Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2016

ένας ευχαριστήριος χορός



τίναξον
μακρά από σε
 τον άωρον
μόρσιμον ύπνον *


«Τώρα μόλις κατάλαβα γιατί οι ελληνικοί χοροί χορεύονται από άνδρες που μοιάζουν να κοιτάζουν προσεκτικά τα πόδια τους. Οι χοροί αυτοί προέρχονται από τη Δήλο, όπου ο Θησέας εφυήρε έναν ευχαριστήριο χορό με τους νέους που είχαν σωθεί απ' το Λαβύρινθο. Ο χορός αυτός αντέγραφε τις στροφές του Λαβυρίνθου και οι χορευτές κοίταζαν τα πόδια τους λες κι έψαχναν να βρούν το δρόμο. Κάθε τόσο χτυπούσαν τα δάχτυλα, χτυπούσαν με τα χέρια τους τα γόνατα, με το ένα χέρι χτυπούσαν το τακούνι, πράγμα που σήμαινε ότι βρίσκονταν στο σωστό δρόμο».
από το Ελληνικό Ημερολόγιο

Προφανώς εδώ (1952) ο Cocteau είναι επηρεασμένος από το ζεϊμπέκικο των φαντάρων και των ναυτών, που είχε ανακαλύψει το 1949 στις ταβέρνες του Πειραιά συντροφιά με τον Γιάννη Τσαρούχη.


Ζαν Κοκτώ, απόσπασμα εκ του Ο Jean Cocteau και η Ελλάδα (επιμ.-κείμ. Γιανν. Κονταξόπουλος, έκδ. Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα 2007, σ. 72).


-----
* Το motto εκ του Ανδρέα Κάλβου και δη και εκ της Ωδής με τίτλο "Η Βρεττανική Μούσα" (στροφ. ιγ΄), για τον νεκρό στο Μεσολόγγι φιλέλληνα λόρδο Βύρωνα.-

Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2016

o ποιητής είναι άχρηστος


Σαν άνθρωπος το σώμα της το σώμα του ζητάει *

Πώς μπορεί ένας ποιητής να φανεί χρήσιμος; Το έργο σας έχει κάποιο αίτημα πέρα από τη μυστηριώδη ανάγκη που το κινεί;

Ο ποιητής είναι άχρηστος. Είναι είδος πολυτελείας. Βοηθάει ορισμένους μόνο ευαίσθητους ανθρώπους να ξεπεράσουν τις δυσκολίες που έχει αυτή η ζωή.

Αυτό δεν είναι ήδη κάτι;

Ίσως, και παρόλο που δηλώνω έτσι αφοριστικά την αχρηστία του ποιητή, βλέπω οπωσδήποτε την έστω περιορισμένη κοινωνική λειτουργία του. Υπάρχει αυτή η αντίφαση. Ο κόσμος γελάει όταν δηλώνεις ποιητής, άλλωστε τα περισσότερα ειδύλλιά μου τελειώσανε άμα τη δηλώσει της ποιητικής μου ιδιότητος. Πολλοί ντρέπονται.

Εσείς;

Όχι, εγώ ήμουν ανέκαθεν τρελός, επαναστατημένος. Το πλήρωσα ακριβά αυτό, αλλά δεν μετάνιωσα ποτέ.

Μίλτος Σαχτούρης (1919-2005) στον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο, "Με κατατρώει αυτή η ποίηση" (Lifo, 21.3.2014).

-----
* Στο motto στίχος της Μαρίας Κυρτζάκη, εκ του Η γυναίκα με το κοπάδι (έκδ. Ύψιλον / βιβλία, Αθήνα 1982, σ. 33).

Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2016

για μένα είναι που φοβάμαι


Πρέπει ν' αποφασίσουμε επειγόντως
 μέσα στην προσεχή εκατονταετία
 αν η ποίηση θα συνεχίσει να είναι
 μία ανάπτυξις στίλβοντος ποδηλάτου.*

Όλοι κρύβουμε μιαν ανάληψη μέσα μας

με αερόστατο, πυρφόρο άρμα ή φωτοβολίδα
με χελιδονόψαρα, κενταύρους και μουσική ακορντεόν

η δικιά μου περιλαμβάνει έναν σταχτογάλαζο άνθρωπο,
διχαλογένη και με ημίψηλο,
που κρατάει στην αγκαλιά του ένα πρόβατο

εκείνο πηγαίνει σε τόπο χλοερό -για μένα είναι
που φοβάμαι.

Δημήτρης Αγγελής, Ένα ελάφι δακρύζει πάνω στο κρεβάτι μου (έκδ. Πόλις, Αθήνα 2015, σ. 23).

----- 
* Το motto εκ του Τάκη Σινόπουλου, Νυχτολόγιο [1978] (έκδ. Κέδρος, σ. 15).

Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2016

και οι πληγές μένουν ένα ενθύμιο



[...]
Εγώ με τα μάτια ενός παιδιού
που τρώει μαλλί της γριάς
και μπαίνει στο τρενάκι του τρόμου.
Ο νάρκισσος καθρεφτίζεται σ' εμένα
κομμάτι κομμάτι φτιάχνω το παζλ της ζωής μου.
Αυτό είναι μυστικό, δε θα το πώ, αλλάζω δρόμο.
Χάνομαι στις πόλεις. Χάνομαι στις πόλεις.
Χάνομαι παίζοντας με τους πλανήτες.
Η καρδιά μου κάνει τα-τα-τα.
Είναι σημάδι πως σχεδόν έφτασα
στα σύνορα της αλήθειας.
Το ψέμα δεν είναι άλλο από ένα φλιπεράκι τρελό.
Game over, game over.


*

«Η Αλίκη δε μένει πια εδώ»

Κι εκείνη όλη της τη ζωή πέρασε ελπίζοντας
πως θα αλλάξουν τα πράγματα·
το θυμάμαι, Κατερίνα
ήσουν εσύ που περίμενες ώρες ατελείωτες
ένα σημάδι πως είμαστε ακόμα ζωντανοί.
Σου γράφω γιατί έμεινες μόνη σου με τα φαντάσματα
εγώ δεν μπόρεσα, πήγα σε άλλη γη
που το πάθος για τη ζωή
γίνεται ένα με τη μουσική
και οι πληγές μένουν ένα ενθύμιο
στον μπουφέ με τις φωτογραφίες
των συγγενών που πέθαναν.
Κάθε φορά που μιλάω για σένα
δάκρυα ποτάμια· είσαι η ψυχή κι η βροχή
ψυχούλα μου.


Μυρτώ Τάσιου, Η Αλίκη δε μένει πια εδώ (εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2014, σσ. 27, 7). Νεκρή βρέθηκε πέρσυ τέτοια μέρα η κόρη της Κατερίνας Γώγου, Μυρτώ Τάσιου, σε ηλικία 48 ετών. (Ναυτεμπορική, Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2015)

Δευτέρα, 12 Σεπτεμβρίου 2016

ανυπόμονος να δεί την Ακρόπολη...


Το σώμα μου δεν ελευθερώνεται από κάθε φανταστικό
 παρά μόνον όταν ξαναβρίσκει τον εργασιακό του χώρο.
 Ο χώρος αυτός είναι παντού ο ίδιος, υπομονετικά
 προσαρμοσμένος στην απόλαυση του ζωγραφίσματος,
 του γραψίματος, της ταξινόμησης.*

[...] Είναι κυρίως ανυπόμονος να δεί την Ακρόπολη: «αυτή η Ακρόπολη που δεν φαίνεται [εξαιτίας της ομίχλης] μάς κάνει να σκεφτόμαστε μόνο την αποβίβασή μας». Πλησιάζοντας στο μνημείο τα μάτια του γουρλώνουν: «Τί είναι αυτό που βλέπω; [...] Βλέπω ένα σπασμένο κλουβάκι, πολύ μακρουλό και χαμηλό, σαν εκείνα που φτιάχνουν από χόρτο τα παιδιά για να αιχμαλωτίσουν τις ακρίδες. Κρέμεται στον αέρα, γύρω του κενό. Απίστευτο! Η καρδιά μου αρχίζει να χτυπά. Αυτό το μικρό κλούβιο κλουβί ... είναι δυνατόν να είναι ...; Μα ναι, είναι ο Παρθενώνας! [...] το κλουβί όπου οι Αθηναίοι κρατούσαν φυλακισμένη την Αθηνά, την ακρίδα του ελληνικού βράχου».

