Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2021

για τους δούλους, την αδικία προς την χήρα και το σχοινίον περί το...


Η συμμετοχή του Βυζαντινού στις φορολογικές; πολυποίκιλες υποχρεώσεις του είναι η χειροπιαστή απόδειξη της βυζαντινής του ιδιότητας, γι' αυτό ο όρος «συντελεστής» έφτασε να σημαίνει τον τέλειο Βυζαντινό πολίτη, ασχέτως αν πολλοί αληθινοί Βυζαντινοί αποκλείονται από αυτή την ιδιότητα. Ας μην ξεχνάμε ότι και το Βυζάντιο γνώρισε και εφάρμοσε τη δουλεία, μολονότι πρώτο αυτό στον κόσμο την κατάργησε επισήμως τον 12 αιώνα.

Αξίζει ίσως να παραθέσω το γράμμα που ο Ευστάθιος της Θεσσαλονίκης απηύθυνε στον Μανουήλ Κομνήνο, και που θεωρείται ως προτροπή για την κατάργηση της δουλείας που θέσπισε ο αυτοκράτορας αυτός: «Έστι μεν δουλεία φύσει μεν αγνοούμενον, πλεονεξία δε ανθρώπων παρευρεθέν. Θητεία γάρ τις έσται πολυχρόνιος και άμισθος»·

και αλλού: «Θεός ο φύσει δεσπότης, τους δούλους ημάς ανάγει προς αδελφότητα και καλείν αδελφούς ουκ επαξιεί. Ημείς δε τους αδελφούς εκ της ισότητας ύψους, εις δουλείας βάραθρον κατάγειν εθέλομεν».

Θεωρώ το κείμενο αυτό ως μια μικρή απόδειξη του ανθρωπισμού που ανέπτυξε το πάντοτε παραγνωρισμένο Βυζάντιο.

*

Είναι γεγονός ότι η παρουσία του αυτοκράτορα στο κάθισμα του Ιπποδρόμου (το βασιλικό θεωρείο, που συγκοινωνούσε με το παλάτι) ήταν έναυσμα για το λαό, προκειμένου όχι μόνο να εκφράσει τις «επευφημίες» (τα «ζήτω», δηλαδή, στον αυτοκράτορα), αλλά και να καταγγείλει τα έκτροπα αξιωματούχων, αυλικών, καθώς και συγγενικών με τον αυτοκράτορα προσώπων.

Έτσι, όταν η αυτοκράτειρα Θεοδώρα (η Αγία της Ορθοδοξίας, που αναστήλωσε τις εικόνες, και όχι η πρώτη, κάποτε ελαφρών ηθών, γυναίκα του Ιουστινιανού) αδίκησε, με την αγορά μιας κουμπαρέας (μεγάλου εμπορικού πλοίου), την πωλήτρια, που ήταν χήρα, δύο μίμοι στον Ιππόδρομο, και μπρος στον αυτοκράτορα Θεόφιλο, το σύζυγο της Θεοδώρας, κατάγγειλαν το παράπτωμα με τρόπο παιγνιώδη, που αξίζει να αναφέρω εδώ.

Σέρνοντας ένα βαρκάκι στην αρένα, προστάζει ο ένας μίμος τον άλλο: «κατάπιε το λεμβίδιον». «Ου δύναμαι», «δεν μπορώ», απάντησε αυτός. Κι ο άλλος, οργισμένος, φώναξε: «Πώς δεν μπορείς να καταπιείς εσύ ένα βαρκάκι, όταν η αυτοκράτειρα κατάπιε ολόκληρη κουμπαρέα;» (κάτι σαν ένα υπερωκεάνιο σιταγωγό, θα λέγαμε εμείς).

Έπαιζε, λοιπόν, ο Ιππόδρομος στο Βυζάντιο το ρόλο κάπως της παλιάς αρχαιοελληνικής αγοράς. Εκεί οι επευφημίες αλλά εκεί και οι διαπομπεύσεις. Η αποδοκιμασία, δηλαδή, προσώπων που με τη διαγωγή τους ή την πολιτική τους έβλαπταν τους θεσμούς, τον αυτοκράτορα, την Εκκλησία, την πολιτεία γενικότερα. [...]

*

Ωστόσο, η θεοσέβεια που διακατείχε τη βυζαντινή κοινωνία δεν εμπόδισε τους Βυζαντινούς από το να έχουν ομάδες συμπατριωτών τους παραδομένες σε έναν έκλυτο βίο. Ο Ιππόδρομος, τα λιμάνια και τα καπηλειά, καταγώγια και χαμαιτυπεία, καθώς και οι κακόφημοι οίκοι, είχαν θαμώνες απ' όλα τα στρώματα της κοινωνίας, και όχι μόνο στην πρωτεύουσα.

Να θυμίσω, παρενθετικά, ότι σ' αυτό το περιβάλλον γνώρισε τη Θεοδώρα, τη γυναίκα του, ο Μεγάλος Ιουστινιανός. Όμορφη αυτή, ήταν κόρη αρκουδιάρη του τσίρκου, και φαίνεται ότι άσκησε το πανάρχαιο γυναικείο επάγγελμα ώς τη μακρινή Συρία. Συνήθιζε να φορά, όπως μάς λέει κακόβουλα ο Προκόπιος στα Ανέκδοτα, μόνο ένα «σχοινίον περί το αιδοίον», κάτι δηλαδή σαν string, θα λέγαμε σήμερα… [...]

Τα επίθετα [ενν. για τον υπόκοσμο του Βυζαντίου], υβριστικά όλα βέβαια, που τούς χαρακτηρίζουν, δηλώνουν το είδος της έκλυτης διαγωγής τους, αλλά, θα προσθέσω, και τον λεξικό πλούτο των κατηγόρων τους. Αναφέρω μόνο μερικά από αυτά, που θα άξιζε, νομίζω, να συμπεριληφθούν στα σχετικά λεξικά της μεσαιωνικής ελληνικής γλώσσας. […] «ανθρωποχοιροτροφεία και μοιχείας καταγώγας», όπως λέει ο Τζέτζης, συγγραφέας του 12ου αιώνα, που δε διστάζει να ονομάσει έτσι ώς και τις Εγκλείστρες (είδος μοναστηριών) της Κωνσταντινούπολης, ζητώντας μάλιστα από τη Μεγάλη Εκκλησία (το Πατριαρχείο δηλαδή) να τίς απαγορεύσει.

Ελένη Αρβελέρ, Σας μιλώ για το Βυζάντιο (έκδ. Ερμής, Αθήνα 2014, σσ. 22-23, 45-46, 69, 70).

Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2021

η λαβίδα της μεταλήψεως


Φαίνεται, λοιπόν, ότι η λαβίδα επικράτησε κατά τον 10ο αιώνα, διότι η Πενθέκτη Σύνοδος, το 692 μ.Χ., με τον 101ο Κανόνα, καταδικάζει την περίπτωση της λαβίδος, τονίζοντας ότι οι πιστοί πρέπει να κοινωνούν με τα χέρια τους.

Όταν κατόπιν καθιερώθηκε το κοχλιάριο, το κουταλάκι -διότι πρώτα γινόταν η μετάδοση της μερίδος με λαβίδα, που θα πεί τσιμπίδα- με το οποίο κοινωνούμε και τα δύο είδη ταυτόχρονα, και Σώμα και Αίμα Χριστού, παρέμεινε η ονομασία της λαβίδος και στο κουταλάκι. Και έτσι σήμερα το κοχλιάριον, το κουταλάκι, το λέμε λαβίδα.

Ο άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης (15ος αιώνας) θεωρεί πλέον τη μετάδοση της Θείας Κοινωνίας με λαβίδα σαν κάτι που επικράτησε στην Εκκλησία. Πάντως, εκείνο που έχει σημασία είναι ότι η εξέλιξη αυτή δεν έγινε για λόγους μολυσματικούς, αφού εξάλλου ήταν κοινή η λαβίδα, που ανά πάσα στιγμή βαπτίζεται μέσα στο άγιο Ποτήριο, αλλά για λόγους ασφαλείας από τεχνικής πλευράς, και μόνον από τεχνικής πλευράς.

[…] ο τρόπος μεταδόσεως, μέχρι τον 10ο αιώνα τουλάχιστον, ήταν ο τρόπος που ο Κύριος παρέδωσε το Μυστήριο στην Εκκλησία. Και έτσι, λόγοι τεχνικοί επέβαλαν τη χρήση της λαβίδος, και όχι λόγοι μολυσματικοί.

π. Αθαν. Μυτιληναίου, Περί του μυστηρίου της θείας ευχαριστίας (έκδ Ορθ. Κυψέλη, Θεσ/νίκη χ.χ., σσ. 61,62).

Πέμπτη, 7 Ιανουαρίου 2021

και το φόρεσε σε ένα γουρούνι


Ένα «διήγημα» που εξέδωσε ο F. Nau, σε παράρτημα της έκδοσής του των Ψυχωφελών και στηρικτικών διηγημάτων του Αναστασίου μοναχού, κάνει λόγο για τον αρχιεπίσκοπο Ιεροσολύμων Αμώς, άνδρα ανάξιο του αγγελικού σχήματος και μισομόναχο. Αυτός, όταν κάποιος μοναχός έπεσε σε πειρασμό, τού έβγαλε το ένδυμα το μοναχικό και το φόρεσε σε ένα γουρούνι, που το άφησε να τριγυρίζει στην πόλη.

