Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2020

πηγάζει από κάποια έμπνευση


Στην επιστημονική εργασία δεν μετρά τελικά η μέθοδος, που στο κάτω κάτω θεωρείται αυτονόητη, αλλά η ποιότητα της λύσης, που πηγάζει από κάποια έμπνευση, την οποία γεννά η καλή γνώση των πραγμάτων.

Έτσι εξηγείται το γεγονός ότι πολλές επιστημονικές εργασίες με τέλεια μέθοδο δεν πείθουν, ενώ άλλες ατελείς πείθουν και η πειθώ αυτή ξεπερνά τις ατέλειες. Και το συμπέρασμα είναι πάντα μια αλήθεια συμβατική, μια αλήθεια που εμείς θεωρούμε τέτοια.

Παράλληλη άραγε δεν είναι και η διεργασία του λογοτέχνη; Συνθέτει μια ζωή, που ενώ δεν είναι η ίδια η ζωή, μάς πείθει σαν τέτοια;

Γιατί λοιπόν το έργο να μην είναι ένα τελικά, που θα περιέχει αυτοδύναμα και συνθετικά και τα δυό στοιχεία; Συναισθηματική σύλληψη και σύνθεση, επιστημονικό υλικό και μέθοδος. Αποτέλεσμα: έργο με αντικειμενική αλήθεια αλλά και αισθητική χαρά.

*

Το έργο είναι στενά δεμένο με την έννοια της προσφοράς και της χειρονομίας. Ο κτήτωρ μιας βυζαντινής εκκλησίας εικονίζεται πάντα σε χειρονομία προσφοράς κρατώντας το ομοίωμα του κτίσματός του.

Η θεώρηση αυτή, όπου ο άνθρωπος και το πράγμα αντιπροσωπεύονται σε ένα αποτέλεσμα, το πεπραγμένο, είναι το χαρακτηριστικό κίνητρο του αρχαιολόγου, που στοργικά σκύβει να μαζέψει στις τσέπες του εκείνο το μικρό, ασήμαντο πετραδάκι, μέσα σ' όλα τ' άλλα, γιατί πάνω του διέκρινε και την ελάχιστη ανθρώπινη παρουσία.

Από τη σκοπιά αυτή, αρχαιολογία δεν είναι μόνο μια επιστήμη αλλά διάθεση του ανθρώπου. Έτσι εξηγείται γιατί στις ανασκαφές των Φιλίππων βρέθηκε πεσμένος πάνω στο πλακόστρωτο του αιθρίου της οκτάγωνης παλαιοχριστιανικής εκκλησίας ένας νεολιθικός πέλεκυς, που κάποιος άγνωστός μας κάτοικος της πόλης θα τον μάζεψε τότε, σ' ένα περίπατό του, από τη γειτονική προϊστορική τούμπα του Ντικιλί-τας.

Χαράλαμπος Μπακιρτζής,
Πεζά κείμενα με τίτλο Αρχαιολογικαί μελέται (έκδ. Β΄ επαυξημ. Άγρα, Αθήνα 1993, σσ. 154-155, 120).

Πέμπτη, 17 Σεπτεμβρίου 2020

έμαθε την ευχή της προσκομιδής


Έλεγε μάλιστα σε μάς ο Αββάς Γρηγόριος ο από Σχολαρίων. ότι ήταν ένας αδελφός στο Κοινόβιο του Χοζεβά, ο οποίος έμαθε την Προσκομιδή της Αγίας Αναφοράς. Μια λοιπόν ημέρα εστάλη να φέρει πρόσφορα και ερχόμενος στο Μοναστήρι, είπε την Ακολουθία της Προσκομιδής κατά την τάξιν.

Τα πρόσφορα αυτά έβαλαν οι Διάκοι μέσα στον δίσκο μπροστά στο Άγιον Θυσιαστήριον και όταν έκαμε την Προσκομιδή ο Αββάς Ιωάννης ο επονομαζόμενος Χοζεβίτης –ο οποίος τότε ήταν Πρεσβύτερος και αργότερα έγινε Επίσκοπος Καισαρείας της Παλαιστίνης– δεν είδε, κατά την συνήθεια, την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος.

Και επειδή λυπήθηκε μήπως ο ίδιος διέπραξε κάποια αμαρτία και γι' αυτό απομακρύνθηκε το Άγιον Πνεύμα, μπήκε στο διακονικόν και έπεσε με το πρόσωπο στη γή κλαίγοντας. Εμφανίστηκε τότε σ' αυτόν Άγγελος Κυρίου λέγοντας ότι, αφ' ότου ο αδελφός ο οποίος έφερε τα πρόσφορα έλεγε την Ακολουθία της Αγίας Αναφοράς στον δρόμο, αγιάστηκαν αυτά και είναι τέλεια.

Από τότε έβαλε κανόνα ο Γέροντας να μη μάθει κανείς την Αγία Αναφορά χωρίς να είναι χειροτονημένος, ούτε να την λέει οποτεδήποτε δίχως [να βρίσκεται] σε τόπο αγιασμένο.

[εκ του Παλαιού Λειμωναρίου Ιωάννου του Μόσχου ή Ευκρατά, «περί οσίων ανδρών, κεφ. 15ο και 16ο», με την επισημείωση πως το νέο αυτό παιδί, αγένειο, ήταν ο όσιος Ζήνωνας, ο τελευταίος από τους πέντε πρώτους οικιστές του Χοζεβά πριν ακόμη έρθει ο Ιωάννης (στο ίδιο, σσ. 126-128).

Εκ του Βίου του οσίου Ιωάννου επισκ. Καισαρείας του Χοζεβίτου, εν Του Χοζεβά άγιοι κτήτορες. Των ασκητών ποδηγέται (έκδ. Ι.Μονής Χοζεβά, 2007, σσ. 117-118).

Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2020

δηλοί την νέκρωσιν


«Το μαύρο φόρεμα των Μοναχών, γράφει ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, εν τω Πηδαλίω, σ. 261, δηλοί ότι μοναχικώς αυτοί πολιτεύονται, συμμαζωμένοι εις τον εαυτόν τους, καθώς και το μαύρον χρώμα συμμαζώνει την όψιν εις εαυτό. Δηλοί ακόμη και το πένθος και λύπην οπού πρέπει να έχη ο Μοναχός.

Ο μεν χιτών, ός νυν εσώρασον καλείται και ζωστικόν, δηλοί τον χιτώνα της αγαλλιάσεως και την θείαν δικαιοσύνην ήν ενδύεται ο μοναχός, αντί των δερματίνων χιτώνων και αντί της γυμνώσεως του Αδάμ.

Το παλλίον [το οποίον ήτο φόρεμα και περιβόλαιον] δηλοί την στολήν της αφθαρσίας και σεμνότητος, και την θείαν σκέπην και περιβολήν. Η ζώνη, δερματίνη ούσα και σφίγγουσα την μέσην, δηλοί την νέκρωσιν των σαρκικών επιθυμιών και την σωφροσύνην, και το να ήναι έτοιμος εις τας διακονίας ο μοναχός.

Τα σανδάλια και παπούτσια δηλούν πώς πρέπει να τρέχη ετοίμως την στράταν του Ευαγγελίου της ειρήνης, χωρίς να σκοντάβη, αλλά να πατή επάνω των νοητών όφεων. Και ότι, καθώς τα παπούτσια είναι υποκείμενα εις το λοιπόν σώμα, έτσι και το σώμα πρέπει να ήναι υποκείμενον εις την ψυχήν.

Το κουκούλιον δηλοί την περικεφαλαίαν του σωτηρίου, την της θείας χάριτος επισκίασιν, την αποβάλλουσαν τα του κόσμου νοήματα, την ακακίαν και ταπείνωσιν, ότι τα άκακα νήπια τοιαύτα φορούσι κουκούλια.

Ο ανάλαβος δηλοί ότι αναλαμβάνει τον Σταυρόν του Κυρίου, ο μοναχός, και ακολουθεί Αυτώ. Έχων δε έμπροσθεν και όπισθεν σταυρούς, δηλοί ότι και ο κόσμος πρέπει να σταυρώνεται εις τον μοναχόν, με την απ' αυτού αναχώρησιν, και ο μοναχός εις τον κόσμον με την προς αυτόν προσπάθειαν, κατά το «εμοί κόσμος εσταύρωται, καγώ τω κόσμω» (Γαλάτας, στ΄, 18).

