Κυριακή, 07 Φεβρουαρίου 2010

στον έρωτα...


Μιλάμε για να μην πούμε τίποτε απολύτως, αλλά όχι επί ματαίω: δεν υπάρχει εδώ καμιά αποτυχία, καμιά σιωπή, καμιά μοναξιά, αφού μιλάμε για να μας ερεθίσουμε – για να δώσουμε ο ένας στον άλλο τη σάρκα που δεν έχουμε.

[...]

Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι η ερωτική γλώσσα όχι μόνο μιλάει για να μη λέει τίποτε, αλλά συνήθως λέει οτιδήποτε. Ο εραστής απευθύνεται απευθείας στον εραστή με την πρόθεση να τον ερεθίσει και να λάβει από αυτόν την ίδια του τη σάρκα·

[...]

'Ενας έρωτας ξεκινά όταν ο καθένας μιλάει στον άλλο για τον άλλο και μόνο, και για τίποτε άλλο· και τελειώνει όταν αισθανόμαστε την ανάγκη να μιλήσουμε για κάτι άλλο, άλλο από τον άλλο – εν ολίγοις να κάνουμε κουβέντα.


Jean-Luc Marion, Το ερωτικό φαινόμενο (μτφρ. Χρ. Μαρσελλος, έκδ. Πόλις, Αθήνα 2008, σσ. 277, 279).


Τετάρτη, 03 Φεβρουαρίου 2010

απ' αφορμή την φθορά της σκάλας


[...] 'Οσα κάνει στο πέρασμα της μέρας είναι πιο ασήμαντα ακόμη και από την αποκατάσταση της σκάλας. Ποτέ δεν αναλαμβάνει την επιδιόρθωση, σαν να ελπίζει κάθε στιγμή ότι κάποια από τις πράξεις του θα αποδειχτεί επιτέλους σημαντικότερη. Συνήθως χαϊδεύει το πέος του και νομίζει πως όταν αυτό μεγαλώνει εκείνος πετυχαίνει κάτι σημαντικότερο απ' ό,τι θα πετύχαινε αν εργαζόταν για τη σκάλα. [...]


Αριστείδης Αντονάς, Η τραγουδίστρια και η πολυθρόνα (από το πρώτο κεφάλαιο, έκδ. 'Αγρα, Αθήνα 2009, σσ. 15-16).


Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2010

το να θυμάσαι


Κατά την άποψή μου, τίποτε δεν είναι πιο επικίνδυνο από το να θυμάσαι. 'Οταν θυμάμαι ένα περιστατικό της ζωής, είναι επειδή έχει πάψει αυτό καθαυτό να υπάρχει. Λέγεται ότι ο χωρισμός ανανεώνει τον έρωτα και είναι απολύτως αληθινό, όμως το κάνει μ' ένα τρόπο καθαρά ποιητικό. Το να ζείς με την ανάμνηση είναι ο πιο τέλειος τρόπος του να ζείς τον οποίο μπορεί κανείς να φανταστεί. Η ανάμνηση μάς χορταίνει περισσότερο από κάθε πραγματικότητα και διακατέχεται από μια γαλήνη που καμμιά πραγματικότητα δεν διαθέτει. 'Ενα συμβάν που το αναπολεί κανείς έχει ήδη καταχωρηθεί στην αιωνιότητα και δεν παρουσιάζει πλέον κανένα εφήμερο ενδιαφέρον.


Soren Kierkegaard, Διαψάλματα


------
Το είχα υποσχεθεί ήδη από τότε. Για την πριπέτεια με την Regina έγραψε κι αυτός εδωδά, όπως έχω ήδη σημειώσει παλαιότερα. Ο ίδιος.


Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2010

για τις πρώην καταστάσεις


Ας εξετάσουμε πρώτα τις αγάπες που είχα για κάποιο χρόνο πριν τις προδώσω ή τις εγκαταλείψω. Κι όμως, τους μένω πιστός, και μάλιστα οριστικά. 'Οχι βέβαια χάρη στις προσπάθειες της ανάμνησης, που η εργασία του πένθους ή μια απογοήτευση με τη λογοκρισία της μπορούν αν θέλουν, αντιθέτως, να τις καταργήσουν. Αλλά επειδή όσο πιο πολύ πείθω τον εαυτό μου ότι «Δεν θέλω να ακούσω τίποτε», τόσο πιο πολύ αναγνωρίζω, με την άρνησή μου την ίδια, ότι ήμουν ο εραστής εκείνου για τον οποίο σήμερα θέλω να ξεχάσω τα πάντα.

Δεν είναι η μνήμη του τάδε προσώπου, ή ετούτης εδώ της σάρκας, ούτε αυτού εδώ του άλλου – όλα αυτά μπορούν κάλλιστα να εξαφανιστούν χωρίς να αφήσουν ψυχολογικά ίχνη. Είναι ότι κάποτε έκανα μια ανεπανόρθωτη εξομολόγηση σ' αυτόν που ίσως έχει σβήσει από τη μνήμη μου και του οποίου έγινα ο εραστής· αν σήμερα έχω ξεχάσει τα πάντα, αυτό δεν αλλάζει το γεγονός ότι, για να αγαπήσω αυτόν που έχει πια εκλείψει, έφτασα όντως στο καθεστώς του εραστή, ότι αγάπησα όντως από πρωτοβουλία σύμφωνα με την αρχή του μη αποχρώντος λόγου, και ότι όντως έλαβα από αυτόν τη σάρκα μου (την οποία δεν είχε) δίνοντάς του τη δική του (την οποία δεν είχα).

Οπότε, ακόμα κι αν ο όρκος δεν ήξερε πώς να διαρκέσει, δεν το μπόρεσε, ή δεν το θέλησε, ακόμα κι αν ο άλλος έχει εξαφανιστεί μαζί με το φαινόμενο που τον φανέρωσε, το γεγονός παραμένει ότι ριζικοποίησα την ερωτική αναγωγή, της οποίας η σφραγίδα με σημαδεύει για πάντα. 'Ο,τι έκανα, είπα ή αισθάνθηκα από έρωτα φτάνοντας μέχρι τη ριζικοποιημένη ερωτική αναγωγή, με σημάδεψε σαν οριστικό στίγμα και μού επέβαλε μια νέα μορφή. 'Ισως έχασα με το χρόνο τον τάδε άλλο ή έχασα χρόνο μαζί του – αλλά δεν θα χάσω ποτέ αυτό που χρειάστηκε να γίνω για να τον αγαπήσω.

'Ολες τις πράξεις που έκανα ως εραστής, τις κρατώ για πάντα μέσα μου – ή μάλλον με κρατούν μέσα τους και σώζουν την αδιαμφισβήτητη ερωτική αξιοπρέπειά μου. Αυτοί που αγάπησα ίσως χάθηκαν, όχι όμως το γεγονός ότι τούς αγάπησα, ούτε ο χρόνος που αφιέρωσα γι' αυτό, ούτε ο εραστής που έγινα για να τούς αγαπήσω. Γιατί δεν υπάρχει ποτέ πρώην, υπάρχουν μόνο τα ανεξίτηλα ίχνη των άλλων, που με έκαναν εραστή, εραστή όχι άσφαλτο, αλλά ανέκλητο. Ποτέ δεν θα μπορέσω να αναιρέσω το γεγονός ότι μπήκα στον πειρασμό να αγαπήσω, ότι επομένως αγάπησα.


Jean-Luc Marion, Το ερωτικό φαινόμενο (μτφρ. Χρ. Μαρσελλος, έκδ. Πόλις, Αθήνα 2008, σσ. 351-352).


Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2010

η ζήλια και η τιμή της


Και όμως, πώς να μην παραδεχτούμε ότι, στις αξιοθρήνητες μορφές που παίρνει, η ζήλια αντιφάσκει και φαινομενικά αποδεικνύεται μάταιη; Αρκεί να την ακούσει κανείς να μιλάει για να πειστεί.

Πρώτη μορφή: αγαπώ τέλεια (το λέω και το καυχιέμαι) έναν άλλο που, εκείνος, όπως δείχνουν τα πράγματα δεν με ανταγαπά· βλέπω σ' αυτό αδικία· με πιάνει αγανάκτηση, αυτό που λένε ζήλια. Αλλά τι σημαίνει εδώ το αγαπώ; Τίποτε παραπάνω από μια αδιαμόρφωτη επιθυμία, που δεν φτάνει ακόμα ώς την ερωτική αναγωγή, αγνοεί την πρωτοβουλία του εραστή και λυσσάει ζητώντας τυφλά την αμοιβαιότητα χωρίς ποτέ να υποθέτει ότι η αμοιβαιότητα, ίσως, δεν είναι κάτι αυτονόητο. Η αγωγή της ζήλιας καταλήγει σε αθώωση. Αν εξακολουθήσω να απαιτώ αυτό που κανείς δεν μού οφείλει, αυτό θέτει εν αμφιβόλω τη νοημοσύνη και τη διαύγειά μου, την ικανότητά μου να αρέσω και τη χάρη μου, αλλά δεν αφορά τον άλλο, ο οποίος εξ ορισμού δεν μού οφείλει τίποτε. Πρόκειται λοιπόν για παρεξήγηση ως προς το τι χρωστά ο άλλος, ως προς τα δικαιώματά μου απέναντί του και ιδίως ως προς την ίδια την έννοια του έρωτα.

[...]

Αυτό λοιπόν που απαξιώνει τη ζήλια δεν είναι τόσο οι αντιφάσεις της, όσο προφανείς κι αν φαίνονται, όσο η απόλυτη άγνοια της ερωτικής αναγωγής και των διαδοχικών στιγμών της που τη χαρακτηρίζει. Γιατί η ζήλια, όταν διαμαρτύρεται ότι ο άλλος δεν με αγαπά, δεν βλέπει καν τη βαθιά αδικία αυτού που προϋποθέτει – ότι ο άλλος θα έπρεπε να με αγαπά, ότι το οφείλει κιόλας, ιδίως αφού εγώ τον αγαπώ ήδη, και ο έρωτας απαιτεί αμοιβαιότητα· η ζήλια προϋποθέτει λοιπόν ότι δεν τελώ την ερωτική αναγωγή, ότι δεν αντικαθιστώ το ερώτημα «'Αραγε μ' αγαπούν;» με το ερώτημα «'Αραγε μπορώ να αγαπήσω, πρώτος εγώ;», εν ολίγοις ότι δεν κάνω ακόμα έρωτα ως εραστής, ότι δεν έχω την πρωτοβουλία, παρά απαιτώ αμοιβαιότητα, εν ολίγοις ότι δεν αγαπώ. 'Ετσι εννοημένη, η ζήλια δεν προτείνει παρά μια εξέλιξη προς τα κατώτερα στάδια της ερωτικής αναγωγής. Δεν μπορώ παρά να τη βγάλω από το δρόμο μου, όπου θα πρόσθετε απλώς μια ακόμα απορία.


Jean-Luc Marion, Το ερωτικό φαινόμενο (μτφρ. Χρ. Μαρσελλος, έκδ. Πόλις, Αθήνα 2008, σσ. 322-323, 325).


Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2010

έρως


Με τραβούσε μια δυνατή επιθυμία για τα μέρη [του Σινά], που τώρα πια ΕΧΩ κατακτήσει, και πετούσε ευτυχισμένη η σκέψη μου στην απόλυτη ησυχία και τίποτε άλλο δεν μπορούσα να σκεφτώ ή να ιδώ εκτός από αυτό. Γιατί όταν ο έρωτας κυριέψει την ψυχή κάποιου, την αποσπά βίαια απ' όλα, ακόμη κι απ' τα πάρα πολύ σπουδαία, και την οδηγεί σ' αυτό που ποθεί, χωρίς να λογαριάζει ούτε τον κόπο ούτε την κούραση ούτε εξευτελισμό. Γιατί όλα τότε είναι υποταγμένα πρόθυμα στην επιθυμία και τυραννιούνται θεληματικά και ευχαριστιούνται στον ζυγό της υποταγής από μια θεληματική και αυθόρμητη ανάγκη.


