Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2026

η Ήρα αγαπάει πιο πολύ τις Μυκήνες άρα και τους Αχαιούς


συζυγικό καυγαδάκι (δώ βέβαια με τον Δία) μια παλαιά ιστορία!

Ιλιάς Δ Ὁρκίων σύγχυσις. Ἀγαμέμνονος ἐπιπώλησις.

Οἱ δὲ θεοὶ πὰρ Ζηνὶ καθήμενοι ἠγορόωντο
χρυσέῳ ἐν δαπέδῳ, μετὰ δέ σφισι πότνια Ἥβη
νέκταρ ἐῳνοχόει· τοὶ δὲ χρυσέοις δεπάεσσι
δειδέχατ᾽ ἀλλήλους, Τρώων πόλιν εἰσορόωντες.
αὐτίκ᾽ ἐπειρᾶτο Κρονίδης ἐρεθιζέμεν Ἥρην 5
κερτομίοις ἐπέεσσι, παραβλήδην ἀγορεύων·
«δοιαὶ μὲν Μενελάῳ ἀρηγόνες εἰσὶ θεάων,
Ἥρη τ᾽ Ἀργείη καὶ Ἀλαλκομενηῒς Ἀθήνη.
ἀλλ᾽ ἤτοι ταὶ νόσφι καθήμεναι εἰσορόωσαι
τέρπεσθον· τῷ δ᾽ αὖτε φιλομμειδὴς Ἀφροδίτη 10
αἰεὶ παρμέμβλωκε καὶ αὐτοῦ κῆρας ἀμύνει·
καὶ νῦν ἐξεσάωσεν ὀϊόμενον θανέεσθαι.
ἀλλ᾽ ἤτοι νίκη μὲν ἀρηϊφίλου Μενελάου·
ἡμεῖς δὲ φραζώμεθ᾽ ὅπως ἔσται τάδε ἔργα,
ἤ ῥ᾽ αὖτις πόλεμόν τε κακὸν καὶ φύλοπιν αἰνὴν 15
ὄρσομεν, ἦ φιλότητα μετ᾽ ἀμφοτέροισι βάλωμεν.
εἰ δ᾽ αὖ πως τόδε πᾶσι φίλον καὶ ἡδὺ γένοιτο,
ἤτοι μὲν οἰκέοιτο πόλις Πριάμοιο ἄνακτος,
αὖτις δ᾽ Ἀργείην Ἑλένην Μενέλαος ἄγοιτο.»
Ὣς ἔφαθ᾽, αἱ δ᾽ ἐπέμυξαν Ἀθηναίη τε καὶ Ἥρη· 20
πλησίαι αἵ γ᾽ ἥσθην, κακὰ δὲ Τρώεσσι μεδέσθην.
ἤτοι Ἀθηναίη ἀκέων ἦν οὐδέ τι εἶπε,
σκυζομένη Διὶ πατρί, χόλος δέ μιν ἄγριος ᾕρει·
Ἥρῃ δ᾽ οὐκ ἔχαδε στῆθος χόλον, ἀλλὰ προσηύδα·
«αἰνότατε Κρονίδη, ποῖον τὸν μῦθον ἔειπες· 25
πῶς ἐθέλεις ἅλιον θεῖναι πόνον ἠδ᾽ ἀτέλεστον,
ἱδρῶ θ᾽ ὃν ἵδρωσα μόγῳ, καμέτην δέ μοι ἵπποι
λαὸν ἀγειρούσῃ, Πριάμῳ κακὰ τοῖό τε παισίν.
ἕρδ᾽· ἀτὰρ οὔ τοι πάντες ἐπαινέομεν θεοὶ ἄλλοι.»
Τὴν δὲ μέγ᾽ ὀχθήσας προσέφη νεφεληγερέτα Ζεύς· 30
«δαιμονίη, τί νύ σε Πρίαμος Πριάμοιό τε παῖδες
τόσσα κακὰ ῥέζουσιν, ὅ τ᾽ ἀσπερχὲς μενεαίνεις
Ἰλίου ἐξαλαπάξαι ἐϋκτίμενον πτολίεθρον;
εἰ δὲ σύ γ᾽ εἰσελθοῦσα πύλας καὶ τείχεα μακρὰ
ὠμὸν βεβρώθοις Πρίαμον Πριάμοιό τε παῖδας 35
ἄλλους τε Τρῶας, τότε κεν χόλον ἐξακέσαιο.
ἕρξον ὅπως ἐθέλεις· μὴ τοῦτό γε νεῖκος ὀπίσσω
σοὶ καὶ ἐμοὶ μέγ᾽ ἔρισμα μετ᾽ ἀμφοτέροισι γένηται.
ἄλλο δέ τοι ἐρέω, σὺ δ᾽ ἐνὶ φρεσὶ βάλλεο σῇσιν·
ὁππότε κεν καὶ ἐγὼ μεμαὼς πόλιν ἐξαλαπάξαι 40
τὴν ἐθέλω ὅθι τοι φίλοι ἀνέρες ἐγγεγάασι,
μή τι διατρίβειν τὸν ἐμὸν χόλον, ἀλλά μ᾽ ἐᾶσαι·
καὶ γὰρ ἐγὼ σοὶ δῶκα ἑκὼν ἀέκοντί γε θυμῷ·
αἳ γὰρ ὑπ᾽ ἠελίῳ τε καὶ οὐρανῷ ἀστερόεντι
ναιετάουσι πόληες ἐπιχθονίων ἀνθρώπων, 45
τάων μοι περὶ κῆρι τιέσκετο Ἴλιος ἱρὴ
καὶ Πρίαμος καὶ λαὸς ἐϋμμελίω Πριάμοιο.
οὐ γάρ μοί ποτε βωμὸς ἐδεύετο δαιτὸς ἐΐσης,
λοιβῆς τε κνίσης τε· τὸ γὰρ λάχομεν γέρας ἡμεῖς.»
Τὸν δ᾽ ἠμείβετ᾽ ἔπειτα βοῶπις πότνια Ἥρη· 50
«ἤτοι ἐμοὶ τρεῖς μὲν πολὺ φίλταταί εἰσι πόληες,
Ἄργός τε Σπάρτη τε καὶ εὐρυάγυια Μυκήνη
· 52
τὰς διαπέρσαι, ὅτ᾽ ἄν τοι ἀπέχθωνται περὶ κῆρι·
τάων οὔ τοι ἐγὼ πρόσθ᾽ ἵσταμαι οὐδὲ μεγαίρω.
εἴ περ γὰρ φθονέω τε καὶ οὐκ εἰῶ διαπέρσαι, 55
οὐκ ἀνύω φθονέουσ᾽, ἐπεὶ ἦ πολὺ φέρτερός ἐσσι.
ἀλλὰ χρὴ καὶ ἐμὸν θέμεναι πόνον οὐκ ἀτέλεστον·
καὶ γὰρ ἐγὼ θεός εἰμι, γένος δέ μοι ἔνθεν ὅθεν σοί,
καί με πρεσβυτάτην τέκετο Κρόνος ἀγκυλομήτης,
ἀμφότερον, γενεῇ τε καὶ οὕνεκα σὴ παράκοιτις 60
κέκλημαι, σὺ δὲ πᾶσι μετ᾽ ἀθανάτοισιν ἀνάσσεις.
ἀλλ᾽ ἤτοι μὲν ταῦθ᾽ ὑποείξομεν ἀλλήλοισι,
σοὶ μὲν ἐγώ, σὺ δ᾽ ἐμοί
· ἐπὶ δ᾽ ἕψονται θεοὶ ἄλλοι
ἀθάνατοι· σὺ δὲ θᾶσσον Ἀθηναίῃ ἐπιτεῖλαι
ἐλθεῖν ἐς Τρώων καὶ Ἀχαιῶν φύλοπιν αἰνήν, 65
πειρᾶν δ᾽ ὥς κε Τρῶες ὑπερκύδαντας Ἀχαιοὺς
ἄρξωσι πρότεροι ὑπὲρ ὅρκια δηλήσασθαι.»
Ὣς ἔφατ᾽, οὐδ᾽ ἀπίθησε πατὴρ ἀνδρῶν τε θεῶν τε·
αὐτίκ᾽ Ἀθηναίην ἔπεα πτερόεντα προσηύδα·
«αἶψα μάλ᾽ ἐς στρατὸν ἐλθὲ μετὰ Τρῶας καὶ Ἀχαιούς, 70
πειρᾶν δ᾽ ὥς κε Τρῶες ὑπερκύδαντας Ἀχαιοὺς
ἄρξωσι πρότεροι ὑπὲρ ὅρκια δηλήσασθαι

o Ι. Πολυλάς μεταφέρει:

Σύνοδον είχαν οι θεοί στο πλάγι του Κρονίδη,
στο δώμα το χρυσόστρωτον και τους κερνούσε η θεία
Ήβη
το νέκταρ και φαιδροί με τα χρυσά ποτήρια
αντιπροπίναν κι έβλεπαν την πόλιν του Πριάμου.
Και να πειράξ᾽ ηθέλησε την Ήραν ο Κρονίδης 5
και λόγον είπε ανάσκεπον πικρά να την κεντήσει:
«Δύο θεές είναι, θαρρώ, βοηθοί του Μενελάου,
η Άργισσ᾽ Ήρα κ η Αθηνά, η σώστρα των ανδρείων·
αλλά κάθονται ανάμερα και τέρπονται να βλέπουν·
τον άλλον η φιλόγελη θεά τον παραστέκει 10
η Αφροδίτη και κακό να πάθει δεν αφήνει·
και ιδού τώρα τον έσωσε στην ώρα του θανάτου·
αλλ᾽ είναι η νίκη φανερά του ανδρείου Μενελάου.
Και τώρα να σκεφθούμ᾽ εμείς, πώς τούτα θα τελειώσουν
αν πάλιν θα σηκώσουμε φρικτόν πολέμου αγώνα, 15
ή μεταξύ των δυο λαών θα φέρομεν ειρήνην;
Κι αν το δεχθείτε πρόθυμα με την καρδιά σας όλοι,
ας μείν᾽ η πόλις άφθαρτη του γέροντος Πριάμου
κι ας λάβει ο Μενέλαος οπίσω την Ελένην».
Αυτά είπε κι εγόγγυσαν η Αθηνά κι η Ήρα, 20
σιμά καθίζαν κι όλεθρον των Τρώων μελετούσαν

λόγον δεν είπεν η Αθηνά και στον πατέρα Δία
από χολήν εμάνιζεν· αλλ᾽ η χολή στης Ήρας
το στήθος δεν εχώρεσε
, και προς εκείνον είπε:
«Τι ΄πες, Κρονίδη τρομερέ; Πώς ν᾽ αφανίσεις θέλεις 25
τους κόπους, τον αγώνα μου, τον ίδρον πόχω ιδρώσει;
Και τ᾽ άλογά μου απόκαμαν, ώσπου να συναθροίσω
τόσον λαόν, στον Πρίαμον κακό και στα παιδιά του
;
Κάμε το, αλλ᾽ όμως οι θεοί δεν συμφωνούμεν όλοι».
Εβάρυνε· και «ω τρομερή», της είπεν ο Κρονίδης, 30
«τι σού ΄καμεν ο Πρίαμος και όλ᾽ η γενεά του
κακό μεγάλο να οργισθείς και τόσο να μανίζεις,
να εξολοθρεύσεις έρριζα την πυργωμένην Τροίαν;
Τες πύλες της αν δεν διαβείς και τα υψηλά της τείχη,
ωμόν να φας τον Πρίαμον και τα παιδιά του κι όλους 35
τους Τρώες, δεν γιατρεύεται το πάθος που σε καίει·
κάμε όπως θέλεις, αλλ᾽ ιδέ μη τούτ᾽ η διαφορά μας
κάποτε ανάψει πόλεμον κακόν ανάμεσόν μας
·
κι έν᾽ άλλο ακόμα θα σου ειπώ, να το φυλάξει ο νους σου·
εάν ποτέ προθυμηθώ να εξολοθρεύσω πόλιν, 40
όπου τυχαίνουν άνθρωποι να ζουν αγαπητοί σου,
μη στην οργήν μου αντισταθείς, αλλ᾽ άφησε να κάμω·
κι εγώ σου την απάφησα με πόνον της ψυχής μου·
και από τες χώρες των θνητών ανθρώπων, όσες είναι
κάτω από τ᾽ άστρα τ᾽ ουρανού και από το φως του ηλίου, 45
ολόψυχα επροτίμησα την Ίλιον την θείαν,
τον Πρίαμον και τον λαόν του δυνατού Πριάμου,
ότι ποτέ δεν έλειψε τραπέζι απ᾽ τον βωμόν μου,
σπονδή και κνίσσα, οι προσφορές που των θεών ανήκουν».
Κι η μεγαλόφθαλμη θεά του απάντησεν η Ήρα: 50
« Απ᾽ όλες υπεραγαπώ τρεις χώρες εις τον κόσμον·
το Άργος, την πλατύδρομην Μυκήνην και την Σπάρτην
·
κατάστρεψέ τες, αν ποτέ κινήσουν την οργήν σου·
δεν θα με ιδείς να υπερμαχώ γι᾽ αυτές ή να γογγύζω,
ότι δεν θα κατόρθωνα ποσώς να σ᾽ αντισκόψω, 55
όσα κι αν έκανα, επειδή πολύ ᾽σαι ανώτερός μου·
αλλά και συ τους κόπους μου να χάσω μη θελήσεις,
ότι κι εγώ είμαι θεός κι απ᾽ την δικήν σου ρίζαν,
εγώ η σεβαστότερη του Κρόνου θυγατέρα
και από το γένος ένδοξη και ότ᾽ είμαι ομόκλινή σου, 60
και συ ᾽σαι πρώτος βασιλεύς των αθανάτων όλων·
αλλά τώρ᾽ ας συγκλίνομεν, εγώ προς σε και πάλιν
συ προς εμέ
κι όλ᾽ οι θεοί θα μάς ακολουθήσουν·
συ στείλ᾽ ευθύς την Αθηνάν στων Αχαιών και Τρώων
τ᾽ αντίμαχα στρατεύματα, να εφεύρει εκείνη τρόπον 65
ώστε τους όρκους πρότερον να παραβούν οι Τρώες,
προσβάλλοντας τους Αχαιούς που επαίρονται στην νίκην».
Σ᾽ αυτά επείσθη των θεών και ανθρώπων ο πατέρας
κι εστράφη προς την Αθηνάν: « Κατέβα ευθύς» τής είπε,
«στ᾽ αντίμαχα στρατεύματα των Αχαιών και Τρώων, 70
κάμε τους όρκους πρότερον να παραβούν οι Τρώες,
προσβάλλοντας τους Αχαιούς που επαίρονται στην νίκην».


Σχόλια του J. La Roche στο αρχαίο κείμενο:

Η ραψωδία αύτη στενώτατα συνδέεταιπρος την Γ εν τα΄τη μεν ο Μενέλαος ενίκησε τονΠάριν και οι Αχαιοί απαιτούσι την Ελένην κατά τας συνθήκας, κατά δε την αρχήν της Δ οι θεοί από του Ολύμπου θεαταί παραστάντες της μονομαχίας ήδη βουλεύονται, αν θ' αποδοθή η Ελένη και θα σωθή η Τροία ή θα συγχυσθώσιν οι όπρκοι και θα εξακολουθήση ο πόλεμος μέχρις αλώσεως της Τροίας.
1-85: Συνέδριον των θεών. Αποστέλλεται η Αθηνά, ίναωθήση τους Τρώας εις παρασπόνδησιν.
2 Ήβη: εν τη Ιλιάδι είναι άγαμος, διό εν τω ουρανώ εκτελεί υπηρεσίας, τας οποίας μεταξύ των ανθρώπων άγαμοι εκτελούσιν, οινοχοεί, λούει Ε 905 πρβλ. Ε 722. Τουναντίον εν υπόπτω τινί χωρίω της Οδυσσείας (λ 603) λέγεται σύζυγος Ηρακλέους. Είναι θυγάτηρ του Διός και της Ήρας. Είναι προσωποποίησις της ήβης, της νεότητος.
6 παραβλήδην αγορεύων: παραβάλλειν (δηλ. λόγον) σημαίνει: ρίπτω προσέτι λόγον, υπαινίσσομαι. Ώστε παραβλήδην αγορεύων = αινικτικώς, σκωπτικώς ομιλών. Ο Ζευς ήθελε να ερεθίση την Ήραν ομιλών ειρωνικώς ή σκωπτικώς. Αληθώς δε η εν τοις επομένοις παραβολή της Ήρας και Αθηνάς προς την Αφροδίτην είναι ουκ ολίγον πειρακτική· πειρακτική δ' είναι και η ιδέα περί ενδεχομένηε ειρηνεύσεως των διαμαχομένων.
7 δοιαί: ο Μενέλαος έχει δύο και ισχυράς προστάτιδας, ο Αλέξανδρος μίαν και ασθενή· αλλ' εκείναι αμέριμνοι κάθηνται εδώ ως θεαταί, ενώ αυτή φροντίζει περί αυτού πάντοτε και ήδη τον έσωσε. Το δοιαί μετ' εμφάσεως προετάχθη κατ' αντιθεσιν προς την μία προστάτιδα του Πάριδος.
8 Αργείη και Αλαλκομενηίς: καλούνται, διότι παλαιότατα κυρία έδρα της λατρείας της Ήρας μεν ήτο το Άργος, της Αθηνάς δε αι Αλαλκομεναί της Βοιωτίας. Κατ' άλλους δε Αλαλκομενηίς = αλαλκούσα, αποκρούουσα, διότι η Αθηνά ήτο πολεμική θεά.
10 τω: εκείνω, δηλ. τω Αλεξάνδρω. Δεν αναφέρει το όνομά του, διότι οι θεοί είχον παραστή θεαταί της μονομαχίας και ήτο γνωστός.
δ' αύτε: αποτελεί αντίθεσιν προς τας δύο προστάτιδας του Μενελάου.
φιλομμειδής: η αγαπώσα τα μειδιάματα. Είναι επίθετον της Αφροδίτης ευστοχώτατον.
14 όπως έσται: πώς η ιστορία αύτη θα αποβή, καταλήξη, τελειώση, δηλ. τί θα κάμωμεν. Διπλωματικώτατος φαίνεται ενταύθα ο Ζευς διότι μετ' επιφυλάξεως μεν και βραδέως, αλλ' ασφαλώς χωρεί εις τον σκοπόν του, τον όλεθρον δηλ. της Τροίας και ικανοποίησν του Αχιλλέως· διότι ενώ υποκρίνεται τον αμερόληπτον, την περί εξακολουθήσεως του πολέμου απόφασιν επαφίνει εις εκείνους, ών γνωστή ήτο η προς τους Τρώας έχθρα και το φιλοπόλεμον.
17 ει δ' αυ πως: αν δε τυχόν, αν ίσως δε. Ο λέγων σκώπτει· διότι σοβαρώς δεν επιθυμεί την ειρήνευσιν των διαμαχομένων, αλλά τον πόλεμον, ίνα δυνηθή να ικανοποιήση τον Αχιλλέα, το οποίον είχεν υποσχεθή. Σκοπός λοιπόν αυτού είναι μόνον να πειράξη την Ήραν (5) ωσαύτως υποκρίνεται ο Ζευς εν 37, 46, 68. Υποκρίνεται υποχώρησινεις το θέλημα της Ήρας, ενώ είναι και ιδικόν του θέλημα.
τόδε: δηλ. φιλότητα βαλείν (16).
πάσι: εντόνως λέγεται τούτο και η ενίσχυσις της φράσεως διά των συνωνύμων φίλον και ηδύ σκοπίμως γίνονται, ίνα την Ήραν ερεθίσωσι.
28 λαόν αγειρούση: η Ήρα λοιπόν περιήλθε την Ελλάδα όλην, ίνα πείση αυτούς να εκστρατεύσουν, βεβαίως δε υπό μορφήν ανθρώπου.
κακά: προς όλεθρον. Είναι κατ' αιτιατικήν παράθεσις της όλης προτάσεως και δη του λαόν αγειρούση, όπως Γ 50.
31 δαιμονίη: ενταύθα = η υπό της εμπαθείας τετυφλωμένη. όρα Α 561.
43 εκών αέκοντί γε θυμώ: ουχί μεν διά της βίας, αλλά χωρίς να θέλω, ή όχι με ευχαρίστησίν μου. Είναι οξύμωρον. Ο Ζευς προσποιείται, ότι άκων δέχεται να καταστραφεί η Τροία χάριν της Ήρας, ενώ προ πολλού έχει αποφασίσει αυτό. Υ 306.
47 ευμμελίω = έχων καλόν δόρυ. Επειδή εκ του δένδρου μελίη εγίνοντο τα δόρατα, μελίη ελέγετο και το δόρυ. Εντεύθεν το ευμμελίης, ό είναι επίθετον ανδρείων πολεμιστών και καταντά ίσον προς το πολεμικός.
48 δαιτός είσης: του ίσου τ. έ. τού προσήκοντος μέρους τού συμποσίου. Επειδή τα συμπόσια συνωδεύοντο πάντοτε υπό θυσίας, ελάμβανον εξ αυτών οι θεοί το μέρος των. Ούτως οι θεοί κατά τας τότε ιδέας ανελάμβανον υποχρεώσεις και ώφειλον απόδοσιν, πρβλ. α 61.
52: Εν Άργει η Ήρα είχε ναόν μεγαλοπρεπέστατον και ετιμάτο εξόχως, διό και Αργείη λέγεται (8). Και εν Σπάρτη υπήρχε ναός της Αργείης Ήρης. Αι Μυκήναι κατεστράφησαν βραδύτερον υπό των Αργείων. Και αι τρεις κατελήφθησαν υπό των Δωριέων, και κατά τον Σχολ. ενταύθα έχομεν υπαινιγμόν περί της καταλήψεως αυτών υπό των Ηρακλειδών.
55 φθονέω: εμποδίζω. Είπε φθονέω, διότι η ικανοποίησις του πάθους του Διός ηδονή τις, την οποίαν φυσικά η ζηλότυπος Ήρα φθονεί και αποκρούει. 59 πρεσβυτάτην: ουχί μεγίστην κατά την ηλικίαν, αλλ' εντιμοτάτην, μάλιστα τιμωένην, διότι ήτο του Διός σύζυγος και η πρώτη των θυγατέρων (Δήμητρος, Εστίας) του Κρόνου. Είναι κατηγορούμενον του με.
αγκυλομήτης: ούτω λέγεται διά την πανουργίαν του.Εκ του αγκύλος και μήτις. Όρα Β 205.
Τα σχόλια από την έκδοση Παπαδήμα: Ομήρου Ιλιάς Α. Καραπαναγιώτου (1893).

Δεν υπάρχουν σχόλια: