της προς Εφεσίους (β’ 12) επιστολής του Παύλου. Ανωτέρω δε στιχηρόν ιδιόμελον, εκ του εσπερινού της Παρασκευής της Α΄ εβδομάδος των Νηστειών, που ψάλλεται σε ήχο πλάγιο του Α΄.

Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2017

«κανονάρια» στην μυστηριακή ζωή και δη των μελλονύμφων


Ως προς τας αδικαιολογήτους αποχάς των νεονύμφων εκ της θείας Κοινωνίας αύται αφορούν την αμέλειαν των πιστών διά την μυσταγωγικήν ζωήν. Διά τους αδικαιολογήτους δε αφορισμούς των μελλονύμφων εκ της θείας Κοινωνίας ευθύνεται, κατά την γνώμην μας, η σημαντική επίδρασις της μεταγενεστέρας ηθικολογίας, ως διεμορφώθη κατά την εποχήν της Τουρκοκρατίας.

Ο δημοφιλέστατος μοναχισμός, εμφανιζόμενος μετά τον θρίαμβον της Ορθοδοξίας κατά την Ζ΄ Οικουμενικήν Σύνοδον, ήσκησε μεγάλην επιρροήν εις την θείαν λατρείαν. Από του Θ΄ αιώνος, όμως, παρατηρούνται ωρισμέναι άγνωστοι εις την διδασκαλίαν των Πατέρων τάσεις, αι οποίαι αφορούν εις την εφαρμογήν μοναστικών κριτηρίων και κανόνων επί του εγγάμου βίου.

Η τελική διαμόρφωσις των τάσεων αυτών έλαβε χώραν κατά την Τουρκοκρατίαν υπό την έντονον επίδρασιν της Δύσεως. Οι υπάρχοντες ιεροί κανόνες δεν εκρίνοντο ικανοποιητικοί και διά τον λόγον τούτον αρκετοί μοναχοί προβαίνουν εις την συμπλήρωσιν των νομοκανονικών συλλογών, οι οποίοι αποκαλούνται «Εξομολογητάρια» ή «Κανονάρια».

Αι συλλογαί αύται αποτελούν μίαν πρώτην συστηματοποίησιν των εκλησιαστικών ηθών και εθίμων. Συνήθως αύται ασχολούνται με τα ανθρώπινα πάθη και τα επιτίμια, τα οποία (επιτίμια) παρουσιάζονται ως έν είδος ποινών διά τους διαπράττοντας αμαρτίας.

*

Είναι κατανοητόν, συνεπώς, ότι υπό τοιαύτας συνθήκας πνευματικής πειθαρχίας, η μυστηριακή ζωή των πιστών ητόνισε κατά τρόπον λίαν επικίνδυνον. Θα αναφέρωμεν ενταύθα ως παράδειγμα των νέων αυτών αντιλήψεων, την επιβολήν της υποχρεωτικής εξομολογήσεως και της νηστείας των μελλονύμφων προ του γάμου [σημ. 361: «...εκείνοι όπου μέλλουν να υπανδρευθούν, πρέπει να εξομολογούνται μετά των γυναικών των, να νηστεύουν, και να προετοιμάζωνται...» (βλ. υποσημ. της ερμηνείας του ΙΓ΄ καν. της ΣΤ΄ Οικουμ. Συνόδου, Νικοδήμου Αγιορείτου, Πηδάλιον, σ. 230], καθώς, επίσης, και την απαγόρευσιν της συνευρέσεως των νεονύμφων κατά την νύκτα μετά την θείαν κοινωνίαν [σημ. 362: «...και να φυλάττωνται να μη σμίγουν εκείνην την νύκτα μετά την θείαν κοινωνίαν... Ο πατριάρχης κυρ Λουκάς εις επιτίμια καθυπέβαλε τους νεονύμφους εκείνους όπου εσμίχθησαν κατά την αυτήν ημέραν μετά την αγίαν Κοινωνίαν» (βλ. υποσημ. της ερμηνείας του ΙΓ΄ καν. της ΣΤ΄ Οικουμ. Συνόδου, Νικοδήμου Αγιορείτου, Πηδάλιον, σ. 230. Περί τούτου βλ. Γ. Πατρώνου, Θεολογία και εμπειρία του γάμου, σ. 104-108] και, επί πλέον, τρείς ημέρας μετά την θείαν κοινωνίαν [σημ. 363: «Και ωσάν απεράσουν τρείς ημέρες, ετότες να σμίγετε το ανδρόγυνο» (Κοσμά του Αιτωλού, Διδαχές, έκδ. Ι. Μενούνου, Αθήνα ά.χ., σ. 196].