Ο μανδύας δηλοί ότι ο μοναχός ευρίσκεται τυλιγμένος εις τον μανδύαν του ωσάν μέσα εις τάφον, και ότι ο μοναχός δεν πρέπει να ασηκώνη χέρι είς τινα, (διά τούτο ο μανδύας είναι αχειρίδωτος, ήγουν άνευ μανικίων), μήτε να πράττη τι τού παλαιού ανθρώπου, το δε άπλωμα του μανδύου δηλοί το πτερωτικόν των Αγγέλων, ότι αγγελικόν καλείται το σχήμα των μοναχών. Αι δε τέσσαρες γωνίαι του μανδύου δηλούσι τας τέσσαρας γενικάς αρετάς, φρόνησιν, σωφροσύνην, δικαιοσύνην και ανδρείαν».

Βίος και Πολιτεία και μερική θαυμάτων διήγησις του Οσίου Νίκωνος του Μετανοείτε (νεοελ. απόδ. Γ. Κατσούλα, έκδ. Τήνος, Αθήνα 1997, σσ. 286-287, 303, σχόλια 13 & 43).

Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2020

όπου ήταν εντειχισμένες


Σε μισόν αιώνα, ώς τις αρχές του 20ου αι., η πόλη [της Σαλονίκης] είχε μεταμορφωθεί, αφ' ενός με τις παρεμβάσεις των ευρωπαϊκών δυνάμεων και αφ' ετέρου με την πολιτική εξευρωπαϊσμού, που ακολουθούσε τότε η Πύλη, σε προκεχωρημένο ευρωπαϊκό φυλακείο. Ένδεικτικά των δύο αυτών τάσεων γεγονότα αμέσως μετά τα μέσα του 19ου αι., είναι πρώτα η αγορά των Ειδώλων (Incantadas) από τον E. Miller, αναγλύφων της νότιας στοάς του ρωμαϊκού Φόρου, που έμεναν μέχρι τότε όρθια μέσα στην αυλή ενός εβραϊκού σπιτιού, και η μεταφορά τους το 1865 στη Γαλλία και ύστερα η κατεδάφιση του θαλάσσιου τείχους της Θεσσαλονίκης, που προγραμμάτισε η τουρκική διοίκηση το 1864 στα πλαίσια μιας πολιτικής εξευρωπαϊσμού και άρχισε να πραγματοποιείται το 1866. Αργότερα η κατεδάφιση επεκτάθηκε και στα πεδινά τμήματα του ανατολικού και δυτικού τείχους.

*

Μετά την επιστροφή του [Πέτρου Παπαγεωργίου (1859-1914)] από τη Γερμανία στη Μακεδονία, ενώ διατήρησε τα φιλολογικά του ενδιαφέροντα, άρχισαν οι επιγραφικές εργασίες να πληθαίνουν αισθητά. Ένα τεράστιο υλικό, που προερχόταν από την κατεδάφιση των τειχών της Θεσσαλονίκης, όπου ήταν εντειχισμένες οι ρωμαϊκές επιγραφές, κίνησε το ενδιαφέρον του […].

*

[Ο ίδιος γράφει στην Εικονογραφημένη Εστία του Δροσίνη το 1892:] Προ μηνός όλου περιεφέρετο παρ' ολίγοις τισί των πολιτών λόγος περί αρχιερατικού τάφου κεκρυμμένου εν τω τζαμίω της αγιάς Σοφίας, ού η μεγάλη πυρκαϊά του 1890 σπουδαίως έβλαψεν πάντα τα άλλα μέρη πλην του εν τω θόλω ονομαστού και περικαλλούς ψηφιδωτού του ανήκοντος εις τον Στ΄ αιώνα. Βεβαιότερά τινα εγένοντο γνωστά προ δύο εβδομάδων: κατάδικοι, ελέγετο, αναβιβασθέντες εις τον μιναρέν του τζαμίου, όπως καθαρίσωσιν αυτόν από των πετρών και χωμάτων, άτινα κατά την πυρκαϊάν και μετ' αυτήν εκάλυψαν την είσοδον και την κοχλιοειδή κλίμακα, παρετήρησαν εν τω επί της άκρας κορυφής κυπέλλω (κοινώς τσανάκ), αφ' ού άλλοτε ηκούετο του ιμάμη η προς τον Αλλάχ προσευχή, πλάκα εγγεγραμμένον έχουσαν το όνομα «Γρηγορίου αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης» και το έτος 1360·

επειδή δε κατά το έτος τούτο απέθανεν ο αρχιεπίσκοπος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ού η ημετέρα πόλις έχει το τίμιον λείψανον, το μόνον εκ των πολλών και πολυτίμων κειμήλιον της καείσης μητροπολιτικής εκκλησίας του αγίου Δημητρίου ως εκ θαύματος περισωθέν, ευλόγως υπετέθη ότι η πλάξ, καίπερ παραδόξως μη μνημονεύουσα το επώνυμον, ανήκει εις τον τάφον Γρηγορίου του Παλαμά, όστις κατά την μαρτυρίαν του Φιλοθέου πατριάρχου έκειτο προ της κατακτήσεως εν τω δεξιώ του αγίου Βήματος της πάλαι μητροπολιτικής εκκλησίας της αγίας Σοφίας. [...]

Χαράλαμπος Μπακιρτζής, Πεζά κείμενα με τίτλο Αρχαιολογικαί μελέται
(έκδ. Β΄ επαυξημ. Άγρα, Αθήνα 1993, σσ. 130, 134, 138-139).

Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2020

η δέσποινα της σαλονίκης


[…] να κατηφορίζει την ίδια πλατεία και να τούς διηγείται πως κάτω από το χώμα της θα έχει οπωσδήποτε κτίσματα, που όριζε μάλιστα και τη θέση τους, προσέχοντας πως η πρωινή υγρασία εκεί που υπήρχε τοίχος δεν απορροφιόταν από το χώμα και η γή στα σημεία εκείνα είχε χρώμα πιο σκούρο.

*

Παριστά δέσποινα στο τύπο της Μικράς Ηρακλεώτιδος. Κι αυτό το κτίριο πόσες μνήμες έχει!

Πρώτος που το ταύτισε με το Στάδιο και τη γνωστή, από το μαρτύριο του αγίου Δημητρίου, μονομαχία Νέστορα και Λυαίου ήταν ο Γιώργος Ιωάννου στο διήγημα «Στα καμένα». Τη γνώμη αυτή υποστήριξε με επιστημονικά επιχειρήματα ο καθηγητής Στυλ. Πελεκανίδης, […]. Ακόμα και σήμερα διακρίνονται στο σουβά διαφόρων δωματίων του χαράγματα παραστάσεων αγρίων ζώων, θηριομαχιών, μονομάχων, όπως επίσης και επιγραφές με επικλήσεις θείας χάριτος. Αυτή βέβαια είναι και η τελευταία περίοδος του κτιρίου, η χριστιανική, με τις θηριομαχίες και τα άλλα θεάματα, που τα παρακολουθούσε κι αυτό ο επίσκοπος της πόλης.

*

Και βέβαια η δέσποινα της Θεσσαλονίκης δεν ήταν το μόνο άγαλμα που βρέθηκε μέσα σ' αυτό το θέατρο. Οι ανασκαφές έφεραν στο φώς τρία ακόμη ακέφαλα αγάλματα που το κοσμούσαν. Οι αρχαιολόγοι έδωσαν στα τρία αγάλματα ονόματα Μουσών, ρυθμίζοντας έτσι τη σχέση μαζί τους.

Ο προσεκτικός ωστόσο σήμερα επισκέπτης του Μουσείου θα προσέξει πως τα τρία ολόγλυφα περίοπτα αγάλματα έχουν ορισμένα χαρακτηριστικά, που μπορούν πιο καθοριστικά να μιλήσουν για την ταυτότητά τους. Αν τα κοιτάξει κανείς από τα πλάγια βλέπει ότι έχουν κάποια χαρακτηριστική και εύκολα αντιληπτή κλίση προς τα μπροστά, πως είναι κάπως στενά σαν ξόανα και πως το πίσω μέρος τους είναι δουλεμένο μεταγενέστερα από το εμπρόσθιο με χοντρή ξοΐδα.

Οι παρατηρήσεις αυτές οδηγούν με ασφάλεια στη σκέψη ότι τα τρία ολόγλυφα αγάλματα ήταν αρχικά μορφές ανάγλυφες, πιθανότατα κοσμούσαν πεσσούς, που στέκονταν ψηλά -γι' αυτό και η κλίση τους προς τα μπροστά- πάνω από μια κιονοστοιχία της Αγοράς ή κι αυτού του Θεάτρου, όπως ακριβώς τα Είδωλα, οι Μαγεμένες (Incantadas) ανάγλυφες πάνω σε πεσσούς μορφές, που κοσμούσαν την κεντρική είσοδο προς την Αγορά της Θεσσαλονίκης […].

Δε
ν ήταν μόνο τα τρία αυτά αγάλματα, που ξέκρισαν από τους πεσσούς των οι χριστιανοί και στόλισαν το Θέατρό τους αλλά κι αυτή η δέσποινα, ρωμαϊκό κατά βάσιν άγαλμα του 2ου αι., ξαναδουλεύτηκε στα πρώτα χριστιανικά χρόνια. Κι άλλο, πορτραίτο κάποιου φιλοσόφου, που δουλεύτηκε ξανά για να γίνει απόστολος και βρέθηκε μέσα στις ακαθαρσίες, που γέμισαν την υπόγεια στοά της Αγοράς στα μεταγενέστερα χρόνια.

Χαράλαμπος Μπακιρτζής, Πεζά κείμενα με τίτλο Αρχαιολογικαί μελέται (έκδ. Β΄ επαυξημ. Άγρα, Αθήνα 1993, σσ. 87, 87-88, 88-89).

Τρίτη, 1 Σεπτεμβρίου 2020

εκυμηθι


ΕΚΥΜΗΘΙ. Κατ' εξοχήν χριστιανική έκφραση του «απέθανε». Συναντάται όμως και στους αρχαίους συγγραφείς· ήδη στον Όμηρο μεταφορικά με τη σημασία του «αποθνήσκω»· «κοιμήσατο χάλκεον ύπνον» (Ιλ. Λ 41). Η προσδοκία της ανάστασης των νεκρών καθιέρωσε στα χριστιανικά χρόνια την πεποίθηση ότι θάνατος δεν σημαίνει τέλειος αφανισμός ψυχής και σώματος αλλά κοίμηση προσωρινή του ανθρώπου ώς τη Μέλλουσα Κρίση. «Διά τούτο και αυτός ο τόπος κοιμητήριον ωνόμασται, ίνα μάθης ότι οι τελευτηκότες ου τεθνήκασι, αλλά κοιμώνται και καθεύδουσι».

[…] Τα «λάθη» είναι πολύ γνωστές περιπτώσεις του γλωσσικού φαινομένου που λέγεται γιωτακισμός. Δεν οφείλονται μόνο στην αμάθεια και στην αδιαφορία του γραφέα. Έχουν σχέση και με τον προφορικό λόγο και τα γλωσσικά ιδιώματα.

[…] Επιδράσεις της μικρογράμματης γραφής στη μεγαλογράμματη είναι συχνές στη μεσαιωνική ελληνική γραφή, από τα τέλη του 9ου αι. κυρίως ώς τις αρχές του 11ου αι.

*

Στην Αίγυπτο επικρατεί άλλος τύπος· «εκοιμήθη ο μακάριος», είναι όμως παλαιότερος του προηγουμένου. Και οι δύο αναφέρονται σ' ένα γεγονός, στον θάνατο. Γι' αυτό μετά το όνομα του νεκρού ακολουθεί ο χρονικός προσδιορισμός της κοίμησής του. Και η επιγραφή τελειώνει.

*

Στην περίπτωση που ο χρονικός προσδιορισμός περιέχει μόνον μήνα και ημερομηνία, η αναφορά στην ημερομηνία δεν γίνεται πάντοτε με τη χρονική δοτική, π.χ. «απριλίω η΄», αλλά με την εμπρόθετη αιτιατική πληθυντικού «εις τας» ή σπανιότερα ενικού «εις την». Και οι δύο είναι μορφές της δημοτικής γλώσσας. Εμφανίζονται στον 9ο-10ο αι. που είναι περίοδος γενικότερων μεταλλαγών της ελληνικής γλώσσας.

*

Ώστε, «εκοιμήθη ο δούλος του Θεού Κωνσταντίνος μηνί Νοεμβρίω ογδόη στυκα΄ (=912)». […] Γιατί τάχα πρότεινε τούτη την ανάγνωση; Καταλάβαινε πολύ καλά πως μια άλλη εκδοχή «εκοιμήθη ο δούλος του Θεού Κωνσταντίνος μηνί Νοεμβρίω εις την κα΄», ανταποκρινόταν καλύτερα στα δεδομένα. […] Κατηφόρισαν προς τη λίμνη, όπου το νερό ήταν πολύ σκοτεινό για να καθρεφτίσει τα πλατάνια.

Χαράλαμπος Μπακιρτζής, Πεζά κείμενα με τίτλο Αρχαιολογικαί μελέται (έκδ. Β΄ επαυξημ. Άγρα, Αθήνα 1993, σσ. 11-12 και 23, 15, 16, 20, 20-21).