Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θραύσματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θραύσματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 21 Ιουνίου 2026

ο κόσμος του 'Υπογείου' και ο 'Έφηβος'


Ο άνθρωπος του υπογείου στον Ντοστογιέφσκι διαθέτει ισχυρή συνείδηση τού εαυτού του, ταυτόχρονα, όμως, στερείται τού μεγάλου δημιουργικού χαρίσματος και ως εκ τούτου ξοδεύεται σε μικρές και μεγάλες αθλιότητες προς τους άλλους, οι οποίες τού προκαλούν και τα μεγαλύτερα δεινά.

Η Ρωσία είναι ένα κράτος τού «υπογείου» και δεν είναι τυχαίο πως ήταν από τα πρώτα που δημιούργησε την πολιτική παρανομία («Γή και βούληση», «Λαϊκή βούληση») και στη συνέχεια, στον 20ο αιώνα πλέον οδήγησε την πολιτική παράνομη δράση στην κορυφή της εξουσίας. Στη συμπεριφορά της Ρωσίας στη διεθνή σκηνή ανιχνεύονται τα χαρακτηριστικά του ανθρώπου του υπογείου που έχει απόλυτη αυτοπεποίθηση, η νέα ενσάρκωση του οποίου κατά τον 21ο αιώνα, ήταν ο πρώτος πολίτης του κράτους.

Μιχαήλ Επστάϊν, «Ο ρωσικός αντι-κόσμος. Πολιτική στα όρια της Αποκάλυψης», εν Ανθίβολα (μτφρ. Δημ. Β. Τριανταφυλλίδης, τεύχος 6, Δεκέμβριος 2024, σ. 87).

*

[…] με αφορμή την παλαιότερη διάκριση του Τζωρτζ Στάϊνερ κατά την οποία ο Ντοστογιέφσκι μπορεί να θεωρηθεί ως μεγάλος δραματουργός, ενώ ο Τολστόι ως μεγάλος επικός, νομίζω ότι και στον Έφηβο το δραματουργικό στοιχείο είναι εντονότατο τόσο στην εξέλιξη όσο και στην τελική, αριστοτελικής καταγωγής, κάθαρση.

[…] στον Έφηβο ο Ντοστογιέφσκι προσεγγίζει ζητήματα ανθρωπολογικά, το ζήτημα της ύπαρξης του Θεού και της ελευθερίας του ανθρώπου, μέσα από τις θυελλώδεις σχέσεις των μελών (και κυρίως του πατέρα και του γιού) μιας ρωσικής οικογένειας των τελευταίων δεκαετίας του 19ου αι., ενώ παράλληλα ενδιαφέρεται να επανεξετάσει και τη σχέση της Ρωσίας με την Ευρώπη, αφού κάθε ανθρωπολογικός τύπος, κυρίως δε ο Βερσίλωφ και ο Μακάρ, φαίνεται να εκφράζει τους δύο αυτούς γεωγραφικούς-πολιτισμικούς χώρους.

Σε όλα λοιπόν αυτά, και βεβαίως και σε άλλα, νομίζω ότι βρίσκεται αυτός ο θησαυρός του Εφήβου για τον οποίο μίλησε ο Νικολάε Στάινχαρτ.

«Είναι αλήθεια ότι ο Έφηβος, ως λογοτεχνικό έργο,
δεν είναι το καλύτερο στη σειρά των αριστουργημάτων του Ντοστογιέφσκι.
Κι όμως, σ’ αυτή τη δευτερεύουσας σημασίας θέση,
έκρυψε ο Ντοστογιέφσκι τον θησαυρό του»
Νικολάε Στάινχαρτ, Το Ημερολόγιο της ευτυχίας
(έκδ. Μαΐστρος, Αθήνα 2006, σ. 266) *


Δημήτρης Μπαλτάς, «Η ανθρωπολογία του Εφήβου του Ντοστογιέφσκι», εν Ανθίβολα (μτφρ. Δημ. Β. Τριανταφυλλίδης, τεύχος 6, Δεκέμβριος 2024, σσ. 182, 187). - Κι η κατακλείδα εκ του ιδίου (ό.π., σ. 187).

Τετάρτη 20 Μαΐου 2026

να γλειφτούν οι γλώσσες


///Μπέβερλυ Χιλς///

βραδυκαρδία εμβρυοκαρδία
σκληροκαρδία ταχυκαρδία]
χτυποκάρδια στον Ψηλορείτη
σπαραξικάρδια]θελξικάρδια
περικάρδια φυλλοκάρδια]

*

///τα ένδοξά μου τα Παρίσια///

μελόχυμα]φυλλόχυμα]σκατόχυμα]
ζήλεψες και τά 'κανες δικά σου]
σκατόχυμα]μελόχυμα]φυλλόχωμα]
κουκιμπιμπέρισσα εφάνης]ήρθες]
φυλλόχωμα]σκατόχυμα]μελόχυμα]
κουκιμπιμπέρισσα εχάθης]πήγες

*

///καμτσίκι///

πώς συσπώνται οι μυώνες]
κάθε που με μείωνες

*

///νάνι///

ζήσαμε κάτι όμορφες ημέρες]
νάζι τη λέγαμε τη ρίμα]και σού
'λεγα είναι ρήμα όχι ρίμα]και μού
'λεγες το επίθετο]το δικό μου
πρώτο θα μπεί επίθετο]το όνομα
μετά]το επίθετο για να κάνει
ρίμα και μετά]το επίθετο το
δικό σου μαζί]και σού 'λεγα
με νάζι]δε με πειράζει με χάζι
αρκεί]το παιδί μόνο με νοιάζει]
ό,τι θέλει ας διαλέξει
το παιδί]ας αποφασίσει μη]
βιαζόμαστε]και τι μάς νοιάζει
η ρίμα στο ρήμα]έχεις πεθάνει
ή θα πεθάνεις]εσύ κι ο σκύλος
γαβγίζετε εδώ μέσα]σε κάθε ξένο]
σε κάθε τι ξένο]γαβγίζετε μαζί]
naζί ή να μη ζεί κανείς τέλος
πάντων]να πετρώσουν οι πέτρες]
να ξυλωθούν τα ξύλα]να ραφτούν
οι κλωστές
]να ρευτούν τα ρέματα]
να γλειφτούν οι γλώσσες]ρίμα στο
ρήμα]naζί μαζί]επίθετο κι όνομα]
ρήμα επίθετο ρίμα όνομα
μαζί]

*

///νυχτερίδες///

η γλώσσα νυστέρι σαν
χτυπά στον ουρανίσκο
σου]και ορμά η φωνή
σου από τα έγκατα]

*

///γεωμετρία///

η γλώσσα δεν υπακούει στη
γεωμετρία]της λογικής το
νόημα τετραγωνίζεται]πριν
διαφύγει μηδέν εις το πηλίκο

*

///ρεπερτόριο///

[...]
στο κρεβάτι κοιμούνται]ξύπνα με]
δε γαμιόμαστε πλέον]πουθενά]
χώροι αποκλειστικοί]όργανα
αρμόδια]για κάθε λογής
δωμάτιο και επαφή]

*

///τέχνη///

παρενδύσιο πουλί με
τις γλώσσες σου]έτσι
ntekavle]σε ημιστύση
γαλλικά να μην τγομάζω]
σε ημιστύση ισπανικά
να μη φωνάδω]δεν ξέρω
τι έχω πάθει]μάλλον πάθη
έχω]

*

///αλφαβήτα///

γάμα μέχρι το δέλτα]
και τις εκβολές του]

*

///υστερόγραφο ένα///

πώς να πώ]και να με πιστέψεις]πως
σε σκέφτομαι όλη την ημέρα]και τη νύχτα
το δειλινό]και το σούρουπο σε φαντάζομαι]να
με κοιτάς όλα τα δευτερόλεπτα
]που
χτυπούν στους δείχτες στο δεξί σου χέρι]και
έτσι απλώς σε ρωτώ την ώρα
]

Ευά Παπαδάκης, μερακλίνα κουκιμπιμπέρισσα ομπλαντί (έκδ. Στιγμός - αλλότρια, Αθήνα 2021, σσ. 56, 57, 61, 62, 63, 64, 65, 82, 83, 82). - Στην συλλογή προτάσσονται τα καταστατικά της motto εκ του Νίκου Ξυλούρη, Γιώργου Χειμωνά and The Beatles (ό.π., 9), ορίζονται δε τα άλλως αφανή Πρόσωπα: Ι. μερακλίνα, ΙΙ. κουκιμπιμπέρισσα και ΙΙ. ομπλαντί (ό.π., 11). Ίσως οι τρείς όψεις (προσόψεις) του γράφοντος. Στην κλειστή κάθετο το φερόμενο ως 'ανάσα', 'σημείο στίξης' ή 'caesurae της κάθε φωνής' υφέν (Βλ. Οδηγίες ανάγνωσης, ό.π., 95).

Σάββατο 16 Μαΐου 2026

τι ωραία τα κύματα


///θάρρος ή αλήθεια///

έχεις παρατηρήσει]οι πεταλούδες
πως είναι αναποφάσιστες κοντά
στη θάλασσα]

*

///μαυσωλείο///

τι ωραία τα κύματα
για να πνίγονται]μέσα
οι αγαπημένοι μας]
τι ωραίος ο ωκεανός]

*

///αχινός///

[...]

πριν από εμάς ήταν εδώ
κι άλλοι]με μελιά μαλλιά
μέλι στα χείλη μέλισσες]
μη με κοιτάς σαν ξένο]
κι ας είναι τα μάτια μου
άδεια]δεν μπορώ να σε θυμηθώ
γυμνή]ξεχνώ τη σκιά που κάνει
ο λαιμός στους ώμους σου]
σταμάτα για λίγο να μιλάς
κι άκουσέ με] άκου σού λέω]
πως ακόμα είναι φυσιολογικό]
φυσικά και τελειώνει]όπως
ξεκίνησε απότομα]ακαριαία]
δε σε σκοτώνω]ας μοιάζει
με βία όλο αυτό] όλο
[...]
δικά-μου είχες πει]τα φυτά
στο μπαλκόνι]κι ας είχαν
μείνει από τους προηγούμενους
ένοικους]εξώστης και σκηνή
η πόλη]εγκαταλελειμένη η
εκκλησία]φτύναμε το σταυρό
στην ταράτσα]ξελευτερία και
τα σκατά απ' τα πουλιά]δέκα
δευτερόλεπτα κράτησαν οι
πυροβολισμοί]η ηχώ-σου
στο αυτί-μου δέκα
χρόνια μετά]θηρίο
η αγάπη]σε αγαπάω
που με αγαπάς]
αγαπώ που αγαπάς]
που σε αγαπάω]
κι αγαπάς που
σε αγαπώ αγαπώντας σε]
αγαπιόμαστε αγαπημένα]
κι ως αγαπημένες]
αγαπιέται η πλάση
όλοι]

*

///καθρεφτάκι///

το πρόσωπο στον καθρέφτη το ξέρω]
αλλά δεν ξέρω το όνομα του]
ένα όνομα που δεν είναι θηλυκό]
δεν μπορεί να είναι το όνομά του]

*

///μωρό μου///

ένα μωρό αποτελείται
από 78% νερό]αυτό δε
σημαίνει πως πρέπει
να κλάψεις]78 λίτρα
δάκρυα για να μου
τραβήξεις την προσοχή]

*

///γιάντα///

gιατί με]gιάντα με]
gιατί με
νταgιαντίζεις]

*

///καθώς πρέπει///

μια ας πούμε ωραία παρουσία]σε ένα
βουβωνικό μελίσσι]υποτίθεται ότι κάνει
κάτι καλό]με κατανυκτική από υποτίθεται
γύρη]μέχρι το υποτίθεται πρωί]που θα
ξημερώσει και θα φανεί]η ας την πούμε
κάπως περασμένη γοητεία]του κηφήνα
που υποτίθεται επέστρεψε χωρίς κεντρί]
στην βασίλισσας σς την πούμε το πλάι να πεθάνει]

Ευά Παπαδάκης, μερακλίνα κουκιμπιμπέρισσα ομπλαντί (έκδ. Στιγμός - αλλότρια, Αθήνα 2021, σσ. 18, 19, 20, 21-22, 41, 46, 47). - Στην συλλογή προτάσσονται motto εκ του Νίκου Ξυλούρη, Γιώργου Χειμωνά and The Beatles (ό.π., 9), ορίζονται δε τα άλλως αφανή Πρόσωπα: Ι. μερακλίνα, ΙΙ. κουκιμπιμπέρισσα και ΙΙ. ομπλαντί (ό.π., 11). Ίσως οι τρείς όψεις (προσόψεις) του γράφοντος. Στην κλειστή κάθετο το φερόμενο ως 'ανάσα', 'σημείο στίξης' ή 'caesurae της κάθε φωνής' υφέν (Βλ. Οδηγίες ανάγνωσης, ό.π., 95).

Παρασκευή 8 Μαΐου 2026

η αληθειακότητα τού βιώματος


Ζούμε μια εποχή που η μετανεωτερική ιδεολογία αποδομεί τη συλλογικότητα προωθώντας τον λόγο αναρίθμητων μειονοτήτων στο όνομα ενός απόλυτου και δογματικού δικαιωματισμού που μάς οδηγεί σε καινούργιες και μάλιστα ενδεδυμένες με κινηματικά και ακτιβιστικά χαρακτηριστικά περιχαρακώσεις.

Παρατηρούμε πως διαμορφώνεται ως πρώτιστο κριτήριο η αληθειακότητα τού βιώματος και όχι η λογοτεχνική αξία.

Και μετά από τον χώρο της πεζογραφίας αυτό εφόρμησε και στον χώρο της ποίησης.

Βλέπουμε να προβάλλονται ολοένα και περισσότερο ποιητικά κείμενα νέων ποιητών -και κυρίως θα έλεγα ποιητριών- τα οποία διαθέτουν τη γνησιότητα ενός autofiction βιώματος αλλά ο λόγος τους έχει χάσει τον ποιητικό βηματισμό, τη γοητεία της συμβολιστικής φόρτισης, το αναγκαίο εκείνο μέρος της σιωπής που ο αναγνώστης θα συμπληρώσει με τη δική του συγκίνηση...

Φαίνεται πως ξεχνάμε ότι στο πεδίο της λογοτεχνίας κρινόμαστε όχι με όρους «δημοσιογραφικής γνησιότητας», αλλά με τους όρους της «λογοτεχνικής αξίας».

Άννα Αφεντουλίδου, στην Βιβ
λιοπαρουσίαση του περ. Απόπλους (τ. 100, Σάμος, Καλοκαίρι 2024, σ. 501).

Πέμπτη 30 Απριλίου 2026

τί αντιπροσώπευαν οι αρχαίοι κίονες


Είναι γνωστό ότι για τους αρχαίους Έλληνες ο δωρικός και ο ιωνικός κίονας αντιπροσώπευαν αντίστοιχα το άρρεν και το θήλυ.

Ο μεν δωρικός κίονας, που ονομάστηκε έτσι επειδή πρωτοεμφανίστηκε σε πόλεις των Δωριέων, έδινε, κατά τον Βιτρούβιο, «στους ναούς τις αναλογίες, τη στιβαρότητα και την ομορφιά τού ανδρικού σώματος».

Ο δε ιωνικός κίονας, που ονομάστηκε έτσι επειδή τον χρησιμοποίησαν πρώτοι οι Ίωνες, όντας πιο ραδινός στην όψη από τον δωρικό, έχει πιο γυναικεία χάρη. Πάντα κατά τον Βιτρούβιο, «στη βάση του κίονα τοποθέτησαν, σαν υπόδημα, μία σπείρα, και δεξιά και αριστερά από το κιονόκρανο δύο έλικες, που κρέμονται σαν βόστρυχοι γυναικείας κόμης· τα μέτωπα τα διακόσμησαν με κυμάτια και έγκαρπα στη θέση καλοχτενισμένων μαλλιών· [έκαναν τέλος] τις ραβδώσεις του κορμού του κίονα να κατεβαίνουν σαν πτυχές εσθήτας».

Έτσι οι αρχαίοι επινόησαν αρχικά δύο κίονες: «τον έναν ανδρικό, γυμνό, χωρίς διάκοσμο, και τον άλλο με γυναικεία κομψότητα και στολίδια και με γυναικείες αναλογίες».

Και ο κορινθιακός κίονας, ο μεταγενέστερος από τους τρείς ρυθμούς της αρχαιοελληνικής αρχιτεκτονικής και θεωρούμενος η εξέλιξη του ιωνικού ρυθμού; Ο Βιτρούβιος αναφέρει ότι «ο τρίτος ρυθμός, που ονομάζεται 'κορινθιακός', μιμείται την παρθενική λεπτότητα, καθώς οι παρθένες, τρυφερές στα χρόνια, έχουν λεπτότερα μέλη και τα στολίδια τους έχουν μεγαλύτερη χάρη».

Μετά την αντιστοίχιση του δωρικού κίονα με το άρρεν και του ιωνικού με το θήλυ, διερωτώμαι μήπως ο κορινθιακός αντιστοιχεί στο άφυλο όν, σε εκείνο που υπερβαίνει τα χαρακτηριστικά των δύο φύλων.

Και εν πάση περιπτώσει, τί γύρευε ένας κορινθιακός κίονας στο βάθος του ναού του Επικουρίου Απόλλωνος,

ο οποίος προσαγορευόταν επίσης Αλεξίκακος, όπως και από τους Αθηναίους, δηλαδή αυτό ςπου διώχνει το κακό, επειδή απέτρεψε απ' αυτούς την αρρώστια, Αποτρόπαιος, Παιήν, ως ιατρός των θεών, Καθάρσιος, Νουσολύτης (ο από νόσου απαλλάττων) και Σωτήρ;

[...] δεν στερείται σημασίας η αντιστοιχία την οποία βλέπει για τους τρείς ρυθμούς ο ελευθεροτεκτονισμός, αυτό το χωνευτήρι αρχαίων παραδόσεων. Σύμφωνα λοιπόν με την τεκτονική παράδοση, ο δωρικός κίονας συμβολίζει την ισχύ, ο ιωνικός τη σοφία και ο κορινθιακός το κάλλος.

*

Ο κίονας χρησίμευε αρχιτεκτονικά ως στήριγμα στέγης. Συμβολικά υποστηρίζει τα άνω και τα συνδέει με τα κάτω. Στην ελληνορωμαϊκή τέχνη δεν περιοριζόταν όμως σ' έναν καθαρά αρχιτεκτονικό ρόλο, αλλά χρησίμευε και ως αναθηματικό μνημείο. [...]

Λόγω της καθετότητάς του, ο κίονας είναι ανοδικό σύμβολο. Αντιστοιχεί στη σπονδυλική στήλη του ανθρώπινου σώματος, τον αξονικό δηλαδή σκελετό του κορμιού, ο οποίος, όπως και στον κίονα, αποτελείται από τους σπονδύλους που συνδέονται με τους μεσοσπονδύλιους δίσκους, υποστηρίζει την κεφαλή και συνδέει με τον κορμό τα άνω και κάτω άκρα μέσω της ωμικής και της πυελικής ζώνης και εγκλείει και προστατεύει τον νωτιαίο μυελό.

Εφόσον λοιπόν δεχτούμε ότι ο κίονας συμβολίζει τον άνθρωπο σε μία καθετότητα και εναρμόνιση ολόκληρου τού είναι του με την «ευθεία αίσθηση», τότε λογικά το κιονόκρανο που επιστέφει τον κίονα ισοδυναμεί με το ανθρώπινο κεφάλι.

[σημ. 30: Ως προς την «ευθεία αίσθηση» έχω να επισημάνω ότι κατερχόμενη ως ακτίνα φωτός που ενώνει τα άνω με τα κάτω, διασπά τον ΦΟ!ΒΟ, αποκαλύπτοντας, φανερώνοντας τον ΦΟΙΒΟ. Και όντως, μόνο το φώς εκμηδενίζει το σκότος, το φώς έξω βάλλει το φόβο].

Όσον αφορά τον άνθρωπο ο οποίος συμβολιζόταν μυστικά από τον μοναδικό κορινθιακό κίονα που υπήρχε στο ναό του Επικουρίου Απόλλωνος, και δη στο σηκό, αντί κατά πάσα πιθανότητα του λατρευτικού αγάλματος του θεού, βλέπουμε ότι το κεφάλι του, εν προκειμένω το κιονόκρανο, ήταν ζωσμένο από φύλλα ακανθών. Ποιός όμως θα μπορούσε να ήταν ο εξέχων άνθρωπος, αυτό το Όν, ώστε να τιμηθεί με τόσο υψηλό τρόπο; Και ποιά η σχέση του με τον Απόλλωνα;

Μήπως κάποιοι έλληνες μύστες είχαν φροντίσει να προεικονιστεί, τέσσερις αιώνες νωρίτερα, σε τούτο το τέμενος του Απόλλωνος Σωτήρος, που προσωποποίησε στην αρχαιότητα τον Έλληνα Θείο Λόγο, το μαρτύριο του νέου Σωτήρος, του Ιησού, ιστορικής ενσάρκωσης του Θείου Λόγου στην εξελληνισμένη γή της Παλαιστίνης [...];

Φοίβος Πιομπίνος, Απόλλων Σωτήρ ο έλλην λόγος (έκδ. Εκδόσεις του Φοίνικα, Αθήνα 2018, σσ. 31-33, 33, 33-34, 34-35 και σημ. 30, σ. 51).

Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2026

δαὴρ αὖτ᾽ ἐμὸς ἔσκε κυνώπιδος


Ιλιάς Γ 146-160: σεβάσμιοι Τρώες γέροντες ομιλητές
πάνω στα τείχη της Τροίης, όπ' έρχεται κι η Ελένη
:

Οἱ δ᾽ ἀμφὶ Πρίαμον καὶ Πάνθοον ἠδὲ Θυμοίτην 146
Λάμπον τε Κλυτίον θ᾽ Ἱκετάονά τ᾽, ὄζον Ἄρηος,
Οὐκαλέγων τε καὶ Ἀντήνωρ, πεπνυμένω ἄμφω,
ἥατο δημογέροντες ἐπὶ Σκαιῇσι πύλῃσι,
γήραϊ δὴ πολέμοιο πεπαυμένοι, ἀλλ᾽ ἀγορηταὶ 150
ἐσθλοί, τεττίγεσσιν ἐοικότες, οἵ τε καθ᾽ ὕλην
δενδρέῳ ἐφεζόμενοι ὄπα λειριόεσσαν ἱεῖσι·
τοῖοι ἄρα Τρώων ἡγήτορες ἧντ᾽ ἐπὶ πύργῳ.
οἱ δ᾽ ὡς οὖν εἴδονθ᾽ Ἑλένην ἐπὶ πύργον ἰοῦσαν,
ἦκα πρὸς ἀλλήλους ἔπεα πτερόεντ᾽ ἀγόρευον· 155
«οὐ νέμεσις Τρῶας καὶ ἐϋκνήμιδας Ἀχαιοὺς
τοιῇδ᾽ ἀμφὶ γυναικὶ πολὺν χρόνον ἄλγεα πάσχειν·
αἰνῶς ἀθανάτῃσι θεῇς εἰς ὦπα ἔοικεν·
ἀλλὰ καὶ ὧς τοίη περ ἐοῦσ᾽ ἐν νηυσὶ νεέσθω,
μηδ᾽ ἡμῖν τεκέεσσί τ᾽ ὀπίσσω πῆμα λίποιτο.» 160