Νέναντ Μιλόσεβιτς, Η θεία Ευχαριστία ως κέντρον της θείας λατρείας. Η σύνδεσις των μυστηρίων μετά της θείας Ευχαριστίας (έκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2001, σσ. 198-199, 200-201).

Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2017

ο γάμος ως θεσμός δικαίου


τοις γαμούσι και ταις γαμουμέναις
μετά γνώμης του επισκόπου
την ένωσιν ποιείσθαι, ίνα ο γάμος
ή κατά Κύριον και μη κατ' επιθυμίαν.
Πάντα εις τιμήν Θεού γινέσθω.*

Ως θεσμός δικαίου ο γάμος βασίζεται εις το ρωμαϊκόν δίκαιον, το οποίον αναμφιβόλως όχι μόνον επηρέασε τους μεταγενεστέρους βυζαντινούς νομοκάνονας, αλλά κατά μέγα μέρος διεμόρφωσε και την χριστιανικήν νομοθεσίαν του γάμου. Ο διπλούς ούτος χαρακτήρ του χριστιανικού τούτου θεσμού εδείκνυε την σαφή στάσιν της Εκκλησίας έναντι του γάμου.

Την Εκκλησίαν ενδιέφερεν η σωτηρία του ανθρώπου και, κατά συνέπειαν, ο έγγαμος βίος, ως ένας από τους δρόμους προς την Βασιλείαν του Θεού, ως τοιούτος και μόνον, ήτο αντικείμενον εκκλησιαστικού στοχασμού. Τα υπόλοιπα στοιχεία, τα οποία εμμέσως δεν αφορούσαν την Εκκλησίαν, ίσχυον διά τους χριστιανούς ως και διά τους υπολοίπους πολίτας της αυτοκρατορίας.

[σημ. 211: Προφανώς διά τους χριστιανούς της εποχής εκείνης ίσχυσαν εξίσου και ο πολιτικός και ο εκκλησιαστικός γάμος.

Τον πολιτικόν αφορούσαν τα θέματα των κοινωνικών κανονισμών· «ήν ο κανονισμός των δικαιωμάτων των τέκνων και των συνεπειών του γάμου ως προς την περιουσίαν»,

ενώ ο εκκλησιαστικός διά τους χριστιανούς ήτο εξαιρετικής σημασίας, «συναπαιτούσε χριστιανική υπευθυνότητα και χριστιανικό βίωμα» (J. Meyendorff)].

Επομένως ο γάμος, ο οποίος εικονίζει τον δεσμόν του Χριστού μετά της Εκκλησίας (Εφεσίους, ε΄ 32), είναι ιερόν μυστήριον, και διά τούτο η Εκκλησία έχει ενεργόν ρόλον εις την πραγματοποίησιν αυτού.

[...]

Η αναγνώρισις της χριστιανικής θρησκείας ως επισήμου θρησκείας της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, είχε δραστικάς επιπτώσεις εις την περαιτέρω εξέλιξιν της ιερολογίας του γάμου, ιδιαιτέρως μετά τον ένατον αιώνα (893 μ.Χ.), όταν ο Λέων ο Σοφός διά της πθ΄ Νεαράς ανεγνώριζε ως αποκλειστικώς νόμιμον τον εκκλησιαστικόν γάμον, ο οποίος ετελείτο διά της ειδικής ιερολογίας. Ο κανών ούτος, όμως, ίσχυσε μόνον διά τους ελευθέρους, ενώ οι δούλοι συνέχιζον να συνάπτουν γάμον άνευ ιερολογίας, «διότι οι τούτων κύριοι υπελάμβανον ότι η του γάμου ευλογία συνεπήγετο και την ελευθερίαν αυτών».