Αββάς Νείλος, Διήγημα 7, Μαρτυρολόγιον του Σινά (μτφρ., σ. 266).


Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2010

τον είχε κάμει ποιητή


«Αρκετό καιρό τώρα –γράφει ο Constantius για τον Νέο [ψευδώνυμοι του συγγραφέα ήρωες στην Επανάληψη]- ήταν ερωτευμένος, αλλά το έκρυβε ακόμα κι από μένα! Τώρα βρισκόταν πια στο στόχο της επιθυμίας του. Είχε εξομολογηθεί και βρεί ανταπόκριση». Η αγάπη που ένιωθε για τη νέα ήταν όλο πάθος. «Ο ίδιος φλογιζόταν μέσα στην αγάπη. 'Οπως το σταφύλι που όταν φτάνει στην ύψιστη φάση γίνεται φωτεινό και διαφανές κυκλοφορώντας ο χυμός μες από τις λεπτές φλέβες, όπως ο φλοιός που σκάει σαν ωριμάσει ο καρπός σ' όλη του την πληρότητα, έτσι ξεσπούσε ο έρωτας σχεδόν ολοφάνερα πάνω στη μορφή του».

Μέσα σε τέτοιες στιγμές έξαρσης άφηνε να ξεσπά ο έρωτάς του «σε χαρά μακάρια», επαναλαμβάνοντας ξανά και ξανά μια στροφή του Paul Moller:

Μες στα γεράματα βαριά που γέρνω εδώ
Κάποιο όνειρο αναδεύεται στης μνήμης
τον πυθμένα.
Για Σε βυθίζομαι και Σένα αναπολώ,
Γυναίκα κι Ηλιε μου, ολοένα!

Μόλο το πάθος του όμως για την αγαπημένη του ένιωσε κάποια στιγμή η αγάπη του να μεταβάλλεται σε ανάμνηση, λες και η νέα του αυτή εμπειρία ξεπήδησε μες από τα ίδια τα λόγια του ποιητή. 'Οπως διηγείται ο Constantius για τον Νέο, «ήταν ερωτευμένος μέσα του βαθιά, αυτό ήταν φανερό, κι ωστόσο ήταν αμέσως σε θέση κιόλας μιάν από τις πρώτες μέρες να κάμει την αγάπη του ανάμνηση. Είχε στο βάθος ξοφλήσει με ολόκληρη τη σχέση. Αρχίζοντας έκαμε ένα βήμα τόσο τρομερό που προσπέρασε τη ζωή». Η πλάνη του ήταν πως «στεκόταν στο τέλος αντί στην αρχή». 'Ομως, στην πραγματικότητα, όπως παρατηρεί ο Constantius, «στην πρώτη χαραυγή του έρωτα παλεύουν μέλλον και παρόν αναμεταξύ τους για να πάρουν μια αιώνια έκφραση. Και τούτη η πράξη ανάμνησης είναι ακριβώς η αιωνιότητα, ξανακυλώντας πίσω μέσα στο παρόν. Αρκεί η ανάμνηση αυτή να είναι υγιής».

Στην περίπτωσή του ειδικά, ο Νέος, αντί να σκέφτεται πια το μελλοντικό γάμο με την αγαπημένη του, βλέπει τώρα τον εαυτό του ένα γέρο που κάθεται σε μια πολυθρόνα κι αναθυμάται τις ερωτικές μέρες της νιότης του. Γιατί «από την πρώτη στιγμή έγινε γέρος άνθρωπος αναφορικά με τη σχέση ολόκληρη». Στην πραγματικότητα, το αληθινό συναίσθημα αγάπης τέλειωσε γι’ αυτόν αμέσως μόλις άρχισε. 'Εγινε νοσταλγία. Ο πόθος του ανάμνηση. Η λατρεμένη κοπέλα άρχισε πια να τού γίνεται σχεδόν εμπόδιο. Κι ωστόσο ήταν η αγαπημένη, η μοναδική του αγάπη. 'Ομως, από την άλλη μεριά, δεν την αγαπούσε. Τη νοσταλγούσε μονάχα. Αντί για το γάμο, αντί για την πραγματικότητα της ζωής, προτιμούσε να ζήσει με τη νοσταλγία αυτή, να ζήσει σαν ποιητής. 'Ετσι ο Constantius διαπιστώνει τώρα σχετικά με τον Νέο: «Μια ποιητική παραγωγικότητα ξυπνούσε μέσα του σύμφωνα μ' ένα μέτρο που ουδέποτε είχα πιστέψει πως ήταν δυνατό. Τώρα τα καταλάβαινα όλα με άνεση. Η κοπέλα δεν ήταν η αγαπημένη του. 'Ηταν η αφορμή που ξύπνησε μέσα του το ποιητικό ταλέντο και τον έκαμε ποιητή. Γι' αυτό το λόγο δεν μπορούσε παρά ν' αγαπά μονάχα εκείνη. Δεν μπορούσε να την ξεχάσει ποτέ, ν' αγαπήσει ποτέ του άλλη, κι ωστόσο για πάντα μονάχα να τη νοσταλγεί. Είχε απορροφηθεί μέσα σ' ολόκληρη την υπόστασή του. Η μνήμη γι' αυτή μέσα του ήταν αιώνια νέα. Η σημασία της γι' αυτόν ήταν μεγάλη, τον είχε κάμει ποιητή. Κι έτσι ακριβώς είχε υπογράψει την ίδια της τη θανατική καταδίκη».