Την νύχτα θα εμφανιστεί απειλητικά στον ύπνο του ο Ιωάννης ο Πρόδρομος να τού λέει: «Τί ούτως εποίησας ατιμάσας το σχήμα μου, ώ άνθρωπε; μέλλω δίκην ποιείν μετά σού τη ημέρα της κρίσεως». Και όχι με την μία εκκλησία που τού έχτισε τρομοκρατημένος μετά, αλλά ούτε με άλλες πέντε και μεγαλύτερες δεν συγχωριόταν αυτή η αμαρτία του, τού είπε ο άγιος Γιάννης, σε δεύτερη νυχτερινή εμφάνισή του.

Σταύρος Ζουμπουλάκης, Ο Ιωάννης ο Πρόδρομος ως Άγγελος. Οι θεολογικές προϋποθέσεις της φτερωτής απεικόνισής του (έκδ. Δόμος, Αθήνα 1992, σσ. 55-56).

Κυριακή, 3 Ιανουαρίου 2021

η κάρα του


να μάς εύρητε έως μίαν ή μίαν και ημίσειαν οκάν ξηρόν οχταπόδι,
αν υπάρχη τοιούτον εκλεκτόν, και να μάς το στείλετε,
διότι ο καλός πάτερ Γεράσιμος, νηστεύων, στενοχωρείται πολύ
εις αυτόν τον τόπον την σαρακοστήν.*

και χαμπαρτζήν προθυμώτατον **

[…] όταν ο Παπαδιαμάντης βρισκόταν στα τελευταία του, ο τότε βασιλεύς του απένειμε το παράσημο του Αργυρού Σταυρού του Σωτήρος. Το γεγονός το πληροφορήθηκε πρώτος από το τηλεγραφείο ο παπα-Γρηγόρης κι έσπευσε αμέσως να το απαγγείλει στο θείο του. Και ο Παπαδιαμάντης λέγεται, ότι τού απάντησε: «Και το όντι χαμπαρτζής», επικυρώνοντας το σατιρικό ιδιόμελο που είχε γράψει γι' αυτόν.

*

[…] η κάρα του, με το τετράστιχο του Μαλακάση, που τον υψώνει σε δημιουργό:

«Ο κάθε στοχασμός σου – ασμάτων άσμα
στον κόσμο τον δικό σου – κόσμος το κάθε πλάσμα
»

φυλάσσεται στο νάρθηκα του Ι. Ναού του Γενεθλίου της Θεοτόκου.

*

[…] προερχόταν από τον πατέρα του από την παλιά οικογένεια ΜΟΣΧΟΒΑΚΗ, που δεν ήταν ντόπια Σκιαθίτικη οικογένεια, αλλ' είχε μεταναστεύσει, μετά τα Ορλωφικά, τέλη του ιη΄ αιώνα, κι εγκατασταθεί στο Κάστρο της Σκιάθου από τον Μυστρά του Μοριά, όπου είχε καταφύγει εκεί από την Κρήτη.

[…] Και από τη μητέρα του κρατούσε από την έγκριτη οικογένεια των Μωραϊταίων, που εγκαταστάθηκε και αυτή επίσης στη Σκίαθο από το Μυστρά -μετά τα Ορλωφικά- όπως ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης αναφέρει στο διήγημά του «Το Χατζόπουλο».

Ιω. Φραγκούλας, Ανεξερεύνητες πτυχές της ζωής του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (έκδ. Ιωλκός, Αθήνα 2002 (β΄), σσ. 62, 212, 13).


-----
* Το πρώτο motto εκ της Αλληλογραφίας του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, (έκδ. Δόμος, Αθήνα 1992, σ. 29), γραμμένη από την Αθήνα (Εν Αθήναις, τη 21 Νοεμβρίου 1873).

** Στο δεύτερο motto ο στίχος εκ του σατιρικού ιδιόμελου για τον νεώτερό του και ανεψιό παπα-Γρηγόρη Καλοειδή (Ιω. Φραγκούλας, ό.π., 62).

Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2020

μάτια, μύτη, στόμα, χείλια


Η αιωνιότητα σαπίζει το σώμα αργά σε μια ψυχή που σφύζει από ζωή *
Τα μικρά παιδιά, πριν μάθουν να μετρούν κανονικά, χρησιμοποιούν έναν δικό τους χαριτωμένο τρόπο για να μετρήσουν ώς το 1000: «Μάτια, μύτη, στόμα, χ(ε)ίλια». Και πιστεύουν, μέσα στην παιδική τους άγνοια, αφέλεια και αθώα πονηριά, ότι έχουν βρεί έναν εναλλακτικό τρόπο για να παρακάμψουν την άκαμπτη και απαιτητική λογική των μεγάλων. Αλλά και τα παιχνίδια τους, είτε παιχνίδια στον χώρο είτε με λέξεις, έχουν μία παράξενη δομή που πολλές φορές δεν υπακούει σε αυτό που ονομάζουμε «κοινή λογική» ή «ένα και ένα ίσον δύο».

Όσοι γράφουν ποιήματα βρίσκονται, όπως και τα μικρά παιδιά, ακόμη στο «ένα», ή καλύτερα στο «έν», αρνούμενοι τη διάσπαση του κόσμου τους σε ετερώνυμα μέρη που απομακρύνονται το ένα από το άλλο. Όσοι γράφουν ποιήματα έχουν διατηρήσει κάτι από τον τρόπο σκέψης των παιδιών, με ό,τι αρνητικό ή θετικό συνεπάγεται αυτό.

Διον. Στεργιούλας, “Η σκιά του μοναχικού δέντρου: αυτοσχόλιο για την ποιητική συλλογή Καθόλου Ποιήματα” εν Καρυοθραύστις (τχ.4, Απρ. 2020, σ. 187).

-----
* Το motto στιχάκι του Γιάννη Σταματέλλου από την τελευταία του συλλογή Επιπλεύσεις (έκδ. Δίαυλος, Αθήνα 2019, σ. 37).


Κυριακή, 27 Δεκεμβρίου 2020

δεν είν’ ο κόσμος φάντασμα, είναι μια πέτρα


[…]

Δεν είν' ο κόσμος φάντασμα, είναι μια πέτρα
και πάνω της χαράγματα
, σημάδια των ανθρώπων, όπως το δέρμα κάποιων
αντρών παλιών που άντεξαν και βασανίστηκαν
βουβοί μες στο μυστήριο του πόνου·
γι' αυτό και 'γω εκλιπαρώ
να βρώ ένα σώμα για ν' ακουμπήσω στέρεο,
ένα σημείο σύνορο, μοναχικό λιθάρι, και μια ζωή απλοϊκή στα πέρατα της εξοχής,
τα χώματα τ' αρχέτυπα, σα νά ΄χα πρωτοϋπάρξει…
Τάγματα του Θεού, μες στο προαύλιο της εκκλησίας είδα τυχαία μια φορά
της Σύναξής μας το εικόνισμα να κρέμεται σε κόγχη ασβεστωμένη,
κι όπως σκυθρώπιαζε το άλσος των κυπαρισσιών και σιωπούσε η κρήνη,
φτάνει ένα σύμφυρμα πουλιών,
λευκά και γκρίζα περιστέρια,
κι εκεί στη μέση της αυλής, πάνω στα μάρμαρα των τάφων,
στάθηκε απότομα όλο μαζί κι ανίδεο έβοσκε χωρίς καμιά συνείδηση
της ομορφιάς του.

Καταιγισμός περιστεριών πάνω απ' τις αντηρίδες,
ένα τοπίο ανάληψης,
στον κήπο που φιλοξενεί ό,τι αδερφωμένο,
εκεί που ως και τα ζώα κοιτάζονται στα μάτια πονετικά
με βλέμμα ανθρώπινο
,
κι η βασιλεία του αγαθού βουβά επισφραγίζει
ένα θλιμμένο σούρουπο, μια σιωπή, ένα τέλος…

[...]

*

Όλα τοπία είναι της φρίκης, κι αργοσαπίζουν βυθισμένα σε προαιώνιο μαρασμό,
ενώ εσύ περνάς πατώντας πάνω στο άρρωστο και το σαθρό
κι αφήνεις χνάρια από χρυσάφι –έλα λοιπόν με μορφή μελιχρού νεανία
και στην όχθη του βορβόρου αυτού καθισμένος
δείξε επιτέλους τί σημαίνει άσαρκος πόθος κι ομορφιά,
εσύ, που με σκληρότητα ομοίωσες την καλοσύνη
κι έτσι εκδικείσαι ό,τι αγαπάς κι ό,τι μισείς λατρεύεις
-έλα λοιπόν, ώστε κατάστικτος απ' το βασίλεμα του αιώνα
να λάμψει ο βάλτος ο αιμόφυρτος που ρέει προς τη συντέλεια,
και νά 'ρθει η ώρα η έσχατη
όπου θα πέσει ο άνθρωπος για να θαφτεί ολότελα μες στον πηλό
καθώς ο άντρας πάει και χώνεται σφαδάζοντας από χαρά μες στη γυναίκα
σαν πιο βαθιά μες στον θάνατο
.

Στρατής Πασχάλης, Μιχαήλ (έκδ. Ακρίτας, Αθήνα 1996, σσ. 100-101, 32).