ο Ι. Πολυλάς μεταφέρει:
Και ο Πρίαμος, ο Πάνθοος, ο Λάμπος, ο Θυμοίτης, 146
ο Ικετάων, βλάστημα του Άρη, και ο Κλυτίος,
και δύο φρονιμότατοι Αντήνωρ και Ουκαλέγων,
όλοι των Τρώων αρχηγοί και σύμβουλοι εκαθόνταν
στον πύργον των Σκαιών Πυλών
, που γέροντες ως ήσαν 150
είχαν αφήσει τ᾽ άρματα, αλλ᾽ ήσαν δημηγόροι
εξαίρετοι και ομοίαζαν τους τσίτσικες που χύνουν
από το πυκνό φύλλωμα την ιλαρή λαλιά τους.
Κι άμ᾽ είδαν, ως εσίμωνε στον πύργον την Ελένην,
συνομιλούσαν σιγανά με λόγια πτερωμένα: 155
«Κρίμα δεν έχουν οι Αχαιοί, δεν έχουν κρίμα οι Τρώες
χάριν ομοίας γυναικός τόσον καιρόν να πάσχουν·
τωόντι ομοιάζει ωσάν θεάς η τρομερή θωριά της·
αλλά και ως είναι ασύγκριτη καλύτερα να φύγει
παρά να μείνει συμφορά
σ᾽ εμάς και στα παιδιά μας». 160


Προσφωνεί ο Πρίαμος την Ελένη πάνω στα τείχη:

«δεῦρο πάροιθ᾽ ἐλθοῦσα, φίλον τέκος, ἵζευ ἐμεῖο, 162-163
όφρα ίδη πρότερόν τε πόσιν πηούς τε φίλους τε

«Προχώρησε, παιδί μου, εδώ κοντά μου να καθίσεις
τον πρώτον άνδρα σου να ιδείς, τους συγγενείς και φίλους· 162-163

Η απάντηση της Ελένης:

δαὴρ αὖτ᾽ ἐμὸς ἔσκε κυνώπιδος, εἴ ποτ᾽ ἔην γε.» 180

και ανδράδελφον, έναν καιρόν, εγώ τον είχα η σκύλα»! 180


Σχόλια του J. La Rocheστο αρχαίο κείμενο:
147 Οι τρεις ούτοι είναι αδελφοί του Πριάμου.
148 Ο Αντήνωρ είναι ο επισημότατος των τρωικών γερόντων και συχνά αναφέρεται εν Ιλιάδι. Ένδεκα αυτού υιοί μάχονται εν τω στρατώ, ο Αγήνωρ, Ακάμας, Αρχέλοχος, Δημολέων, Ελικάων, Ιφιδάμας, Κόων, Λαοδάμας, Λαοδόκος, Πήδαιος, Πόλυβος. Τούτων επτά εφονεύθησαν.
πέπνυμαι: είναι παρακείμενος του πνείω (πνέω) και σημαίνει: είμαι εμπνευσμένος, επομ. εχω νουν. η μετοχή πεπνυμένος = συνετός.
149 είατο = ήντο (153).
δημογέροντες: ηγεμόνες της χώρας, ούτως ονομάζεται και ο Ίλος ο οικιστής της Ιλίου Λ 372. Η λέξις και το αξίωμα δημογέρων εσώζετο εν Ελλάδι επί Τούρκων..
επί Σκαιήσι πύλησι: επί του πύργου, του επί της πύλης. Εντεύθεν αι γυναίκες και οι γέροντες εθεώντο τας εν τη πεδιάδι μάχας.
150 γήραϊ = διά το γήρας.
δη = ήδη.
151 Πολύ ωραίον εύρισκον οι αρχαίοι το τερέτισμα του τέττιγος και ετέρποντο εις αυτό. Ησιόδου Έργα και ημέραι 582: «ηχέτα τέττιξ δενδρέω εφεζόμενος λιγυρήν καταχεύετ' αοιδήν». Ασπ. 393. Ψευδοανακρ. 32: «μακαρίζομέν σε τέττιξ, ότι δενδρέων επ' άκρων ολίγην δρόσον πεπωκώς βασιλεύς όπως αείδεις». και «φιλέουσι μεν σε μούσαι, φιλέει δε Φοίβος αυτός, λιγυρήν δέδωκεν οίμην». Η παραβολή γίνεται διά την ευφωνίαν και διά την μονότονων ησυχίαν γερόντων και τεττίγων και διά το άσπαστον του λόγου αυτών.
152 λειριόεσσαν: όπως Ησιόδου Θεογονίαν 41. Από του καθαρού και λευκού χρώματος των λειρίωνεγένετο μεταφορά εις την οξείαν και ευκρινή γωνήν των τεττίγων, «από των ορωμένων επί τα ακουόμενα», από του χρώματος εις τους ήχους. Απολλ. Ροδ. IV, 903: «ίεσαν εκ στομάτων όπα λείριον». δηλ. λεπτήν και ευάρεστον, όπως το λείριον εις τον οφθαλμόν ευαρεστεί.
ιείσι: εκπέμπουσι, κάμνουν ν' αντηχή. Και οι μεθ' Όμηρον συνάπτουν με το ίημι τας λέξεις φωνήν, φθογγάς, γλώσσαν.
153 τοίσι: κατηγ. του ηγήτορες.
άρα = λοιπόν, ανακεφαλαιώνει και παραπέμπει εις την παραβολήν.
154 είδονθ': του είδομαι β΄ αόριστος ειδόμην και ιδόμην.
155 ήκα: σιγανά· διότι ησχύνοντο θαυμάζοντες κάλλος γυναικώνπαρ' ώραν. Εξ αχρ. επιθέτου ηκύς γίνεται το ήκα (όπως τάχα, ώκα) ήσσων, ήκιστα.
156 Δεν ηδύνατο ο ποιητής το κάλλος της Ελένης να εκθειάση καλλίτερον, παρά εισάγων συνετούς γέροντας αποθαυμάζοντας αυτήν. Δεν τα λέγει ο Πάρις, δεν τα λέγει νέος τις, δεν τα λέγει τις του όχλου αλλά γέροντες συνετώτατοι του Πριάμου πάρεδροι. Το ψυχρόν λοιπόν γήρας συγχωρεί χάριν αυτής τον πόλεμον, το χυθέν αίμα, τα δάκρυα.Όρα, ότι ο Όμηρος δεν εισέρχεται εις λεπτομερείας του κάλλους, όπως οι σημερινοί, αλλά μάς παρουσιάζει την εκ του κάλλους εντύπωσιν.
ου νέμεσις (εστι): ώφειλεν ο ποιητής να μεταχειρισθή την φράσιν ταύτην, διότι το μεμεσίζομαι (= κατακρίνω) δεν έχει παθητικόν τύπον, πρβλ. Η 409, όπου το φειδώ γίγνεται κείται ως παθητικόν του φείδομαι.
157 τοιήδε: το δε είναι δεικτικόν: διά τοιαύτην δα, οποία ήτο προ αυτών.
158: ασύνδετος αιτιολογία των ηγουμένων. αινώς: δεινώς, σφόδρα, φοβερά. Χρησιμεύει προς επίτασιν συνήθως των ρημάτων του ψυχικου πάθους δείδω, χώομαι, ήδομαι, ίεμαι ή επιθέτων ή επιρρημάτων.
εις ώπα: κατά την όψιν, κατά πρόσωπων. Ωραίαι γυναίκες παραβάλλονται προς θεάς, ιδίως προς την Άρτεμιν και Αφροδίτην.
159-160: παράδοξοι είναι ούτοι λόγοι· διότι υποθέτουσιν, ότι οι γέροντες εγνώριζον της μονομαχίας. Αλλά δεν εγνώριζον.
160 οπίσσω: κατόπιν, ύστερον, εν τω μέλλοντι.
πήμα: είναι κατηγορουμενον: ως βλάβη, δυστύχημα.
162: Η σειρά των λέξεων είναι: δεύρο ελθούσα ίζευ πάροιθεν εμείο. Το δεύρο εκ του ελθούσα, το εμείο εκ του πάροιθεν εξαρτάται.
ελθούα φίλον τέκος: η συμφωνία έχει γείνη κατά το φυσικόν γένος, όπως φίλε τέκνον.
πάροιθ' εμείο: έμπροσθέν μου. Ο Πρίαμος λοιπόν θα βλέπη άνωθεν του ώμου της Ελένης.
163 ίδη: ο 'Ομηρος προτιμά τους μέσους τύπους του ρήματος τούτου· όθεν έχει συχνότερον το ιδέσθαι, ίδωμαι, ίδηται, ίδησθε, ίδοιτο παρά ιδείν, ιδέειν, ίδω, ίδωμι, ίδη, ίδητε, ίδοι. ουδέποτε έχει ίδης, αλλά ίδη, ίδηαι. Μετοχήν όμως έχει μόνον την ιδών. Ωσαύτως τους διαφόρους τύπους του ορώμαι έχει με ενεργητικήν σημασίαν. πόσις = σύζυγος, κύριος, ανήρ. Κυρίως ήν πότις = ισχυρός, πρβλ. τα potior, potens.
πηός: συγγενής αξ αγχιστείας, συμπέθερος.
180 εμός κυνώπιδος: τίθεται γενική ως παράθεσις της εν τη κτητική αντωνυμία λανθανο΄θυσης γενικής της προσωπικής αντωνυμίας.
έσκε: θαμιστικός παρατατικός του ειμί.
ει ποτ' εήν γε: αν ποτε ήμην. Ταύτα λέγει η Ελένη θλιβερώς αναμιμνησκομένη το ευτυχές παρελθόν. = αν ημην ποτέ, και αν δεν ήτο μάλλον όνειρον πλάνον. Οι τοιούτοι λόγοι είναι κραυγή της συνειδήσεως πονούσης· διότι αναμιμνήσκεται ευτυχίαν παρελθούσαν, την οποίαν και αυτός ο αναφωνών διά το λυπηρόν παρόν δυσκολεύεται να πιστεύση, ότι υπήρξέ ποτε. Ούτως ο Νέστωρ ενθυμούμενος τα νιάτα του λέγει ώς έον, εί ποτ' έον γε μετ' ανδράσιν = «τοιούτος ήμην, αν ήμην βέβαια καμμίαν φοράν μεταξύ των ανδρών» Λ 762.

Τα σχόλια από την έκδοση Παπαδήμα: Ομήρου Ιλιάς Α. Καραπαναγιώτου (1893).

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2026

νύχτα έρχεται η νύχτα


Ο θάνατος είναι αρρώστια στοργική.
Μάς απαλλάσσει, τελικά, απ' της ζωής το αίνιγμα
όπως μια γρίπη άκακη
λυτρώνει απ' τη μελέτη το πρωτάκι.*

Ο ΜΑΤ

Αυτός που αντέχει το κατώτερο
αντέχει κι όλα τ' άλλα.
Κομμάτια κρέας κρέμονται
από τη φόδρα του κορμιού
κι όμως πηγαίνει μόνος του.
Αδιάφορα βαδίζει, ακέραιος
μέσα στη νύχτα τού ενός
κι απ' των πολλών το σκότος βγαίνει
.

*

Καθώς αρχίζει ετούτο το γραφτό
βλέπω κιόλας το χορτάρι.
Να ξεφυτρώνει ακάθεκτο
ανάμεσα στις λέξεις
και να τίς αχρηστεύει.

*

Κι ένιωσα, ξαφνικά, ένα κενό
λες κι ήμουν μόνο το παλτό μου.

*

Η ΝΥΧΤΑ ΠΑΙΖΕΙ ΜΕ ΤΑ ΚΟΥΜΠΙΑ

Η νύχτα είναι θεογκόμενα· νταλίκα ακυβέρνητη, σε λασπωμένο δρόμο. Έρχεται κατά πάνω μας, μία ολόκληρη ζωή, κι οι λυπημένοι δε μπορούν, δε θέλουν να την αποφύγουν. Τινάζονται κάθε φορά, μ' όλα τα σωθικά τους σε διάρκεια, σ' αυτό τ' αέναο δυστύχημα και κείνη -αδιάφορη- παίζει με τα κουμπιά· αλλάζει τις συχνότητες και βγάζει τις φωνές τους, δήθεν σαν τραγούδια, σε άλλα μήκη.

*

Η ΝΥΧΤΑ

Η νύχτα, νύχτα έρχεται
και φεύγει πάλι νύχτα.
Σαν τραίνο φεύγει αδειανό
χωρίς κανέναν μέσα.
Κλέβει μονάχα μυστικά
τα πάει στον πίσω χρόνο.

*

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

Βροχές παλιές με βρέχουνε· με βρέχει ο πίσω χρόνος. Ρετάλια τα μαλλιά μου, ασπρίσαν πια και κρέμομαι σαν τον Αβεσαλώμ. Από τη μνήμη κρέμομαι. Πηγαίνω, πέρα-δώθε, στο κενό κι ο εχθρός μου ολοένα πλησιάζει.

*

Ο ΧΡΟΝΟΣ ΕΙΝΑΙ ΣΠΛΑΧΝΙΚΟΣ

Ζωή αβάσταχτη
σαν το παλιό βαρύ παλτό.
Ο χρόνος είναι σπλαχνικός.
Ράφτης είναι κι εργάζεται
από τη μέσα σου μεριά.
Τραβάει κάθε τόσο τις κλωστές
και λίγο-λίγο με ξηλώνει
.

*

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟ

Στα πιο απίθανα σημεία
μέσα σε κόσμο πολύ
σε δρόμους κεντρικούς ή σε πλατείες
όλο και κάποιος πέφτει, μόνος του
και μένει εκεί για πάντα
.


Σκιά θανάτου σαν ρητό.
Διακλαδίζεται στη λογική
και στις γωνιές αφήνει αίμα.**


Νίκος Χουλιαράς, Ο χρόνος είναι πάντα με το μέρος του. Ποιήματα και Εικόνες (έκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1989, σσ. 64, 69, 73, 61, 56, 45, 17, 28). -Το αρκτικό motto, όπως και η κατακλείδα, εκ του ιδίου (ό.π., σσ. 80, 36).

Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026

η κορύφωση τού υπάρχειν


Κεφ. ΚΑ' [...] Οι τελώναι και αι πόρναι, που παραμένουν σφηνωμένοι στη γή αυτή -με το χρήμα και την σάρκα- μπορούν να νιώσουν, μέσα στον μυχό της ύπαρξής τους, πνιγηρά το αδιέξοδο τού βίου τους. Ετούτο ακριβώς το αδιέξοδο τού παραλόγου τούς ωθεί ενστικτωδώς προς τον Θεό. Είναι η μόνη ανάσα που μπορούν να πάρουν μέσα στον πνιγηρό «κατακλυσμό της αμαρτίας».

Όλοι οι άλλοι -«Γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί», αμέριμνοι και εγκόσμιοι-, έχουν την ψευδαίσθηση μιας σχέσης τους με τον Θεό που όμως δεν είναι οργανική. Δεν νιώθουν πως η σχέση αυτή έχει συντριβεί με την συνειδησιακή τους τύφλωση.

Το μέγα, κρίσιμο υπαρκτικό άθλημα τού σημερινού ανθρώπου -αν όχι, τού ανθρώπου κάθε εποχής: να μην αφήσει ώστε ο κόσμος να τυφλώσει την συνείδησή του. Γιατί η συνείδηση, ως μύχια φωνή τής ψυχής, σε ειδοποιεί πως πίσω από την γοητεία ή την δραματικότητα τού βίου αυτού, υψώνεται η μετά θάνατον πραγματικότητα, η συνάντηση τού Ανθρώπου με τον Θεό -κορύφωση τού υπάρχειν.

*

Κεφ. ΚΒ' Ο λόγος περί των ολίγων που συγκροτούν την μερίδα των εκλεκτών, αυτών που θα εισέλθουν στην βασιλεία του Θεού, αντηχεί βαρύς, καταθλιπτικός, σχεδόν απάνθρωπος.

Βέβαια, όσοι κλητοί δεν ανταποκρίνονται στην θεϊκή πρόσκληση, είναι σωστό να μην συμμετάσχουν στους θεϊκούς γάμους αλλά ένας δυσερμήνευτος πόνος τούς περιβάλλει, ο τυφλός, σχεδόν ενστικτώδης πόνος τού τετελεσμένου. Πρόκειται για τον σπαραγμό τού ανθρώπου καθώς νιώθει να εκπίπτει από την τροχιά που τού χάραξε ο Δημιουργός του.

Πέρα από τα όρια τού κόσμου αυτού δεν υπάρχει μετάνοια -ίσως επειδή έχει εξαντληθεί ο ανθρώπινος χρόνος. Αυτό το πάγωμα, η αδράνεια τής Δημιουργίας όλης συγκλονίζει. Εξάντληση τής Ιστορίας. Άπνοια. Μη - Χρόνος.

Η προετοιμασία των γάμων Θεού και Ανθρώπου είναι η επίγεια ζωή, η επικράτεια του Χρόνου. Η άλλη ζωή, η άχρονη πλέον, είναι η επικράτεια του θεού.

Είμαστε σκιές μέσα στον χρόνο, σκιές βιαστικές, φευγαλέες, καμιά χαρά δεν μπορεί ν' αντέξει τέτοιον σπαραγμό τού όντος που κατευθύνεται στον θάνατό του, στον προθάλαμο τής άλλης ζωής, εκείνης που προγεύονται μονάχα όσοι, έχοντας κατανικήσει το φάσμα τού κόσμου ετούτου, πιστεύουν στην υπέρβαση της θνητότητάς τους, τής χρονικότητας, τής φθοράς τους.

Το γήρας ακριβώς προειδοποιεί για όλα, οξύνοντας την οδύνη τής εγκοσμιότητας, τής μετάβασης προς μια «περιοχή» που επιβλέπει μόνο η πίστη, ποτέ η γνώση.

Ανάγκη, λοιπόν, τραγική να κατανικηθεί η εξουσία της λογικής, να εισέλθει ο άνθρωπος σε κατάσταση μετα-λογική, να ζήσει πλέον ως όν μετα-λογικό, για να κατορθώσει, διά τής πίστης, να επιζήσει μετά θάνατον.

Πάλιν και πολλάκις, ενώπιον τού μυστηρίου τού θανάτου, υπάρχουμε. Και ο χρόνος καταντά μια βίωση οδυνηρή, πικρή και αφόρητη. Ο θάνατος αποκαλύπτεται ως γεγονός «λογικό». Το γήρας όμως, όχι. Είναι η κατάχρηση τού χρόνου.

Κώστας Ε. Τσιρόπουλος, Ανάγνωση του Κατά Ματθαίον Ιερού Ευαγγελίου (έκδ. Ο μικρός Αστρολάβος/14, Αθήνα 2007, σσ. 64-65, 66-68).

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2026

τα τέσσερα ριζώματα του Εμπεδοκλέους


Τα τέσσερα ριζώματα του Εμπεδοκλέους, τα συστατικά στοιχεία του κόσμου δηλαδή, είναι το πύρ (θεωρεί το πύρ ως Δία), η γή (θεωρεί την γή ως τον Αϊδωνέα), το ύδωρ (θεωρεί το ύδωρ ως Νήστιν) και ο αέρας (θεωρεί τον αέρα ως Ήρα). Η Νήστις είναι πάντα το ύδωρ, ενώ για τις άλλες θεότητες οι απόψεις δεν ομονοούν.

Αυτά τα στοιχεία συνεχώς μεταβάλλονται και ποτέ δεν παύει η μεταβολή τους. Τα ορίζουν δύο μεγάλες κοσμικές δυνάμεις: η Φιλότης (φιλία) και το Νείκος (έχθρα).

Με την δύναμη της Φιλότητος ενώνονται όλα σε ένα, ενώ με την δύναμη του Νείκους χωρίζονται στα επί μέρους. Αυτά τα στοιχεία βρίσκονται εναλλάξ σε αδιάκοπη κίνηση· άλλοτε συνενώνονται με την δύναμη της Φιλότητος, κι άλλοτε χωρίζουν με την δύναμη του Νείκους.

Η Φιλότης συνενώνει τα πάντα σε ένα και καταστρέφει τον κόσμο του Νείκους, κι από αυτόν δημιουργεί τον Σφαίρο, ενώ το Νείκος διαχωρίζει ξανά τα στοιχεία και κάνει αυτόν τον γνωστό μας κόσμο.

Ο Εμπεδοκλής λέγει ότι η Φιλότης και το Νείκος επικρατούν διαδοχικώς τόσο στους ανθρώπους, όπως και στα ψάρια, τα πουλιά και τα ζώα. Όταν επικρατεί η Φιλότης εμφανίζεται ο Σφαίρος.

Αναφέρεται πως ο Εμπεδοκλής πήρε την εικόνα την σφαίρας από τον Παρμενίδη, για να την μετατρέψει στον θεό Σφαίρο. Η λέξη Σφαίρος είναι ασυνήθιστη, είναι μία αναγωγή σε νόηση και πνεύμα, ενώ η λέξη σφαίρα παραπέμπει σε κάτι απτό και ορατό.

Όταν επικρατεί η Φιλότης, υπάρχει η ακινησία σε ολόκληρη την Σφαίρα, όλα τα στοιχεία είναι ενωμένα. Ο κυκλοτερής Σφαίρος στηρίζεται πολύ καλά στον κόρφο της Αρμονίας απολαμβάνοντας την τέλεια ηρεμία της.

*

Αυτός ο Σφαίρος [...] Είναι μόνος στο σύμπαν, ακίνητος, και ευφραίνεται με την ευδαιμονιστική του μοναξιά (μονία περιηγηθής). Όπως όλα τα διπλά στο κοσμογονικό σύστημα του φιλοσόφου, η μοναξιά είναι διττή: από την μία η χαρούμενη, ευδαιμονιστική μοναξιά κι από την άλλη η μονόχνωτη, μίζερη και φθονερή. Ο καλλιτέχνης δημιουργεί μόνον στην ευδαιμονιστική του μοναξιά.

Όμως η θητεία του Σφαίρου δεν κρατάει πολύ, γιατί παραμονεύει το Νείκος. Τότε επικρατεί κίνηση στον Σφαίρο κι αρχίζουν να κλονίζονται [...]

*

[...] Όποιος δεν σεβασθεί τον όρκο και μιανθεί με φονικό, θα περιπλανιέται τριάντα χιλιάδες χρόνια μακριά από τους μακάριους, ενσαρκωμένος όλον αυτόν τον καιρό σε όλες τις μορφές - από την παραβίαση του όρκου προκύπτουν οι μεταμορφώσεις: άλλοτε ήμουν αγόρι και κορίτσι, θάμνος, πουλί και ευκίνητος ιχθύς. Κι αυτόν τον μιασμένο θα τον διώχνει η δύναμη του αιθέρα στην θάλασσα, η θάλασσα στην στεριά, η στεριά στον καυτό ήλιο κι εκείνος στην δίνη του αιθέρα. Ένα τρομερό κοσμογονικό παιχνίδι κυκλώνει αυτόν τον μιασμένο με φονικό. Ένας από αυτούς, λέγει στο ποίημα ο Εμπεδοκλής, είμαι τώρα κι εγώ, φυγάς θεόθεν και αλήτης.

Είχαμε γράψει σε άλλο δοκίμιο για την Δύναμη που βρίσκεται έξω από τα προσωκρατικά συστήματα, όπως είναι η μοίρα, η ανάγκη, το κατά το χρεών και η τύχη. Τώρα ο Εμπεδοκλής πλάι στην ανάγκη, αναφέρει και τον όρκο ως κοσμογονική δύναμη, διότι μυθολογικές μορφές ή έννοιες της καθημερινής εμπειρίας, σύμφυτες με το ανθρώπινο γένος, μετατρέπονται στην σκέψη των προσωκρατικών σε κοσμικές δυνάμεις.

Ελένη Λαδιά, «Η ευδαιμονιστική μοναξιά του Σφαίρου», εν περιοδ. Το Κοράλλι (τ. 33-34, Απρ. 2022-Σεπτ. 2022, σσ. 154, 155, 155-156).

Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2026

ύλη, μορφές, ιδέες, σύμβολα


Οι μορφές δεν είναι παρά η πολλαπλή διαφοροποίηση, η πολλαπλότητα της Μονάδας, τα προσωπεία που έλαβε ο Θεός στον κόσμο μας.

Κατά συνέπεια, αυτό που ονομάζουμε Ύλη με την τόσο ποικιλότροπη μορφοποίησή της είναι μια συγκεκριμενοποίηση του Πνεύματος, μέσω των μορφών, σε χαμηλότερα και πυκνότερα επίπεδα, η οποία οδηγεί τις αισθήσεις μας σε ψευδαίσθηση ως προς την αληθινή υπόσταση του κόσμου τούτου.

Η εκπόρευση της κάθε Ιδέας που ως ακτίνα διασχίζει τους κόσμους του Παντός, προσκρούοντας στην αντίσταση που τής προβάλλει η Ύλη, διαθλάται έτσι που μοιραία το τελικό αποτέλεσμα που προκύπτει, με άλλα λόγια η μορφή, να μην ανταποκρίνεται επαρκώς στις προδιαγραφές της θείας Ιδέας.

Αυτή η διάθλαση της κάθε ακτίνας της πρωταρχικής Ιδέας είναι άλλωστε που δημιουργεί τέτοια ποικιλία και εναλλαγή φυσικών μορφών μες στην υλική Δημιουργία, ώστε αυτή εντέλει να αποτελεί αμυδρή εικόνα της προτύπωσής της.

Οι ένυλες μορφές, όντας εκφράσεις θείων Ιδεών, αποτελούν σύμβολα αυτών των Ιδεών. [...]

*

Οι άπειρες και αιώνιες θείες Ιδέες που φέρονται από τις μορφές συνιστούν την αντικειμενική Αλήθεια, το όντως Όν, ενώ το σύνολο των μορφών συγκροτεί την εκπεφρασμένη αντικειμενικότητα, δηλαδή την πραγματικότητα ή τον κόσμο του πραγματικού.

Κάθε εμφάνιση του Θείου στον κόσμο της Ύλης επενδύεται μία μορφή. Ως εκ τούτου οι μορφές είναι για τον άνθρωπο η παρουσία του Θείου στον κόσμο της Ύλης, η σφραγίδα του Θείου πάνω στην ύλη, το μέσον γνωριμίας του με Αυτό. Είναι ο τρόπος ομιλίας του Θείου προς αυτόν, η απόληξη της σκέψης Του, τα ίχνη Του που τα αποζητά μέσα στη Δημιουργία αλλά και το «είδωλό» Του, και μάλιστα πολλές φορές αλλοιωμένο. Είναι όψεις με τις οποίες το Θείον εμφανίζεται σε τούτο τον κόσμο, έναν κόσμο με αρχή και τέλος και άρα πεπερασμένο.

Επομένως οι μορφές δεν είναι παρά ένας κόσμος απατηλός, μια φαινάκη, μια ψευδαίσθηση ως προς την αληθινή τους ύπαρξη.

Τα πάντα αποτελούν εκδήλωση της εμφάνισης του Θείου στον κόσμο μας, τα πάντα είναι δηλαδή μια θεοφάνεια, η οποία επιτρέπει σε όποιον Τό αναζητά να Τό βιώσει.

*

Αμορφοποίητη Ύλη δεν υπάρχει. Το άμορφο είναι ανυπόστατο στη Δημιουργία. Η Ύλη κατακλύζεται από μορφές· συνεπώς οι μορφές συναντώνται σε όλα τα πεδία του εκδηλωμένου σύμπαντος. Κάθε μέρος «αμορφοποίητης», ακατέργαστης Ύλης αποτελεί κι αυτή μορφή, αν και ασχηματοποίητη μορφή.

Επομένως, τα δομικά, συστατικά στοιχεία κάθε μορφής, καθώς επίσης και τα διακριτικά γνωρίσματά της, είναι και αυτά επί μέρους μορφές, όπως μορφές της Ύλης είναι και οι διάφορες μορφές ενέργειας.

[...] Κάθε υλική μορφή, καθετί δηλαδή που υφίσταται στον κόσμο μας, πληροί τέσσερις πρωταρχικές «συνθήκες ύπαρξης»: α) ενέργεια, β) μάζα, γ) χώρο και δ) χρόνο. Με άλλα λόγια, κάθε μορφή, για να «υπάρξει», πρέπει: α) να έχει συγκεκριμένο ενεργειακό δυναμικό, β) να διαθέτει μετρήσιμη μάζα, γ) να καταλαμβάνει κάποιο χώρο και δ) να υφίσταται μέσα στον χρόνο, δηλαδή να έχει κάποια χρονική διάρκεια (αρχή, μέση και τέλος).

Φοίβος Πιομπίνος, Περί των μορφών τινά (έκδ. Επτάλοφος, Αθήνα 2022, σσ. 19-20, 21, 24, 26-27).

Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2025

ψυχανάλυση και λογοτεχνία


Εσπέρα έαρος: ήχος θαλάσσης
φύσημα φοινικικού ρυθμού.*

[...] Ο Foucault [ενν. στον τρίτο τόμο τής Histoire de la sexualité] θεωρεί ότι το κείμενο τού Αρτεμίδωρου παρουσιάζει ιδιαίτερο θεωρητικό ενδιαφέρον στο πλαίσιο μιας ιστορίας των ερωτικών ηθών τής αρχαιότητας. [...] επικεντρώνει την ανάλυσή του στην περιγραφή των σεξουαλικών επαφών στα όνειρα που παρουσιάζει ο Αρτεμίδωρος και τις συνδυάζει με το θετικό ή αρνητικό φορτίο που φέρουν: «κατά νόμον», «παρά νόμον» και «παρά φύσιν».

*

Οι αφηγηματολογικές προλήψεις: Τα όνειρα λειτουργούν προφητικά ως προς τα όσα μέλλουν να συμβούν στην αφήγηση, αποτελούν με τον τρόπο αυτό σχόλια στη γραμμικότητα τής αντίληψης τού χρόνου υπονομεύοντας τις συμβάσεις τού ρεαλισμού, χωρίς ωστόσο να τίς καταλύουν. Το όνειρο τής Αμέρσας, τής δεύτερης κόρης τής Φραγκογιαννούς, στη «Φόνισσα» [...]

όνειρα «ονειροσβέστες»: Όνειρα που υπηρετούν την καθεστηκυία τάξη των πραγμάτων, που καταλύουν το ονειρικό επίπεδο. [...] τής Κρουστάλλως, στον Ζητιάνο τού Ανδρέα Καρκαβίτσα [...]

όνειρα που προτείνουν το φανταστικό με όρους πραγματικού: Πρόκειται για εκείνα τα όνειρα που δημιουργούν έναν εναλλακτικό αφηγηματικό χώρο και κατασκευάζουν τον άλλο, την ετερότητα: καταλύουν τις ρεαλιστικές συμβάσεις, ανατρέπουν την αφηγηματική σειρά και προτείνουν το φανταστικό με όρους πραγματικού.

Υπάρχουν αρκετά όνειρα, ονειροπολήσεις καθώς και μια περίπτωση εγκοίμησης στα διηγήματα τού Γεωργίου Βιζυηνού. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον ως π[ρος τη λειτουργία τού χρόνου και τη διαπλοκή τού ρεαλιστικού και τού φανταστικού στοιχείου τής αφήγησης έχουν τα όνειρα στο διήγημα «Το μόνον τής ζωή του ταξείδιον» [...].

*

[στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, «Υπό την βασιλικήν δρύν»:] Ο άνδρας αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο μια εμπειρία που είχε όταν ήταν ένδεκα ετών παιδί με το δέντρο, το οποίο τον μάγευε και ήταν για αυτόν η ερωτική επιθυμία: «Μ' έθελγε, μ' εκήλει, μ' εκάλει εγγύς της. Επόθουν να πηδήσω από τού υποζυγίου, να τρέξω πλησίον της, να την απολαύσω· να περιπτυχθώ τον κορμόν της, όστις θα ήτον αγκάλιασμα διά πέντε παιδιά ως εμέ, και να τον φιλήσω».

Η επιθυμία αυτή εντεινόταν επειδή οι μεγάλοι δεν τον άφηναν να φύγει από κοντά τους για να πάει να αγκαλιάσει το δέντρο. Εντεινόταν επίσης επειδή την περιοχή όπου βρισκόταν η βασιλική δρυς την επισκέπτονταν στις γιορτές τής Άνοιξης [...].

Μέχρις ότου μια χρονιά (το 186...), Μεγάλο Σάββατο, μετά την Πρώτη Ανάσταση και πριν τελειώσει η λειτουργία, αφού την προηγουμένη νύχτα είχε ονειρευτεί τη δρύ «την θεσπεσίαν και υψηλήν...», ξεφεύγει για να την αναζητήσει, ελπίζοντας ότι η απουσία του θα περάσει απαρατήρητη, για [να] ασπασθεί την ερωμένη του, όμως μάς λέει ο ίδιος.

Καθ' οδόν χάνεται, αλλά ο όγκος τού δέντρου τον προσανατολίζει και τον καθοδηγεί· φθάνει «κατάκοπος, κάθιδρως και πνευστιών», κυλιέται στη χλόη, στις παπαρούνες και στα χαμολούλουδα και, επειδή δεν είχε κοιμηθεί καλά τη νύχτα, ονειρευόμενος τη δρύ, αποκοιμιέται κάτω από τον ίσκιο τού δέντρου και ονειρεύεται.

Το όνειρό του είναι η μεταμόρφωση τής δρυός σε γυναίκα, τής οποίας περιγράφει τα μέλη: «εύτορνοι κνήμαι, οσφύς, κοιλία, στέρνον, κόλποι γλαφυροί, κόμη πλουσία κόρης»· και το συμπέρασμα «δεν είναι δέντρον, είναι κόρη».

Το όνειρο όμως δεν τελειώνει με αυτή την ταύτιση. Πριν ξυπνήσει το παιδί, ακούει το δέντρο να τού ζητάει να μην το κόψουν γιατί η νύμφη που βρίσκεται σε αυτό δεν είναι αθάνατη, ζεί όσο η δρύς· διαφορετικά ακουσίως θα γίνει κακό.

Δύο είναι τα όνειρα στο κείμενο και σε κατοπτρική σχέση μεταξύ τους:

το όνειρο τής νύχτας, με θέμα το δέντρο, που οδηγεί στην έξαρση τής επιθυμίας και στην αναζήτηση τής επόμενης ημέρας· και

το όνειρο κάτω από τον ίσκιο τού δέντρου, με θέμα τη μεταμόρφωση τής δρυός σε γυναίκα, που συνιστά την εκπλήρωση τής επιθυμίας και την επιβεβαίωση τής παιδικής παντοδυναμίας.

Αυτή η παντοδυναμία θριαμβεύει άλλωστε όταν η οπτική γωνία τού παιδιού συμπίπτει με αυτήν τού ενηλίκου, μια και το τελευταίο μέρος τού δεύτερου ονείρου, η προειδοποίηση τής νύμφης, εκπληρώνεται με τον θάνατο τού ξυλοκόπου που έκοψε τη δρύ,

ενώ, παράλληλα, η ταύτιση δρυός και γυναικός εικονογραφεί την εγκυκλοπαιδική γνώση τής μυθολογίας: το παιδί είχε βιώσει αυτά που θα επιβεβαίωναν οι αναγνώσεις τού ενηλίκου.

*

Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι το όνειρο λειτουργεί στη λογοτεχνία πάντοτε εκ των υστέρων. Δηλαδή η σημασία του στην αφήγηση προσδιορίζεται από την εξέλιξη και την απόληξή της· ο αναγνώστης, ολοκληρώνοντας την ανάγνωση, αντιλαμβάνεται τη λειτουργία τού ονείρου στο λογοτεχνικό κείμενο ως διαδικασία επίρρωσης ή ανατροπής των αφηγηματικών συμβάσεων και όχι αναγκαστικά ως αυτοβιογραφική αναφορά·

επίσης, την αντιλαμβάνεται ως επέμβαση στη γραμμική λειτουργία τού χρόνου, ιδίως αν ο κυρίαρχος αφηγηματικός τρόπος είναι ο ρεαλιστικός.

Το όνειρο αποτελεί λοιπόν μια κατασκευή τού παρόντος για την αιτιολόγηση τής καταγωγής του χάρις στην οποία το υποθετικό παρελθόν μετατρέπεται σε σημείο αναφοράς.

Μιχάλης Χρυσανθόπουλος, Αρτεμίδωρος & Φρόυντ. Ερμηνευτικές θεωρίες & λογοτεχνικά όνειρα (έκδ. Εξάντας, Αθήνας 2005, σσ. 163, 202, 203, 203-204, 213, 214-215, 215-216).

-----
* Το motto δίστιχο του Κυριάκου Χαραλαμπίδη από το ποίημα 'Χοροεσπερίς εν Λάρνακι τω 1895' από την συλλογή Δοκίμιν (έκδ. Άγρα, Αθήνα 2000, σ. 173).


Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου 2025

και η αξία τού ονείρου;


«η εκτίμηση [....] των αρχαίων λαών προς το όνειρο
είναι θεμελιωμένη σε μια σωστή ψυχολογική διαίσθηση
και εκφράζει το σεβασμό τους για το αδάμαστο και ακατάλυτο
στην ανθρώπινη ψυχή, το 'δαιμονικό', που παράγει την ονειρική επιθυμία
και που το ξαναβρίσκουμε να λειτουργεί στο ασυνείδητό μας»*

[...] ας σταθούμε στην καταληκτική παράγραφο τής Ερμηνείας των ονείρων και στη θέση που διατυπώνει σε αυτήν ο Φρόυντ: «Και η αξία τού ονείρου για τη γνώση τού μέλλοντος; Γι' αυτό φυσικά δεν μπορεί να γίνει λόγος. Αντ' αυτού θα θέλαμε να πούμε: για τη γνώση τού παρελθόντος. Διότι από κάθε άποψη το όνειρο προέρχεται από το παρελθόν. Βέβαια και η παλαιά δοξασία, ότι το όνειρο μάς δείχνει το μέλλον, μπορεί να έχει μια δόση αλήθειας.

Καθώς το όνειρο μάς παρουσιάζει μια επιθυμία ως εκπληρωμένη, μάς οδηγεί οπωσδήποτε στο μέλλον· αλλά αυτό το μέλλον, το οποίο ο ονειρευόμενος εκλαμβάνει ως παρόν, είναι διαμορφωμένο από την ακατάλυτη επιθυμία του ως ακριβές ομοίωμα τού παρελθόντος».

*

Το κοινό σημείο λοιπόν τής ονειροκριτικής θεωρίας τού Αρτεμίδωρου και τής ψυχαναλυτικής θεωρίας τού Φρόυντ είναι ότι χρησιμοποιούν την ομοιότητα για να συνδέσουν το όνειρο, που αποτελεί έκφραση τού ανθρώπου στον κόσμο τού ύπνου, με τις πράξεις που τον εκφράζουν στον κόσμο τής εγρήγορσης, εστιάζοντας ο μεν στο μέλλον, στο οποίο προβάλλεται το παρελθόν, και ο δε στο παρελθόν, το οποίο επικαθορίζει το μέλλον.

Με τον τρόπο αυτό αναλογίζονται τη σχέση παρελθόντος-παρόντος-μέλλοντος και προτείνουν μια μη γραμμική λειτουργία τού χρόνου. Αυτό και στους δύο επιτυγχάνεται με τον αναλογικό τρόπο σκέψης, ο οποίος συνδυάζεται με το κεκτημένο -ανάλογα με την εποχή τού καθενός- τής εμπειρικής παρατήρησης: «τήρησις» για τον πρώτο, θετικές επιστήμες για τον δεύτερο.

*

[...] ο αναλογικός τρόπος σκέψης θεωρητικοποιείται με την αριστοτελική έννοια τής μεταφοράς. [...] Αντίστοιχα χαρακτηριστικά με τη μεταφορά έχουν δύο φροϋδικές έννοιες, οι οποίες δεν είναι πάντοτε εύκολο να διαχωριστούν, η ερμηνεία (Deutung) και η κατασκευή (Konstruktion).

*

Σύμφωνα με τον Φρόυντ, ό,τι απουσιάζει είναι εξίσου σημαντικό με ό,τι ανευρίσκεται ή αναφέρεται, αυτό που ο αρχαιολόγος ή ο ψυχαναλυτής συνάγει είναι εξίσου σημαντικό με αυτό που βλέπει ή ακούει.

Ο Φρόυντ υποστηρίζει «ότι η αναλυτική εργασία αποτελείται από δύο εντελώς διαφορετικά μέρη, ότι εκτελείται σε δύο χωριστές σκηνές και γίνεται από δύο ανθρώπους, ο καθένας από τούς οποίους έχει άλλη αποστολή. [...] ο αναλυόμενος πρέπει να οδηγηθεί ώστε να ξαναθυμηθεί κάτι που έζησε και απώθησε [...]. Ο αναλυτής δεν έζησε ούτε απώθησε τίποτε από τα ζητούμενα, δεν μπορεί να είναι δουλειά του να θυμηθεί κάτι.

Ποιά είναι λοιπόν η αποστολή του; Πρέπει να μαντέψει το ξεχασμένο υλικό από τα σημάδια που άφησε πίσω του ή, πιο σωστά, να το κατασκευάσει. Η εργασία του [...] έχει πολλά κοινά σημεία με τη δουλειά τού αρχαιολόγου που ανασκάπτει έναν κατεστραμμένο και θαμμένο οικισμό, ή ένα κτήριο τού παρελθόντος».

Η θέση αυτή του Φρόυντ καθιστά σαφές ότι τα δύο μέρη τής ψυχαναλυτικής διαδικασίας έχουν μια σχέση με το παρελθόν, σύμφωνα με την οποία το ένα (ο αναλυόμενος) επιχειρεί, επιτυχώς ή ανεπιτυχώς, να θυμηθεί, και το άλλο (ο αναλυτής) να κατασκευάσει και να παραστήσει μια αφήγηση που αφορά το παρελθόν και βασίζεται στις αναμνήσεις και στην απουσία αναμνήσεων.

*

Ο Φρόυντ τονίζει ότι η σύγχρονη προσέγγιση πρέπει να ακολουθήσει τα βήματα των ερμηνευτών ονείρων τής αρχαιότητας, κατά τη διάρκεια τής οποίας υπήρχαν δύο μέθοδοι για την ανακάλυψη τού νοήματος των ονείρων: η συμβολική, οι ερμηνείες τής οποίας ήταν κατ' ουσίαν αυθαίρετες, και η κρυπτογραφική, η οποία «μεταχειρίζεται το όνειρο ως ένα είδος κρυπτογραφίας, όπου κάθε σημείο μεταφράζεται σύμφωνα με σταθερά προκαθορισμένο κλειδί σε άλλο σημείο με γνωστή σημασία».

[...] Το πρόβλημα με την κρυπτογραφική μέθοδο, κατά τον Φρόυντ, ήταν ότι η αξιοπιστία τού κλειδιού δεν ήταν εγγυημένη και ότι το κλειδί δεν μπορούσε να εφαρμοστεί στο όνειρο ως σύνολο, αλά μόνο σε μεμονωμένα στοιχεία του.

Η δική του τεχνική διαφέρει σε ένα ουσιώδες σημείο από την αρχαία μέθοδο, επειδή, όπως γράφει, αναθέτει το έργο τής ερμηνείας στον ίδιο τον ονειρευόμενο.

Μιχάλης Χρυσανθόπουλος, Αρτεμίδωρος & Φρόυντ. Ερμηνευτικές θεωρίες & λογοτεχνικά όνειρα (έκδ. Εξάντας, Αθήνας 2005, σσ. 152-153, 154, 155 157-158, 160-161, 161). Το motto εκ του ιδίου (ό.π., σ. 160).

Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2025

και το έργο τέχνης


Στα κείμενά του για την τέχνη ο Φρόυντ διαμορφώνει μια θεωρία η οποία στόχο έχει να υπογραμμίσει τις αναλογίες μεταξύ τής λογοτεχνικής δημιουργίας και τής καθημερινής εμπειρίας.

Οι αναλογίες αυτές εδράζονται στη θεωρία τής μετουσίωσης, στις παρατηρήσεις για το παιδικό παιχνίδι και στην εκπλήρωση τής μεταμφιεσμένης επιθυμίας, όπως περιγράφεται στη θεωρία τού ονείρου.

Ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι προσεγγίζει το έργο τέχνης και το λογοτεχνικό κείμενο από δύο πλευρές: από αυτήν τής δημιουργίας (ή, σύμφωνα με έναν άλλο κώδικα, τής παραγωγής) του και από αυτήν τής πρόσληψηςκατανάλωσής) του.

*

Βασική του θέση είναι ότι ο άνθρωπος ουδέποτε απαρνείται κάτι που τού προσφέρει απόλαυση, απλώς υποκαθιστά μια μορφή απόλαυσης με μιαν άλλη. Κατά συνέπεια, υποστηρίζει ότι περνάει κανείς από το παιχνίδι στη φαντασίωση, ότι δηλαδή οι φαντασιώσεις των ενηλίκων θα έμοιαζαν με το παιδικό παιχνίδι αν είχαν τη δυνατότητα να συνδεθούν με την πραγματικότητα των άλλων·

όμως δεν έχουν αυτή τη δυνατότητα, μια και δεν παίρνουν ποτέ μια μορφή ανακοινώσιμη και παραμένουν απόλυτα ιδιωτικές. Με μια εξαίρεση, τις φαντασιώσεις εκείνες που παίρνουν τη μιρφή μιας γραπτής μυθοπλαστικής αφήγησης, ενός μυθιστορήματος με την ευρύτερη δυνατή σημασία τού όρου.

Κατά συνέπεια, ο Φρόυντ διακρίνει ανάμεσα στη δημιουργική γραφή και στη φαντασίωση με κριτήριο την προσθήκη, το πλεόνασμα, τής μορφής· με άλλα λόγια, με κριτήριο κάποια μορφή αισθητικής, η οποία καθιστά το προϊόν τής φαντασίωσης λογοτεχνικό κείμενο, το «αισθητικοποιεί», το «κοινωνικοποεί» και τού προσδίδει μια σχέση με την εκτός αυτού πραγματικότητα.

*

Το σύντομο αυτό κείμενο [ενν. «Ο ποιητής και η φαντασίωση» (1908)] έχει καταστατική σημασία στη σύνδεση τής φροϋδικής θεωρίας για τα όνειρα με αυτήν για την λογοτεχνία. 'Οπως τονίζει ο Paul Ricoeur,

πρώτον, εισάγει την έννοια τού παιχνιδιού, το οποίο, όπως ο ίδιος ο Φρόυντ θα αναπτύξει στο Πέραν τής αρχής τής ηδονής, σημαίνει τον έλεγχο τής απουσίας, έναν έλεγχο που διαφέρει από την παραισθητική εκπλήρωση επιθυμιών·

δεύτερον, επειδή ακριβώς δεν διεισδύει στα εσώτερα τής καλλιτεχνικής δημιουργίας, σχολιάζει την απόλαυση που αυτή προσφέρει και την τεχνική που υιοθετεί για την επεξεργασία των φαντασιώσεων:

ο συγγραφέας αφενός απαλύνει τον εγωιστικό χαρακτήρα των φαντασιώσεων με αλλαγές και αποκρύψεις και αφετέρου δωροδοκεί τον αναγνώστη με την αισθητική απόλαυση που προσφέρει η γραπτή μορφή τους, με ένα είδος «προκαταρκτικής απόλαυσης» (Vorlust), που υπόσχεται και προοιωνίζεται μεγαλύτερη απόλαυση από «βαθύτερες πηγές τής ψυχής».

*

[...] εδώ έγκειται η σημασία τής θεωρίας τής μετουσίωσης και των απόψεων για το παιδικό παιχνίδι, που επιτρέπουν στον ψυχαναλυτικό λόγο:

πρώτον, να υπογραμμίσει τη σημασία τής πρόσληψης τού έργου τέχνης και τού λογοτεχνικού κειμένου·

δεύτερον, να καταδείξει τις ομοιότητες που υπάρχουν ανάμεσα στην καλλιτεχνική ή τη λογοτεχνική παραγωγή και την καθημερινότητα·

τρίτον, να προχωρήσει στη μελέτη των καθημερινών και κοινών σε όλους φαινομένων, όπως τού ονείρου, τής φαντασίωσης, τού παιδικού παιχνιδιού, μέσω τής γνώσης που παρέχει η λογοτεχνία και η τέχνη.

[...] Η μετατροπή των ενορμήσεων σε κοινωνικά καταξιωμένες συνδέεται με την εκπλήρωση των μεταμφιεσμένων με βάση τους μηχανισμούς του ονείρου επιθυμιών·

Μιχάλης Χρυσανθόπουλος, Αρτεμίδωρος & Φρόυντ. Ερμηνευτικές θεωρίες & λογοτεχνικά όνειρα (έκδ. Εξάντας, Αθήνας 2005, σσ. 139-140, 143-144, 144-145, 146, 146-147).

Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2025

εκείνα τα οποία προβλέπουν το μέλλον


«Το όνειρο λοιπόν διαφέρει από το ενύπνιο στο εξής,
ότι το πρώτο συμβαίνει να είναι δηλωτικό του μέλλοντος,
ενώ το δεύτερο του παρόντος».
Αρτεμίδωρος *

Δύο είναι τα καίρια ερωτήματα για το όνειρο στην αρχαιότητα: πώς παράγεται, ποιά δηλαδή είναι τα σωματικά αίτιά του, και πώς ερμηνεύεται, τί σημαίνει το όνειρο, αφού αποκρυπτογραφηθεί, για το μέλλον αυτού που το ονειρεύτηκε.

Οι δύο τάσεις, η ιατρική, σύμφωνα με την οποία το όνειρο είναι δείκτης της κατάστασης του σώματος, επειδή κατά τον ύπνο η απουσία εξωτερικών ερεθισμάτων επιτρέπει στην ψυχή να ακούει καλύτερα το σώμα, και, κατά συνέπεια, το όνειρο οδηγεί στη διάγνωση και στην πρόγνωση σωματικών ασθενειών, και η ερμηνευτική, σύμφωνα με την οποία το όνειρο είναι δείκτης των μελλούμενων και άρα προφητικό (μαντικόν), έχουν με κοινά σημεία, αλλά οπωσδήποτε διαφοροποιούνται. (Σημ.: Παρουσιάζονται και συζητούνται σε δύο πραγματείες του Αριστοτέλη: στο Περί ενυπνίων και στο Περί της καθ' ύπνον μαντικής.)

*

[...] αντικείμενο των Ονειροκριτικών είναι αφενός το σύστημα των ονείρων, που αποτελείται, όπως θα δούμε, από τις ονειρικές εικόνες και από τις ονειρικές αφηγήσεις, και αφετέρου η σχέση του συστήματος των ονείρων με το σύστημα της εν εγρηγόρσει ζωής.

Το σύστημα των ονείρων είναι ένα σημειωτικό σύστημα, το οποίο διέπουν διαφορετικοί κανόνες από αυτούς του γλωσσικού συστήματος. Η βασική διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι η ονειρική εικόνα είναι ένα σημείο ενός εικονικού συστήματος, το οποίο επέχει ταυτόχρονα θέση σημαίνοντος στο σύστημα των σημείων που αποκαλούμε όνειρο.

Το όνειρο συνίσταται τόσο από το σημαίνον της ονειρικής εικόνας -από την ονειρική εικόνα αφορμάται και αυτήν βιώνει ο ονειρευόμενος- όσο και από το σημαινόμενο της ονειρικής αφήγησης -η ονειρική αφήγηση, εκτός από σημαινόμενο της εικόνας, αποτελεί ταυτόχρονα ένα γλωσσικό σημειωτικό σύστημα. Η ονειρική αφήγηση επέχει με τη σειρά της θέση σημαίνοντος [...].

Η σχέση μεταξύ ονείρων και εν εγρηγόρσει ζωής (η οποία ζωή επίσης νοείται ως ένα γλωσσικό σημειωτικό σύστημα) συνιστά το αντικείμενο μιας ερμηνευτικής στρατηγικής που βασίζεται στην «ομοίου παράθεσιν».

*

[...] θεματοποιείται από τον Αρτεμίδωρο ο ρόλος του ονειροκρίτη ως αυτού που έχει μια θέση ανάμεσα στο όνειρο και την πραγμάτωσή του, ανάμεσα στο όναρ και το ύπαρ. Ο ονειροκρίτης είναι ο απαραίτητος «άλλος», διά του οποίου η προσωπική εμπειρία του ονειρευόμενου θα συνδεθεί με τον δημόσιο βίο του και τη θέση του σε μια κοινότητα.

Πηγή των ονείρων είναι η ψυχή, η οποία στην περίπτωση των αλληγορικών [ενν. ονείρων] αφηγείται διά του σώματος· επειδή η σημασιοδότηση γίνεται με τον τρόπο του αινίγματος, είναι απαραίτητη η ερμηνεία των ονειρικών εικόνων με την ονειρική αφήγηση.

Τα αλληγορικά όνειρα είναι αυτά που αποτελούν το αντικείμενο των Ονειροκριτικών.

Έχει σημασία να παρατηρήσει κανείς ότι μόνο εν των υστέρων, δηλαδή μετά την εκπλήρωσή του στην ενεργό ζωή, μπορεί να αποφανθεί κανείς αν ένα όνειρο είναι θεωρηματικό ή αλληγορικό.

Μιχάλης Χρυσανθόπουλος, Αρτεμίδωρος & Φρόυντ. Ερμηνευτικές θεωρίες & λογοτεχνικά όνειρα (έκδ. Εξάντας, Αθήνας 2005, σσ. 31 και σημ. 1, 39-40, 41, 47-48). - Το motto εκ του ιδίου (ό.π., σ. 43, σημ. 18).

Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2025

να γιατί σ' αγαπώ


Τα μάτια τα γλαρά σου τα παθιάρικα,
τα χείλη τα γλυκά σου τα μελένια,
τα χέρια τα βελούδινα σαν χάρηκα,
μού διώξαν απ' το νού μου κάθε έννοια.

Το γελαστό σου πρόσωπο -πανσέληνος-
τ' αστραφτερό σου βλέμμα αστραποβόλο.
Προσεχτικός ο λόγος πάντα κι έντεχνος,
καθάριο στήθος πλέρια φλογοβόλο.

Το λυγερό κορμί σου το ορθόστητο,
Άνοιξης πνέει ευωδιά και χάρη.
Στο πρώτο λίκνισμά σου -το ναζιάρικο-
τρελλαίνεις νιους και γέρο κάνεις παλληκάρι!

Ο ψυχικός σου κόσμος, τόσο πλούσιος,
παράδεισος φαντάζει και λιμάνι
απάνεμο. Ο λόγος μου λιτός, ανούσιος.
Στη χάρη σου, στα θέλγητρα δε φτάνει.

Γιώργος Σπυρόπουλος «Αποκουρήτης», Σιωπηρές κραυγές (αυτοέκδοση, Αθήνα 2009, σ. 51).

Παρασκευή 24 Οκτωβρίου 2025

εραστής εταιρών


[...] Αυτό που υποδεικνύει η λογική πέρα από προκαταλήψεις και συναισθήματα είναι το εξής: ότι η ευχαρίστηση που προέρχεται από την εταίρα είναι πιο έντονη και πιο μεγάλης διάρκειας, δεδομένου ότι η ελάχιστη διάρκεια της απόλαυσης μαζί της είναι σαράντα χρόνια. Και ό,τι θεωρείς προτέρημα στο αγόρι, η υπηρέτρια το κατέχει δυό φορές περισσότερο. Αν επιθυμείς να γλιστρήσεις ανάμεσα στους μηρούς της, θα συναντήσεις ευκίνητα οπίσθια και καπούλια πεταχτά, κάτι που δεν θα βρείς στο αγόρι. Αν επιθυμείς αγκαλιές, έχει πλούσια στρογγυλεμένα στήθη, κάτι το οποίο και πάλι υστερεί το αγόρι. Αν επιθυμείς τη γλυκύτητα της διείσδυσης, δεν τίθεται πλέον λόγος! Όταν διεισδύουμε στον έφηβο, ερχόμαστε σε επαφή με τόσες ακαθαρσίες και βρομιά, ικανές να ντροπιάσουν τη ζωή και να δηλητηριάσουν κάθε ευχαρίστηση. Αντίθετα, η υπηρέτρια διαθέτει βελούδινο δέρμα, ευκινησία στις κινήσεις, γοητεία στα χέρια και στα πόδια, ευκαμψία στα πλευρά και στο στήθος, είναι ανάλαφρη και ο ιδρώτας της μοσχομυρίζει. Όλα αυτά, καθώς και πλήθος άλλων προτερημάτων, λείπουν από τον έφηβο. [...]

*

Τα λόγια των ποιητών για τις χάρες των γυναικών είναι τόσο πολλά και ανεξάντλητα. Η γοητεία ενός αγοριού και η καθαρότητα του προσώπου του δεν διαρκούν πάνω από δέκα χρόνια. Μέχρις ότου αρχίζουν και σχηματίζονται τα γένια του και περάσει το στάδιο της εφηβείας παραμένει ελευθεριάζον, που άλλοτε αποτριχώνει και άλλοτε ξυρίζει τα γένια του, προκείμενου να προκαλέσει το πάθος σε άλλους άνδρες. Ο Θεός απάλλαξε τη γυναίκα από όλα αυτά και τής χάρισε ανώτερη ομορφιά και καθαρή γοητεία. Ίσως πεις ότι ανάμεσα στις γυναίκες υπάρχουν κάποιες που στολίζονται και καλύπτουν την ασχήμια τους, κάνοντας περίτεχνα χτενίσματα ή χρησιμοποιώντας άλλα μέσα [...]. Αν λοιπόν προβάλεις αυτό το επιχείρημα, θα σού απαντήσουμε: είναι πιθανόν κάποιες γυναίκες να καταφεύγουν σε τέτοιου είδους πρακτικές, όταν τα μαλλιά τους αρχίζουν να γκριζάρουν· αυτό δεν συγκρίνεται με την αποτρίχωση του προσώπου των εφήβων.

al-Jahiz, Έφηβοι και εταίρες (μτφρ. Αλ. Φωτοπούλου, έκδ. Ηρόδοτος, Αθήνα 2009, σσ. 71,73, ήτοι επιχειρήματα εκ του τελευταίου απόλογου μεταξύ των εραστών από το «Βιβλίο εγκωμίων των εταιρών και των εφήβων» γραμμένο στη Βασόρα ή τη Βαγδάτη τον 9ο αιώνα).

Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2025

ο τελικός (της Ελένης) κύκλος


Ι

[...]
κι εγώ, παρακαλώντας σιγανόφωνα, το ποίημα στα παράπλευρα
δρομάκια με αποθυμιά θ' αναζητώ
,
απ' τον υπερσυντέλικο αρχίζοντας και φτάνοντας μέχρι τον άκρο
μέλλοντα
πού 'ναι ο καθοριστικά τετελεσμένος.

[...]
Αφήγησες που πλέξαν άνθρωποι κακόψυχοι (καλού γούστου, ένε-
κα, δήθεν),
τολμούν να ισχυρίζονται ότι σε κάποιο κωλονήσι, την Λευκή,
η Ελένη, η δικιά μου Ελένη, ξενογαμιόταν με τον Αχιλλέα.
Ψέματα, ψέματα, ψέματα. Εγώ είμαι ο άντρας που στ' αληθεια
αγάπησε.

[...]

Κυρά, [...]
τα μάτια σου να με θωρούν
με την δορά του ζώου
·
κι ευθύς ν' αποξεχνιέμαι στο υπερούσιο.
Ξέρω πως είσαι η ζωγραφιά
πέρα και πάνω απ' το δικό μου βλέμμα - τότε λέω
(στ' αληθινά) Ελένη των ποιημάτων δεν υπάρχει,
υπάρχει η φεγγόβολη, η υπεράνω αυτών, η μοναδική μου. [...]


ΙV

[...]

Γιατί δεν μπόρεσα να εννοήσω πώς η αρκτική δασεία σου
είναι παρένθεση
που ξανοίγει σε τοπίο εξόχως μαγικό, μυρτιά πα-
ράκλησης,

στον ροδώνα της μη αιτιότητας, στην άτυπη σύναξη των προλέ-
ξεων,
εκεί ο Ήσκιος ο Αφαιρών μεταμορφώνεται στο πιο σγουρό
καλάμι,
που καμαρώνεσαι υπέρθετη κι ανάλλαγη
[...]

Γιατί δεν ώρμησα παράφορος, ξυπόλητος, γυμνός, στης πολιτείας
τους δρόμους,
με τ' όνομά σου τρόμο κι απειλή, με τ' όνομά σου χερουβείμ και
νάρδο,
γιατί δεν είπα, Ελένη! ν' ανατιναχτή κάθε κεκυρωμένη σύνταξη,
ν' ανθίσουν άστρα του βυθού και κήποι από φεγγάρι,
για να στηθή περήφανος σαν το μουνί σου ο κόσμος
[...]


Χ

Και πάντα να ψυχορραγής
τέσσερις το πρωί, σκληρά χαράματα
κοντά,
σε μιαν ολάδεια σάλα ψυχιατρείου·

μ' έναν φραπέ σε πλαστικό ποτήρι σύντροφό σου και παρηγοριά,
με φώτα πετρωμένα ηλεκτρονικά να σε ρυθμίζουν·

με την ρωγμή στο πρόσωπο και βουρκωμένα μάτια·

και μήτε κάποιας το κορμί, και μήτε κάποιας τ' όνομα·

μόνον τα ηλίθια παράθυρα, άψυχα κι απαθή, να σε παρατηρούνε,
χωρίς κουβέντα και φιλία, με δίχως καν εχθρότητα·

ξάφνω, σώμα φωτός δειλή σκιά κρυφοπερνώντας,
χάραξε το αμετάβατο σκοτάδι - πια καταδικό μου
.

Ηλίας Λάγιος, Φεβρουάριος 2001 (έκδ. Ερατώ, Αθήνα 2002, σκόρπιοι στίχοι, σσ. 13-14, 14, 15-16, 21, 22, 31). Στίχοι από την ίδια εκτενή σύνθεση κι εδωδά.

Σάββατο 4 Οκτωβρίου 2025

τα μάτια σου αντανακλούν αθανασία


Επιστολές στην Ξένη

[...]

Πάσα στιγμή, λοιπόν, η αιώνια υπαρκτή, ναυτόπαις άνεμος
φυσάει παντοτινός, τα μάτια σου αντανακλούν αθανασία
.
Δεν είναι, λέω, παράξενο να μ' αφανίζη η παρατόση δωρεά;
να καταπίνω τα φωνήεντα της αναμονής μου;

[...]

*

Το ονειρολόγιο

[...]

Maunochoth DD37ψδ'οο'IV
Υοσκύαμος, περίφοιτος, διαστήτην. Τρία ατόφια ποιήματα στα χέρια μου και δεν έχω ράφι να τ' ακουμπήσω.


Belzebouël α'
Πως ήμουνα στην κακοτοπιά της μοναχής αποδημίας, και μήτε μ' έγνοιαζε το στεγνό έδαφος, ούτε την θάλασσα που με περίμενε μπροστά άμαυρη και μεγάλη την φοβόμουν παρά, που με έθλιβε να μην υπάρχη αρτινή πορτοκαλιά να την μυρίσω φεύγοντας.

[...]

Pucel 7144286539722286L
Πως ήμουν ναυαγός μες στο μυαλό μου· και δεν υπήρχε πετεινό να δέσω στο ποδάρι του γραφή, να μού μηνύσω.

[...]

Sargatanas

Φτωχό μου σώμα, υλικόν κατεδαφίσεως.

*

Ο μέσα τόπος


[...]

Ο φόβος που μ' ασπάστηκε τρυγόνα, έχει μεθύσει.
Να θάλλω, λίγο, ρήγισσα των ίσως και πουλιών...

*

Millenium

[...]

Σ' όλα τα μάτια μια τυφλή αιωνιότητα.

[...]

Ποιός μετέφρασε πλήρη τον συλλαβισμό των πουλιών;

Ηλίας Λάγιος, Πράξη υποταγής (έκδ. Ερατώ, Αθήνα 2000, σκόρπιοι στίχοι, σσ. 65, 78, 79, 79, 91, 98, 99).

Παρασκευή 26 Σεπτεμβρίου 2025

τούτη η απολογία μου και κρίνετέ με


Λεσβιακό έρωτα απολάβαιναν
δυό βάρκες ξέμπαρκες στ' ακροθαλάσσι
ξεκάρφωτες κι ανάστροφες σα δυό παντούφλες *

Ορέστης απολογητικός

Με δόλο απέκτειναν το Γεννήτορά μας
Αγαμέμνονα
, Βασιλέα των Μυκηνών.
Με πραξικόπημα και μεις
τούς βγάλαμε απ' τη μέση

πρώτον τον Αίγισθο κι απέ όσους τριγυρινούς
που καλοτρώγαν και αδρά πλερώνονταν
να τούς κρατούν τα μπόσικα στην τυραννία.
Τη Μάνα μας εμείς δεν αποκτείναμε
κι όρκο τον πιο βαρύ του κόσμου παίρνω!
Μόνη της μαχαιρώθη όταν το σπαθί
μου έπεσε
απ' τα τρεμάμενά μου χέρια.
Και ενώ τάχα παρακάλειε φοβισμένη
για τη ζωή της δείχνοντας ολόγυμνα
τα στήθια της που όντας παιδιά μάς βύζαξαν,
σκύβει στη Γης, αρπάζει το σπαθί και,
σα Μαινάδα τρομερή ορθώθηκε
να μάς σπαθίσει! Αλλά στη βιά της γλίστρησε
και στην καρδιά ίσια καρφώθηκε
λες από θέλημα θεού ή θέλημα της Μοίρας...
Τούτη η απολογία μου και κρίνετέ με.

(Απόσπασμα από σχεδίασμα σχετικού
θεατρικού έργου)

*

Παραλληλισμοί

Τό 'να βουνό ψηλότερο,
τρανήτερο από τ' άλλα.
Ο ένας Ωκεανός, πλατύτερος,
βαθύτερος των άλλων.
Τό 'να οφφίκιο, πιο τρανό των άλλων
κι ως λέει κι η παροιμία:
«Ο Αγάς άλλον Αγά έχει!»
Ο ένας παλιάνθρωπος (φονιάς,
απατεώνας, πόρνος, ψεύτης, κλέφτης)
τρανήτερος λαμπρότερος των όμοιών του.
Και τέλος των τελώνε:
ο ένας Ήρωας, τραχύτερος των άλλων
κι αντίστροφα: ο ένας δειλός,
δειλότερος των άλλων, τόσο,
που ο δύστυνος λαγός ανάβαλε
το απελπισμένο πνίξιμό του
σαν απείκασε
νάν' πιο κιοτήδες απ' αυτόν οι βάτραχοι
που πήδαγαν του σκοτωμού στο βαλτονέρι
για να σωθούν, μόλις αντίκρυσαν
τον ίσκιο, που έπεφτε στη γή απ' τις αφτάρες
τού παραλίγο 'αυτόχειρα' κιοτή ...λαγού! ...

*

Στρεβλές ψυχές

Ειδών-ειδών ψυχές χαρμάνι...
Είναι ψυχές εσωστρεφείς που δε ζημιώνουν,
δεν εξοργίζουν, δε θυμώνουν κανέναν
και ζούν στην 'άπλα' ή στο ΄'στένωμά' τους
νιάζοντας μόνο για την πάρτη τους.
Κι είναι ψυχές που δεν τολμούν κακό να κάνουν
μα ούτε και το καλό στοχεύει ο νούς τους
.
Γι' αυτό κι ο Δάντης Αλιγκέρης
στη Θεία Κωμωδία του, τούς έδωσε
θέση αιώνια στους προθαλάμους τού Υπερπέραν
όπου η πόρτα τους δεν οδηγεί
μήτε σε κόλαση μα μήτε σε παράδεισο.
Αλλ' όσο οι εσωστρεφείς κι οι άκακες ψυχές
είναι ακίνδυνες
,
τόσο οι στρεβλές και καταχθόνιες ψυχές
κακό αγκάθι, που αγκιλώνει
ακόμα και τον
ίδιο εαυτό τους
!
Χαιρέκακες ψυχές, μικροπρεπείς,
ζηλιάρες, αναλφάβητες κι ανάγωγες
που παρασταίνουνε τον κομπορήμονα.
Γι' αυτό, σ' όποια μα σ' όποια κι αν οδηγηθούνε
Κόλαση, σίγουρα μικροτιμωρία θά 'ναι...

Τριαντάφυλλος ή Λευτέρης Παπάζογλου, Μύθος υπερφυής και δόλιχος έμμετρος (Πρόταξη μικρού δοκιμίου Ποίησης), (έκδ. Intenational time, Αθήνα 1991, σσ. 72, 82, 83). - Το motto οι αρκτικοί στίχοι από το ποίημα «Μοντέρνοι στίχοι, ευτράπελοι» εκ του ιδίου (ό.π., σ. 91).

Πέμπτη 19 Ιουνίου 2025

ο πόλεμος στον ιό


Είναι πιθανό, ωστόσο, ότι ο πόλεμος στον ιό, που μοιάζει ένας ιδανικός μηχανισμός [dispositivo] τον οποίο οι κυβερνήσεις μπορούν να υιοθετούν και να δίνουν σε δόσεις ανάλογα με τις απαιτήσεις τους πολύ πιο εύκολα από ό,τι έναν πραγματικό πόλεμο, να καταλήξει, όπως κάθε πόλεμος, να τούς ξεφύγει από τα χέρια.

Και, ίσως σε εκείνο το σημείο, αν δεν θα είναι ήδη πολύ αργά, οι άνθρωποι να αναζητήσουν εκ νέου εκείνη την ειρήνη τής ακυβερνησίας που τόσο απρόσεκτα εγκατέλειψαν. 23 Φλεβάρη 2021

*

Θα λέγαμε ότι το εμβόλιο έχει γίνει ένα θρησκευτικό σύμβολο το οποίο, όπως σε κάθε πίστη, χρησιμεύει ως το διακριτικό σύμβολο φίλων και εχθρών, σωσμένων και καταδικασμένων. Πώς μπορούμε να θεωρήσουμε σαν [ενν. ως] επιστημονική και όχι θρησκευτική μια θέση που αρνείται την εξέταση διαφορετικών θέσεων;

[...] Πώς είναι δυνατόν η αποκλειστική επικέντρωση στις μολύνσεις και στην υγεία να μάς εμποδίζει να αντιληφθούμε τον Μεγάλο Μετασχηματισμό που συμβαίνει στην πολιτική σφαίρα, στην οποία, όπως συνέβη στον φασισμό, μια ριζική αλλαγή μπορεί να επέλθει εκ των πραγμάτων χωρίς να αλλάζει το κείμενο τού Συντάγματος;

Και δεν θα έπρεπε να σκεφτούμε το γεγονός ότι στις προβλέψεις εξαίρεσης και στα μέτρα που από καιρού εις καιρόν παίρνονται, δεν υπάρχει μια καταληκτική ημερομηνία, αλλά πως αυτά ανανεώνονται αδιάκοπα, δηλώνοντας σχεδόν, όπως οι κυβερνήσεις δεν κουράζονται να επαναλαμβάνουν, ότι τίποτα δεν θα είναι πλέον όπως πριν και πως συγκεκριμένες ελευθερίες και συγκεκριμένες βασικές δομές τής κοινωνικής ζωής στις οποίες είχαμε συνηθίσει, καταργούνται επ' αόριστον; 30 Ιούλη 2021

*

Πώς είναι δυνατό οι άνθρωποι, για έναν κίνδυνο που παραμένει χαμηλός ακόμη και στον ορίζοντα ενός ολόκληρου χρόνου, να αποδέχονται την απάρνηση όχι μόνο τής ελευθερίας τους, αλλά και όλων αυτών που καθιστά τη ζωή άξια να τη ζεί κανείς; Την επαφή με τα άλλα ανθρώπινα όντα, το βλέμμα που ρίχνουν στα πρόσωπά τους, τη μνήμη και τις γιορτές που γιόρταζαν χαρούμενα μαζί; 25 Γενάρη 2021

Giorgio Agamben, Η γυμνή ζωή και το εμβόλιο (με προβληματική μτφρ. Παν. Καλαμαράς, έκδ. μη επιμελημένη Παρέγκλισις, Αθήνα 2021, σσ. 16-17, 37, 38, 11).