Κυριακή 26 Απριλίου 2026

φώς από την ανατολική είσοδο του αδύτου, τα Επιφάνια


Θα το πιστέψετε λοιπόν, Νικολαΐδη;
Πνίγεται στα ρηχά η ψυχή και στα βαθιά βαθαίνει.
Μ’ ένα πανάκι στην καρδιά
κι ήλιο πλατύ στην ασημιά
ελιά τού αρχιπελάγου.*

Το φώς που έμπαινε από την ανατολική είσοδο του αδύτου [ενν. του Ναού του Επικουρίου Απόλλωνος στις Βάσσες της Φιγάλειας] καθώς διοχετευόταν από τις δύο νοτιότερες και στραμμένες προς τον κυρίως ναό παραστάδες, θα πρέπει, ορισμένες ώρες, να έλουζε από πίσω τον κορινθιακό κίονα και να θάμπωνε τον πιστό που τον κοιτούσε κατενώπιον, έτσι που ο κίονας να χάνει τις λεπτομέρειες του γλυπτικού του διάκοσμου και να φαντάζει κι αυτός σαν παρουσία που απαγόρευε κάθε πρόσβαση στο άδυτο.

Ο κορινθιακός κίονας από την άλλη, στραμμένος προς τη βορεινή είσοδο του σηκού, θα πρέπει να αντίκριζε, κατά την εαρινή ισημερία, την επιστροφή του υπερβόρειου Απόλλωνος Ηλίου, ο οποίος κάθε χρόνο, κατά την φθινοπωρινή ισημερία, αποδημούσε στη χώρα των Υπερβορείων -λαό ευσεβή, ειρηνικό και δίκαιο όπως αναφέρεται από τον Ηρόδοτο αλλά και από τον Ησίοδο και τον Πίνδαρο-, όπου παρέμενε όλο το χειμώνα μέχρι και την άνοιξη οπότε επανερχόταν στη Δήλο επιβαίνοντας σε άρμα που το έσερναν διά μέσου του αιθέρα ζευγμένοι σε αυτό ακούραστοι κύκνοι ή γρύπες ή φερόμενος πάνω σε ένα από τα πτηνά ή τα μυθολογικά τούτα ζώα.

Το γεγονός τούτο γιορταζόταν στους Δελφούς με εκατόμβες και παρουσίαση του αγάλματος του Απόλλωνος στον λαό, την ημέρα της εαρινής ισημερίας, ως Θεοφάνια ή Επιφάνια.

*

σημ. 27: Υπερβόρειους ονόμαζαν οι αρχαίοι Έλληνες, από τα χρόνια του Ησιόδου και του Πινδάρου, τους κατοίκους του απώτατου βορρά, γύρω από τους οποίους κυκλοφορούσαν πολλοί παράδοξοι θρύλοι εξαιτίας ίσως του γεγονότος ότι στη χώρα τους οι μέρες ήταν πολύωρες και οι νύχτες διαρκούσαν πολύ λίγο καθότι αυτή φωτιζόταν από αιώνιο φώς.

Άγνωστοι στον Όμηρο, ο Ηρόδοτος τούς θεωρούσε ως πραγματικό λαό. Κατά τον Στράβωνα (C 507), Υπερβορείους καλούσαν οι αρχαίοι Έλληνες τους λαούς που κατοικούσαν βόρεια του Εύξεινου Πόντου, του Ίστρου (σημ. Δούναβη) και του Αδριατικού πελάγους.

*

σημ. 29: Στο μνημειώδες έργο του Ελλάδος περιήγησις, ο Παυσανίας δεν μνημονεύει κανένα ναό που να είναι αφιερωμένος στον Απόλλωνα Σωτήρα. Σε γνώση μας έχει περιέλθει μόνο ένας στην αρχαία Αμβρακία (σημ. Άρτα), του οποίου η οικοδόμηση χρονολογείται στους ύστερους αρχαϊκούς χρόνους, γύρω στο 500 π.Χ. Ήταν δωρικού ρυθμού περίπτερος με πρόναο και επιμήκη σηκό, χωρίς οπισθόδομο, προσανατολισμένος από ανατολάς προς δυσμάς. Ο ναός αυτός ήταν αφιερωμένος στον Απόλλωνα Πύθιο και Σωτήρα.

Η Αμβρακία ήταν αποικία της Κορίνθου και γι' αυτό ήρθαν Κορίνθιοι να βοηθήσουν τους κατοίκους της στον πόλεμό της με τους Ηπειρώτες. Ταυτόχρονα ο Απόλλων ξεσήκωσε τον λαό της Αμβρακίας σε επανάσταση εναντίον του τυράννου Φάλαικου και επανέφερε την τάξη, την ισότητα και τη δικαιοσύνη στην πόλη. Γι' αυτό οι Αμβρακιώτες τον τιμούσαν από τότε ως Σωτήρα με γιορτές και συμπόσια.

Φοίβος Πιομπίνος, Απόλλων Σωτήρ ο έλλην λόγος (έκδ. Εκδόσεις του Φοίνικα, Αθήνα 2018, σσ. 30-31, 50-51, 51).

-----

* Κυριάκος Χαραλαμπίδης, Αμμόχωστος Βασιλεύουσα (έκδ. Άγρα, Αθήνα 1997, σ. 48) στίχοι εκ του ποιήματος με τίτλο «Κοίλο τού καραβιού» και όλον πάλι τον καημό του! Αυτού κι οι στίχοι:

Και το πουλάρι χάλκινο
κι η γή βαθιά στο χώμα.


Δεν υπάρχουν σχόλια: