Δευτέρα 30 Οκτωβρίου 2023

templum πέρι


αντίγραφον αναγράψαι εις στάλαν λιθίναν *

Ο όρος 'τέμπλον', προέρχεται από τη λατινική λέξη templum, η οποία σήμαινε κατ' αρχήν το πλινθίον, τη μικρή πλίνθο δηλαδή. Πρόκειται για μια λέξη που στην αρχαία ελληνική γλώσσα είχε σε πολλές περιπτώσεις την έννοια του πλαισίου.

Πλινθίον επίσης ονομαζόταν ο άβακας, η πλάκα επί της οποίας παιζόταν παιχνίδι με ψήφους (πούλια). Ακόμη, σήμαινε το πλέον κατώτερο τμήμα της βάσεως των κιόνων του ιωνικού και του κορινθιακού ρυθμού.

Πλινθίον ονομαζόταν και το κάθε ένα από τα τετράγωνα στα οποία διαιρούσαν τον ουρανό οι οιωνοσκόποι κατά τις οιωνοσκοπίες. Η έκφραση coeli temlum (στην ελληνική γλώσσα: η αψίς του ουρανού), έφτασε να σημαίνει τον τόπο και κατ' εξοχήν τον ανοιχτό χώρο, όπως είναι η ανοικτή θάλασσα, και με την πάροδο του χρόνου εξελίχθηκε στο Λάτιο στην έννοια του ιερού χώρου, του τεμένους και ιδίως του ναού. (Παράβαλε και την αγγλική λέξη temple που σημαίνει τέμενος ή ναός).

Στη χριστιανική ναοδομία, ήδη από την παλαιοχριστιανική εποχή, απέκτησε τη σημασία του διαχωριστικού εκείνου φράγματος το οποίο διαχώριζε τον κυρίως Ναό από το Άγιο Βήμα. Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι αντικατέστησε κατά κάποιον τρόπο το 'καταπέτασμα' της Σκηνής του Μαρτυρίου και του ναού του Σολομώντος, το οποίο διέστελε την καθεαυτό Σκηνή, 'τα Άγια', από το ιερώτερο τμήμα της, 'τα Άγια των Αγίων'.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Παύλος ο Σιλεντιάριος που περιέγραψε το Ναό και το τέμπλο της Αγίας Σοφίας, ήδη από τον 6ο αιώνα, μιλάει για τους κοσμήτες του ναού εννοώντας το επιστύλιο του τέμπλου.

[...] Κατά τον 5ο αιώνα το χαμηλό φράγμα του Ιερού εμπλουτίστηκε λαμβάνοντας ιδιαίτερη αρχιτεκτονική ανάπτυξη, όχι τόσο όσον αφορά στην κάτοψή του, αλλά περισσότερο στην όρθωσή του.

[...] μια ακόμη τροποποίηση ήταν αυτή της έξαρσης της μεσαίας πύλης είτε με επιπλέον όρθωσή της, είτε με τη δημιουργία προστώου. Το προστώο αυτό καλύπτονταν από ημισφαιρικό ή ημικυλινδρικό θόλο, τον επονομαζόμενο ουρανίσκο.

Τα κενά μεταξύ των κιονίσκων διέθεταν βήλα τα οποἰα άνοιγαν ή έκλειναν ανάλογα με τη φάση της Θείας Λειτουργίας.


[...]

Ενίοτε, αντί των πεσσίσκων και των κιονίσκων, χρησιμοποιούνταν ολόσωμοι κίονες και όταν, μετά τον 6ο αιώνα, το σχήματος Π φράγμα έγινε ευθύγραμμο, η λύση αυτή προτιμούνταν ιδιαίτερα. Στην ευθύγραμμη αυτή κιονοστοιχία που δημιουργήθηκε, τοποθετούνταν και πάλι γλυπτά θωράκια με αποτέλεσμα η όλη κατασκευή αυτή, να παραπέμπει άμεσα στη μορφή των δρυφ[ρ]άκτων διαστύλων, των φραγμάτων δηλαδή που χρησιμοποιούνταν ήδη από την αρχαιότητα στα βουλευτήρια.

