Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

με τη ζακχαρώδη λευκότητα...


[...] Παίρνω και εξετάζω τον κρίνο με τη ζακχαρώδη λευκότητα. Η κατάληξη των παρατηρήσεών μου έχει διατυπωθεί από τους βοτανικούς στα γνωστά άνθινα διαγράμματα. Στην περίπτωση του κρίνου (Lilium Candidum) έχουμε: 3 σέπαλα + 3 πέταλα + 6 στήμονες (3+3)+3 καρπόφυλλα (σχηματίζουν ωοθήκη τρίχωρη με πλήθος ωάρια) + 1 στύλο που καταλήγει σε 3 στίγματα. Προσέχοντας στη σταθερή επανάληψη του αριθμού 3, ανάγονται οι βοτανικοί στο σχηματισμό του άνθους όλων των μονοκοτυληδόνων.

Στο γενικόν αυτό τύπο υπάγονται και τα γένη Όφρυς και Όρχις που ανέφερα ήδη ότι με τόση χαρά συνέλεξα την άνοιξη βγαίνοντας στο γειτονικό μας δάσος Κουρί. Σ' αυτά τα παράξενα λουλούδια που χαρακτηρίστηκαν από μερικούς ειδικούς «νύμφες του αιθέρα», ο αριθμός των στημόνων περιορίζεται από 3 σε 1, του οποίου οι ανθέρες βρίσκονται προσκολλημένοι επί της απολήξεως του υπέρου, αποτελώντας το γυνόστεμμα, κάπως ξεχωριστό όργανο που στεφανώνει το θήλυ, την ωοθήκη, που αυξάνει περιστρεφομένη γύρω από τον εαυτό της, σε τρόπο που νά 'ρθει μπροστά στο χείλος το υπερτροφικό από τα τρία πέταλα του άνθους, που ξεμοιάζοντας σε σχήμα και χρώμα πολλά άλλα ζώα, έντομα, μύγες, πεταλούδες, ή ακόμα και τη γόβα που φόραγε η Αφροδίτη, προσδίδει σε ολόκληρη την οικογένια αυτών των φυτών την ομορφιά που τα καθιστά περιζήτητα, ιδίως από τον 18ο αιώνα του Διαφωτισμού και μετά, που εισήχθηκαν τα σπάνια εξωτικά είδη.

Το είδος Ophrys που βρίσκω στο Κουρί μοιάζει με μέλισσα. Επίσης στο υπόδασος από το Κουρί έχω βρεί άτομα του είδους Λιμόδορον, που στέλεχος, φύλλα, άνθος έχουν μια χαρακτηριστική κυανή ορφνή σαν καρβουνιασμένη απόχρωση, λόγω της τελείας απουσίας της χλωροφύλλης εκ του σαπροφύτου αυτού, που βλασταίνει πάνω στα πεσμένα μαραμένα φύλλα των δένδρων και θάμνων που σωριάσαν τα έτη. Αν ήμουν ρομαντικός και αφηνόμουν ανεξέλεγκτα στις παρορμήσεις των συναισθημάτων, θα μπορούσα να σας πώ ότι με το Λιμόδορον ταυτίζω την αισιοδοξία που νιώθω να εξανθεί μέσα μου, καθώς βάνω μπροστά τη δουλειά να επαναλάβω όσα περί ψυχής διετύπωσε ο Πλάτων, νιώθωντας δικαιολογημένη την αθανασία στην οποία πίστευε.

Συχνά οι μέσα μας λυρικές φωνές μάς παρωθούν σε τέτοιου είδους συσχετίσεις, που αν γενικά ευσταθούν, ωστόσο εύκολα γίνονται τροφή της αρνήσεως σε κάθε «πιστεύω», μετά που θα δούμε το εύχαρι αντικείμενο να μαραίνεται στα χέρια μας.

Δεν πρόκειται ποτέ ν' αμφισβητήσω ότι ο Αρχάγγελος Γαβριήλ, Ταξίαρχος των Επουρανίων Ασωμάτων Δυνάμεων, κατερχόμενος επί γής διά να ευαγγελίσει τη Θεοτόκο, έτεινε με το χέρι του προς το παρθενικό της Άγιο πρόσωπο ένα κρίνο με ζακχαρώδη λευκότητα. Η σκέψη μου απλώς μόνο τείνει στην εκδοχή ότι κρίνο κάλλιστα μπορεί νά 'ταν το ίδιο το χέρι της επουρανίου δυνάμεως.

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Αρχιτεκτονική της σκόρπιας ζωής, Β΄.


Δευτέρα, 20 Μαρτίου 2017

εις καρδίαν λαβών


γόνυ κλίνας, τη γή το πρόσωπον δίδωσι
και τον εν ουρανοίς κατοικούντα Κύριον
εις καρδίαν λαβών,
εκείνου και εδέετο *

Νίκων ο παλαιός εκείνος παπουλάκος πληρώνει θαυματουργικά(;) τους χτίστες του ναού

Εν μιά ουν βουληθείς ο όσιος πείραν του πόθου και της πίστεως, ήν έφασκον έχειν οι προύχοντες της πόλεως εις αυτόν καν τούτω τω μέρει [=κάποια ημέρα, λοιπόν, θέλοντας ο Όσιος να λάβη πείρα του πόθου και της εμπιστοσύνης, που έλεγαν ότι έχουν σ’ αυτόν οι άρχοντες της πόλεως και σ’ αυτήν την περιοχή], επεί ουκ είχεν όθεν αφοσιώσοιτο τον μισθόν τοις δομήτορσιν ο και μηδενός οβολού ευπορείν μάρτυρας έχων τους πάντα βλέποντας οφθαλμούς [=επειδή δεν είχε από πού να πληρώση τον μισθό στους οικοδόμους, αφού δεν διέθετε ούτε έναν οβολό, σαν μάρτυρες έχοντας τους οφθαλμούς που τα πάντα βλέπουν], προυτρέψατο τοις δομήτορσιν άλυσιν αυτώ περιθείναι και δίκην ανδραπόδου [=σαν να είναι σκλάβος] εφέλκεσθαι αυτόν εκ του τραχήλου καθ' όλης της πόλεως.

Ο δε πιστός ταύτης λαός, αισθόμενος [=όταν αντελήφθη] τον σκοπόν του πράγματος, ευψύχως άμα και φιλοτίμως πάνθ' όσα τοις έλκουσιν ώφειλε καταβαλλόμενοι [=κατέβαλαν όλο όσα ώφειλε σ' αυτούς που τον έσυραν], ευχών αντελάμβανον πλούτον [=ανταμειβόμενοι με τον πλούτο των ευχών του].

Της γουν αλύσεως ταύτης τί αν γένοιτο μακαριώτερον, της τη προσψαύσει της τιμίας και καθαράς αυτού σαρκός αγιασθείσης [=η οποία με το άγγιγμα της τιμίας και καθαράς αυτού σαρκός αγιάσθηκε] και τη μεθέξει του εν αυτώ αγίου Πνεύματος [=και με την μέθεξι του αγίου Πνεύματος που υπήρχε σ’ αυτόν] νόσου πάσης και μαλακίας λυτήριον αποδειχθείσης [=απεδείχθη θεραπευτήριο κάθε ασθενείας και νόσου];

Δι' ής καθ' εκάστην πονηρά πνεύματα εξ ανθρώπων απελαύνονται και σημεία τελούνται παράδοξα και ιάσεις βρύουσι διηνεκείς επί πάσι τοις πίστει προσιούσι και επαυχενιζομένοις αυτήν; Κάν γαρ σιδηράς έτυχε της ουσίας [=κι αν είναι από σίδηρο], αλλά θεϊκής πεπλήρωται χάριτος και δυνάμεως.

Βίος και Πολιτεία και μερική θαυμάτων διήγησις του Οσίου Νίκωνος του Μετανοείτε (νεοελ. απόδ. Γ. Κατσούλα, έκδ. Τήνος, Αθήνα 1997, σ. 133, παραγρ. λζ΄ 32-52). Από όπου (σσ. 77-79, παραγρ. ιη΄ 13-15) και το motto και ο τίτλος του παρόντος. Ο ίδιος.

Πέμπτη, 16 Μαρτίου 2017

μια εκτίμηση


[...] το ωραιότερο κτίσμα του κόσμου
[η Ακρόπολη]
ήταν [το 1687, επί Μοροζίνι]
από τα πρώτα θύματα της πυρίτιδας,
που μόλις είχε εφευρεθεί! *

[...] Ήδη από τον καιρό του Θεοδοσίου (4ος αιώνας), που τον είπαν Μεγάλο, είχε διακοπεί η συνέχεια της εθνικής παράδοσης με βίαιο τρόπο. Είχαν κλείσει οι ελληνικοί ναοί και τα μαντεία με αυτοκρατορική διαταγή. Οι σχολές της Αθήνας, της Αλεξάνδρειας, της Βηρυτού και άλλες αλλού, άρχισαν σιγά-σιγά να χάνουν δύναμη, ώσπου επί Ιουστινιανού με αυτοκρατορική διαταγή διακόπηκαν σχεδόν τελείως τα μαθήματα, για να εξοικονομηθούν χρήματα για το χτίσιμο επιδεικτικών εκκλησιών, όπως της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη.

Η ομορφιά της τέχνης δεν υπήρχε πια στην αίσθηση των λαών, ούτε καν στις ανώτερες τάξεις, λόγω έλλειψης παιδείας, αλλά και λόγω πολυποίκιλης φυλετικής καταγωγής. Κυρίως όμως λόγω της επικράτησης του Χριστιανισμού, ο οποίος δεν είχε κανένα συμφέρον να τρέφει την καλαισθησία του παρελθόντος και να δυσκολεύει έτσι την δική του επικράτηση!

Επί Ιουστινιανού λοιπόν, θαύμαζαν πολύ το κτίσμα της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη ως έργο τέχνης, ενώ δεν ήταν και δεν είναι -αν εξαιρέσει κανείς τον θόλο του- παρά τερατούργημα. Πώς γίνεται να υπάρχει αρχιτεκτονική ως τέχνη με λογική και ομορφιά, όταν απ’ τον καιρό ακόμα του Κωνσταντίνου οι συνήθως αμόρφωτοι αυτοκράτορες έχτιζαν συνεχώς κτίρια με δανεικά υλικά; Άρπαζαν έτοιμα καλλιτεχνήματα από παλαιά κτίρια, κομμάτια με διαφορετική τεχνοτροπία και τα έχτιζαν μαζί.

Η γλυπτική είχε σχεδόν καταργηθεί στους χριστιανικούς ναούς και για τη ζωγραφική αρκεί να ρίξουμε μια μόνο ματιά στα βυζαντινά νομίσματα, στις εικόνες των μοναστηριών του Αγίου Όρους και των μουσείων και στα ζωγραφίσματα παλαιών χειρογράφων. Από τον άσχημο και αφύσικο σχεδιασμό των μορφών καταλαβαίνουμε σε ποιά κατάπτωση είχε φτάσει αυτή η τέχνη, που γινόταν πια μηχανικά.

Για ποίηση δεν μπορεί να γίνεται λόγος, εκτός από κάποιους υποφερτούς ψαλμούς, που όμως ήταν μακρόσυρτοι και γεμάτοι ταυτολογίες. Ακόμη και η μουσική έγινε άτεχνη και σιγά-σιγά άλλαξε από ελληνική σε ασιατική, με ύφος αποχαυνωμένο και μαλθακό.

Αντί όλων αυτών, επιδίδονταν στην καλλιγραφία. Από τις άλλες τέχνες της λογικής, φρόντιζαν τη γραμματική και την ρητορική από τον άμβωνα, και κάπως την ιστοριογραφία. Ήταν βέβαια οι Βυζαντινοί πιο γραμματισμένοι από τους λαούς της Δύσης, αλλά όχι όσο μορφωμένοι χρειαζόταν. Είχαν απομακρυνθεί από την υγιή φιλοσοφία και ξέπεσαν στην σχολαστικότητα.

Την εποχή του Μεσαίωνα είχαν περιφρονήσει την μελέτη της φύσης, ενώ οι λαοί της Δύσης και του Βορρά είχαν προχωρήσει πολύ περισσότερο. Αναφέρονται βέβαια μερικές έξυπνες παρατηρήσεις και πειράματα, όπως και προσπάθειες στη βιομηχανία. Η γνώση της δύναμης του ατμού, το «πυρ του Καλλίνικου» (ή «υγρόν πυρ») που κατέστρεψε τον αραβικό στόλο, οι μεταξοσκώληκες που έφεραν από την Κίνα, η κατασκευή χαλιών, κάποια βυρσοδεψία σε ελληνικές και ασιατικές πόλεις, όλα αυτά ήταν χωρίς συνέχεια και χωρίς σπουδαία αποτελέσματα.

Το πνεύμα των λαών ήταν, μπορεί να πεί κανείς, αιχμαλωτισμένο και μακριά από το μισό μέρος της φύσης, το υλικό -ή αυτό που φαίνεται υλικό- και προτιμούσε να απολαμβάνει μέρος μόνο της ανθρώπινης διάνοιας με τρόπο υπερβατικό. Κυριαρχούσε ύφος σκυθρωπό, που προερχόταν από την παρά φύσιν καλογερική ζωή. [...]

*

[σημ. 34: Ο μονοθεϊσμός προετοιμάστηκε από την οικουμενικότητα του ρωμαϊκού κόσμου και απευθύνθηκε σε πληθυσμούς δούλων ή και σε όλους τους υπηκόους της Ρώμης, που είχαν απαρνηθεί πια τα δημοκρατικά πολιτεύματα. Έτσι εγκατέλειψαν τους θεούς που λάτρευε η Ρώμη και προτίμησαν ένα μοντέλο θεού-δημιουργού του κόσμου, εβραϊκής έμπνευσης. Οι πιο μορφωμένοι ήταν φυσικό να διατηρήσουν τα πιο φιλελεύθερα ιδεώδη μιας πιο δημοκρατικής θρησκείας σαν την ελληνορρωμαϊκή. Όταν όμως ο μονοθεϊσμός έινε η επίσημη θρησκεία του κράτους από τον Μ. Κωνσταντίνο και τον Θεοδόσιο, αναγκάστηκαν κι αυτοί να εκχριστιανιστούν. Τα ευαγγέλια της νέας θρησκείας διαδόθηκαν στα ελληνικά, ενώ ο Ελληνικός πολιτισμός ήταν ο μεγάλος εχθρός της.]

[σημ. 37: Η νέα θρησκεία άργησε να βρεί το τελικό της δόγμα. Όταν όμως επικράτησε ολοκληρωτικά, δεν ήταν δυνατό να επιτρέψει καμμιάν ελευθερία γνώμης στα θεολογικά ζητήματα. Όποιος δεν υπέκυπτε, έπρεπε να βγεί εκτός της εκκλησίας και λογαριαζόταν εχθρός και του κράτους. Αφορισμός σήμαινε εξόντωση.]

[σημ. 38: Εικονομαχία: για άλλη μια φορά η σύγκρουση Ανατολής-Δύσεως για την απεικόνιση του Θείου: η Ανατολή με το Ισλάμ που απαγόρευε τις θείες εικόνες και η Δύση με τις ιερές εικόνες και τα ιερά αγάλματα μέσα κι έξω από τους ναούς. Τον 8ο αιώνα το Βυζάντιο έπρεπε να πάρει θέση. Κατέληξε κάπου στη μέση.]


Στέφανος Κουμανούδης, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (μτγρ.-σχόλια Γιώργος Πανουσόπουλος, έκδ. Αιγαίον, Λευκωσία 2010, σσ. 66-70, 123-124, 125). -Το motto εκ του Γ. Πανουσόπουλου (ό.π., σ. 127, σημ. 48). Και ακριβώς επειδή η γλώσσα και το ύφος του μεταγραμμένου κειμένου είναι ολόιδια με την γλώσσα και το ύφος των σημειώσεων, αλλά και της επέκτασης της ιστορίας ίσαμε το έτος 1999, όπως ρητώς δηλώνεται στην έκδοση, αμφισβητώ ότι εκφράζονται ιδέες του Κουμανούδη (1876) σε αυτήν την επί το δημοτικότερον της λαλιάς μεταγραφή της επίτομης ιστορίας του ελληνικού έθνους. Ο ίδιος.

Κυριακή, 12 Μαρτίου 2017

και δη τίς η αιώνιος ζωή


ουδέ γαρ άγευστος ην και αυτής δη
της θείας γνώσεως, δι’ ης γινώσκεσθαι
πέφυκε τα μυστήρια του Θεού *

«Η γαρ εν βαπτίσματι γέννησις
αρχή της μελλούσης εστί ζωής,
και η των καινών μελών και των αισθήσεων κομιδή
της εκεί διαίτης παρασκευή·
παρασκευάσασθαι δε προς το μέλλον ουκ έστιν ετέρως, ή
την του Χριστού ζωήν ενθένδε ήδη λαβόντας,
ός πατήρ εγένετο του μέλλοντος αιώνος...
Και άλλως δε γέννησίς εστι το λουτρόν,
και γεννά μεν εκείνος, γεννώμεθα δε ημείς·
τω δε γεννωμένω παντί που δήλον, ως άρα
την εαυτού ζωήν εντίθησιν ο γεννών»

Νικόλαος Καβάσιλας

Η νέα εν Χριστώ ζωή, ως φαίνεται, συνιστά την αιώνιον ζωήν,
η οποία άρχεται διά της πλήρους ενώσεως του βαπτισθέντος μετά του σώματος του αναστάντος Χριστού κατά την θείαν Ευχαριστίαν.
[...] το σώμα του Χριστού εμφανίζεται εις την Εκκλησίαν διά της θείας Ευχαριστίας, η οποία συνιστά την πρόγευσιν της μελλούσης ζωής, της Βασιλείας του Θεού.
Επομένως η αρχή της μελλούσης ζωής ταυτίζεται μετά της ενδύσεως εν τω Χριστώ, ενώσεως μετά του Χριστού, εισόδου εις την Εκκλησίαν, ενσωματώσεως μετά της Εκκλησίας, τοιουτοτρόπως δε δηλούται η εσχατολογική σημασία του μυστηρίου της χριστιανικής μυήσεως.

Νέναντ Μιλόσεβιτς, Η θεία Ευχαριστία ως κέντρον της θείας λατρείας. Η σύνδεσις των μυστηρίων μετά της θείας Ευχαριστίας (έκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2001, σσ. 114-115).  


-----
* Το motto εκ του Βίος και Πολιτεία και μερική θαυμάτων διήγησις του Οσίου Νίκωνος του Μετανοείτε (νεοελ. απόδ. Γ. Κατσούλα, έκδ. Τήνος, Αθήνα 1997, σ. 159, παραγρ. μδ΄ 10-12). Για δε το καθ' αυτώ post, το πάνυ σημαίνον, οφείλουμε να παραβάλλουμε το χωρίο εκ της προς Ρωμαίους, στ΄ 23 (: Διότι ὁ μισθὸς ποὺ πληρώνει ἡ ἁμαρτία εἶναι θάνατος, ἐνῶ τὸ δῶρον τοῦ Θεοῦ εἶναι ζωὴ αἰώνιος διὰ τοῦ Χριστοῦ Ἰησοῦ τοῦ Κυρίου μας). Ο ίδιος.