Μιχ. Κ. Μακράκης, Η φιλοσοφία του Kierkegaard (έκδ. 'Ιδρυμα Γουλανδρή-Χορν, Αθήνα 1983, σσ. 65-68).


-----
Προηγήθηκε αυτό εδωδά.


Παρασκευή, 08 Ιανουαρίου 2010


Γιατί η ομορφιά, Φαίδρε, πρόσεξέ το αυτό, μόνο η ομορφιά είναι θεϊκή και συνάμα ορατή, η ομορφιά είναι λοιπόν ο δρόμος της αίσθησης, μικρέ μου Φαίδρε, ο δρόμος του καλλιτέχνη προς το πνεύμα. Πιστεύεις όμως τώρα, αγαπημένε μου, πως μπορεί ποτέ ν' αποκτήσει τη σοφία κι αληθινά αντρίκεια αξιοπρέπεια εκείνος για τον οποίο ο δρόμος προς το πνεύμα οδηγεί μεσ' από τις αισθήσεις; 'Η μήπως, αντίθετα, πιστεύεις (σ' αφήνω ελεύθερο ν' αποφασίσεις) πως είναι ένας δρόμος γλυκός κι επικίνδυνα ελκυστικός, ένας σφαλερός κι αμαρτωλός δρόμος που οδηγεί μοιραία στην πλάνη; Γιατί πρέπει να ξέρεις πως εμείς οι ποιητές ΔΕΝ μπορούμε να ακολουθήσουμε το δρόμο της ομορφιάς χωρίς τον 'Ερωτα σύντροφο κι οδηγό μας· ναι, ακόμη κι αν, με τον δικό μας τρόπο, είμαστε ήρωες και πειθαρχημένοι πολεμιστές στην τέχνη μας, πάλι είμαστε σαν τις γυναίκες, γιατί ανάταση στην ψυχή μάς φέρνει μονάχα το πάθος, και βαθιά μας επιθυμία μένει πάντα η αγάπη –αυτή είναι η απόλαυσή μας και η ντροπή μας. Καταλαβαίνεις μήπως τώρα ότι εμείς οι ποιητές δεν μπορούμε να είμαστε ούτε σοφοί – συνετοί ούτε αξιοπρεπείς; Πως η παραπλάνησή μας είναι μοιραία, πως ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΑ παραμένουμε ακόλαστοι και τυχοδιώκτες του αισθήματος; Το επιβλητικό ύφος του έργου μας είναι υποκρισία και αφροσύνη, η φήμη και η τιμητική θέση μας στην κοινωνία μια φάρσα, η εμπιστοσύνη του κόσμου απέναντί μας απλώς γελοία, η μόρφωση του λαού και της νεολαίας μέσω της τέχνης μια επικίνδυνη και παράτολμη πρακτική που πρέπει ν' απαγορευτεί. Γιατί πώς μπορεί να είναι ικανός για παιδαγωγός αυτός που έχει έμφυτη μέσα του μια αδιόρθωτη ροπή προς την άβυσσο; Θα θέλαμε βέβαια να την αρνηθούμε και να κερδίσουμε την αξιοπρέπεια, μα όπου και να στραφούμε, ό,τι κι αν κάνουμε, μονάχα αυτή μάς ελκύει. 'Ετσι, αποποιούμαστε τη γνώση που θα μπορούσε να μάς καταστρέψει, γιατί η γνώση, Φαίδρε, δεν φέρνει στον κάτοχό της ούτε αξιοπρέπεια ούτε σοβαρότητα· εκείνη ξέρει, καταλαβαίνει, συγχωρεί, δεν παίρνει θέση και δεν αποδίδει σημασία στη μορφή· έχει συμπάθεια για την άβυσσο, ΕΙΝΑΙ η άβυσσος. Την απορρίπτουμε λοιπόν με αποφασιστικότητα, κι από δώ και πέρα η μόνη μας έγνοια είναι η ομορφιά, δηλαδή η απλότητα, η ευρύτητα και μια νέα αυστηρότητα, η επιστροφή στον αυθορμητισμό, τη φυσικότητα και τη μορφή. Αλλά η μορφή κι η φυσικότητα, Φαίδρε, οδηγούν στη μέθη και στον πόθο, οδηγούν και τον πιο ευγενικό χαρακτήρα σε φρικτή συναισθηματική αποχαλίνωση, που η ίδια του η αυστηρή αγάπη για την ομορφιά θα τον έκανε να την καταδικάσει, οδηγούν στην άβυσσο, στην άβυσσο ακόμη κι αυτές. Εκεί μάς οδηγούν, σού το λέω και πάλι, εμάς τους ποιητές, γιατί δεν μπορούμε να υψωθούμε στη σφαίρα της αρετής, μπορούμε μονάχα να πέφτουμε στην ακολασία...
Και τώρα φεύγω, Φαίδρε, εσύ μείνε δω· και μόνο όταν με χάσεις απ' τα μάτια σου, να φύγεις κι εσύ...


Thomas Mann [Τόμας Μαν], Θάνατος στη Βενετία (μτφρ. Κλαίρη Τρικεριώτη, έκδ. Γράμματα, Αθήνα 1990, σσ. 114-115).


Δευτέρα, 04 Ιανουαρίου 2010

το επιτηδευμένο


Δεν υπάρχει μέσα στην ανθρώπινη φύση καμία εξαίρετη ιδιότητα που να μη μπορεί να εκφυλιστεί ποικιλοτρόπως σε μια μείζονα ατέλεια. Το υπέροχο-τρομακτικό, όταν παύει να είναι φυσικό, γίνεται αλλόκοτο. Το αφύσικο, που θεωρείται υπέροχο καίτοι δεν εμπεριέχει τίποτε ή σχεδόν τίποτε απ’ αυτό, είναι επιτηδευμένο. 'Οποιος αρέσκεται και δίνει πίστη στο αλλόκοτο είναι ευφάνταστος. 'Οποιος είναι ευεπίφορος στην επιτήδευση γίνεται εκκεντρικός.

[...]

Η μελαγχολική απομάκρυνση από τους θορύβους του κόσμου, ως εκδήλωση μιας δίκαιης αποστροφής, είναι ευγενής. Ο μοναχικός στοχασμός των αναχωρητών ήταν αλλόκοτος. Ο απαγορευμένος χώρος της μονής και τα πένθιμα ενδιαιτήματα των ζωντανών αγίων, είναι επιτηδευμένα. Η υποταγή των παθών σε αρχές είναι υπέροχη. Τα αναθήματα, ο ασκητισμός και άλλες μοναστικές αρετές, είναι επιτηδευμένα· τα οστά των αγίων, το τίμιο ξύλο και άλλες παρόμοιες ανοησίες, περιλαμβανομένων και των ιερών περιττωμάτων του μεγάλου Λάμα, είναι επιτηδευμένα.



Immanuel Kant, Παρατηρήσεις πάνω στο αίσθημα του ωραίου και του υπέροχου, [κεφ. Δεύτερο: Ιδιότητες του ωραίου και του υπέροχου αναφορικά με τον άνθρωπο εν γένει], (μτφρ. Χ. Τασάκος, έκδ. Prinda, Αθήνα 2001 (2η), σσ. 35, 37).


στους νέους συνδαιτημόνες [ίδε πρόσφατα post]


Παρασκευή, 01 Ιανουαρίου 2010

βάθη ανάξια φωτός


Μπέρδευα ακόμη τότε τα φωτάκια των Χριστουγέννων με τα φωτάκια των Φαρμακείων...



------
Στον τίτλο του παρόντος τρεις λεξούλες από το Αμαρτίας φάντασμα (1899) του Μεγαλέξαντρου.


Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου 2009

νομήες / τερπόμενοι σύριγξι


Πώς να αποδεχθεί κανείς ότι το θείο έγινε έμβρυο, ότι μετά την γέννησή του σπαργανώθηκε, βρωμισμένο από αίμα, χολή και χειρότερα ακόμη.


Πορφυρίου, Κατά Χριστιανών (απ. 77)




-----
i. Το παράθεμα από το Pierre Hadot, Πλωτίνος ή η απλότητα του βλέμματος (μτφρ. Ευδ. Δελλή, έκδ. Αρμός, Αθήνα 2007, σ. 110).

ii. Στον τίτλο του παρόντος τρεις λεξούλες από το Σ 525/6 της Ιλιάδας. Λέγει: βοσκοί που ευχαριστιούνται [παίζοντας] με τις σύριγγες...


Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2009

για το σύμβολο του φαλλού


[...] ο φαλλός (σταθερή αναφορά στο εν διεγέρσει πέος των ιθυφαλλικών τελετουργιών της αρχαίας Ελλάδας) δεν είναι το σύμβολο του ανδρικού σεξουαλικού οργάνου αλλά της γονιμότητας, της ναρκισσιστικής πληρότητας και της ερωτικής επιθυμίας. Γίνεται, λοιπόν, το θεμελιώδες σημαίνον της ανθρώπινης επιθυμίας για τα δύο φύλα. Θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι η λέξη σύμβολο είναι ελληνική και αρχικά υποδήλωνε ένα αντικείμενο κομμένο στα δύο, σημάδι που ύψωναν δύο άτομα για να αλληλογνωριστούν. Με βάση αυτό μπορούμε να πούμε ότι καθένα από τα δύο φύλα διαθέτει το μισό αυτού που λείπει στο άλλο για να συμπληρωθεί το σύνολο. Το εν διεγέρσει πέος συνδέεται στενά με τον δεκτικό κόλπο και η σύντροφος απαντά σ’ αυτό το σήμα με κολπική διέγερση, σημάδι αμοιβαίας επιθυμίας.

[...] το εν στύσει πέος: σύμβολο της ναρκισσιστικής πληρότητας, της γονιμότητας και της επιθυμίας. Ως τέτοιο, ο φαλλός-σύμβολο δεν ανήκει ούτε στο ένα ούτε στο άλλο φύλο, αλλά οργανώνει τον ενδοβλητικό αστερισμό και τις θεμελιώδεις φαντασιώσεις που καθορίζουν τα σεξουαλικά σχήματα της ενήλικης ζωής και των δύο φύλων.


Τζόϋς Μακ Ντούγκαλ, Τα χίλια και ένα πρόσωπα του έρωτα (μτφρ. Δρ. Τσαρμακλή, έκδ. Νεφέλη, Αθήνα 2001, σσ. 35-36, 229).


Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2009

για το ζευγάρωμα


Καταλαβαίνουμε τετριμένα με τη λέξη [ενν. «baiser»] την κατοχή του άλλου σώματος (το πάρσιμο, τη συνουσία)· αλλά, για να δηλώσουμε αυτό το ζευγάρωμα (που είναι συχνά ο βαθμός μηδέν της ερωτικοποίησης), χρησιμοποιούμε έναν όρο που είναι ουσιαστικό μαζί και ρήμα, και καταρχάς ονομάζει την ενέργεια ενός στόματος που μισάνοιχτο αγγίζει μιαν άλλη σάρκα – για να δώσει στον άλλο τη σάρκα του. Αλλά μ’ αυτό τον τρόπο η τετριμένη εκδοχή στην πραγματικότητα επιβεβαιώνει πλήρως τη φαινομενολογική κατάσταση, όπου βέβαια η σάρκα μου δεν περιορίζεται στο στόμα μου, ούτε η σάρκα του άλλου στο στόμα του, αλλά όπου, στόμα με στόμα οι δύο σάρκες μας αφήνουν να περάσει ένα κύμα που διαπερνά τα σώματά μας για να τα μετατρέψει ολόκληρα σε δύο σάρκες, χωρίς υπόλοιπο· το στόμα αρχίζει τη διαδικασία επειδή, ανοιχτό ήδη, χωρίς διάκριση εξωτερικού και εσωτερικού, προσφέρεται εξαρχής ως σάρκα· ενσαρκώνει πρώτο την αδιακρισία επαφής και αφής, αίσθησης και συναίσθησης μιας συναίσθησης.