Έτσι, ο όρος 'διάστυλα', γίνεται πλέον ταυτόσημος του όρου 'φράγμα του πρεσβυτερίου' και χρησιμοποιείται ακόμη και μέχρι τον 15ο αι. Ολίγον κατ' ολίγον επικρατεί μόνον ο λατινογενής όρος τέμπλο.

Στην πορεία της εξέλιξής του, το τέμπλο διαμορφώνεται και σε οπτικό φράγμα καθώς τοποθετούνται, ήδη από τον 14ο αιώνα αντί των βήλων, οι λεγόμενες Δεσποτικές Εικόνες, δηλαδή οι μεγάλου μεγέθους εικόνες του Χριστού, της Θεοτόκου, του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, του αγίου στο όνομα του οποίου εορτάζει ή έχει αφιερωθεί ο ναός κλπ. Έτσι δημιουργείται και η έννοια του Εικονοστασίου που όμως, ως όρος, δεν χρησιμοποιείται με την ευρύτητα που χρησιμοποιείται ο όρος τέμπλο.

καθηγ. Πάτμου Αντύπα, Το ξυλόγλυπτο τέμπλο του Καθολικού της Ιεράς Μονής Πάτμου (έκδ. Ι.Μ. Πάτμου, Πάτμος 2005 (1988), σσ. 10, 13, 14, 15-16).

-----
* Το motto από κερκυραϊκή επιγραφή σε δωρική βέβαια διάλεκτο που μελετά ο καθ. Θεοδ. Παππάς, εν Θεατρικές παραστάσεις στην Αρχαία Κέρκυρα. Ίδρυση των Διονυσίων: IG IX 1 694 (έκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1996, σ. 26, στιχ. 143 που σημαίνει: «να δημοσιευθεί αντίγραφο σε πέτρινη στήλη»).

Παρασκευή 27 Οκτωβρίου 2023

μεταφορά παλαιού τέμπλου σε έτερον ναό


[...] η παράδοση για τη μεταφορά του τέμπλου από το καθολικό της μονής του Αγ. Ιωάννου Θεολόγου στο ναό του Αγ. Γεωργίου Απορθιανών [Χὠρας Πάτμου] είναι αληθινή. Η μετακίνηση τώρα του τέμπλου μπορούμε να πούμε ότι έγινε πριν το 1709 έτος κατά το οποίο ο ζωγράφος Νικήτας Σέπης ζωγράφισε τις υπάρχουσες στο τέμπλο δεσποτικές εικόνες με έξοδα του μητροπολίτη Καρπάθου Νεόφυτου Γρημάνη, που σύμφωνα με γραπτές μαρτυρίες είχε αφιερώσει τους ασημένιους φωτοστέφανους στις δεσποτικές εικόνες του τέμπλου του καθολικού της μονής του Αγ, Ιωάννου Θεολόγου κατά το 1680, τις αποδιδόμενες στον Ανδρέα Ρίτζο. Οι εικόνες αυτές κατά τη μεταφορά του τέμπλου παρέμειναν στη μονή του Θεολόγου.

Χαρ. Κουτελάκης, Ξυλόγλυπτα τέμπλα της Δωδεκανήσου μέχρι το 1700 (διδ. διατριβή, έκδ. Δωδώνη, Αθήνα-Γιάννινα 1986, σσ. 68-69).

Τρίτη 24 Οκτωβρίου 2023

οι στριφτοί κίονες


Παλαιοχριστιανικό θέμα που διατηρήθηκε και χρησιμοποιήθηκε σε όλους τους καλλιτεχνικούς τομείς, κυρίως όμως στον εξωραϊσμό των κτηρίων και στη διακόσμηση εσωτερικών χώρων. Από δω δέχτηκαν επιδράσεις οι Έλληνες καλλιτέχνες και το θέμα πέρασε τόσο στην ξυλογλυπτική όσο και στη μικροτεχνία.