Ενταύθα πλέον ο όρος «ιερολογία» αποτελεί έν νέον φαινόμενον, το οποίον αφορά μόνον τους ελευθέρους. Το ότι οι δούλοι συνέχιζον να συνάπτουν γάμον άνευ ιερολογίας τούτο δεν εσήμαινε ότι έμενον εκτός του ενδιαφέροντος της Εκκλησίας. Το έτος 1092, ο αυτοκράτωρ Αλέξιος ο Κομνηνός επεξέτεινε το «προνόμιον» τούτο και εις τους δούλους, οι οποίοι ενυμφεύοντο κατά την αρχαίαν πράξιν της Εκκλησίας.

Νέναντ Μιλόσεβιτς, Η θεία Ευχαριστία ως κέντρον της θείας λατρείας. Η σύνδεσις των μυστηρίων μετά της θείας Ευχαριστίας (έκδ. Π. Πουρναράς, Θεσ/νίκη 2001 σσ. 139-140, 148). - Το motto εκ του ιδίου (ό.π., σ. 142, καίτοι απόσπασμα εκ της Προς Πολύκαρπον επιστολής (5, 2) του αγίου Ιγνατίου).

Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017

ίνα τι άρσεν και θήλυ;


Ως γνωστόν η σύστασις του γάμου συσχετίζεται με την δημιουργίαν του ανθρώπου και την πτώσιν αυτού [σημ. 366].

Η δίμορφος αύτη πραγματικότης αποτελεί το υπόβαθρον του γάμου. Το γεγονός ότι ο Θεός διήρεσε την ανθρωπίνην φύσιν εις δύο φύλα (Γεν. β΄ 21-24) («άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς» (Γεν. α΄ 27)), είναι προϋπόθεσις διά την πραγματοποίησιν του γάμου και της παιδοποιΐας μετά την πτώσιν.

Η σύστασις του γάμου, ο οποίος εδόθη εις τον άνθρωπον μετά την πτώσιν, αποτελεί το «δώρον της φύσεως», διά την αλληλοσυμπλήρωσιν των δύο φύλων και την θεραπείαν των σαρκικών ορμών των [σημ. 369] και επίσης διά τον πολλαπλασιασμόν του ανθρωπίνου γένους [σημ. 370].

Ως προς τας μετά την πτώσιν υφισταμένας ανάγκας των ανθρώπων, καθώς παρατηρεί ο ιερός Χρυσόστομος, «Θεός αυτά συνεχώρησε και γέγονεν εν καιρώ χρήσιμα».

*

[σημ. 366: Γεν. δ΄ 1. Έχουν γραφή πολλά περί του θέματος τούτου. Εις τα νεώτερα θεολογικά συγγράμματα είναι παρούσα μία έντονος τάσις αντιδιαστολής των θεολογικών απόψεων περί της συστάσεως του γάμου.

Η ακραία ασκητική αντίληψις του εγγάμου βίου ως υποβαθμισμένου θεσμού, περιωρισμένου αποκλειστικώς εις την παιδοποιΐαν, προεκάλεσε την άλλην ακραίαν αντίληψιν, η οποία απορρίπτει την σχέσιν του γάμου με το προπατορικόν αμάρτημα. Κατά την γνώμην μας η αντιδιαστολή αύτη προέκυψεν αφ' ενός από την παρερμηνείαν της σχετικής πατερικής διδασκαλίας και, αφ' ετέρου, από την λανθασμένην αντιμετώπισιν εκ μέρους της ανωτέρω ασκητικής αντιλήψεως.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας έχουν ήδη παραδώσει σαφή διδασκαλίαν περί του προβλήματος του γάμου. Ο μεταπτωτικός γάμος εισήχθη διά να πολλαπλασιάζωνται οι άνθρωποι.

