Τετάρτη, 30 Αυγούστου 2006

κυκλοτερώς ωσάν στρόβιλος (plus)


Γυμνόστηθους, πλέον, στις ταράτσες των σπιτιών μας, μάς βρίσκει η νύχτα και αλωνίζουμε με το βαρύ κομπολόγι ανά χείρας. Μόνοι, ψηλά εκεί, έξω από του κόσμου τη χλαλοή απαγγέλλομεν το τραγούδι το ανάκουστο. Και μυρικάζουμε της ημέρας τα μηχανήματα (του νοός που σκοντάφτει και πλέκεται, αν δεν φυλάττομε καθαρά καρδία) και τα κελεύσματα και το πικρό ποτήρι. Στην σαιζ-λόνγκ με το βλέμμα στραμμένο στα ουράνια, ατενίζοντες τ' άστρα, μελετώντας των σκοτεινών σωμάτων την αριθμητική, γητεύοντας και γητευόμενοι νιώθουμε την δροσιά... Σιωπηλοί, επιτέλους, σιωπηλοί, αναμένομεν μυστικές ελεύσεις, του άλλου κόσμου τα δάκρυα ωσεί δρόσος αερμών, καταβαίνουσα απά στο δασύτριχο στέρνο, το πρόσωπο και τις ανοιχτές απαλάμες. Από τα ενδότατα στης νεολιθικής κιόλας εποχής τα δώματα η σκαπάνη ανασύρει λατρευτικά ειδώλια της ευσώμου μαμμής και το γνωρίζουμε πως πιά είχαν οι ανθρώποι την ιδιωτική τους κατ' οίκον λατρεία. Ζητώντας να ενωθούν λατρευτικά με τον δεσπότη και κύριον του παντός. Προσευχόμενοι, από των πολλών δακρύων χαρίεντες, λύομεν τη ζέστα που μάς περιβάλλει τυπούμενοι τύποις εγκαύματα, από των τριών παίδων την περιπέτεια, ξεκοκκίζοντας το βαρύ κομπολόγι στα γόνατα. Και κοντά σε τούτα φρονώ και άλλα πολλά.


Τρίτη, 29 Αυγούστου 2006

υποβρύχιος


Φωτό: Βούλα Παπαϊωάννου, όπως δημοσιεύθηκε στο πρόγραμμα της ΑΝΤΙΓΟΝΗΣ των Επιδαυρίων 2006.


i. Στο βουνό ανεβαίναμε. Στο ίδιο ακόμη πηγαίνω. 'Εστηνα μέτρα. Θρόνο είχα στην κορφή. Πίσω από τα θάμνα αντικρύζαμε πρόστυχα στρωσίδια, σκισμένα φύλλα τις τσόντες και χρησιμοποιημένες βρώμικες κιτρινισμένες καπότες. 'Ελεγα θα μεγαλώσω κι εγώ και θα γίνω δεκαεπτά, εικοσιδυό, σαράντα χρονώ. Δυό μόλις ημερών αξύριστος θα γρατζουνίζω. Στην αγριάδα θα αγκυλώνομαι.

ii. Στούς τοίχους ζωγραφίζαμε τα απ' αιώνος μυστήρια πούτσες, σε όλα τα σχήματα. Γυρεύαμε το μουνί. Το φανταζόμασταν στρόγγυλο, ολοστρόγγυλο με μιά τρυπούλα στη μέση όχι σχισμή, μία στιγμή μόνο ανάμεσα στις φυλλωσιές, όπου θα χανόμασταν ποτε δίχως επιστροφή.

