Σάββατο, 10 Μαΐου 2008

μαύρα τακούνια


"οράν φάος ηελίοιο" σημαίνει στον 'Ομηρο "ζω"


Σαν σήμερα κηδεύαμε την Τερέζα
'Εβρεχε κι οι πιο πολλές ομπρέλες δεν είχαμε.
Εμείς φτάσαμε με τον ηλεχτρικό, με τα λεωφορεία άλλες.
'Ηταν η Νότα, όλο έκλαιγε, κι η Λόλα –τότε ζούσε
κι η Φωτεινή με μαύρο πανωφόρι κι άλλες που δεν τις ξέραμε
από την πιάτσα της σκοτωμένης.
'Οταν κατέβασαν το φέρετρο, με τα χώματα να το σκεπάσουν
βγήκε μπροστά απ' τα φτυάρια, τον ιερέα έπιασε η Χαρίκλεια·
κάτι πήγε να φωνάξει – καθάρματα; γαμημένοι;
'Εκλαιε, δεν μπόραε.
Μείναμε μέχρι που έπεσεν ο ήλιος. Μάς βγάλανε μετά
γιατί τις πόρτες κλείνουνε μόλις βραδιάσει.

Κείνο το βράδυ στης Βιολέτας μαζευτήκαμε.
'Αντρες σ' αυτά δεν είχαμε. Δε θέλαμε.



Γιώργος Χρονάς, από τη συλλογή Τα μαύρα τακούνια (Εγνατία - τραμάκια 1979) – στον άρτι εκδοθέντα συλλογικό τόμο Τα ποιήματα 1973-2008 (Οδός Πανός 2008) σ. 97. Το ποίημα έχει κάτι το καβαφικόν στην εκφορά.


1 σχόλιο:

Φαίδρα φις είπε...

"Το Μικρό Ψάρι

εδώ θα μείνω,είπε το μικρό ψάρι
με το'να μάτι μου να χαϊδεύει τις καρίνες των πλοίων
και τ'άλλο να μετράει την απόσταση
το βυθό.
το στόμα μου θ'ανοιγοκλείνω όπως πίσω από τις γυάλες
τα κεντρικά ζαχαροπλαστεία
άναρθρες κραυγές δε θα βγάλω
θα κοιμηθώ για πάντα το ρεύμα να με πάρει
για να ξυπνήσω κάποτε
πυράγχη
σ'ένα μαύρο στερεό υγρό κατράμι ή λάδι
επαρχιακό λιμάνι
το σώμα μου μπλε ναυτικοί
μπρούτζινοι καπετάνιοι
μαύρα κουζίνας σκεύη θα κηδέψουν
γκαρσόνια την ύπαρξή μου θ'αναφέρουν
παιδιά θα παίζουν κάτω από τραπέζια,πάνω σ'επιφάνειες κοντραπλακέ
ανίδεοι θα ρίχνουνε νομίσματα στα τζουκ μποξ
στους τηλεφωνικούς θαλάμους ώρες
οι σύζυγοι θ'αγαπούν τη γαλήνη
πληρώνοντας το τοπίο με σαλάτες και τυρί
θ'αγαπούν τις γυναίκες

τα τύμπανα που ταιριάζουν στην ταφή μου δε θ'ακούω"