Στα μάτια του Cocteau το παραμικρό καθημερινό γεγονός γίνεται μυθικό, όπως στα μάτια των παιδιών: «Το κλουβί έχει ανοίξει, η Αθηνά το έχει σκάσει, κι εκεί ψηλά ένα αεροπλάνο (λες να είναι ο Ερμής, ο θεός του εμπορίου;) πετά πάνω από το κλουβί και χάνεται στον ουρανό». Ή ακόμη: «στους πρόποδες της Ακρόπολης, στο θέατρο που από ψηλά φαίνεται να ανοίγει με μια κίνηση σαν πέτρινη βεντάλια, ένας επισκέπτης και η γυναίκα του τσακώνονται. Ακούμε αυτά που λένε. Έτσι μπορούσε ο λαός να ακούει τον Κρέοντα και την Αντιγόνη να τσακώνονται, χωρίς να πληρώνει εισιτήριο».

Ζαν Κοκτώ, απόσπασμα εκ του Ο Jean Cocteau και η Ελλάδα (έκδ. Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα 2007, σσ. 62-63, 14).

-----
* Το motto εκ των σημειώσεων του Ρολάν Μπάρτ, Ρολάν Μπάρτ από τον Ρ. Μπ. [1975] (μτφρ. Φλοράνς Πουανιάν, έκδ. Ράππα, Αθήνα 1977, σ. 44).

Πέμπτη, 8 Σεπτεμβρίου 2016

κι εκείνος ο ηνίοχος...


«[...] Αναρωτιέσαι και σκαρφαλώνεις [ενν. στα υψώματα της Ελλάδας] σαν κατσίκι ανάμεσα από τα λείψανα των βασιλέων, τα μυρωμένα από τους αμάραντους απ' όπου η καταιγίδα ελευθερώνει ένα απόσπασμα από μυρωδιές τόσο ζωντανές και τόσο πεθαμένες, όσο κι εκείνος ο ηνίοχος που βαδίζει δίχως να κινεί τα πόδια του και διασχίζει τους αιώνες με βλέμμα σαν το λευκό ραβδί των τυφλών...».
από το Ημερολόγιο ενός αγνώστου

*

«[...] Η ασχήμια και η ανοησία είναι δυο πανίσχυρες θεές που μπροστά τους η ευφυΐα και η ομορφιά είναι σχεδόν άοπλες. Η ασχήμια του Ηρακλείου της Κρήτης είναι τουρκική. Έχουμε αγκυροβολήσει σ' ένα λιμάνι γεμάτο χαλάσματα και μηχανές ανοικοδόμησης. Σήμερα το πρωί πήγαμε στην Κνωσσό. Αξίζει να διασχίσει κανείς τα πέλαγα για να τη δεί. Χάρη στις θαυμάσιες ανασκαφές του σερ Άρθουρ Έβανς, περιδιαβαίνουμε στην κατοικία του Μίνωα. Από τα Ανάκτορα αυτά θα πρέπει να γεννήθηκε ο μύθος του Λαβύρινθου.

Αν τούτη η εξαίσια μυρμηγκοφωλιά δεν ήταν ορθάνοιχτη, θα είχαμε χαθεί. Συνεχώς ανεβαίνουμε, κατεβαίνουμε, στρίβουμε, επιστρέφουμε εκεί απ' όπου ξεκινήσαμε, νομίζουμε ότι βγαίνουμε και ξαναβρισκόμαστε στο τελικό αδιέξοδο ενός μαιάνδρου ή μιας σπείρας. Ιδού το παράδειγμα μιας παρακμής που είναι το ανώτατο σημείο του πολιτισμού. Έπειτα έρχεται η παρακμή της παρακμής και ο σύγχρονος σκουπιδοτενεκές. Οι τοιχογραφίες αιχμαλωτίζουν με τη φρεσκάδα και την κομψότητά τους».
21 Ιουνίου 1952, από το Οριστικό παρελθόν

Ζαν Κοκτώ, δυό αποσπάσματα εκ του Ο Jean Cocteau και η Ελλάδα (έκδ. Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα 2007, σσ. 13, 14).

Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2016

θεός αν γίνεται ή, το βασίλειο του θεού


Ο François Mauriac γράφει στις σημειώσεις του από το ταξίδι του στην Ελλάδα, την ίδια χρονιά με τον Cocteau (1936): «“Είναι θεός”, έλεγε ο ξεναγός δείχνοντας τον Απόλλωνα. Θεός ασφαλώς, αλλά πάνω από όλα άνθρωπος. Ο τέλειος άνθρωπος, ήρωας που γίνεται θεός. Ο θεός δεν είναι θεός παρά μόνο στο μέτρο που είναι άνθρωπος φτασμένος στην ύψιστη δύναμή του. [...] “Να είστε τέλειοι όπως ο ουράνιος Πατέρας σας”: αυτή η επιταγή του Χριστού εμφύσησε στην ανθρωπότητα την επιθυμία να εξισωθεί με τον Θεό, την υπέρμετρη φιλοδοξία που εκφράζεται μέσα από τη μανία κατασκευής πεσσών και θόλων, πολλές φορές αφημένων στη μέση, μισοτελειωμένων. Αντίθετα: “Να είστε ανθρώπινοι όπως κι εμείς”, μοιάζουν να λένε οι Έλληνες στους θεούς τους, και τούς έχτιζαν ναούς που μόλις ξεχώριζαν από το βουνό όπου κατοικούσε ο θεός. [...] Ο Έλληνας, εξοικειωμένος με το αόρατο, παίζοντας με τον θεό, διατηρεί ωστόσο την έννοια του μυστηρίου. [...] Χρειάστηκε άραγε λιγότερη πίστη στην ανθρωπότητα που ανήγειρε αρχαίους ναούς, απ' όσο σε εκείνην που επινόησε τον καθεδρικό ναό;»

Από τη σύγκλιση αυτή των δύο συγγραφέων, προκύπτει ότι η συνέργεια μεταξύ ενός (δυνατού, αλλά όχι παντοδύναμου) θεού και ενός (ελεύθερου, υπεύθυνου και όχι φοβισμένου) ανθρώπου δεν είναι καθόλου βλάσφημη. Η κατάργηση, ακριβώς, της απόστασης μεταξύ τους, η αναγνώριση, μάλιστα, ενός ευάλωτου στοιχείου στον θεό, επιτρέπει στον άνθρωπο να ανακαλύψει τη θεϊκή του φύση. «Το βασίλειο του θεού, αλίμονο, βρίσκεται μέσα μας και όχι μπροστά μας», έγραφαν λέξη προς λέξη ο Mauriac στο ταξίδι στην Ελλάδα (1936) και ο Cocteau στον Βάκχο (1951). [...]

Γιανν. Κονταξόπουλος, στο: Ο Jean Cocteau και η Ελλάδα (επιμ.-κείμ. Γιανν. Κονταξόπουλος, έκδ. Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα 2007, σ. 74).

*

Γνωρίζετε βέβαια το πιο πεζό επιχείρημα των αθέων: Γιατί ο Θεός δεν τα ρυθμίζει όλα αυτά αφού είναι παντοδύναμος; Ή μήπως δεν είναι παντοδύναμος; Είναι παντοδύναμος ο Θεός. Αλλά η δύναμή του δεν είναι αυτή των δικτατόρων και των δημίων, ούτε κάν η δύναμη που μπορώ να ασκήσω μέσα στο μίσος μου. Η παντοδυναμία του Θεού είναι -κι εδώ χρησιμοποιώ όρο δυσκολομετάφραστο που θέλει ανάλυση- η Αγάπη.

Ολιβιέ Κλεμάν, Ορθοδοξία και Πολιτική (μτφρ. Γ. Λάππας-Γ. Ζερβός, έκδ. Μήνυμα, Αθήνα 1985, σ. 11).