Πρέπει να σημειωθεί ότι ο στριφτός κίονας μέχρι τα μέσα του 17ου αι. δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται στα τέμπλα παρά μόνο σε τρεις θέσεις κι αυτό όχι συχνά: ...στην πήχη του βημόθυρου, στο επιστύλιο, στα θωράκια.

Οι στριφτοί κίονες, ιδίως εκείνοι τους οποίους ο Καλοκύρης αποκαλεί «Σολωμονικούς», θα χρησιμοποιηθούν ευρύτατα από τα μέσα του 18ου αι. στα περισσότερα τέμπλα του ελληνικού χώρου και σε όλα της Ρόδου σαν αποτέλεσμα της διείσδυσης του μπαρόκ και πρέπει να τονιστεί, ότι δεν έχουν απλώς διακοσμητικό χαρακτήρα αλλά τεκτονική σκοπιμότητα, γιατί βοηθούν στην συνένωση διαφόρων τμημάτων του τέμπλου και στην καθ' ύψος οργάνωσή του προσδίδοντας σ' αυτό ανάταση.

Χαρ. Κουτελάκης, Ξυλόγλυπτα τέμπλα της Δωδεκανήσου μέχρι το 1700 (διδ. διατριβή, έκδ. Δωδώνη, Αθήνα-Γιάννινα 1986, σσ. 134-135).

Σάββατο 21 Οκτωβρίου 2023

ποικιλίες ξύλων


Από τα πιο συνηθισμένα ξύλα για την κατασκευή των ξυλόγλυπτων τέμπλων ήταν η καρυδιά [...] και το κυπαρίσσι, ιδίως στα Δωδεκάνησα, καθώς και το λεγόμενο Cara agazzi (μαύρο δένδρο), δηλαδή ένα είδος ξύλου που αφθονούσε στην Ανατολή, περίπου όμοιο με το ιταλικό Olmo.

Για να σκαλιστεί το ξύλο έπρεπε προηγουμένως να περάσει από κάποια διαδικασία. Κοβόταν κατά την περίοδο του χειμώνα και τοποθετιόταν για αρκετό καιρό μέσα στο νερό. Στη συνέχεια το στέγνωναν πρώτα σε σκιά και ύστερα στον ήλιο.

[σημ.3: Η μεταφορά ξυλείας από τις περιοχές της Μ Ασίας στα ελληνικά νησιά ήταν η κύρια εμπορική ασχολία μέχρι τα μέσα του 19ου [αιώνα] για τους Κασιώτες, Ροδίτες, και Καστελλοριζιούς. Στα ΓΑΚ βρήκαμε έγγραφα που αναφέρονται σε πειρατίες Σπετσιωτών και Μανιατών σε βάρος Δωδεκανησίων...]

Όταν πια ήταν έτοιμο για σκάλισμα, άρχιζε η επεξεργασία.

Οι τεχνίτες, ειδικά εκείνων των ελληνικών περιοχών που βρίσκονταν σε στενή επαφή με την Δύση (Κρήτη, Εφτάνησα, Ήπειρος) ενημερώνονταν συνεχώς πάνω στις εξελίξεις της τέχνης τους, είτε αντιγράφοντας σχέδια από χαλκογραφίες Ευρωπαίων είτε στηριζόμενοι σε σχέδια που έφθαναν κατευθείαν από την Βενετία είτε από έργα μεταλλοτεχνίας, λιθογλυπτικής και ξυλογλυπτικής που υπήρχαν στις περιοχές τους.

Η ανάθεση της κατασκευής τέμπλου για την εκκλησία ενός χωριού είχε χαρακτήρα πανηγυρικό. Αν η κοινότητα δεν μπορούσε να καταβάλλει όλα τα χρήματα μετά το τέλος της εργασίας του τεχνίτη, τότε ή πωλούσε κοινοτικά και εκκλησιαστικά κτήματα ή έδινε στον τεχνίτη χωράφια ανάλογης αξίας, αν ήταν από την ίδια περιοχή.

Η εκτέλεση του έργου από τους ξυλογλύπτες γινόταν γυσικά με κατάλληλα εργαλεία.
Όταν τα κομμάτια με τα ποικίλα διακοσμητικά θέματα ήταν έτοιμα με βάση κάποιο σχέδιο, τότε σύμφωνα με παλιά παραδοσιακή τεχνική τα βουτούσαν σε βαρέλια με βραστό θαλασσινό νερό στο οποίο είχαν προσθέσει φλούδες πεύκου και κρεμμυδόφυλλα, που όλα μαζί λουστράριζαν τα ξυλόγλυπτα κομμάτια με πορφυρό χρωματισμό, ενώ συνάμα σκότωναν τους μύκητες που καταστρέφουν το ξύλο.

Μετά από χρόνια ή και αμέσως μετά το στήσιμό του στο ναό (εξαρτιόταν πάντα από τις οικονομικές δυνατότητες του εκκλησιαστικού ταμείου) το τέμπλο βαφόταν από ζωγράφους με πείρα σε τέτοιου είδους εργασίες -συνήθως ήταν οι αγιογράφοι φορητών εικόνων- και όταν υπήρχαν χρήματα για κάτι καλύτερο, τότε επιχρυσωνόταν, αφού προηγουμένως το περνούσαν με λεπτό στρώμα γύψου πάνω στο οποίο άπλωναν το φύλλο του χρυσού με νύχι αετού.

*

Καρυδιά: Θεωρείται από τα καλύτερα ξύλα της Ευρώπης. Μεγαλώνει πιο αργά όταν έχει φυτευτεί σε ξερό τόπο. Οι ξυλογλύπτες συνήθως δουλεύουν το έργο τους όταν ακόμα είναι χλωρό το ξύλο και το τελειώνουν ύστερα από 3-4 μήνες. Με τον καιρό δίνει χρυσές ανταύγειες. Για βαθύτερο χρωματισμό οι παλιοί τεχνίτες έχωναν το ξύλο στα κόπρανα των σταύλων και για ν' αποφύγουν το σαράκι αφαιρούσαν τον εξωτερικό φλοιό.

Αχλαδιά και Μηλιά: Αποφεύγεται από τους ξυλογλύπτες επειδή υπόκειται σε πολλά σκασίματα, όπως άλλωστε όλα τα ξύλα των καρποφόρων (ελιά, μυγδαλιά, κερασιά).

Βελανιδιά: Χρησιμοποιείται πολύ στην επιπλοποιΐα, γιατί είναι ανθεκτική, με μεγάλους πόρους, κανονικές ραβδώσεις και ανοιχτόξανθους χρωματικούς τόνους.

Φλαμούρι: Η δομή του είναι τέλεια και σταθερή, με κόκκους συμπαγείς και αποχρώσεις κιτρινόασπρες ή και κοκκινωπές. Χρησιμοποιείται πάρα πολύ γιατί δουλεύεται προς όλες τις κατευθύνσεις, καθαρίζεται αρκετά καλά και είναι ελαφρύ αλλά υπόκειται εύκολα σε φθορά από σαράκι.

Καστανιά: Είναι εύθραυστη για τούτο χρησιμοποιόταν στις οικοδομές παρά στην ξυλογλυπτική. Στη Σαρδηνία το χρησιμοποιούν σχεδόν χλωρό για να κατασκευάσουν μικροαντικείμενα.

Κέδρος: Θαυμάσιο ξύλο αλλά ακριβό. Χρησιμοποιείται ευρύτατα. Στα Δωδεκάνησα ονομάζεται «φίδα».

Κυπαρίσσι: Χρησιμοποιήθηκε κυρίως για κατασκευή σεντουκιών αλλά και για τέμπλα.

Χαρ. Κουτελάκης, Ξυλόγλυπτα τέμπλα της Δωδεκανήσου μέχρι το 1700 (διδ. διατριβή, έκδ. Δωδώνη, Αθήνα-Γιάννινα 1986, σσ. 174-176).

Τετάρτη 18 Οκτωβρίου 2023

ο άγγελος, ο Γεώργιος και η λυπημένη πιετά


Ο άγγελος στην εικόνα μας (Πιν. 12Β΄), με το μακρουλό λεπτό πρόσωπο, τη σοβαρή έκφραση, τη μακριά κυρτή μύτη, τα σφικτά μικρά χείλη, το φρύδι που φτιάχτηκε με σταθερή πινελιά και τα φώτα κάτω απ’ το μάτι και στο μήλο της μύτης -που αποδίδονται με βραχείες πλατειές γραμμές και κηλίδες- παρουσιάζει, νομίζω, περισσότερες ομοιότητες με τις εικόνες του Αγ. Προκοπίου (τέλους 14ου αι.) και του Αγ. Γεωργίου (αρχές 15ου αι.) τις οποίες δημοσίευσε ο Α. Ξυγγόπουλος στον κατάλογο των εικόνων του μουσείου Μπενάκη, παρά με έργα του 16ου και 17ου αι. όπως είναι π.χ. δυό κεφαλές του Αγ. Γεωργίου από εικόνες της Πάτμου τις οποίες ενδεικτικἀ αναδημοσιεύουμε (Πιν. 12α΄γ΄).

σημ. 273: Χατζηδάκης, Εικόνες Πάτμου, 75 αριθμ. εικ. 23, πιν. 92, για την οποία σημειώνει, ότι ο τύπος του Αγ. Γεωργίου πρέπει να δημιουργήθηκε στην Κρήτη από ζωγράφους του 15ου αι., πάνω σε πρότυπα εικόνων της εποχής των Παλαιολόγων και ότι πρέπει ο τύπος αυτός να έχει επιτυχίες, γιατί σώθηκε σε πολλά παραδείγματα που κλιμακώνονται χρονολογικά μέχρι το 17ο αι. [...]

*

σημ. 269: [...] Ο τύπος της «Παναγιάς του Σταυρού» με το ομώνυμο επίθετο είναι γνωστός από μερικές εικόνες της συλλογής Τσακύρογλου (Αγάπης Καρακατσάνη, Εικόνες συλλογής Γεωργίου Τσακύρογλου, Αθήνα 1980, εικ. 239-241) που όμοιές τους είδα στο ιδιωτικό εκκκλησάκι του Αγ. Λουκά Χώρας Πάτμου, και παριστάνει την Παναγιά να κρατάει στην ποδιά της μικρών διαστάσεων σταυρωμένο Χριστό. Ο τύπος αυτός είναι «δυτικός», γνωστός και με την ονομασία 'Παναγία η Λυπημένη' (Βλ. Γ. Σωτηρίου, Περί των μεταβυζαντινών εικόνων, [...]). Μαρτυρείται επίσης και σε νοταριακά έγγραφα ως 'Mia Panagia che Gratti ton Afendi ton Christo Estavromeno'. […]

Χαρ. Κουτελάκης, Ξυλόγλυπτα τέμπλα της Δωδεκανήσου μέχρι το 1700 (διδ. διατριβή, έκδ. Δωδώνη, Αθήνα-Γιάννινα 1986, σσ. 114-115, ένθα και οι υποσημειώσεις).

Κυριακή 15 Οκτωβρίου 2023

και Κρήτες στην Πάτμο...