Αλλά, αν τίποτε δεν τού αντιστέκεται (και ακριβώς η σάρκα που αρχίζει να δίνει στον άλλο ορίζεται από το ότι δεν αντιστέκεται), επομένως αφού τίποτε δεν του αντιστέκεται, το φιλί του στόματός μου πάνω στο στόμα του άλλου (όπου καθένα δίνει αδιακρίτως σάρκα στον άλλο) εγκαινιάζει την άπειρη σάρκωση [prise en chair]. Δεν μένει παρά να επεκταθεί το φιλί πέρα από το στόμα που φιλάει και φιλιέται για να σαρκωθεί το παν στον άλλο και σε μένα.

'Ολα πρέπει να ερωτικοποιηθούν, ακόμα κι αυτό που φαινόταν στο ιατρικό ή θεωρητικό βλέμμα το λιγότερο πρόσφορο να γίνει δικό μου, σάρκα μου – τα γενετήσια όργανα. Διότι, κατ’ αρχήν, θα έπρεπε να μείνουν εντελώς ξένα στην ερωτικοποίηση: ανάγονται στο σώμα, όχι στη σάρκα· εργάζονται για το είδος, χωρίς εμένα, ακόμα και εναντίον μου· δεν διαθέτουν καν μια ανεξάρτητη πραγματικότητα, δανείζονται τη δίοδο άλλων λετουργιών, μάλιστα των πιο ζωικών· και κυρίως ιδωμένα εν ψυχρώ είναι τα λιγότερο ερεθιστικά για την επιθυμία. Αλλά η σάρκωση φτάνει ώς αυτά, φτάνοντας να τα σκεπάσει σαν με ένα είδος ερωτικής κένωσης· όχι μόνο δεν προκαλούν τα γεννητικά όργανα την όλη διαδικασία, αλλά θα ‘πρεπε να μας προξενεί έκπληξη που το φιλί μπορεί να φτάσει και ώς αυτά και, ακόμα και αυτά, να τα σαρκώσει. Η συνουσία επίσης φιλάει, μ' ένα φιλί από το στόμα της – η διείσδυση παίρνει (ή τουλάχιστον το μπορεί ενίοτε) τη σάρκα και τη δίνει.


Jean-Luc Marion, Το ερωτικό φαινόμενο (μτφρ. Χρ. Μαρσελλος, έκδ. Πόλις, Αθήνα 2008, σσ. 236-238).


για το μουνάκι σου
καρδούλα μου


Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2009

οι Αμαζόνες και οι Σκύθες


113. Λοιπόν οι Αμαζόνες το μεσημέρι έκαναν κάτι τέτοιο· διασκορπίζονταν κι η καθεμιά τους χωριστά ή δυό δυό απομακρύνονταν από τις άλλες, για να ξαλαφρώσουν με την άνεσή τους. Βλέποντας αυτό οι Σκύθες, έκαναν κι αυτοί το ίδιο. Κι ένας τους πέτυχε μιά τους ξεμοναχιασμένη κι άρχισε να τής βάζει χέρι, κι η Αμαζόνα δεν τον έκανε πέρα, αλλά τον άφησε να κάνει τη δουλειά του. Να τού μιλήσει βέβαια δεν μπορούσε (γιατί ο ένας δεν καταλάβαινε τη γλώσσα του άλλου), όμως τού έλεγε με χειρονομίες νά 'ρθει την άλλη μέρα στο ίδιο μέρος και να φέρει μαζί του κι άλλον ένα, εννοώντας να γίνουν δυό οι νεαροί, κι αυτή θα φέρει κι άλλη μιά. Κι ο νεαρός, όταν γύρισε πίσω, διηγήθηκε αυτά στους υπόλοιπους, και την άλλη μέρα ήρθε στο γνωστό μέρος κι ετούτος που λέμε κι έφερε κι έναν άλλο, και βρήκε την Αμαζόνα να τον περιμένει μαζί με μιά άλλη. Κι όταν τά 'μαθαν αυτά οι υπόλοιποι νεαροί, με τη σειρά τους κορφολόγησαν τις υπόλοιπες Αμαζόνες.


Ηροδότου Ιστορίαι, IV 113, (μτφρ. Η. Σπυρόπουλου, έκδ. Γκοβόστη).


Τρίτη, 08 Δεκεμβρίου 2009

η ερωτικοποίηση


[...] ο άλλος μού δίνει αυτό που δεν έχει – τη σάρκα μου. Και τού δίνω αυτό που δεν έχω – τη δική του. Η πιο δική μου σάρκα (χάρη στην οποία γίνομαι ο εαυτός μου, τον οποίο αγνοούσα πριν από αυτήν) μού έρχεται και μεγαλώνει στο μέτρο που την προκαλεί η σάρκα του άλλου. Ο καθένας ανακαλύπτει ότι είναι ο θεματοφύλακας του μυχιαίτερου του άλλου.


Jean-Luc Marion, Το ερωτικό φαινόμενο (μτφρ. Χρ. Μαρσελλος, έκδ. Πόλις, Αθήνα 2008, σ. 230).


Παρασκευή, 04 Δεκεμβρίου 2009


Οι γυναίκες σας είναι το χωράφι σας.
Μπορείτε να πηγαίνετε στο χωράφι σας όπως θέλετε...


Κοράνι, ΙΙ, 223.


Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2009

το ωραίο και το υπέροχο


'Οποιος αποκάλεσε, πρώτος, ωραίο φύλο τη γυναίκα, ανεξάρτητα αν είχε απλά σκοπό να την κολακέψει, τής απέδωσε αναμφίβολα μια ακριβή προσωνυμία. Χωρίς να λογαριάσουμε ότι η μορφή της είναι γενικά πιο λεπτή, τα χαρακτηριστικά της πιο εκλεπτυσμένα και απαλά, η φυσιογνωμία της πιο δηλωτική και ελκυστική, όταν είναι ευπροσήγορη, πρόσχαρη ή σκωπτική, χωρίς ακόμη να υπολογίσουμε εκείνη την άδηλη, μαγική δύναμη με την οποία μάς προδιαθέτει ευμενώς απέναντί της, ο χαρακτήρας της έχει ορισμένα ιδιάζοντα γνωρίσματα που τη διαφοροποιούν από τον άνδρα και είναι ευδιάκριτα από τον οιωνό του ωραίου. Για το άρρεν φύλο, θα διεκδικούσαμε την προσηγορία του ευγενούς φύλου, αν δεν ήταν όρος του ευγενούς χαρακτήρα η αποποίηση των τίτλων. Αυτό δεν σημαίνει ότι η γυναίκα στερείται ευγενών ιδιοτήτων και ο άνδρας κάθε είδους ομορφιάς. Οι ιδιότητες αυτές ενυπάρχουν και στα δύο φύλα· στη γυναίκα όμως προάγουν το ωραίο, στον άνδρα το υπέροχο.


Immanuel Kant, Παρατηρήσεις πάνω στο αίσθημα του ωραίου και του υπέροχου, [κεφ. τρίτο: Η διαφορά του ωραίου και του υπέροχου στη σχέση των δύο φύλων], (μτφρ. Χ. Τασάκος, έκδ. Prinda, Αθήνα 2001 (2η), σ. 57).



['Αλλο απόσπασμα από το ίδιο βιβλίο εδωδά].


Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2009


Απαντώντας στο ερώτημα «Μπορώ άραγε να αγαπήσω, εγώ πρώτος;» με την απώλεια της δωρεάς που φτάνει ώς την απώλεια του εαυτού, ο αγαπών κατακτά κάλλιστα μια ασφάλεια – εννοώ την καθαρή και απλή ασφάλεια του συγκεκριμένου γεγονότος ότι αγαπά. 'Οταν αγαπώ σε βαθμό που να θυσιάζω τα πάντα, αισθάνομαι όντως μια αναμφίλεκτη, ακατάλυτη και απροϋπόθετη ασφάλεια, αλλά μόνο την ασφάλεια ότι αγαπώ – και αυτό αρκεί. Ο αγαπών βρίσκει μια απόλυτη ασφάλεια στην αγάπη – όχι την ασφάλεια του να είναι, ούτε αυτήν του να είναι αγαπημένος, αλλά αυτήν του αγαπάν. Και έχει την εμπειρία της μέσα στην απουσία της αμοιβαιότητας. Ας υποθέσουμε ότι ένας αγαπών αγαπά – αλλά χωρίς ανταπόδοση, επειδή δεν τον αγαπούν ή παύουν να τον αγαπούν. 'Εχασε; Τί έχασε; Θα έχει χάσει ασφαλώς την ασφάλεια ότι τον αγαπούν· αλλά επ' ουδενί την ασφάλεια του ότι αγαπά – φτάνει τουλάχιστον να εξακολουθεί να αγαπά, χωρίς να περιμένει καμιά αγάπη σε ανταπόδοση. Την ασφάλεια αυτή θα την κρατάει όσο συχνά θέλει και για όσο θέλει – όσο θα αγαπά, πρώτος αυτός και, κυρίως, τελευταίος. 'Οταν ένας έρωτας έχει ξεπεράσει την αμοιβαιότητα εν γένει, ποιός χάνει και ποιός κερδίζει; Για τη φυσική στάση, κερδίζει αυτός που έπαψε να αγαπά – κερδίζει όντως ότι δεν αγαπά πια· αλλά έτσι έχει χάσει την αγάπη. Για την ερωτική αναγωγή, κερδίζει αυτός που εξακολουθεί να αγαπά, επειδή με τον τρόπο αυτό κρατάει την αγάπη, ή την πρωτοβρίσκει.


Jean-Luc Marion, Το ερωτικό φαινόμενο (μτφρ. Χρ. Μαρσελλος, έκδ. Πόλις, Αθήνα 2008, σσ. 143-144).


Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2009

μπορώ να αγαπήσω άραγε, εγώ πρώτος;


[…] να ρωτήσω εφεξής: «Μπορώ να αγαπήσω άραγε, εγώ πρώτος;» μάλλον, παρά: «'Αραγε μ' αγαπούν – εξ' άλλου;» - να συμπεριφερθώ ως εραστής που δίνεται μάλλον παρά ως εραστής του πάρε-δώσε.

Ακριβώς όμως –ιδού το κύριο επιχείρημα που δίνει νέα ώθηση στην αναζήτηση- μια τέτοια δυνατότητα παραμένει εξ ορισμού πάντοτε ανοιχτή και καμιά απορία δεν θα μπορέσει ποτέ να την αποκλείσει. Διότι η διαπίστωση (ή η απλή υποψία) ότι δεν με αγαπούν δεν μού απαγορεύει κατ' αρχήν ποτέ τη δυνατότητα να αγαπήσω, πρώτος εγώ. Και κανείς να μη με αγαπά (είτε το ξέρω, είτε πρόκειται για φαντασίωσή μου, δεν έχει σημασία), αυτό δεν μού κάνει αδύνατο να αγαπήσω αυτόν ακριβώς που δεν με αγαπά, τουλάχιστον κάθε φορά και για όσο το αποφασίζω. Ας μη με αγαπά, όσο θέλει, ή ας με αγαπά όσο λίγο μπορεί· αυτό δεν θα με εμποδίσει ποτέ εγώ να τον αγαπώ, αν έτσι έχω αποφασίσει. Ας με μισούν όσο θέλουν, ποτέ δεν θα με υποχρεώσουν να τους μισήσω και εγώ, αν έτσι αποφασίζω. Η ασύγκριτη και ακαταμάχητη εξουσία του ενεργήματος του αγαπάν αντλεί όλη τη δύναμή της από το γεγονός ότι η αμοιβαιότητα δεν την επηρεάζει, όπως και η αναμονή επενδυτικών κερδών δεν τη μολύνει. Ο εραστής έχει ένα μοναδικό προνόμιο: δεν έχει τίποτε να χάσει, ακόμα κι αν δεν αγαπηθεί με τη σειρά του, γιατί μια περιφρονημένη αγάπη δεν παύει να είναι μια απολύτως ολοκληρωμένη αγάπη, όπως ένα δώρο που απορρίφθηκε δεν παύει να είναι ένα δώρο απολύτως δοσμένο.

