Παρασκευή, 31 Μαρτίου 2017

η εκδοχή του Χαγάνου και ο θρήνος της Παναγίας



Και τούτο δε έλεγεν ο άθλιος Χαγάνος τω καιρώ του πολέμου
ότι εγώ θεωρώ γυναίκα σεμνοφορούσαν περιτρέχουσαν εις το τείχος μόνην ούσαν.
Εδήλωσε δε εν τω μέλλειν αυτόν αναχωρείν ότι μη υπολάβητε ότι κατά φόβον αναχωρώ,
αλλά διά το στενωθήναι με εις δαπάνας και μη επιστήναι με υμίν εν επιτηδείω καιρώ.

Πασχάλιον Χρονικόν, (Βόννη 1832, τομ. 1, σ. 725, στ.9-14).


*


Πέντε καρφιά του 'βάλασιν, μεγάλα σιδερένα,
στα χέρια και στα πόδια του, επίτηδες κομμένα·
έναν καρφίν πυρούμενον εμπήξαν στην καρδιά του,
εκρούσαν κι εκαήκασιν μέσα τα σωθικά του.
Βάλλει φωνήν, ζητά νερόν, διψά να τον ποτίσουν,
κι οι σκύλλοι οι παράνομοι δεν θέ 'να καϊλίσουν.
Μα της καρδιάς του το καρφίν δεν μπόρ' 'ά υποφέρει.

[...]

Ιδού ρομφαία και σπαθίν τα σωθικά μου κόπτει,
ιδού θωρώ το τέκνον μου στο ξύλον σταυρωμένον
και μέσα στην καρδίαν του έχουν το καρφωμένον.

Ο θρήνος της Παναγιάς (κυπριακό δημοτικό, εκδ. Αιγαίον, Λευκωσία 2011, σσ. 16-17, 20-21).

Τρίτη, 28 Μαρτίου 2017

δίψης αλέξημα

εν τη των πολλών επιμιξία
το της ψυχής κάλλος μη λυμηνάμενος
[=δεν κατέστρεψε] (σ. 29, παραγρ. α΄ 42-43).

Πορεύση τοίνυν ευαγγελικώς, μη πήραν επιφερόμενος, μη χαλκόν εν τη ζώνη, το δε ένδυμα τρίχινον έξεις διά παντός άχρι του μέσου των σφυρών διήκον, ίνα μη περαιτέρω προϊόν το της βλακίας σοι έπηται έγκλημα. Η βρώσις λιτή και σχέδιος, άρτω μόνω και ύδατι την χρείαν εκπληρούσα· και προ γε πάντων πολλή σοι της σωφροσύνης η φυλακή και ασφάλεια· αύτη γαρ εστιν, ώ τέκνον, ο της ψυχής αγιασμός και του σώματος και αύτη η της προς Θεόν οικειώσεως αιτία. [=Να βαδίσης, λοιπόν, ευαγγελικώς, χωρίς να φέρης σάκκο, μήτε χαλκό στην ζώνη σου· το δε ένδυμά σου να είναι τρίχινο και πάντοτε να φθάνη μέχρι το μέσον των αστραγάλων σου, για να μη σε ακολουθήση το όνειδος της ανοησίας, αν προχωρήση περισσότερο (Ματθ. κγ΄ 5)].
(Προτροπές του γέροντός του πριν φύγει για τον κόσμο)
(σ. 59, παραγρ. ιβ΄ 29-38).

*


Ήγετο γαρ δι' αβάτων ορών [=όρη, βουνά], απέδιλος το παράπαν και ενί μόνω πιναρώ [=λερωμένο] και διερρωγότι [=σχισμένο] τριβωνίω [=ράσο] ενειλημμένος και μηδέν άλλο επιφερόμενος πλην μόνης της ράβδου, ην αυτώ η τω ποταμώ ομωνυμούσα δέδωκε πανάμωμος Μήτηρ του Κυρίου, και του σμικροτάτου τιμαλφούς μυακίου [=κουταλάκι], όπερ εκ σαρδίου μεν πολυτελώς κατεσκεύασται, είσω δε νυν και τούτο του ιερού ταμείου της θαυματοποιού θήκης εναπόκειται και πάσι τοις προσιούσι και δι' αυτού του ύδατος μεταλαμβάνουσι, δι' ού σπόγγω είωθεν η θεία σορός αποσμήχεσθαι [=διά του οποίου με σπόγγο συνηθίζεται να σπογγίζεται η θεία σορός], πάσης νόσου και πάσης μαλακίας εστίν αλεξιτήριον [=θεραπευτήριο] (σ. 73, παραγρ. ιζ΄ 3-14).


*

Απάρας ουν εκείθεν, την Εύβοιαν καταλαμβάνει, ήν δη και Εύριπον κεκλήκασιν οι ανέκαθεν μεταφορικώς από της εν αυτή του παλιρρόου ροθίου [=παλιρροϊκού κύματος] συνεχούς μεταβολής, είτ’ ουν μεταπτώσεως, επτάκις γινομένης, ως λόγος εστίν [=όπως λέγεται], εφ’ εκάστω αεί ημερονυκτίω, του συμβόλου δηλούντος, ως οίμαι, και διδάσκοντος τους δυναμένους τη του νοός επιστασία τον λογισμόν εμβαθύνειν απλανώς και φιλαλήθως τεκμαίρεσθαι [=να συμπεράνουν], ως ουχ απλώς ούτω και ως έτυχε συμβαίνειν σπουδής άνευ ανθρωπίνης και τέχνης την τοιαύτην του θαλαττίου κύματος παλίρροιαν, αλλά τινα δύναμιν είναι μυστηρίου εγκεκρυμμένην τω πράγματι, εν ή θεωρείται το ρευστόν και άστατον και αβέβαιον και ευμετάβλητον, μηδέν όλως στάσιμον έχον ή μόνιμον, της εβδομάδος ταυτησί χιλιονταετηρίδος ζωής άμα και βιοτής [=στον κατά τους βυζαντινούς έβδομον αιώνα από κτίσεως κόσμου, ήτοι από 492 έως 1492 μ.Χ.] (σσ. 95-97, παραγρ. κε΄ 4-19).


*

[το μειράκον] έλεγεν, «ο το Μετανοείτε βοών, εν αέροις φθάσας εδέξατό με, και ουκ είασε προσαραχθήναι τη γη» (σ. 99, παραγρ. κστ΄ 25-28).


*

Εν όσω γαρ ο μακάριος την οδοιπορίαν ήνυε διά της παρακειμένης τω τόπω κοιλάδος, καθαρώς εώρα αυτόν ο αγρότης, εν περιόπτω την ανάκλισιν κεκτημένος [=ενόσω γύρισε και ξεκουραζόταν], την θέσιν υποδυόμενον, αλλά τουναντίον μετέωρον άφνω και εναέριον και φωτί λαμπάδων καταστραπτόμενον. Και τούτο ην ορών ο αγρότης, έως των οφθαλμών αυτού απέδυ [=μέχρις ότου κρύφτηκε από τα μάτια του] αεροβατών ο όσιος. (σ. 107, παραγρ. κθ΄ 34-40).


*

φιλανθρώποις τούτους ιδών οφθαλμοίς [=αφού τούς είδε με φιλάνθρωπα μάτια] και τω πάθει επικλασθείς [=και τους ευσπλαγχνίσθηκε για το πάθος] ευθύς εις ευχήν έστη. Τη δε ευχή και τη της θείας προσηγορίας επωδή [=διά της ευχής δε και της υμνωδίας του θείου Ονόματος], έτι δε και τη αφή της χειρός τας οδύνας έλυσε, και τους ούτω κακώς μέλλοντας κινδυνεύειν ιάσατο (σσ. 106-109, παραγρ. λ΄ 10-14).


*

Και ήν ευδαίμων η Λακεδαίμων τοιούτου ακέστορος [=θεραπευτή] και πολιούχου ευμοιρήσασα και ταις τούτου μάλλον εναβρυνομένη θείαις παρακλήσεσι και ταις ιεραίς διδασκαλίαις ρυθμιζομένη [=που την καθοδηγούσαν] προς παν είδος αρετής ή ταις πάλαι Λυκούργου κεναίς νομοθεσίαις (σ. 117, παραγρ. λδ΄ 13-17).


Βίος και Πολιτεία και μερική θαυμάτων διήγησις του Οσίου Νίκωνος του Μετανοείτε (νεοελ. απόδ. Γ. Κατσούλα, έκδ. Τήνος, Αθήνα 1997). Εκ του ιδίου (σ. 153, παραγρ. μβ΄ 34) και ο τίτλος. Σημαίνει· φυγαδευτήριο δίψας. Ο ίδιος.

Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

με τη ζακχαρώδη λευκότητα...


[...] Παίρνω και εξετάζω τον κρίνο με τη ζακχαρώδη λευκότητα. Η κατάληξη των παρατηρήσεών μου έχει διατυπωθεί από τους βοτανικούς στα γνωστά άνθινα διαγράμματα. Στην περίπτωση του κρίνου (Lilium Candidum) έχουμε: 3 σέπαλα + 3 πέταλα + 6 στήμονες (3+3) + 3 καρπόφυλλα (σχηματίζουν ωοθήκη τρίχωρη με πλήθος ωάρια) + 1 στύλο που καταλήγει σε 3 στίγματα. Προσέχοντας στη σταθερή επανάληψη του αριθμού 3, ανάγονται οι βοτανικοί στο σχηματισμό του άνθους όλων των μονοκοτυληδόνων.

Στο γενικόν αυτό τύπο υπάγονται και τα γένη Όφρυς και Όρχις που ανέφερα ήδη ότι με τόση χαρά συνέλεξα την άνοιξη βγαίνοντας στο γειτονικό μας δάσος Κουρί. Σ' αυτά τα παράξενα λουλούδια που χαρακτηρίστηκαν από μερικούς ειδικούς «νύμφες του αιθέρα», ο αριθμός των στημόνων περιορίζεται από 3 σε 1, του οποίου οι ανθέρες βρίσκονται προσκολλημένοι επί της απολήξεως του υπέρου, αποτελώντας το γυνόστεμμα, κάπως ξεχωριστό όργανο που στεφανώνει το θήλυ, την ωοθήκη, που αυξάνει περιστρεφομένη γύρω από τον εαυτό της, σε τρόπο που νά 'ρθει μπροστά στο χείλος το υπερτροφικό από τα τρία πέταλα του άνθους, που ξεμοιάζοντας σε σχήμα και χρώμα πολλά άλλα ζώα, έντομα, μύγες, πεταλούδες, ή ακόμα και τη γόβα που φόραγε η Αφροδίτη, προσδίδει σε ολόκληρη την οικογένεια αυτών των φυτών την ομορφιά που τα καθιστά περιζήτητα, ιδίως από τον 18ο αιώνα του Διαφωτισμού και μετά, που εισήχθηκαν τα σπάνια εξωτικά είδη.

Το είδος Ophrys που βρίσκω στο Κουρί μοιάζει με μέλισσα [αλλού γράφει· σφήκα]. Επίσης στο υπόδασος από το Κουρί έχω βρεί άτομα του είδους Λιμόδορον, που στέλεχος, φύλλα, άνθος έχουν μια χαρακτηριστική κυανή ορφνή σαν καρβουνιασμένη απόχρωση, λόγω της τελείας απουσίας της χλωροφύλλης εκ του σαπροφύτου αυτού, που βλασταίνει πάνω στα πεσμένα μαραμένα φύλλα των δένδρων και θάμνων που σωριάσαν τα έτη. Αν ήμουν ρομαντικός και αφηνόμουν ανεξέλεγκτα στις παρορμήσεις των συναισθημάτων, θα μπορούσα να σας πώ ότι με το Λιμόδορον ταυτίζω την αισιοδοξία που νιώθω να εξανθεί μέσα μου, καθώς βάνω μπροστά τη δουλειά να επαναλάβω όσα περί ψυχής διετύπωσε ο Πλάτων, νιώθoντας δικαιολογημένη την αθανασία στην οποία πίστευε.

Συχνά οι μέσα μας λυρικές φωνές μάς παρωθούν σε τέτοιου είδους συσχετίσεις, που αν γενικά ευσταθούν, ωστόσο εύκολα γίνονται τροφή της αρνήσεως σε κάθε «πιστεύω», μετά που θα δούμε το εύχαρι αντικείμενο να μαραίνεται στα χέρια μας.

Δεν πρόκειται ποτέ ν' αμφισβητήσω ότι ο Αρχάγγελος Γαβριήλ, Ταξίαρχος των Επουρανίων Ασωμάτων Δυνάμεων, κατερχόμενος επί γής διά να ευαγγελίσει τη Θεοτόκο, έτεινε με το χέρι του προς το παρθενικό της Άγιο πρόσωπο ένα κρίνο με ζακχαρώδη λευκότητα. Η σκέψη μου απλώς μόνο τείνει στην εκδοχή ότι κρίνο κάλλιστα μπορεί νά 'ταν το ίδιο το χέρι της επουρανίου δυνάμεως.

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Αρχιτεκτονική της σκόρπιας ζωής, Β΄.


Δευτέρα, 20 Μαρτίου 2017

εις καρδίαν λαβών


γόνυ κλίνας, τη γή το πρόσωπον δίδωσι
και τον εν ουρανοίς κατοικούντα Κύριον
εις καρδίαν λαβών,
εκείνου και εδέετο *

Νίκων ο παλαιός εκείνος παπουλάκος πληρώνει θαυματουργικά(;) τους χτίστες του ναού

Εν μιά ουν βουληθείς ο όσιος πείραν του πόθου και της πίστεως, ήν έφασκον έχειν οι προύχοντες της πόλεως εις αυτόν καν τούτω τω μέρει [=κάποια ημέρα, λοιπόν, θέλοντας ο Όσιος να λάβη πείρα του πόθου και της εμπιστοσύνης, που έλεγαν ότι έχουν σ’ αυτόν οι άρχοντες της πόλεως και σ’ αυτήν την περιοχή], επεί ουκ είχεν όθεν αφοσιώσοιτο τον μισθόν τοις δομήτορσιν ο και μηδενός οβολού ευπορείν μάρτυρας έχων τους πάντα βλέποντας οφθαλμούς [=επειδή δεν είχε από πού να πληρώση τον μισθό στους οικοδόμους, αφού δεν διέθετε ούτε έναν οβολό, σαν μάρτυρες έχοντας τους οφθαλμούς που τα πάντα βλέπουν], προυτρέψατο τοις δομήτορσιν άλυσιν αυτώ περιθείναι και δίκην ανδραπόδου [=σαν να είναι σκλάβος] εφέλκεσθαι αυτόν εκ του τραχήλου καθ' όλης της πόλεως.

Ο δε πιστός ταύτης λαός, αισθόμενος [=όταν αντελήφθη] τον σκοπόν του πράγματος, ευψύχως άμα και φιλοτίμως πάνθ' όσα τοις έλκουσιν ώφειλε καταβαλλόμενοι [=κατέβαλαν όλο όσα ώφειλε σ' αυτούς που τον έσυραν], ευχών αντελάμβανον πλούτον [=ανταμειβόμενοι με τον πλούτο των ευχών του].

Της γουν αλύσεως ταύτης τί αν γένοιτο μακαριώτερον, της τη προσψαύσει της τιμίας και καθαράς αυτού σαρκός αγιασθείσης [=η οποία με το άγγιγμα της τιμίας και καθαράς αυτού σαρκός αγιάσθηκε] και τη μεθέξει του εν αυτώ αγίου Πνεύματος [=και με την μέθεξι του αγίου Πνεύματος που υπήρχε σ’ αυτόν] νόσου πάσης και μαλακίας λυτήριον αποδειχθείσης [=απεδείχθη θεραπευτήριο κάθε ασθενείας και νόσου];

Δι' ής καθ' εκάστην πονηρά πνεύματα εξ ανθρώπων απελαύνονται και σημεία τελούνται παράδοξα και ιάσεις βρύουσι διηνεκείς επί πάσι τοις πίστει προσιούσι και επαυχενιζομένοις αυτήν; Κάν γαρ σιδηράς έτυχε της ουσίας [=κι αν είναι από σίδηρο], αλλά θεϊκής πεπλήρωται χάριτος και δυνάμεως.

Βίος και Πολιτεία και μερική θαυμάτων διήγησις του Οσίου Νίκωνος του Μετανοείτε (νεοελ. απόδ. Γ. Κατσούλα, έκδ. Τήνος, Αθήνα 1997, σ. 133, παραγρ. λζ΄ 32-52). Από όπου (σσ. 77-79, παραγρ. ιη΄ 13-15) και το motto και ο τίτλος του παρόντος. Ο ίδιος.