Παρασκευή 30 Απριλίου 2021

την μεγάλη Παρασκευή


[…] στον Γολγοθά, πίσω από τον Σταυρό που έχουν υψώσει για την ημέρα αυτή, βάζουν μια θέσι που κάθεται ο επίσκοπος, κι εμπρός του βάζουν ένα τραπέζι σκεπασμένο με κάλυμμα, γύρω απ' το οποίο στέκονται οι διάκονοι και φέρνουν την επίχρυση ασημένια λειψανοθήκη που μέσα βρίσκεται το Τίμιο Ξύλο του Σταυρού· την ανοίγουν, την παρουσιάζουν και βάζουν πάνω στο τραπέζι το Ξύλο του Σταυρού και την επιγραφή.

Όταν γίνη αυτή η τοποθέτησι πάνω στο τραπέζι, ο επίσκοπος καθισμένος ακουμπά τα χέρια του στα άκρα του Τιμίου Ξύλου και οι διάκονοι που είναι όρθιοι τριγύρω επαγρυπνούν. Και να γιατί επαγρυπνούν:

σύμφωνα με την συνήθεια που επεκράτησε, ένας-ένας, όλος ο κόσμος έρχεται, πιστοί και κατηχούμενοι, και γονατίζοντας μπροστά στο τραπέζι, ασπάζονται το Τίμιο Ξύλο και φεύγουν. Και όπως λένε, δεν ξέρω πότε, κάποιος έμπηξε τα δόντια και έκλεψε ένα κομμάτι του Τίμιου Ξύλου, και γι' αυτό τώρα οι διάκονοι που είναι τριγύρω ορθοί επαγρυπνούν, από φόβο μήπως κανείς πλησιάζοντας (να προσκυνήση) τολμήση να κάνη το ίδιο.

Έτσι λοιπόν περνούν όλοι, ένας-ένας· γονατίζουν, ακουμπούν στην αρχή με το μέτωπο, ύστερα με τα μάτια τον Σταυρό και την επιγραφή, έπειτα προσκυνούν τον Σταυρό και φεύγουν, αλλά κανείς δεν βάζει το χέρι του για να τον αγγίξη. Όταν ασπασθούν τον σταυρό και προχωρήσουν λίγο […]

Αιθερίας, Οδοιπορικόν των Αγίων Τόπων και Σινά (έκδ. Τήνος, Αθήνα 1989, σσ. 88-89).

*

Δεν ξέρω εγώ κανένα θεό Χρέος,
ένα θεό εγώ ξέρω· την Αγάπη.
Αγάπη, από το χρέος σου είμαι ωραίος.

Εσύ με κάνεις δούλο, εσύ σατράπη,
φτερά τα κάνεις τα σκοινιά του γάμου·
πότε με δέρνεις, βέργα ενός αράπη,

πότε ανθείς, περιβόλι ολόγυρά μου.
Εσύ με τα βαθιά τα καταφρόνια
με γιομίζεις· πλαταίνεις την καρδιά μου,

σα θάλασσας αγέρας τα πλεμόνια.
Έρωτα εσύ, μονάρχη και γενάρχη!
Εσύ τυφλή και η Μοίρα, εσύ και η Πρόνοια.

Ό,τι δεν αγαπούμε, δεν υπάρχει.

Κωστής Παλαμάς, Σατιρικά γυμνάσματα (έκδ. Ιδεόγραμμα, Αθήνα 1998, σ. 46). -Κι ως επισημείωση ο τελευταίος στίχος του Β.19 γυμνάσματος: «το τρίστιχο απ’ την Κόλαση του Δάντη!» για την μετρική του (ό.π., σ. 33). Ο ίδιος.

Δευτέρα 26 Απριλίου 2021

ώ η καμένη βάτος


(07:12) Η πάλη της αντάρας με το σύθαμπο

Γράφω δεν θα πεί δημιουργώ
θα πεί διαχειρίζομαι, επισημαίνω.
(Νεωτερισμοί και ανατροπές είναι έργα του αναγνώστη.
Γράφω σημαίνει ξαναγράφω, ομολογώ τι διάβασα.
Χαρτογραφώ ένα μονοπάτι.

Μια αφέγγαρη τοπογραφία με βουνό και φρύγανα
ένα δίκτυο από σκάλες που βυθίζονται
σε σχισμές του λευκού χώματος και υπόγειες κοιλότητες-
άγραφες πλάκες
έτοιμες να αποκαλυφθούν
στην ψευδαίσθηση της δυνατότητας ελέγχου.

*

(07:24) Οξείδωσι στίλβοντος ποδηλάτου

Η σκέψη ότι άλλοι συνθέτουν έναν ταύρο από ατόφιο
χρυσό.

Ώ το άδειο βουνό, Μωυσή
ώ η καμένη βάτος.

*

(09:14) Αυτονόμηση των σημείων

Οι ράγες οδηγούν στο χολ.
Δυο φράσεις ηλιαχτίδας στην επίπεδη σάλα
γεμίζουν το κενό μηνών χωρίς επίσκεψη
με το εναιώρημα βουβών συμβολισμών. Ο νους καταδύεται
σε δυο διπλούς καθρέφτες
της μνήμης
και της ζωής
που σβήνουν στην ηλιόσκονη
δείχνοντας ο ένας
οπως δεν υπήρξε ο άλλος.

*
(12:17) Εσπεράντο των μονόκλινων

Ο χώρος είναι εξίσου γριφώδης με το χρόνο
αλλά πιο επίπεδος ή λιγότερο ελαστικός.
Επίσης: στο σκοτάδι μοιάζει να καμπυλώνεται λίγο
προς τις άκρες
και να στενεύει
εκεί που καλάμι ή γόνατο συναντάνε πρόωρα
τη γωνιά των μέχρι τούδε ακίνητων επέπλων.

*

(13:01) Ίδιοι, ήδη ανάγλυφοι

Τηγάνι με σφουγγάτο μαντάμ Ουρανία
μπαλκόνι με καναρίνι πορτοκάλια
σφουγγαρίστρα γλαστρούλες σέλινο φαράσι σκόρδα

φωνές πάνω από ακάλυπτο

με αντίλαλο σκάμμα χαλίκι ιδρώτα μπάλα
γκολ σαγιονάρες Αντωνάκη έλα να φάμε.

Αλέξιος Μάινας, Το ξυράφι του Όκαμ (έκδ. Άρκτος, Αθήνα 2014, σσ. 12, 13, 19, 31, 33).

Πέμπτη 22 Απριλίου 2021

ο διάλογος του Κροίσου με τον ελληνικό λόγο


κι εγώ να φτάνω πάντα
την ώρα της θλίψης...*

Γιατί ο δελφικός λόγος, που για πρώτη φορά παρεμβαίνει εδώ μέσα στο ηροδότειο έργο [ενν. στην περίπτωση του Κροίσου], συμφιλιώνοντας τους διχασμένους Λυδούς, διακρίνεται από τον προηγούμενο νοβελιστικό λόγο σαφέστατα, στο μέτρο που προβάλλεται ως λόγος αντικειμενικός και συμβολικά ελληνικός.

Αντικειμενικός από την άποψη ότι περιβάλλεται με κύρος θρησκευτικό και, κρίνοντας δίχως παθολογική προκατάληψη τα νοβελιστικά δρώμενα, τα εντάσσει στην προοπτική της ιστορίας, ακριβέστερα της λυδικής ιστορίας, η οποία συνάπτεται ιδιαίτερα μέσα στο έργο του Ηροδότου με τους Έλληνες της Μικράς Ασίας και των παράλιων νήσων.

Ελληνικός είναι ο δελφικός αυτός λόγος, όχι μόνο και τόσο επειδή προέρχεται από τη μητροπολιτική Ελλάδα, αλλά κυρίως γιατί συνεισφέρει στην πολιτική κρίση των Λυδών μια άλλου είδους ερμηνευτική αρχή που ρυθμίζει τις διαφορές, ξεπερνώντας τον φόνο και τον πόλεμο. Πρόκειται για τον μεταφυσικό και συνάμα ιστορικό λόγο, ο οποίος, όπως προσπάθησα να δείξω στο τρίτο δοκίμιο, ελέγχει και διορθώνει τον νοβελιστικό λόγο ως προς τις τυπικές αμαρτίες του· προπάντων ως προς την αδυναμία του να μετρά κάθε φορά το δραματικό παρόν (στις αιχμές της μεγάλης ευτυχίας όπως και της μεγάλης δυστυχίας) με τα σήματα του παρελθόντος και τις προκαταβολές του μέλλοντος.

Η συμβολική αυτή ταύτιση του δελφικού λόγου με την ελληνική αλήθεια προκύπτει κατά την πορεία της πολιτικής σταδιοδρομίας του Κροίσου μέσα στο ηροδότειο έργο: του λυδού δηλαδή βασιλιά, του οποίου ο κρίσιμος ρόλος ως προς την έχθρα βαρβάρων και Ελλήνων με έμφαση προβάλλεται στην αφετηρία της ηροδότειας ιστορίας, ενώ το τέλος της βασιλείας του πρώιμα προσημαίνεται στον επίλογο ακριβώς της νουβέλας του Κανδαύλη.

Είναι χαρακτηριστικό ότι από όλους τους ασιάτες βασιλείς μέσα στο ηροδότειο έργο μόνος ο Κροίσος ανοίγει και εξελίσσει πραγματικό διάλογο με τους Έλληνες. Από τον διάλογο μάλιστα αυτόν εξαρτάται, όπως το σημείωσα ήδη στο τρίτο δοκίμιο, τόσο ο βαθμός του εξελληνισμού του όσο και η διακριτική αθανασία του. Πάντως ο διάλογος αυτός του Κροίσου με τον ελληνικό λόγο αποδείχνεται μέσα στο πλαίσιο της λυδικής ιστορίας διπλός.

Σε θρησκευτικό επίπεδο ανοίγει με την αποκλειστική εμπιστοσύνη που δείχνει ο Κροίσος προς το δελφικό μαντείο, όταν ετοιμάζει την εκστρατεία του εναντίον του Κύρου· κλείνει με την σωτηρία την οποία προσφέρει ο δελφικός θεός στον ευνοημένο του λυδό βασιλιά, την ώρα ακριβώς που κινδυνεύει η ζωή του επάνω στην πυρά του Κύρου – η σωτήρια μάλιστα παρέμβαση του Απόλλωνα σφραγίζεται και με την προθυμία του μαντείου να λύσει τη μεγάλη και βαθιά απορία του Κροίσου για το αμφίσημο νόημα του επίμαχου αρχικού χρησμού.

Σε ανθρώπινο επίπεδο ο διάλογος του λυδού βασιλιά με τον ελληνικό λόγο εγκαινιάζεται δραματικά στην περίφημη συνομιλία του με τον Σόλωνα και ωριμάζει στοχαστικά πάλι προς το τέλος της λυδικής ιστορίας, όταν ο Κροίσος επάνω στην πυρά αναφωνεί το όνομα του έλληνα σοφού, προκαλεί την περιέργεια του Κύρου και στον συνεχόμενο διάλογο δείχνει πως έχει τώρα υποδεχτεί τη σολώνεια διδαχή της αλήθειας. [...]

[…] ο Κροίσος δεν πρέπει να θεωρείται μέσα στο ηροδότειο έργο μόνο ο μικρασιάτης βασιλιάς που εγκαινίασε ιστορικά την έχθρα Ελλήνων και βαρβάρων· αποδείχνεται ταυτόχρονα και ο μόνος ασιάτης μονάρχης που σταδιακά διδάσκεται την ελληνική λογική και αλήθεια και, όταν έχει αποβάλει τη δεσποτική εξουσία του, αναλαμβάνει να συστήσει το μέτρο αυτό πρώτα στον Κύρο, ύστερα στον Καμβύση.

Δ.Ν. Μαρωνίτης, “Ο κλειστός κόσμος της Ασίας”, στο: Ηρόδοτος. Οκτώ νουβέλες και τέσσερα ανέκδοτα (εισ.-μετ. και πέντε δοκίμια Δ.Ν. Μαρωνίτης, έκδ. Άγρα, Αθήνα 2001, σσ. 238-239, 240).


-----
* Στο motto στιχάκι της Κλεοπάτρας Μακρίδου, εκ της συλλογής Άσμα ερωτικό και πένθιμο (έκδ. Κουκκίδα, Αθήνα 2015, σ. 39).

Κυριακή 18 Απριλίου 2021

ο Rutile Hipucrates και ο Larth Telicle(s)


Σε δύο ετρουσκικές επιγραφές του δεύτερου μισού του 7ου αιώνα, μια από την Tarquinia και μια άλλη -χωρίς ένδειξη τόπου προέλευσης– που αποδίδεται στη νότια Ετρουρία, αναφέρονται δύο πρόσωπα, ο Rutile Hipucrates και ο Larth Telicle(s), που μέσα από το πατρώνυμό τους διαφαίνεται η ελληνική καταγωγή.

