Τρίτη, 14 Αυγούστου 2018

κάποτε, η Ίσις και ο Όσιρις


Κάποτε, η Ίσις και ο Όσιρις ήταν σημαντικότατοι θεοί για τους Έλληνες, με την υπόσχεση μιας θρησκείας που προσέφερε προσωπική λύτρωση και μεταθανάτια ζωή. Τον 2ο αιώνα μ.Χ., ο Απουλήιος, στις «Μεταμορφώσεις», παρουσιάζει τη θεά να σώζει τον πρωταγωνιστή Λούκιο, μεταμορφώνοντας τον σε άνθρωπο πάλι από γάιδαρο. Και συστήνει τον εαυτό της: «Η οικουμένη με λατρεύει με χίλιες μορφές, χίλια ονόματα και με διάφορες τελετές και προσευχές. Οι Φρύγες με ονομάζουν Κυβέλη· οι Κυπριώτες Παφία Αφροδίτη, οι ντόπιοι Αθηναίοι Κεκρόπεια Αθηνά· οι Κρήτες Άρτεμη Δικτύνη· οι Σικελοί, που μιλούν τρεις γλώσσες, Περσεφόνη Στυγία· οι κάτοικοι της Ελευσίνας, αρχαία Δήμητρα, άλλοι Ήρα Μπελλόνα, Έκάτη, μερικοί Ραμνούσια Νέμεση. Μα οι Αιθίοπες, που ο ήλιος τούς φωτίζει στην ανατολή του, οι Αριανοί και οι Αιγύπτιοι, που στις επιστήμες προηγήθηκαν από όλους τους λαούς, μου αποδίδουν τη λατρεία που μου πρέπει με το αληθινό όνομα, της θεάς Ίσιδος» (μετάφραση Αριστείδη Αϊβαλιώτη, εκδόσεις Νεφέλη, 1982).


Νίκος Κωνσταντάρας, “Αιγύπτιοι θεοί, Έλληνες Εβραίοι”, στην Καθημερινή της 30ης.06.2018.

Παρασκευή, 10 Αυγούστου 2018

κατά λάθος


Κατά λάθος, αντί για το βρακάκι σου
μού άφησες το μάλλινο σκουφί σου.*

Άντων, Αντών! Κοίτα
εδώ, εδώ, δες εδώ -

Είχε γείρει, πού ακριβώς;
Είχε γείρει έτσι που όλο το κορμί της
ήταν λόφοι, λόγγοι και κοιλάδες
πάνω από έναν ολοκαίνουργιο Κορινθιακό -
τον ατενίζω τώρα
στη βίγλα των Κτηρίων
απέναντι στα πλάγια κατσίκια
που βόσκουν κατηφορικά χορτάρια.

[...]

Τούτα τα στιλπνά κι εύσαρκα λαγόνια
ήταν κάποτε δικά μου
σαν τα συρτάρια του γραφείου,
άνοιγαν κι έκλειναν με τη βουλή μου.

[...]

Αντώνης Ζέρβας, Διάλογοι με τον Αρχίλοχο (έκδ. Περισπωμένη, Αθήνα 2016, σσ. 33-34). - Το motto εκ του ιδίου (ό.π, σ. 29).

Δευτέρα, 6 Αυγούστου 2018

ποιό άγουρο σταφύλι νάχω ‘ςτο στόμα μου;


Είναι ωραία τα μάτια σου
ανοίγουν πρωϊνά
‘ςτις εσοχές του ουρανού.*

[...]

Η τέχνη
νεωκόρος εξόριστη
θεραπεύει την αρχαία πληγή.

Θα γραφούν ωραίοι στίχοι.

Ο άνεμος τους ταξιδεύει σαν κύματα ‘ςτα ξένα.
Κάποιοι θα γίνουν άγαλμα
θα το χαζεύει ένα παιδί μέχρι τον έρωτά του.

Θα βασιλεύει η σιωπή.
Οι άνθρωποι τεχνολογούν δοξάζοντας
Ιερείς που κατεβάζουν τον ουρανό ‘ςτα χέρια τους
και τον μοιράζουν σε κομματάκια ψωμί
· -τα πουλιά μαζεύουν τα ψίχουλα
και φεύγουν πάλι ‘ςτα μέρη
που τούς δίνουνε μιλιά-

Φτάνουμε ‘ςτο ανείπωτο κάποτε
κι επιστρέφουμε
‘ςτις κοινότατες λέξεις.

*

Ο Θεός είναι μια αύρα
που κάποτε κατοίκησε
‘ςτο σώμα μιας γυναίκας.


Άγγελος Καλογερόπουλος, “Κοινός λόγος”, ποίημα από την συλλογή Αργά Μαθήματα (έκδ. Το κοινόν των Ωραίων Τεχνών, Αθήνα 2002, σ. 33). - Το motto εκ του ιδίου, (σ. 10). Αλλά και το μοιράδι εκ του “Ύστερον”, εκ του ιδίου (ό.π., σ. 31). Κι ο τίτλος ακόμη στιχάκι εκ του ιδίου (ό.π., 30).

Πέμπτη, 2 Αυγούστου 2018

και των ψυχών


στραβά που σ' έραψα στραβά
στραβά θα με ξηλώσεις *

Σάββατο των ψυχών
Κάνει πάλι Σάββατο έξω
Και γω κλεισμένος σ' ένα κάτι κλιματιζόμενο
Μετρώ κοινωνικότητα σε κλεμμένους αναπτήρες
Πόλη γεμάτη Σάββατο
Στα δάχτυλά σου μετρώ τις ημέρες μου
Σάββατο των ψυχών
Στην πολιτεία της Άλμπα

Θωμάς Τσαλαπάτης, «Άλμπα» (έκδ. Εκάτη, Αθήνα 2015).


*

ΜΕΔΟΥΣΑ
Κατ' αρχήν
είναι το βλέμμα
κι εκείνη το 'φερνε από μεγάλα βάθη
Δεν ξέρω αν εξηγεί η μοναξιά
μα ωστόσο η μοναξιά –
που δυο χαλίκια δεν ενώνονται ποτέ
και τα βουνά μια μέρα θα μας γίνουνε χαλίκια
Ήταν πικρή κι αμίλητη
που όλα την ίδια τύχη μες τα μάτια της
από ένα μυρμήγκι
ώς τη δημοκρατία
κι ανάμεσα σ' αυτά τα δυο
πλήθος κορμιά συρρέανε
κόρες εκπάγλου καλλονής
οι μάγκες με τις λεοντές
–να σημειώσουμε πως τότε δεν υπήρχαν φωτογράφοι–
Ήταν καλή
και την εσκότωσαν
ο μανιακός ο θαυμαστής
με τη λεπίδα
Ξεσπάσαν μαύρες ταραχές
σειρήνες
μπάτσοι
πετροπόλεμος
από παντού συνθήματα:
Νεκρή μου φύση σού 'ρχομαι
Ψωμί
Παιδεία
Ελευθερία
σ' όλα δοκίμασα τα δόντια μου
σ' όλα μού σπάσανε
Λοιπόν;
Εκεί που η τάξη αδυνατεί
έρχεται ο μύθος
Αυτά.
Δεν σώθηκε τίποτα δικό της
Κρίμα.
Πρέπει να ήτο
εξαίσια γλύπτις

Γιάννης Στίγκας, από την ποιητική συλλογή· Βλέπω τον κύβο Ρούμπικ φαγωμένο (έκδ. Μικρή Άρκτος, Αθήνα 2014). - Στο motto, εκ του ιδίου, αρκτικοί στίχοι από το ποίημα "Φρανκεστάιν ή καλύτερα άτιτλο".

Απ' εδωδά ειλημμένα! 

Σάββατο, 28 Ιουλίου 2018

λίγες ώρες μετά η Γη έσκασε σαν ρόδι


Τρώσαντος εν μαχαίρα, του βαρβάρου Παρθένε,
κατά την παρειάν σην εικόνα,
εξεπήδησεν αίμα ευθύς...*

Ο δέκατος όγδοος αιώνας πέρασε, το ίδιο και ο δέκατος ένατος, ο εικοστός και μερικοί άλλοι ακόμα. Η Εκκλησία γιορτάζει σήμερα τη μνήμη του αγίου Αντωνίου και είμαστε στη χρονιά 2316».
«Άρα είμαι νεκρός!»
«Εδώ κι εξακόσια χρόνια περίπου».
«Και η Έλενα;»
«Νεκρή, όπως κι εσύ. Πέθανες τη νύχτα που γνωριστήκαμε...»
«Πώς πέθανα; Ήπια το βιτριόλι;»
«Μέχρι την τελευταία σταγόνα. Και η Έλενα έσβησε από τη θλίψη της όταν έμαθε το άτυχο τέλος σου. Πάνε λοιπόν έξι αιώνες που και οι δύο βρίσκεστε κάτω από την εξουσία μου».

[...]

«Η Έλενα κι εσύ πεθάνατε την ημέρα που σού είπα. Η Έλενα ήταν προορισμένη να ανέβει στην έπαυλη των αγγέλων την ημέρα της Κρίσεως, ενώ εσένα σού αξίζανε τα χειρότερα μαρτύρια της κολάσεως. Εκείνη επειδή ήταν άδολη και αγνή – εσύ επειδή έζησες μακριά από τον Θεό κι επειδή έτρεφες ποταπές φιλοδοξίες. Πρόσεξε τώρα: η ημέρα της Κρίσεως είναι αύριο, μόλις η ώρα σημάνει τρεις το μεσημέρι στη Ρώμη».

Πέδρο Αντόνιο δε Αλαρκόν, Ο θάνατος κι ο φίλος του (μτφρ. Δ. Σταυρίδου, έκδ. Ροές, Αθήνα 2014, σ. 120). Ο τίτλος φρασούλα εκ του ιδίου (ό.π., σ. 127). Στις σσ. 108-109 το ταξείδι των ψυχών επάνω ανά τις Ηπείρους από τα κύματα!

