Παρασκευή, 8 Δεκεμβρίου 2017

για την υπερηφάνεια


Η υπερηφάνεια είναι η αρχή και το τέλος όλων των κακών. Αρχή και μητέρα της είναι η κενοδοξία. Υπερηφάνεια (κατά τον όσιο Ιωάννη της Κλίμακος [Κλίμαξ (έκδ. Ι.Μ. Παρακλήτου Ωρωπού Αττικής 1989, «Λόγος κβ΄, περί υπερηφανείας», σσ. 246-247]) είναι:

άρνηση Θεού – εφεύρεση των δαιμόνων – απόγονος των επαίνων – εξουδένωση των ανθρώπων – μητέρα της κατακρίσεως – απόδειξη ακαρπίας – φυγαδευτήριο της βοήθειας του Θεού – πρόδρομος της παραφροσύνης – πρόξενος πτώσεων – αιτία της επιληψίας – πηγή του θυμού – θύρα της υποκρισίας – στήριγμα των δαιμόνων – φύλακας των αμαρτημάτων – δημιουργός της ασπλαγχνίας – άγνοια της συμπαθείας – πικρός κριτής – απάνθρωπος δικαστής – αντίπαλος του Θεού – ρίζα της βλασφημίας – λήθη των αμαρτημάτων – ακέφαλη πλάνη – αρχή και τέλος όλων των κακών.

*

Η υπερηφάνεια δεν είναι μία απλή αδυναμία. Υποκρύπτεται κάτω από όλες μας τις αμαρτίες, υφέρπει σε κάθε μας πράξη και δηλητηριάζει και αχρηστεύει και τα καλά μας έργα.

«...Και όπως μία κολλητική και θανατηφόρα αρρώστεια δεν καταστρέφει ένα μέλος του σώματος, αλλά ολόκληρο το σώμα, έτσι και η υπερηφάνεια όχι μόνον ένα μέρος της ψυχής, αλλά ολόκληρη την καταστρέφει...

...Η υπερηφάνεια όμως, όταν κυριεύσει την άθλια ψυχή, σαν φοβερότατος τύραννος που κατέλαβε μια μεγάλη και δοξασμένη πόλη, την καταστρέφει ολόκληρη και την κατεδαφίζει από τα θεμέλια».

αρχιμ. Αθανάσιος Αναστασίου, Χειραγωγία στη Μετάνοια. Πρακτικός οδηγός για το ιερό μυστήριο της εξομολογήσεως (έκδ. ΙΜ. Μ.Μετεώρου, 'Αγια Μετέωρα 2001, σ. 49). - Το δεύτερο παράθεμα εκ του οσίου Κασσιανού του Ρωμαίου, «Λόγος προς τον Επίσκοπο Κάστορα περί των οκτώ λογισμών της κακίας», εις Φιλοκαλία (έκδ. Το Περιβόλι της Παναγιάς, Θεσσαλονίκη 1989, τ.Α΄, σσ. 109-110).


Δευτέρα, 4 Δεκεμβρίου 2017

στα όνειρα


«εκείνος που πιστεύει στα όνειρα είναι εντελώς άσοφος και άπειρος, ενώ αυτός που δεν πιστεύει τίποτε είναι πραγματικά συνετός και σοφός. Εάν αρχίσωμε να πιστεύωμε στους δαίμονες κοιμώμενοι, ύστερα θα εμπεζόμεθα από αυτούς και ξύπνιοι...

Οι δαίμονες της κενοδοξίας εμφανίζονται στον ύπνο μας σαν προφήτες, συμπεραίνουν, σαν πανούργοι που είναι, μερικά από τα μέλλοντα να συμβούν και μάς τα προαναγγέλλουν. Και όταν αυτά πραγματοποιηθούν, εμείς μένομε έκθαμβοι, και υπερηφανεύεται ο λογισμός μας με την ιδέα ότι πλησιάσαμε στο προορατικό χάρισμα.

Σε όσους τον πιστεύουν, ο δαίμων αυτός φάνηκε πολλές φορές αληθινός προφήτης. Σε όσους όμως τον περιφρονούν πάντοτε αποδείχτηκε ψεύτης. Διότι, σαν πνευματική ύπαρξη που είναι, βλέπει όσα συμβαίνουν μέσα στην ατμόσφαιρα· και μόλις αντιληφθή ότι κάποιος πεθαίνει, τρέχει αμέσως σ' εκείνους που είναι ελαφρόμυαλοι και τούς το προλέγει με τα όνειρα.