Όμως, περισσότερο χαρακτηριστικός είναι ο γνωστός από κλασικούς συγγραφείς θρύλος του Δημάρατου, ενός Έλληνα που στα μέσα του 7ου αιώνα μετανάστευσε από την Κόρινθο στην Tarquinia, παντρεύτηκε μια γυναίκα από την ντόπια αριστοκρατία και έγινε μάλιστα ο πατέρας του μελλοντικού βασιλιά της Ρώμης Ταρκύνιου Πρίσκου.

Prima Italia. Η ιταλική τέχνη της 1ης χιλιετίας π.Χ. (έκδ. Αρχαιολ. Μουσείο Πειραιώς, 1981, σ. 70). - Στο ίδιο, σ. 107 εικόνα 98: «Αναθηματικό πώρινο άγαλμα κουροτρόφου σε θρόνο, από την Capua. Ύψ. 61,8 εκ., πλ. 47,5 εκ. - 5ος-4ος π.Χ. αι. Capua, Επαρχιακό Μουσείο Καμπανίας, αρ. Ευρ. 394». - Στο ίδιο, σ. 108 εικόνα 103: «Χάλκινο γυναικείο ειδώλιο σε στάση προσευχής, από το Este (Padova). Έργο τοπικού εργαστηρίου. Ύψ. 10,5 εκ., 5ος π.Χ. αι. Este, Εθνικό Μουσείο του Atestinio, αρ. ευρ. 25802». - Στο ίδιο, σ. 99 εικόνα 81: «Καιρετανή υδρία με παράσταση της Ευρώπης πάνω στον ταύρο [και παραπλέοντα ψάρια και δελφίνια]. Ύψ. 44,8 εκ. Γύρω στο 525 π.Χ. Ρώμη, Μουσείο της Villa Giulia, αρ. ευρ. 50643».

*

Η μεγαλύτερη μονάδα βάρους των κλασικών χρόνων ονομαζόταν τάλαντον (λέξη που πέρασε στη λατινική: talentum, και διατηρείται στις ευρωπαϊκές γλώσσες, π.χ., αγγλ. talent)· η λέξη σήμαινε και ζυγαριά -μπορούμε λοιπόν να μην αμφιβάλλουμε και πολύ ότι έτσι θα λεγόταν και η μονάδα των Μυκηναίων.

Τη διαιρούσαν σε 30 μικρότερες: [μεταγράφουμε] 30 Μ – αντίστοιχη υποδιαίρεση του κλασικού ταλάντου ήταν 60 μναί. Όμως, επειδή το μυκηναϊκό σημείο γι' αυτή τη μονάδα γράφεται οπωσδήποτε διπλό, με ασφάλεια μπορούμε να την ονομάσουμε διμναίον (η λέξη βρίσκεται σε χρήση ως όνομα νομισματικής μονάδας της Κύπρου στην κλασική εποχή).

Η προέλευση της λέξης μναmina σε εκλατινισμένο τύπο) είναι σημιτική· αλλά και η υποδιαίρεση σε εξηκοστά είναι η βασική αρχή του εξηκονταδικού αριθμητικού συστήματος, που επίσης προήλθε από την Εγγύς Ανατολή. [...]

John Chadwick, Ο μυκηναϊκός κόσμος (μτφρ. Κ. Πετρόπουλος, έκδ. Gutenberg, Αθήνα 1999, σσ. 208-209).

Τετάρτη 14 Απριλίου 2021

μπορεί όμως η τέχνη να αποδώσει την αλήθεια;


Μπορεί όμως η τέχνη με οποιοδήποτε τρόπο να αποτελέσει απόδοση της αλήθειας; Η απάντηση στο ερώτημα δίνεται εάν ορίσουμε ποια αλήθεια είναι το ζητούμενο. Τα αυτοβιογραφικά έργα […], είτε μέσω της καταγραφής, ερμηνείας και παρουσίασης συγκεκριμένων αναμνήσεων είτε μέσω μιας αισθητηριακής προσέγγισης που παραπέμπει στην αντίληψη του Προυστ για τη μνήμη ως διεκδίκηση της στιγμής [βλ. το περίφημο επεισόδιο από το Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο, με τις αναμνήσεις που εγείρει η γεύση μιας μαντλέν βουτηγμένης σ’ ένα φλυτζάνι τσάι], αποδίδουν την αλήθεια, η οποία όμως στην τέχνη δεν είναι αντανάκλαση μιας προϋπάρχουσας αλήθειας αλλά πραγματοποίηση μιας αλήθειας. Και αυτό επειδή ο καλλιτέχνης αναλαμβάνει να εκφράσει τον κόσμο του χωρίς να υποτάσσεται στους περιορισμούς της μνήμης. Η δική του έκφραση είναι, ή μάλλον οφείλει να είναι, όπως λέει ο Μερλώ-Ποντύ, ποίηση, «που θα πεί να αφυπνίζει και να επανεγκαλεί ολόκληρη την καθαρή μας εκφραστική δύναμη πέραν όσων έχουν ήδη ειπωθεί ή ιδωθεί».

Άννα Μυκονιάτη, “Ταλαντώσεις της Μνήμης στην Τέχνη. Δύο παραδείγματα από τη συλλογή του ΕΜΣΤ”, στο ENTER ΕΜΣΤ - Συλλογή & Ιστορία. Ένας σύντομος οδηγός (έκδ. ΕΜΣΤ, Αθήνα 2020, σσ. 35-36).

*

Μιχάλης Κατζουράκης. Κατά τη δεκαετία του 1970 ο Μ.Κ. κινείται στο πνεύμα του μινιμαλισμού και επικεντρώνει την έρευνά του στη διαμόρφωση ενός προσωπικού λεξιλογίου, με έμφαση στα γεωμετρικά σχήματα και στο χρώμα, το οποίο μάλιστα σε περιπτώσεις όπως ο Λευκός πίνακας δίνει και τον τίτλο του έργου. Μέσω μιας αναλυτικής, κατασκευαστικής διαδικασίας δημιουργεί νέες μορφές, οι οποίες διατηρούν την αυτονομία τους από την εξωτερική πραγματικότητα, αν και πολλές φορές ο καλλιτέχνης αντλεί ερεθίσματα από ποικίλα στοιχεία του δομημένου περιβάλλοντος (τοίχους, χαλάσματα). Ο ρυθμός που προκύπτει από τις ήπιες τονικές αποχρώσεις και τη μεθοδική οργάνωση της ζωγραφικής επιφάνειας, με τις παράλληλες ευθείες που τέμνονται από διαγώνιες και καθέτους, αποτελεί βασικό ζητούμενο του ζωγράφου. Εκτός από την αυστηρή οργάνωση, την περίοδο αυτή ο Κατζουράκης εισάγει την έννοια της επαναληπτικότητας και του πολλαπλού (multiple), σε προφανή διάλογο με τις μινιμαλιστικές σειριακές πρακτικές και τη «ζωγραφική των συστημάτων» (systemic painting) που παρουσίασε ο κριτικός τέχνης Lawrence Alloway στην έκθεση του μουσείου Γκουγκενχάιμ το 1966 στη Νέα Υόρκη. - Ανίνα Βαλκανά

Πάνος Κοκκινιάς. Μέσα από τις φωτογραφίες του, ο Πάνος Κοκκινιάς εξετάζει τη διαταραγμένη σχέση του σύγχρονου ανθρώπου με το κοινωνικό σύνολο και το φυσικό και αστικό περιβάλλον. Μελετά και σκηνοθετεί τις φωτογραφίες του με σκοπό να αποδώσει ψυχολογικά σύνθετες καταστάσεις, μέσα από πολλές στιγμιαίες λεπτομέρειες που συνυπάρχουν στο ίδιο κάδρο. Η φωτογραφία Νίσυρος είναι αποτέλεσμα μιας πολυήμερης διαδικασίας φωτογραφικών λήψεων από τον κρατήρα «Στέφανος» του ηφαιστείου του νησιού. Η τελική φωτογραφία, προϊόν σύνθεσης εκατοντάδων φωτογραφιών, διατηρεί την καθαρότητα τής εκ του φυσικού παρατήρησης και παραπέμπει, λόγω του μεγέθους και της δομής της, σε πίνακα ιστορικής ζωγραφικής. Φωτογραφίζοντας πλήθη τουριστών να αυτοφωτογραφίζονται και να φωτογραφίζουν μέσα στο σκληρό τοπίο του κρατήρα, ο καλλιτέχνης δημιουργεί πολλαπλά στρώματα αντιθέσεων χώρου, χρόνου και ύλης: ο γεωλογικός χρόνος του σκληρού τοπίου απέναντι στην εφήμερη ελαφρότητα της ανθρώπινης δραστηριότητας. Παράλληλα, μέσα από αυτό τον φωτογραφικό «Κήπο των επίγειων απολαύσεων», ο Πάνος Κοκκινιάς κάνει ένα σχόλιο για το ίδιο το φωτογραφικό μέσο και την εξάπλωσή του. – Σταμάτης Σχιζάκης

ENTER ΕΜΣΤ - Συλλογή & Ιστορία. Ένας σύντομος οδηγός (έκδ. ΕΜΣΤ, Αθήνα 2020, σσ. 120-121, 128-129).

Σάββατο 10 Απριλίου 2021

το χαρακτηριστικό του εγώ


Ο έρωτας μ' έχει, ο αψύς, βαθιά, μεθυστικά ναρκώσει.
Ώ! ας έσπαζε η καρίνα μου! Ώ! Στο βυθό ας κυλούσα! *

Έχουμε λοιπόν ευθύνη για την απώλεια της χάριτος. Αυτή η ευθύνη απαιτεί επαγρύπνηση, απαιτεί προσοχή μεγάλη, αφού αρκεί ένα τίποτα -μια και μόνο σκέψη ματαιοδοξίας- για να εγκαταλειφθεί η ψυχή από το φώς του Πνεύματος.

Η υπερηφάνεια ενεδρεύει στην καρδιά μας, ακόμα κι όταν είμαστε εν μέσω πνευματικών προσπαθειών. Τελικά, το χαρακτηριστικό του εγώ είναι η ικανότητά του να διαστρέφει τα πάντα σε αντικείμενα ατομικής χρήσης και οφέλους.

Είναι πιθανό να προσεύχεσαι, να σκέφτεσαι, να νηστεύεις, να συμμετέχεις στη θεία λειτουργία, να μελετάς την Αγία Γραφή και τους Πατέρες της Εκκλησίας, αλλά αυτή σου η συμπεριφορά να προέρχεται είτε από μία προσπάθεια καλλωπισμού της «βιτρίνας» του εγώ σου με ένδοξα ψιμύθια, είτε την προσπάθεια να θέσεις υπό την κατοχή σου τον Θεό. Σ' αυτές τις περιπτώσεις ζούμε μία ολοκληρωτική πνευματική ψευδαίσθηση.

π. Μάξιμος Εγκέρ, Κράτα τον νου σου στον Άδη… (μτφρ. Σ. Χατζή – Γ. Μπάρλας, έκδ. Εν Πλώ, Αθήνα 2009, σ. 51).

-----
* Στο motto στίχος του Ρεμπώ, από το «Μεθυσμένο καράβι» σε απόδοση Καίσαρα Εμμανουήλ, εν Μεταφράσεις (έκδ. Πρόσπερος, Αθήνα 1981, σ. 75).

Τρίτη 6 Απριλίου 2021

θ’ ακούσης σε λίγο μέσα σου τη μουσική του συναισθήματος


Σ' έπιασα με κάποιο φίλο
Εύα να μού τρώς το μήλο.*

Η νεώτερη ποίηση έχει καταργήσει τη ρυμοτομία, θα μπορούσα να πώ, αντικαθιστώντας την με την αρμονία του χώρου. Ο χώρος αυτός δεν έχει κάν νοητά σύνορα, έχει όμως σχεδόν απτές προεκτάσεις. Είναι χώρος ψυχικός και ονειρικός.

Υπάρχουν πάντοτε μέσα σε τούτο κάποιες αφετηρίες και όταν ο ποιητής κατορθώση να υποτάξη το υλικό του, υποτάζει εύκολα και τη συγκίνηση του αναγνώστη του. Και είναι η πιο σίγουρη υποταγή γιατί οι σχέσεις ποιητή και αναγνώστη στηρίζονται στην αλληλοδιείσδυση που πραγματώνεται με την υποβολή της διαθέσεως.