Εκθέτων την βιβλικήν και την πατερικήν διδασκαλίαν επ' αυτού ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής συνοψίζει: «Επειδή ο προηγούμενος σκοπός του Θεού ήν του μη διά γάμου γεννάσθαι ημάς, η δε παράβασις της εντολής τον γάμον εισήγαγε διά το ανομήσαι τον Αδάμ, τουτέστιν αθετήσαι τον εκ Θεού δοθέντα αυτώ νόμον...» (Ερωταποκρίσεις, Α, 3, ΕΠΕ 14Α, 280).

Επομένως, η πεπτωκυία φύσις του ανθρώπου συνιστά το αίτιον της παιδοποιΐας διά του βιολογικού τρόπου (Βλ. Γρηγορίου Νύσσης, Περί κατασκευής του ανθρώπου, 17, ΕΠΕ 5, 126), όμως ο τρόπος ούτος ταυτοχρόνως αποτελεί «μίαν φυσικήν αναγκαιότητα» και διά τούτο αποτελεί «σαρκικόν και φύσεως, αλλ' ού χάριτος δώρον» (Βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, 1, 1, ΕΠΕ 2, 112).

Άρα, παρ' ό,τι ο γάμος εισάγεται «διά το ανομήσαι τον Αδάμ», τούτο δεν σημαίνει ότι η Εκκλησία περιφρονεί ή υποτιμά αυτόν, αλλά τον ευλογεί και τον μετατρέπει εις «Μυστήριον Μέγα» (Πρβλ. Π. Νέλλα, Ζώον Θεούμενον, Αθήνα 1979, σ. 83).

[σημ. 369: Οι Πατέρες της Εκκλησίας άνευ εξαιρέσεων συμφωνούν ότι ο γάμος εδόθη εις τους ανθρώπους ως συγκαταβάσεως δώρον κατ' αρχάς διά την υπέρβασιν της μεταπτωτικής ανθρωπίνης φύσεως, ενώ η παιδοποιΐα ακολουθεί ως αποτέλεσμα του πρώτου. Εν σχέσει με αυτά ο ιερός Χρυσόστομος χαρακτηριστικώς σημειώνει: «Εδόθη μεν ουν και παιδοποιΐας ένεκεν ο γάμος, πολλώ δε πλέον υπέρ του σβέσαι την της φύσεως πύρωσιν. Και μάρτυς ο Παύλος λέγων: “Διά δε τας πορνείας έκαστος την εαυτού γυναίκα εχέτω” (Α΄ Κορ. ζ΄2), ου διά τας παιδοποιΐας» (Ιωάννου Χρυσοστόμου, Περί παρθενίας, ιθ΄, ΕΠΕ 29, 504-506).]

[σημ. 370: «Προ της αμαρτίας μήτε τόκον ιστορείσθαι, μήτε ωδίνας, μήτε την προς παιδοποιΐαν ορμήν, απωκισθέντων δε του παραδείσου μετά την αμαρτίαν και της γυναικός τη τιμωρία των ωδινών κατακριθείσης, ούτως ελθείν τον Αδάμ εις γνώναι γαμικώς την ομόζυγον, και τότε της παιδοποιΐας την αρχήν γενέσθαι» (Γρηγορίου Νύσσης, Περί κατασκευής του ανθρώπου, ιζ΄, ΕΠΕ 5, 126).]

Νέναντ Μιλόσεβιτς, Η θεία Ευχαριστία ως κέντρον της θείας λατρείας. Η σύνδεσις των μυστηρίων μετά της θείας Ευχαριστίας (έκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2001, σσ. 203-205).

Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2017

το βλέμμα που μάς έριξε


[...] δυο νεαροί ήταν καθισμένοι σ' ένα τραπέζι, στη βεράντα. Δεκαπέντε και δεκαεπτά ετών μπορεί. Από την επαρχία, σίγουρα· τίποτε, όμως, στο παρουσιαστικό τους δεν πρόδιδε χωρικό της βόρειας ή της κεντρικής Γαλλίας· πιο άνετοι, πιο ζωηροί. Πώς μάς κοίταζαν· κυρίως ο μεγαλύτερος. Ποτέ δεν θα ξεχάσω εκείνο το βλέμμα που μάς έριξε, στην Ίνγκα και σε μένα, όταν κάναμε κούνια· ούτε ίχνος φθόνου, μόνο θαυμασμός, η έκσταση να βλέπει πως τόση ευτυχία ήταν εφικτή, πως υπήρχε πράγματι, εκεί, μπροστά του. Κι όταν η Ρομάνα ήρθε να κάνει κούνια με τη σειρά της, αντικαθιστώντας την 'Ινγκα πλάι μου: η έκπληξη· η λαβωματιά στην καρδιά του, το κοκκίνισμα στα μάγουλά του. Πώς άνοιγε διάπλατα τα μάτια του για να αποτυπώσουν την εικόνα που έβλεπαν. Τί νά 'ταν για κείνον άραγε; Μεγάλες κυρίες σαν αυτές που βλέπουμε στον κινηματογράφο· άγγελοι που εκφράζονται σε άγνωστες γλώσσες! Ήταν ωστόσο προφανές πως η καρδιά του ήταν δοσμένη στην Ίνγκα, ίσως γιατί είναι η πιο ζωηρή από τις δύο, ή γιατί δεν είχε ποτέ φανταστεί πως μπορεί μια γυναίκα να είναι τόσο ξανθιά, τόσο λευκή. Ά, τί κρίμα... 'Επρεπε να το πώ στην 'Ινγκα και να την πείσω να μείνει στον κήπο ενώ η Ρομάνα κι εγώ θα φεύγαμε για λίγο. Θα κάναμε μια βόλτα, και σε μια ώρα θα γυρίζαμε να την πάρουμε. 'Ετσι, θα είχα περάσει μία ώρα με τις «παραλλαγές», ενόσω το «κυρίως θέμα»... Και τι ανάμνηση θα είχε πάρει μαζί του πίσω στο χωριό, το όμορφο εκείνο αγόρι! Το πρόσωπό του, τα νιάτα του, όλα έδειχναν πως θα κρατούσε μυστική τη συναρπαστική του περιπέτεια· αρκετά ευαίσθητος, εν πάση περιπτώσει, ώστε να μη μιλήσει ποτέ χυδαία για το θέμα αυτό. Κάτι σαν συναπάντημα με νεράιδα [...]

Valery Larbaud, Εραστές, ευτυχισμένοι εραστές... (μτφρ. Β. Χατζάκη, έκδ. 'Αγρα, Αθήνα 2005, σσ. 61-63).

Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

εκ Θεσσαλίας Δαμιανός


Οι όσιοι, οι άγιοι, οι μάρτυρες ήσαν οι μεγάλοι ευεργέται του δούλου Γένους! Ο άγιος οσιομάρτυς Δαμιανός ήταν ένας από αυτούς. Eγεννήθη από γονείς ραγιάδες! Είχαν περάσει περίπου εκατόν χρόνια δουλείας του Γένους εις τους Τούρκους. Το χωρίον του, το Ρίχοβον (ή Μυρίχοβον), της επαρχίας Καρδίτσης, ήταν ένα χωρίον, που το εκατοικούσαν ολίγοι αγρόται. Οι γονείς του, πτωχοί από όλα, επάλευαν με τα χώματα και με ολίγα οικόσιτα - όπως συνήθως γίνεται με τους κοινούς χωρικούς - και ο καϋμός των ήτο να εξασφαλίσουν "τον άρτον τον επιούσιον" και απαραίτητον δια την λιτήν ζωήν των. Το μόνο πλούσιον που διέθεταν ήτο η ευσέβεια των. Και από αυτήν είχαν κάθε ημέρα, την κάθε στιγμή να προσφέρουν εις τον μικρόν και καλόγνωμον υιόν των, τον Δαμιανόν.