-----
* Στο motto στιχάκι εκ του υπό στοιχείον 'Τ' οίκου των Χαιρετισμών Παναγίας της Πορταϊτίσσης, εκ χειρογράφων της Ι.Μ. Ιβήρων (έκδ. Ι.Μ. Ιβήρων 2006, σ. 54). Εκ του ιδίου (ό.π., σ. 50) και ο υπό στοιχείον 'Κ' οίκος:

«Κατά νώτων θαλάσσης, επαφίησιν είτα, εικόνα η γυνή την αγίαν· ήπερ ορθίω σχήματι σαφώς,
θαυμασἰως εποιείτο την έλευσιν, κατά δυσμάς ηλίου· διό η μήτηρ συν υιώ εβόα· Αλληλούϊα».

Τρίτη, 24 Ιουλίου 2018

το χωριό των κακομαθημένων γυναικών


Το χωριό των κακομαθημένων γυναικών βρίσκεται στη ωραιότερη θέση του Βασιλείου της Κρήτης. Μπροστά απλώνεται θάλασσα. Πετούν χελιδονόψαρα. Χορεύουν δελφίνια. Πνέουν αύρες θεσπέσιες. Πίσω υψώνεται κατάφυτο βουνό. Δένδρα μεγάλα κινούν τον αέρα και τον αναζωογονούν. Πρόβατα βελάζουν. Πέρδικες κακαρίζουν. Στα δεξιά απλώνονται περιβόλια ανοιξιάτικα και θημωνιές εαρινές. Αριστερά θάλλουν τα καρποφόρα δέντρα του Βασιλείου. Μηλιές, κερασιές, πορτοκαλιές, αχλαδιές. Αμπέλια πλούσια. Στρέφουν λοιπόν πίσω οι κακομαθημένες το κεφαλάκι τους και αναπνέουν το βουνό. Απλώνουν τα ποδαράκια τους και τα λούζει το κύμα. Πιάνουν όποιους καρπούς θέλουν με το δεξί. Έχουν στο αριστερό χέρι όποιο φρούτο επιθυμούν. Οι γυναίκες αυτού του χωριού είναι πολύ ωραίες και κακομαθημένες. Γι’ αυτό ονομάζεται έτσι το χωριό. Στην πρώτη γλώσσα της Κρήτης τις γυναίκες αυτές τις έλεγαν «ξενινιασμένες». Η λέξη θέλει να πεί ότι αυτές οι γυναίκες συμπεριφέρονται ωσάν τα νινία, κάνουν δηλαδή σαν τα μωρά παιδιά.

Άλλο χαρακτηριστικό των κακομαθημένων γυναικών είναι ότι έχουν στην εξουσία τους όσους και όποιους άνδρες επιθυμούν. Απεχθάνονται τους ταπεινούς, τους άξεστους και τους ανέραστους. Τούς αρέσουν οι ευγενικοί. Οι υπερήφανοι. Οι πλούσιοι και οι ερωτικοί. Είναι αυτοί που υποτάσσονται εύκολα και υπηρετούν με θέρμη τις κακομαθημένες τους. Υποτάσσονται σε αυτές διότι θέλουν να υποτάσσονται. Υπηρετούν διότι θέλουν να υπηρετούν. Κοιμούνται στο κρεβάτι των κακομαθημένων γυναικών τους μόνο όταν θέλουν εκείνες. Όταν δεν θέλουν να τούς έχουν στο κρεβάτι, τούς βάζουν και κοιμούνται στο χαλάκι. Σηκώνονται εκείνες τη νύχτα να πάνε για νερό τους. Κατεβαίνουν. Πατούν με τα ωραία τους πόδια τους άνδρες που κοιμούνται στο χαλάκι. Πάνε, κάνουν το νερό τους. Επιστρέφουν στο κρεβάτι τους. Πατούν επάνω στους ωραίους και τους υπερήφανους άνδρες. Ανεβαίνουν στο κρεβάτι. Κοιμούνται. Οι άνδρες ξαγρυπνούν και παρακολουθούν με ευλάβεια την ανάσα των κακομαθημένων γυναικών τους.

Το χωριό των κακομαθημένων γυναικών το ίδρυσε η Βασἰλισσα Πασιφάη η Γ1 η Ανελέητη ή Αναβαίνουσα. Λέγεται πως προτού γίνει βασίλισσα, συνήθιζε να συνευρίσκεται με όποιον ήθελε και με όποιαν ήθελε. «Τα αιδοία της», αναφέρουν τα Βασιλικά Χρονικά, «ήσαν ανελέητα. Περιέλουζε τους εραστές της με υγρἀ θεσπέσια και περιφλεγή. Μέγας πόθος έκαιγε τα σώματα αυτών. Και εκείνη αφού τούς έχριε με τα ζείδωρα υγρά της, κατέκαιε την υπόστασίν τους. Εμαίνοντο οι άνδρες. Εφλέγοντο. Και εκείνη τούς είχε στην υπηρεσία της. Ήτανε δύστροπη. Ήταν άγαν κακομαθημένη. Αλλά εις τα ερωτικά ήταν θεότης». [...]

Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Το Βασίλειο της Κρήτης. Γενικές πληροφορίες και χωριά (έκδ. Άγρα, Αθήνα 2013, σσ. 149-150).