Ακόμη περισσότερο, ο εραστής δεν έχει να χάσει τίποτε· δεν θα μπορούσε και να χαθεί, και να το ήθελε ακόμα, γιατί κι όταν τα δίνει όλα, αυτό ούτε τον καταστρέφει, ούτε τον φτωχαίνει, μόνο δείχνει ακόμα καθαρότερα το βασιλικό του προνόμιο – ότι όσο πιο πολύ δίνει, όσο πιο πολύ χάνει και σκορπίζει, τόσο λιγότερο χάνει τον εαυτό του, αφού η εγκατάλειψη και η απώλεια ορίζουν τον μοναδικό, διακριτικό και αναπαλλοτρίωτο χαρακτήρα του αγαπάν. Η αγάπη ή δίδεται μέχρις απωλείας ή απόλλυται ως αγάπη. 'Οσο περισσότερο αγαπώ επί ζημία, τόσο περισσότερο αγαπώ απλώς. 'Οσο περισσότερο αγαπώ επί ζημία, τόσο λιγότερο χάνω από τα μάτια μου την αγάπη, αφού η αγάπη αγαπά ώς εκεί που χάνεται ο ορίζοντας. Η πράξη της αγάπης δεν κάνει μόνο να μη φοβάται κανείς την απώλεια, είναι η ελευθερία της απώλειας η ίδια. 'Οσο περισσότερο χάνω, και μάλιστα ανεπιστρεπτί, τόσο περισσότερο ξέρω ότι αγαπώ και χωρίς αμφισβήτηση. Μία μόνο απόδειξη της αγάπης υπάρχει – να δίνει κανείς χωρίς επιστροφή, χωρίς ανάκτηση, επομένως να μπορεί να χάνει δίνοντας, ακόμα και να χάνεται. Αλλά η αγάπη η ίδια δεν χάνεται ποτέ, αφού ολοκληρώνεται μέσα στο χάσιμο.


Jean-Luc Marion, Το ερωτικό φαινόμενο (μτφρ. Χρ. Μαρσελλος, έκδ. Πόλις, Αθήνα 2008, σσ. 138-139).


λόγω του TimeIsOnMySide31
αλλά και για την
ελληνίδα του μεσογειακού ταμπεραμέντου.


Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2009

τετράστιχο


Ψηλό, λιγνό, τρελό για χάδι,
δουλεύει σ' ένα μαγαζί.
Το πήρα ένα Σαββάτο βράδυ
και κοιμηθήκαμε μαζί.


Ναπολέων Λαπαθιώτης


-----
Το τετράστιχο και η περιπέτειά του εδωδά.


Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2009

λογικές προφυλάξεις


[...] για να αγαπήσει κανείς, πρέπει να ξέρει ποιον αγαπά, γιατί τον αγαπά και αν αγαπιέται σε ανταπόκριση· αιτήματα απολύτως νόμιμα, αλλά μόνο μέσα στη φυσική στάση, εκεί όπου τίποτε δεν γίνεται χωρίς αποχρώντα λόγο, χωρίς αμοιβαιότητα, ή γνώση του άλλου ως αντικειμένου. Αλλά αυτές οι λογικές προφυλάξεις χάνουν κάθε εγκυρότητα μόλις περάσει κανείς τα σύνορα που χωρίζουν τη φυσική στάση και την ερωτική αναγωγή.


Jean-Luc Marion, Το ερωτικό φαινόμενο (μτφρ. Χρ. Μαρσελλος, έκδ. Πόλις, Αθήνα 2008, σσ. 173-174).


Σάββατο, 07 Νοεμβρίου 2009

remedia amoris


Από εκείνον ακόμη τον καιρό (προτού να αρχίσει η χριστιανική εποχή) οι Κινέζοι δίδασκαν τη σπουδαιότητα της εισαγωγής, της προετοιμασίας. Από εκείνον ακόμη τον καιρό γνώριζαν πως ένα φιλί δεν είναι κάτι το άσχετο, αλλά ένα χάδι που ενεργοποιεί ολόκληρο τον οργανισμό και πως η χρήση του πρέπει να περιορίζεται στην κρεβατοκάμαρα... -αυτός, ίσως νά ‘ναι και ο λόγος που όταν βλέπω τα παιδαρέλια μας ή τα ζευγάρια μας να τρίβουν τις μουσούδες τους ή να τρώνε το ένα τα χείλια του άλλου μέσα στο καυσαέριο της πόλης, μέσα σ’ ένα βαγόνι του μετρό ή σ’ έναν σιδηροδρομικό σταθμό, αντιδρώ πάντα σαν Κινέζος: με αποστροφή. Δυστυχισμένοι άνθρωποι που δεν ξέρουν τί τούς γίνεται! Κι ύστερα ξαφνιάζονται όταν βλέπουν πως τά ‘καναν θάλασσα όχι μόνο στη δική τους σεξουαλική ζωή, αλλά και στων παρτεναίρ τους! Η σεξουαλική ζωή είναι άλλο πράγμα!.


Ετιάμπλ (καθηγητ. στη Σορβόνη), Ο έρωτας στην τέχνηΚίνα (έκδ. Διαχρονική, σ. 23).