iii. Στην εκκλησία αυτό που με τράβηξε ήταν που καταλάβαινα, μόλις δεκαετής, τη γλώσσα των αρχαίων ευαγγελίων παραβολών και πάντων θαυμάτων αναγνώσματα της κοινής. Επόμενο ήταν να τεθούν οι καταβολές για την λατρεία και την ενασχόλησή μου στη συνέχεια με τη γλώσσα. Γλείφω όλα τα μεγέθη. Προτιμώ τα χειλάκια εξέχοντα, να παλεύουν τα δυό τους για την μία ή την άλλη πλευρά. Κι εγώ στο ανάμεσο. Ρώτησες -Γιατί; -'Ε, γιατί! Μα, όρθια κατουράνε τ' αγόρια...

iv. Στο χωριό του πατέρα, την ορεινή Γορτυνία, παραγγέλναμε κάτω από τον αιωνόβιο πλάτανο τα καλοκαίρια υποβρύχιο με γεύση βανίλια. Πιάναμε απ' τον σχισμένο βράχο νερό, κρούσταλλο, ώσπου το ποτήρι δάκρυζε. Κι εγώ τού χάϊδευα κείνην τη διάφανη αυλακιά ένα δάχτυλο από το χείλος που το έζωνε. 'Εγλειφα για να γλυκαθώ.

v. Μ' αρέσει το κολύμπι στα βαθιά. Ωστόσο κάποτε στα ρηχά κόντεψα να πνιγώ. 'Εβαλα τη μάσκα για να γνωρίσω δήθεν και τον βυθό. Μού 'πεσε μεγάλη στο πρόσωπο και έμπαζε νερά. Βιαζόμουν; Τα απαράτησα. Μ' αρέσει στον Μεγαλέξαντρο της νεωτέρας παράδοσης η παράγραφος με τα παιδιά - αγυιόπαιδες που δίνουν παλούκια. 'Οχι, βέβαια, τον Φύλακα στη σίκαλη, αλλά τον Βαρδιάνο στα σπόρκα θ' ανοίξεις. Εκεί θα με βρείς να σπένδω (:ρήμα σε αχρηστία) βουτιές στη θάλασσα των παθών μου υποβλύχιος και νομίζοντας είναι.


(στον μικρό μόλις 18 μηνών υιό σου νεαρέ βιβλιοπώλη το δίνω…)



[Πάνω σε μιά πρόταση του Μισέλ Φάις.]

Πέμπτη, 24 Αυγούστου 2006

κυκλικώς ωσάν στρόφαλoς


φλόγα δροσίζουσαν οσίους, δυσσεβείς δε καταφλέγουσαν...


Τον δεκαπενταύγουστο στις εκκλησιές ακούγεται ο περικαλλής αυτός στίχος (από τις καταβασίες: 8η ωδή του κανόνος) που μ' αρέσει πολύ για την νηπτική του αντίληψη. Εκπλήσσει με την διπλή λειτουργία της φλόγας. Τα κανάλια, ωστόσο, επιμένουν πως είχαμε καύσωνα! Ενδιαφέρουσα και τούτη εδώ η οπτική για την διατύπωση της "αρχής της αβεβαιότητας"...


Δευτέρα, 21 Αυγούστου 2006

εγκαύματα 4, 1


παραλογή

Φραγκοσυκιά έγειρε σε γκρεμνό
και φίλησε το
χώμα


Δευτέρα, 14 Αυγούστου 2006

ατίμωσις


"Τουλάχιστον να ζούσε ο Εμμανουήλ Λεβινάς ή ο Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ, έμπειροι και οι δυο της οδύνης να ατιμάζεται η πνευματική παράδοση του λαού τους από το κρατίδιο των φρικωδών εγκλημάτων. Μήπως και είχαν απόκριση στο ερώτημα που στη γλώσσα τους αρθρώθηκε για πρώτη φορά: «Τι ότι οδός ασεβών ευοδούται;» Δεν μπορεί να υπάρχει ευαγγέλιο πανανθρώπινης ελπίδας που να προσπερνάει με νοησιαρχικές αφέλειες το φρικτό ερώτημα για την αιτία του «κακού»".

Χρ. Γιανν. (Καθημερινή 13-8-06. 'Ολο το κείμενο εδωδά).