Η ψυχή του παιδιού, ομοία με την εύφορον θεσσαλικήν γην, εδέχθη ευγνωμόνως την καλλιέργειαν της θεοσέβειας, εις την οποίαν -καθώς αποδεικνύεται- ήσαν, παρά την αγραμματοσύνην των, επιδέξιοι οι ταπεινοί γονείς του. Το παιδί επροώδευε. "Προέκοπτε σοφία και ηλικία και χάριτι παρά θεώ και ανθρώποις". Ήταν φανερον. Ημπορούσε να το διακρίνη ο καθείς θα εγίνετο κάτι παραπάνω από το συνηθισμένον. Εις το Μυρίχοβον ήτο το υπόδειγμα δια τους νέους. Οι μεγαλύτεροι τον εκαμάρωναν -διατί όχι;- και εδιδάσκοντο. Η αρετή είναι μία διδασκαλία δι' όλους, ακόμη και όταν υπάρχη εις την άωρον ηλικίαν. Τι κρίμα να μη υπάρχουν περισσότεροι πληροφορίαι δια τους καλούς γονείς αυτού του σπουδαίου νέου!
Περισσότερα εδωδά!

Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2017

ν' αφήσουμε τα πράγματα να πάρουν τον δρόμο τους


[...] Η Ίνγκα και η νιότη μου, εκείνα τα χρόνια της νιότης μου, το καλύτερο κομμάτι που θα μείνει από τα χρόνια εκείνα. Προβλέπω, όμως, επίσης πως θά 'ρθει καιρός, στο όχι πολύ μακρινό μέλλον, όταν αυτή η εποχή της νιότης θα έχει περάσει και για τους δυό μας, που θα πάψουμε να συναντιόμαστε. Τότε το πολύ σημαντικό είναι ν' αφήσουμε τα πράγματα να πάρουν τον δρόμο τους· να μη γυρέψουμε να παρατείνουμε τη μεγάλη περιπέτεια· θα ήταν κακόγουστο. Αποσιωπητικά· κενό διάστημα· και ένα νέο κεφάλαιο αρχίζει, σε δεξιά σελίδα. Να ξέρω, ωστόσο, ή να μαντεύω, πως εξακολουθεί να είναι ευτυχισμένη. 'Επειτα υπάρχει πάντα το ενδεχόμενο μιας τυχαίας συνάντησης· σε άλλο επίπεδο όμως. Η δεσποινίς 'Ινγκεμποργκ. Ο κύριος Φράντσια. Τί ευχάριστη έκπληξη! Σε κάποιο εστιατόριο, ίσως, στη γέφυρα ενός πλοίου, ή στο διάδρομο ενός βαγονιού. Εκείνη, με την καινούργια της φίλη, la cara, la diletta, l' «unica». Κι εγώ, κατά πάσα πιθανότητα, ολομόναχος.-

Valery Larbaud, Εραστές, ευτυχισμένοι εραστές... (μτφρ. Β. Χατζάκη, έκδ. 'Αγρα, Αθήνα 2005, σσ. 74-75).

Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2017

πόσο λίγο αξίζει η αγάπη της


Σάρκα ξανθή
Ρίγος ξανθό
Ρόδο ξανθό
κι οι στήμονες γλαυκοί *

[...] 'Ε, λοιπόν, όχι! Δεν θα υποκύψω. Θα μείνω εδώ, μόνος μου.
Εκεί πάλι τα ίδια και τα ίδια: ζήλια, ψεύτικοι όρκοι, δάκρυα, το μοίρασμα, όλη αυτή η γνωστή ιστορία που επαναλαμβάνεται βδομάδα τη βδομάδα, μήνα το μήνα.
Δεν τα εξάντλησα μήπως όλα όσα είχε να μού δώσει;
Δεν χάραξα μια για πάντα στη μνήμη μου ό,τι αξιαγάπητο υπάρχει πάνω της;
'Εχει μήπως τίποτε άλλο να μού μάθει;
Πώς μπορεί να είμαι τόσο αδύναμος ώστε να την αγαπώ ακόμη, ξέροντας τόσο καλά τί είναι και πόσο λίγο αξίζει η αγάπη της;
'Οχι.
Μ' αυτήν, κατά βάθος, το μόνο που θέλω είναι να έχω την τελευταία λέξη.
Ματαιοδοξία.
Από κεί, όμως, πρέπει να γαντζωθώ, ελλείψει καλυτέρου.
Και ο μόνος τρόπος για να έχω την τελευταία λέξη είναι να μην επιστρέψω.
Βρίσκεις, λοιπόν, πως δεν αγαπώ τον εαυτό μου αρκετά;
Τώρα θα δείς.
Πόσο πονάει να την απαρνηθώ, να ξεκολλήσω αυτό το τόσο γερά, το τόσο βαθιά ριζωμένο πράγμα από μέσα μου.
Ωστόσο είμαι σίγουρος πως θά 'ρθει μια μέρα που θα τη βλέπω με μάτι αδιάφορο όπως οι άλλοι, που θα σκέφτομαι «Αυτό ήταν λοιπόν;».
Ναι, θα έρθει καιρός που θα την αποφεύγω,
που θα ενοχλούμαι όταν σκέφτομαι τα γράμματα που τής έγραφα·
που θα πιστεύω πως αγαπώντας την προσέβαλλα τον εαυτό μου,
που θα ντρέπομαι γιατί τής φέρθηκα με το σεβασμό που επιβάλλει ο έρωτας,
τότε που ακόμη και στη θύμησή μου θα έχω επιβάλει σιωπή.
Τώρα, όμως, είναι πολύ επώδυνο.
Να πώ στον εαυτό μου: πως και τα δικά μου αισθήματα έχουν κι αυτά την αξία τους και πως είναι καλύτερα να μην τα δίνω καθόλου παρά να τα αποθέτω εκεί που δεν πρέπει· και μαζί, πως για κείνη σημαίνω πολύ λιγότερα απ' ό,τι νομίζω, έστω και αν νομίζω πως σημαίνω ελάχιστα.
Επιπλέον: δεν τη σκέφτομαι παρά μόνο όταν είμαι ευχαριστημένος, ποτέ όταν έχω στενοχώριες ή όταν κάτι με αποσχολεί: κι αυτό είναι αλάνθαστο σημάδι. [...]

Valery Larbaud, Εραστές, ευτυχισμένοι εραστές... (μτφρ. Β. Χατζάκη, έκδ. 'Αγρα, Αθήνα 2005, σσ. 70-71).


----- 
* Το motto εκ του Δημ. Δημητριάδη, [Η αδύνατη κατεύθυνση – ΙΙ], περιεχόμενο στο: Προς αυτή την αλόγιστη κατεύθυνση (έκδ. Σαιξπηρικόν, Θεσσαλονίκη 2013, σ. 45).

Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2017

η αθώα καμπύλη τους


Η ελευθερία του Ανθρώπου
σταματάει στο πρώτο
σεξουαλικό λάκτισμα,
εκεί... λίγο πριν
την εφηβεία.*