Τίποτε μελλοντικό δεν γνωρίζουν οι δαίμονες από προγνωστική δύναμη. Διότι τότε θα μπορούσαν και οι μάγοι να μάς προλέγουν τον θάνατό μας».

αρχιμ. Αθανάσιος Αναστασίου, Χειραγωγία στη Μετάνοια. Πρακτικός οδηγός για το ιερό μυστήριο της εξομολογήσεως (έκδ. ΙΜ. Μ.Μετεώρου, 'Αγια Μετέωρα 2001, σ. 46). - Παράθεμα εκ του οσίου Ιωάννου του Σιναΐτου, Κλίμαξ (έκδ. Ι.Μ. Παρακλήτου Ωρωπού Αττικής 1989, «Λόγος γ΄, περί ξενιτείας», σσ. 60-61).

Πέμπτη, 30 Νοεμβρίου 2017

αθάνατος δ' ο γαμών


Όμματ' έχεις Ήρης, Μελίτη, τας χείρας Αθήνης,
τους μαζούς Παφίης, τα σφυρά της Θέτιδος.
Ευδαίμων ο βλέπων σε· τρισόλβιος όστις ακούει·
ημίθεος δ' ο φιλών· αθάνατος δ' ο γαμών.

(= Τα χέρια έχεις της Αθηνάς, τα μάτια της Ήρας,
της Αφροδίτης τα βυζιά και τα σφυρά της Θέτιδας, Μελίτη!
Όποιος σε βλέπει είναι ευτυχής, τρισόλβιος όποιος σ' ακούει,
ημίθεος όποιος σε φιλεί, θεός αυτός με εσέ που σμίγει!)

Ρουφίνος, επίγραμμα 94 της παλατινής ανθολογίας για την εταίρα Μελίτη.

Χρ. Δημητρουλόπουλος, Διήγησις Αλεξάνδρου μετά Σεμίραμης Βασίλισσας Συρίας. Ένα ανέκδοτο πρωτονεοελληνικό ποίημα για τον Μέγα Αλέξανδρο (κριτική έκδοση, με εισαγωγή, σχόλια και λεξιλόγιο, ιδίοις αναλώμ., Αθήνα 1999, σσ. 131-132).

Δευτέρα, 27 Νοεμβρίου 2017

εις το κλινάριν έπεσαν οι δύο τους αντάμα


να σε φιλώ, να με φιλής και άλλον πόθον ου θέλω
και να περιπλεκόμεσθεν ως ο κισσός το δένδρον·
να σε βλέπω να χαίρωμαι, να θάλλη η ψυχή μου
(Μ 1168-1170)

να μπαίνω στες αγκάλες σου να σε φιλώ σαν θέλω·
(Σ 1155) *

ετρώγασιν, επίνασιν, εχαίρονταν αντάμα.
Και το κλινάρι έστρωσαν και στέκετον, σαν πρέπει
με τα χρυσά και αργυρά ήτον αεί στρωμένον,
τα σαμουντάνια ήφθησαν τριγύρου του κλινάριν.
Ημέρα δε επλήρωσεν. Έφθασεν η εσπέρα,
εις το κλινάριν έπεσαν οι δύο τους αντάμα,
η αυθεντία σας ηξεύρετε οι δύο τί εκάμαν.
Τον πόθον τον εχόρτασαν και σε αγάπην πίπτουν
και χωρισμόν ουκ είχασιν, αλλήλων να χωρίσουν,
εχαίρονταν, ευφραίνονταν, ετρώγασιν, επίναν. (Μ 1274-1283)

Απόσπασμα της Διήγησης Αλεξάνδρου μετά Σεμίραμης Βασίλισσας Συρίας, εκ του κώδικος νο. 197 της Μονής Βαρλαάμ των Μετεώρων, 17ου αι.- Η πιο πεζή διασκευή της Μονής του Σινά (κώδικας 2122 του ιδίου αιώνος) δίδει:

Λοιπόν ως εδιάβην η ημέρα και έσωσεν η νύχτα,
εσηκώθηκαν οι άρχοντες με τον σύντεκνον και με τον βασιλέαν,
επήγαν τον εις το κλινάρι οπού ήτον η ωραία,
στρώματα χρυσοκλαβαρικά εστρώσασιν οι βάϊες
και παπλώματα χρυσά με τες χρυσές τες ούγιες,
σεντόνια χρυσοκόκκινα, τριγύρου μαργαριτάριν
και προσκέφαλα χρυσαφικά, τριγύρου το λιθάριν,
εγύρισαν κ' εξέβηκαν οι άρχοντες εκείνοι.
Ο βασιλεύς ανέμεινεν μόνος μετά κείνην,
ήπταν τα κανδηλέρια γύρωθεν το κλινάριν.
Ο Αλέξανδρος περιλαμβάνει την και πέφτει με την κόρην
και η αυθεντία σας έξευρε τί έποικαν εκείνοι.
Εδιάβη πάλιν η νύχτα και ήλθεν η ημέρα,
εσηκώθη ο βασιλεύς το πρωΐ με την ωραία
και πάλιν ήλθαν οι άρχοντες κι όλον τ' αρχοντολόγιν (Μ 1236-1250)

σαμουντάνια = τουρκική λέξη, σημαίνει· τα κηροπήγια
χρυσοκλαβαρικά = κεντήματα που γίνονταν με χρυσά ή ασημένια σύρματα, χρυσονήματα, μετάξια στερεωμένα πάνω στο ύφασμα.


Χρ. Δημητρουλόπουλος, Διήγησις Αλεξάνδρου μετά Σεμίραμης Βασίλισσας Συρίας. Ένα ανέκδοτο πρωτονεοελληνικό ποίημα για τον Μέγα Αλέξανδρο (κριτική έκδοση, με εισαγωγή, σχόλια και λεξιλόγιο, ιδίοις αναλώμ., Αθήνα 1999, σσ. 294-295, βλ. και σσ. 334, 353, 357).

----- 
* Οι στίχοι στο motto εκ του ιδίου (σσ. 284-285), όπου ομιλεί «η εύμορφος η κόρη» (Μ 1162)!

Παρασκευή, 24 Νοεμβρίου 2017

παροιμία


[...] η νέα από το θυμό της λόγω του ότι ο νέος απάντησε σωστά στα ερωτήματά της αναζητά μια καινούργια αφορμή για να τον μπερδέψει. Κατέβαζει λοιπόν τα βρακιά της και λέγει:

«Χωρίς σμπόρμπερη και μπάλα,
πώς ευρέθη τούτ' η φάλλα*

Ο νέος πανέξυπνος δε χάνει καιρό, κατεβάζει και αυτός τα βρακιά του και τής λέγει:

«Χωρίς κοπρέα και νερό,
πώς ευρέθ' αγγούρι δώ*

*

«Μπούλμπερη (ή κυθηραϊστί σμπόρμπερη) η πυρίτις (ιτ. polvere)·
φάλλα = τρύπα, κυρίως άνοιγμα, οπή εις πλοίον δι' ής εισρέει ύδωρ (ιτ. falla)».
(Βλ. Ν. Πολίτου, Παρατηρήσεις εις τα αινιγματικά παραμύθια, σ. 384 και σημ. 3).

Ερμηνεία της παροιμίας: Πώς δύναται να υπάρχη αιτιατόν άνευ αιτίας;

(Βλ. Ι. Βενιζέλου, Παροιμίαι δημώδεις συλλεγείσαι και ερμηνευθείσαι, Ερμούπολη 1867, σ. 341, αριθμ. 71).

Χρ. Δημητρουλόπουλος, Διήγησις Αλεξάνδρου μετά Σεμίραμης Βασίλισσας Συρίας. Ένα ανέκδοτο πρωτονεοελληνικό ποίημα για τον Μέγα Αλέξανδρο (κριτική έκδοση, με εισαγωγή, σχόλια και λεξιλόγιο, ιδίοις αναλώμ., Αθήνα 1999, σσ. 87-88).

-----
* Ελεύθερη μετάφραση:
- Χωρίς μπαρούτι και μπομπάρδα, πώς εγίνηκ' η τρουπάρα,
- Χωρίς χώμα και νερό, πώς ευρέθη αγγούρι εδώ!

Τρίτη, 21 Νοεμβρίου 2017

φάνηκε ανώριμη


Άκουσον, νέε αδελφέ, λόγια εδικά μας·
εσύ 'σαι νέος εύμορφος, ομοιάζεις εκ φρονίμων,
ξανθός, σγουρός, ερωτικός, από καλών γονέων *

Η βασιλοπούλα έβγαλε τα σκουλαρίκια της, δύο μικρές πέρλες, τις έδωσε στην οικονόμο της και τής είπε: Πήγαινε να τίς δώσεις στον φιλοξενούμενό μας και φέρε μου την απάντηση. Όταν αυτή έφερε τις πέρλες στον νέο, αυτός τίς εξέτασε και υπολόγισε τον ακριβή τους όγκο· έπειτα έβαλε δίπλα σ' εκείνες άλλες τρείς όμοιες και τής είπε να τίς δώσει στην κυρά της. Η βασιλοπούλα, βλέποντας τις πέντε πέρλες, τίς ζύγισε. Τίς εξέτασε λεπτομερώς στη ζυγαριά, τίς έσπασε με την ίδια πέτρα που τίς είχε ζυγίσει και τίς έκανε σαν σκόνη.

Έριξε πάνω μία χούφτα ζάχαρη, ανακάτεψε τη ζάχαρη με τις πέρλες και τίς ξανάστειλε στον φιλοξενούμενό της. Αυτός κατάλαβε την πονηριά της. Ζήτησε μια κούπα γάλα από την υπηρέτρια και έριξε μέσα τη σκόνη (ζάχαρη και πέρλες) και τήν έστειλε στην πριγκίπισσα. Αυτή πήρε την κούπα, ήπιε το γάλα και το κατακάθι, που έμεινε, το ζύγισε με το ίδιο βάρος, όπως την πρώτη φορά, και η ζυγαριά δεν έδειξε ούτε δράμι λιγότερο.

Για αυτά τα «τεστ» [ευφυΐας] έδωσε την εξής απάντηση στον πατέρα της:

Με τις πέρλες που έβγαλα από τα αυτιά μου ήθελα να πώ ότι η ζωή είναι, όπως οι πολύτιμες πέτρες, δύο μέρες. Αυτός προσθέτοντας στις δύο, άλλες τρεις, υπονοούσε το εξής: Έστω κι αν ήταν πέντε μέρες, πάντα γρήγορα περνά. Όταν πρόσθεσα τη ζάχαρη στις πέρλες και τα ανακάτεψα, εννοούσα ότι αυτή η ζωή είναι ανακατεμένη με χαρές, όπως οι πέρλες με τη ζάχαρη, και αναρωτιόμουν ποιός θα μπορέσει να διαχωρίσει τα δύο αυτά στοιχεία με μαγείες και αλχημείες. Αυτός που έχυσε γάλα στο μίγμα ήθελε να δείξει ότι η ζάχαρη ανακατεμένη με τις πέρλες διαλύεται σε μια σταγόνα γάλακτος. Εγώ, πίνοντας το γάλα, φάνηκα μπροστά του ανώριμη.


Από το ρομαντικό έπος του Πέρση ποιητή Νιζαμί (1141-1209), Τα εφτά πορτραίτα.


Χρ. Δημητρουλόπουλος, Διήγησις Αλεξάνδρου μετά Σεμίραμης Βασίλισσας Συρίας. Ένα ανέκδοτο πρωτονεοελληνικό ποίημα για τον Μέγα Αλέξανδρο (κριτική έκδοση, με εισαγωγή, σχόλια και λεξιλόγιο, ιδίοις αναλώμ., Αθήνα 1999, σσ. 310-311).

----- 
* Το motto εκ του ιδίου, (σ. 206), Διήγησις Αλεξάνδρου μετά Σεμίραμης Βασίλισσας Συρίας και δη και στίχοι Μ 131-133, εκ του κώδικος νο. 197 της Μονής Βαρλαάμ των Μετεώρων, 17ου αι., όπου ομιλούν οι θυρωροί της βασιλίσσης προς τον Αλέξανδρον.