Ο έρρυθμος λόγος που στην ποίηση της παράδοσης γίνεται ο συνεκτικός δεσμός ανάμεσα στο έλλογο περιεχόμενο του ποιήματος και στο συναίσθημα που εκτελεί το έργο του πορθμέα προς τη συνείδηση, στη νεώτερη ποίηση είναι σχεδόν περιττός. Στη νεώτερη ποίηση, το μέτρο, τη ρίμα, τον άψογο στίχο αναπληρώνει η μαγεία των λέξεων. Και πολλές φορές κι αυτή η μαγεία που κράτησε αιχμαλωτισμένο τον Μαλλαρμέ, αναπληρώνεται από τη συνδυαστική των εικόνων.

Οι εικόνες δεν πειθαρχούν κάν στην ανάγκη της υποβολής και της έξαρσης του συμβόλου. Η πειθαρχία τους είναι άλλης μορφής. Είναι μια πειθαρχία καθαρώς εσωτερική, πειθαρχία διαθέσεως και τόνου που επιτρέπει τις πιο απροσδόκητες ελευθερίες. Η νεώτερη ποίηση έχει την ασυδοσία του ονείρου, την ανυπακοή της ψυχής που δεν δεσμεύεται από περιγραμμένα σχήματα και διαθέτει πάντοτε μιαν επιφάνεια πρόθυμη να ρυτιδωθή όπως ρυτιδώνεται η θάλασσα μόλις την αγγίση ο ανάλαφρος άνεμος. Πώς να συλλάβης τις ρυτιδώσεις και να τις πειθαρχήσης;

Ωστόσο ολόκληρη η επιφάνεια τούτη τρέμει και χαίρεται κάτω από τ' άγγιγμα και δε σκέφτεσαι ποτέ αν τα φτεροκοπήματα του αφρού έχουν σχήμα ή αν έχουν νόημα. Δέχεσαι το θέαμα και το αφομοιώνεις και μετέχεις στη φρικίαση μ' όλο σου το είναι και το μόνο που αναρωτιέσαι είναι αν θ' ακούσης σε λίγο μέσα σου τη μουσική του συναισθήματος που θα ζευγαρώση τα πιο απίθανα και τα πιο ανυπόταχτα. Οι εικόνες στην νεώτερη ποίηση δεν υπηρετούν το έλλογο στοιχείο· υπηρετούν την υποβολή. Και ο ποιητής δεν υποβάλλει νοήματα· υποβάλλει μάλλον καταστάσεις της ψυχής.

*

Δεν ξέρω γιατί ο Αναγνωστάκης μού δίνει την εντύπωση ενός ανθρώπου που ζεί πολύ με τη θάλασσα κ' επιχειρεί κάθε τόσο βίαιες επαφές με την άλλη ζωή τη στεριανή και η ζωή τούτη τού ξυπνάει αναμνήσεις και τού δίνει κάποια παρθενική αίσθηση των πραγμάτων και των γεγονότων του καθημερινού βίου. Κάπως το λέει σ' ένα μάλλον αποτυχημένο τραγούδι του ο νέος ποιητής:

Γύρισες πίσω διψώντας πάλι την προσδοκία μιας ατημέλητης αίσθησης

και μη βρίσκοντάς την ξαναγυρίζει στη μοναξιά του αδιάφορου πλήθους. Όμως τον δυναστεύει πάντα τ' όνειρο:

Κ' εγώ π' αγάπησα τόσο τη θάλασσα
Κ' εγώ π' αγάπησα τα πλοία που σφυρίζουνε στη βραδυνή ομίχλη
Κ' εγώ που ήμουνα πάντα μ’ ένα μαντήλι στο ψηλότερο κατάρτι
Κ' εγώ π' αγκάλιασα τοπ κάθε τι που πέρασε μπροστά μου
Αυτήν που ζητούσα δεν τη συνάντησα ούτε στα πιο μεθυσμένα μου όνειρα.

Μέσα στην κοινοτοπία των φράσεων και στη λιτότητα του αισθήματος και στην απουσία κάθε επιτήδευσης κρύβεται και φανερώνεται μαζί η ποίηση. Τη χαίρουμαι.

Αιμ. Χουρμούζιος, Ειδωλολάτρες και Ειδωλομάχοι. Κριτικά κείμενα (έκδ. Οι εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 1983, σσ. 105-106, 197), απ' αφορμή ποίηση του Γ. Θέμελη και του Αναγνωστάκη.


-----
* Στο motto οκτασύλλαβο (του μπαγλαμά άλλως πως επονομαζόμενα) λαϊκό δίστιχο εκ της ομώνυμης συλλογής του Τάσου Κόρφη (έκδ. Πρόσπερος, Αθήνα 1989, σ. 21).

Παρασκευή 2 Απριλίου 2021

οι άξιες ιδέες είναι σκοτεινές


[…] αν μού το επιτρέπετε, θα πώ ότι οι άξιες ιδέες είναι σκοτεινές, μαύρες, εντελώς αντίθετα με τις άλλες που περιφρονώ, τις λευκές. Ιδού μία πειραματική, επί του ιδίου του υποκειμένου μου, εξήγηση του παραπάνω. Διάβαζα Πλάτωνα, τον πατέρα και θεμελιωτή των ιδεών, και ομολογώ πως η ανάγνωση του κειμένου του ήταν ένας καινούριος δρόμος για να προχωρήσει η ψυχή μου.

Διαβάζοντας όμως δεν απομόνωνα από τα τριγύρω, δεν αποσπούσα, ούτε ξεχώριζα καμιά ιδέα, το εναντίον μάλιστα, αγανάκτησα με τον σχολιαστή, που κάνοντας μια δουλειά σαν κι' αυτήν που απέφευγα, πιστεύω ότι αδικούσε τον Πλάτωνα. Οι ιδέες που μ' άφηνε να καταλάβω ο Πλάτων είχαν διαστάσεις, είχαν την αλήθεια του χεριού και της αφής, πράγμα που δεν υπήρχε διόλου στα μονόχνωτα λόγια του αλλουνού, και ας έλεγε όσο ήθελε ότι κρατούσε η σκούφια του από τον μεγάλο αρχαίο.

Οι ιδέες που παραδέχουμαι έχουν σώμα και υπόσταση, και γι' αυτό τις λέω σκοτεινές. Μπορούν, είναι ικανές να πείσουν τις αισθήσεις. Οι ιδέες αυτές ανεβαίνουν από μέσα μας και εκρήγνυνται σαν άνθη στον έξω κόσμο.

Συνεχίζοντας την παρομοίωση της ιδέας με τον κόσμο της βλαστήσεως, μπορούμε να διακρίνουμε στην υπόστασή της διάφορα στάδια, ανάλογα κάπως με τα στάδια της φυτικής καλλιέργειας και αναπτύξεως. Ίσως εν τέλει και συνολικά η ιδέα να μην είναι παρά η φυσική ακολουθία της καλλιέργειας του αντικειμένου κόσμου μέσα στην υποκειμενική ψυχή.

Επόμενα μπορούμε για ιδέα να πάρουμε και άλλα στάδια της εσωτερικής ανόδου και αναπτύξεως, εκείνα επί παραδείγματι που δεν είναι καθόλου άνθη, το μακροχρόνιο υπόγειο στάδιο των αλλοιώσεων που υφίσταται ο σπόρος. Το στάδιο τούτο δεν μπορεί ν' αρνηθεί κανείς πως αναγκαστικά, όσες σχετικές διαφωτίσεις και αν γίνουν, παραμένει κατά βάση σκοτεινό.

Αν πάλι πεισθούμε αρχικά για τη σκοτεινάδα των ριζών, κατόπι δεν είναι δύσκολο να πεισθούμε και για τη σκοτεινότητα του λουλουδιού. Μ' αυτό δεν θέλω να εμπνεύσω κανενός είδους απαγόρευση, ώστε βγαίνοντας στους αγρούς να διστάζετε να κόψετε αγκαλιές λουλούδια. Είναι γεμάτα ομορφιά και στολίζουν πλούσια το σπίτι. Αλλά τούτο μόνο· μην πιστέψετε ποτέ ότι κόβοντας τα λουλούδια συναποκομίζετε και το μέγα μυστήριο της αγάπης που τα γεννά.

Μια τέτοια αγάπη ή φύση είναι και ο κόσμος των ιδεών που προβάλλει ο Πλάτων.

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Αρχιτεκτονική της σκόρπιας ζωής, Α΄ (β΄ έκδ. ΑΣΕ ΑΕ, Θεσ/νίκη 1978, σσ. 12-13).