[...] κοντά στις Τρεις Χάριτες.
Να κάτι που γρήγορα θα με παρηγορήσει, μαζί με τους κήπους και...
Χαιρετώ τις Τρεις Αδελφές, τα τρία ωραιότερα κορίτσια του Μονπελιέ.
(Δεν είναι δα μικρό το εγκώμιο.)
Χαιρετώ την τριπλή ανάβαση από την άκρη των ποδιών ώς το μπούστο,
το στεφάνι από έξι τρυφερά και σφριγηλά μπράτσα,
και τις τρεις σειρές στήθη, που απ' το κάθε ζευγάρι το καθένα είναι στραμμένο αλλού.
Η αθώα καμπύλη τους·
το ύφος της προσμονής, για πάντα.
Κι αν ξαφνικά τα ψηλαφήσεις, κάτω απ' τα μπράτσα,
νιώθεις στις χούφτες σου τις λείες και δροσερές άκρες τους
έκπληκτες σαν μουσούδες ζώων,
να κάνουν το μόνο που ξέρουν: να μορφάζουν.
Καλότυχος ο άντρας εκείνος που μπόρεσε να στήσει σε δημόσιο χώρο τα κορίτσια της φαντασίας του, γυμνά και δίχως αιδώ.
Τί πείρα, τί βαθύς στοχασμός πάνω στο γυναικείο σώμα...

Valery Larbaud, Εραστές, ευτυχισμένοι εραστές... (μτφρ. Β. Χατζάκη, έκδ. 'Αγρα, Αθήνα 2005, σσ. 51-52).


*


                                   Ηθογραφία

Ένας άντρας
αναλώνει την έκστασή του
κοιτάζοντας
κατάπληκτος
δυό κορίτσια να φιλιούνται
με πάθος.

[1982]

Αντώνης Περαντωνάκης, Ακίδες και Δήγματα (έκδ. Πλέθρον, Αθήνα 1993, σ. 25).


-----
* Το motto εκ του Νίκου Γεωργίου, Δυό ανάσες (έκδ. Ελίκρανον, Αθήνα 2014, σ. 35).

Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2017

σωματικά κι υγρά



[...]
Φίλησέ με
Όπως σκάβεις με νύχια με δόντια
της σαρκός μου την άσπιλη πέτρα
Όπως μπήγεσαι έλεος στο κρεβάτι μου μέσα
και είσαι
Της πλευράς μου ο πόνος
Της σκιάς μου το σώμα και πάς *

[ΙΔ΄.]

Αντέχομαι γυμνό κουρέλι
Τη συνουσία μου σού παραδίδω
Αδιάντροπα κύκλους γύρω σου χαράσσω
Πώς να σε πιάσω

Τρέχουν τα υγρά μου και βογκώ
Αειπάρθενος στο βλέμμα σου βουλιάζω
Το σάλιο σου βασιλικός πολτός Σε καταπίνω

Ξέφρενο γύρω σου στήνω χορό
Μαινάδα ομηρική τη γλώσσα σου τρυγάω
Σαν εκκλησία ρίχνω πάνω σου τον ίσκιο

Δές με λοιπόν.
Με τί προσήλωση
Το φώς σου σε τί άβατα φυλάττω
Σα νύχτα σού αφήνομαι τον πόθο μου
Στο μισοσκόταδο
Μ' ένα μαχαίρι

*

[ΙΕ΄.]

Τραγουδώ τη σιωπή και πιο πέρα

Στο κορμί μου επάνω στερέωσες
χαμηλές σημαιούλες
Με τον πόντο βαδίζεις     σαν άγιος
Έναν έναν τους νεκρούς ανασταίνεις

*

'Οπως σώμα
(όπως δάκρυα που τρίζουν τον έρωτα όπως
στόμα και σάλιο και δόντια και σαν πλόκα-
μοι χέρια δαγκάνες του πελώριου βυθού τρι-
κυμία και σαν χλόη κυματίζω και δρέπεις
και το αίμα μου μετά σαν μελάνι σε ζαλίζω
και τα ίχνη μου χάνεις)


Μαρία Κυρτζάκη, ημέρια νύχτα (έκδ. Ύψιλον, Αθήνα 1989, σσ. 27-28, 29). - Το motto κι η κατακλείδα ερωτικά αποσπάσματα εκ της ιδίας συλλογής (ό.π., σσ. 40, 43-44).