Ο δικέφαλος αετός, σύμβολο του Βυζαντίου
ή του πατριαρχείου σύμφωνα με άλλους,
θα γίνει έμβλημα των οσποδάρων της Μολδοβλαχίας κυρίως.
Τον συναντήσαμε και σε κοσμήτη ξυλόγλυπτου τέμπλου
στο ναό των Καντακουζηνών στο Magureni της Ρουμανίας με χρονολογία 1694
καθώς και στο τέμπλο του Αγ. Σώζοντα Απολλωνίας Σίφνου, έργο του 1663.*

[...] Αναφερόμενος [ο αρχιτέκτονας Χρίστος Δ. Ιακωβίδης (σημ. 133: Χώρα Πάτμου (1088-1912), Αθήνα 1978)] στην περίοδο της κυριαρχίας της μονής του [Αγ. Ιωάννου] Θεολόγου σημειώνει με έμφαση την εγκατάσταση Κρητικών μετά το 1669 στη συνοικία που σήμερα ονομάζεται ΚΡΗΤΙΚΑ (σημ. 134: Στον ίδιο, 66, κ.ε). Αποτέλεσμα αυτής της εγκατάστασης ήταν η σημαντική αλλαγή στην δόμηση του χώρου με παράλληλη εμφάνιση της πρώτης πλατείας στη Χώρα, γνωστής ως ‘της Αγιά-Λεβιάς’. Λίγες δεκάδες μέτρα κοντά της βρίσκεται ο ναός του Αγ. Βασιλείου [και Θαλελαίου], που σημαίνει ότι κτίστηκε για τις ανάγκες της ενορίας των Κρητικών (σημ. 135: Οικοδομική δραστηριότητα γύρω από τη μονή του Αγ. Ιωάννου του Θεολόγου σημειώνει και ο περιηγητής Tournefort στα 1700 [...]).

Αν η σκέψη μας είναι σωστή, τότε μπορούμε να συσχετίσουμε τη δημιουργία του [ενν. του ναού] με τον καλλωπισμό του και φυσικά με το τέμπλο στο οποίο έχει σκαλιστεί ο θυρεός που προαναφέραμε. Τον ίδιο θυρεό αλλά σε πέτρα, με χρονολογία 1563, εντοπίσαμε στην Κρήτη σαν οικόσημο της οικογένειας GRIMANI (σημ. 136: Gerola, Monumenti, IV, 203). Έτσι η αναζήτηση των πρωτεργατών που συνέβαλαν στην ανέγερση και στον εφοδιασμό με εκκλησιαστικά είδη του ναού πρέπει λογικά να στραφεί προς τα μέλη των κρητικών οικογενειών (σημ. 137: Το φαινόμενο μού είναι γνωστό από τη Νάξο, όπου κατά την εκεί επίσκεψή μου τον Ιούλιο του 1981 βρήκα οικόσημα επιφανών οικογενειών στα ξυλόγλυπτα τέμπλα των ναών της Αγ. Αναστασίας (παρεκκλήσι της Θεοσκέπαστης κάστρου Χώρας), της Παναγίας Ελεούσας, επίσης στη Χώρα και της Αγ. Παρασκευής, ομοίως στη Χώρα [...]). Πράγματι πολλά μέλη της οικογένειας Γρημάνη της Πάτμου διετέλεσαν ιεροδιάκονοι, ιερομόναχοι, παπάδες και προηγούμενοι στη μονή του Αγ. Ιωάννου Θεολόγου και σε εκκλησίες της Χώρας. [...]

Χαρ. Κουτελάκης, Ξυλόγλυπτα τέμπλα της Δωδεκανήσου μέχρι το 1700 (διδ. διατριβή, έκδ. Δωδώνη, Αθήνα-Γιάννινα 1986, σσ. 89-90, ένθα και οι υποσημειώσεις. -Το δε motto εκ της σημ. 160, σ. 93).